Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

An oi gyna;ikew ;htane p;antote kal;ew den ua yp;hrxe pr;oblhma….(Anastas;ia ….)…

Παντρεύτηκε μια πόρνη και…και…όταν και ο γιος του παντρεύτηκε μια πόρνη….
Γιατί χασμουριούνται τα ζώα-γράφτηκε
Γιατί έζησες;……
H γυναίκα που εμφανίζεται παντού η ίδια…
τα κορόιδα σκέφτονται που πάει κι από πού έρχεται οι φωτιά, οι άλλοι ζεσταίνονται…










Ο δισταγμός! Ο δισταγμός που τόσες χαρές μας έχει καταπιεί…Μπορεί και να μας έκανε καλό κάποιες φορές, μα τι τα θέλεις, καλλίτερα να πεθάνεις τολμώντας παρά να ζεις φοβισμένος.
Στην ίδια πόλη δέκα χρόνια μετά.
Στον ίδιο τάφο του αδικοχαμένου βασιλιά, τουρίστες έχουν έρθει να τον δουν. Ένα αυτοκίνητο με δεκάδες γάλλους και γαλλίδες. Ο σωφέρ του λεωφορείου, έλληνας, θέλει να εξηγήσει σε μια γαλλίδα θεοκόμματο ότι η Άρτεμη που θα δουν κατόπιν είναι όρθια-είναι η Ορθία Άρτεμις. Εγώ με άλλα παιδιά παίζαμε ανάμεσα στις πέτρες του κενοτάφιου και τώρα είχαμε πάψει το παιχνίδι για να δούμε το σπάνιο θέαμα, τους «ξένους», κάτι εξαιρετικό για την τότε εποχή όπου ο πόλεμος έξω δεν είχε τελειώσει καλά καλά, ενώ στη χώρα μας ήτανε ακόμα στις δόξες του. Η μέρα είναι λιόλουστη. Κάτω από τις χαρωπές αχτίδες του ήλιου, που αλαφρώνει τις πελώριες πέτρες του τάφου κι αυτές μόλις κρατιούνται στο έδαφος λικνιζόμενες, ο καημένος ο οδηγός παθιάζεται να εξηγήσει τι θα πει «όρθια». Παίρνει τη στάση της προσοχής τραβώντας τα χέρια του κάτω και κάτω, τόσο που το κορμί του ν’ αρχίζει να λυγίζει ακολουθώντας τα, και ξελαρυγγίζεται προς το μέρος της απορούσας κοπελάρας: «Όχτια! όχτια! ΌΧΤΙΑ!!» Όμως αδύνατο να μεταδοθεί το πολυπόθητο νόημα. Έχω πάρει για κάτι μήνες μαθήματα γαλλικών στη διπλανή πόλη που μένω. Τόσα που ξέρω πώς ακριβώς έπρεπε να πει ο οδηγός στην τουρίστρια. Ο πόθος που μου έχει ανάψει η θέα της μαζί με το ευκολοφάνταστο μυαλό μου, μου λένε ότι θα είχα πολλά να κερδίσω αν έλεγα στη γλώσσα της στην τουρίστρια «mademoiselle, il vais dire debout!» (δεσποινίς, θέλει να πει όρθια). Κι αν όχι τίποτε άλλο, θα μου χάριζε ένα χαμόγελο θαυμασμού, και, ήμουν σίγουρος, φεύγοντας θα λυπόταν που δεν μπορούσε να χαρεί και ερωτικά το κορμί που κρατάει μέσα του ένα τέτοιο μυαλό.
Και διαδραματίζονταν μπροστά μου για ώρα η παντομίμα του οδηγού και η  αδυναμία της απίθανης ομορφιάς γυναίκας. Και εγώ τι; Έμενα αμίλητος, με τις σωτήριες λέξεις να στριμώχνονται στην άκρη των χειλιών μου καίγοντάς τα. Ο δισταγμός που επιβάλλει την άρνηση της χαράς στη ζωή. Και δεν μίλησα, ώσπου οι ταξιδιώτες μπήκαν πάλι στο αυτοκίνητό τους κι έφυγαν αφήνοντας τα παιδιά να συνεχίσουν το παιχνίδι τους, ενώ η όμορφη γυναίκα κοίταζε με απορία ένα παιδάκι που την έβλεπε με θαυμασμό και έτοιμο να της πει κάτι, που τελικά δεν της είπε.
Κι αυτή πάλι…ας με ρωτούσε…έβλεπε πως κάτι έτρεχε με μένα…
Αυτή η σκηνή δεν έχει φύγει από τη σκέψη και από το νου μου δεκάδες τώρα χρόνια, σημαιοφόρος μιας στρατιάς δισταγμών που έχουν μπει νικητές στην έρμη μου ζωή.
Βλέπω εκείνους που περιμένουν παιδί και γελώ μαζί τους.
Η γυναίκα περιφέρει την φουσκωτή κοιλιά της με περηφάνια. Γιατί;
Και η πιο ντροπαλή γυναίκα του κόσμου δεν ντρέπεται να κυκλοφορεί όντας έγκυος.
Εκείνη που αν την κοίταζε και μόνον κάποιος άντρας έτρεχε να κρυφτεί από τη ματιά του, εκείνη που φορούσε μακριά φουστάνια για να μη φανεί ούτε ο αστράγαλός της, τώρα περιφέρει περήφανη τη φουσκωμένη κοιλιά της και μόνο που δε φωνάζει: «Γαμήθηκα!»
Αυτό που δεν άφηνε κανέναν να της κάνει, τώρα βγαίνει και φωνάζει ότι κάποιος της το έκανε.
Κι αν τη ρωτούσε κάποιος πώς και τώρα δεν ντρέπεται γι αυτό που έκανε, θα έλεγε γεμάτη απορία και έκπληξη για την ερώτηση: «Μα είμαι παντρεμένη. Αυτός ήταν ο άντρας μου»
Και τέλος γι αυτήνε.
Και τι θα πει ο άντρας της και όχι κάποιος άλλος άντρας;
Θα πει ότι μαζί με κείνον τον άντρα πήγε μια μέρα σε κάποιο σπίτι όπου ένας άντρας με γένια και μακρύ μαύρο φουστάνι, διάβασε από ένα βιβλίο κάτι λόγια και αυτό της έδινε το δικαίωμα να κυλιστεί σα ζώο πάνω σ΄ ένα κρεβάτι παρέα με τον άντρα εκείνον.
Ωραία λοιπόν, θα πάρω κι εγώ μία γυναίκα και θα την πάω σ’ ένα σπίτι όπου ένας άντρας ντυμένος με μακρύ μαύρο φόρεμα και έχοντας γένια, κρατώντας στα χέρια του ένα βιβλίο, θα μας διαβάσει πεντέξη σειρές. Ύστερα θα έχω κάθε δικαίωμα λοιπόν να την ρίξω σ’ ένα κρεβάτι.
Όχι, θα μου πει η γυναίκα, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα, ο άντρας με το μαύρο φουστάνι και τα γένια πρέπει να είναι ιερέας, το σπίτι εκκλησία και το βιβλίο που θα κρατεί στα χέρια του το ιερό Ευαγγέλιο.
Εδώ εγώ τα παρατάω, όπως κάνω με κάθε τι ανόητο που ακούω.
Μα εκείνη θα συνεχίσει λέγοντας ότι τον άντρα αυτόν τον ήθελε και την ήθελε και αυτός.
Με αυτή την καινούργια δήλωση αρχίζει άλλος κύκλος σκέψεων και συμπερασμάτων. Και πρώτα τι θα πει τον ήθελε και την ήθελε; Γιατί τον ήθελε;
-Γιατί είναι όμορφος, δυνατός και καλός.
-Κυρία μου η γη έχει τρία δισεκατομμύρια άντρες και σας διαβεβαιώνω ότι το ένα δισεκατομμύριο απ’  αυτούς είναι καλοί και όμορφοι και δυνατοί. Και επειδή δεν μπορείτε να τρέχετε ως την άκρη του κόσμου να τους βρείτε, στην πόλη σας υπάρχουν κι άλλοι δέκα χιλιάδες καλοί και όμορφοι και δυνατοί άντρες.
-Αυτόν είδα, αυτόν θέλησα.
Και ποτέ μία γυναίκα δεν θα ομολογήσει ότι πήρε έναν άντρα για τα λεφτά του.
Αν τη ρωτήσετε: θα έπαιρνες αυτό τον άντρα τον όμορφο και καλό και δυνατόν αν θα ήτανε ζητιάνος; τότε αυτή θα πει: και βέβαια, για μένα το χρήμα δεν είναι το παν.
Για μένα όμως όλες οι γυναίκες πουλιούνται για το χρήμα. Άλλες για ένα ευρώ και άλλες για ένα εκατομμύριο ευρώ.
Όλες οι γυναίκες είναι πόρνες.

Και η κυρία αυτή όχι μόνον διατυμπανίζει ότι γαμήθηκε, αλλά και οι άνθρωποι της δίνουν τη θέση τους στο λεωφορείο. Γιατί; Για να τη βραβεύσουν επειδή απόδειξε ότι μπορεί και ότι έχει γαμηθεί; Επειδή θα φέρει στον κόσμο ένα ακόμα δυστυχισμένο πλάσμα που κι αυτό με τη σειρά του θα φέρει άλλα παιδιά στο φως, διαιωνίζοντας τη δυστυχία πάνω στη γη;

Και ο άντρας; Τι κάνει ο άντρας που έχει γυναίκα έγκυο; Ανάλογα χαίρεται κι αυτός που αποδειγμένα μπορεί να γαμάει.
Και τρέχει νυχτιάτικα να πάρει παγωτό που ήρθε η όρεξη της γυναίκας του να φάει, της παίρνει υπηρέτρια στο σπίτι για να μην κουράζεται και της κάνει όλα τα χατίρια. Και όταν ακούσει το παιδί να κλωτσάει μέσα στην κοιλιά της γυναίκας που γάμησε, κάνει σαν τρελός από τη χαρά του, λες και το ίδιο δεν κλωτσάει και το παιδί του λιονταριού ή του λαγού στην κοιλιά της μάνας του.
Και  αν το παιδί είναι αγόρι, ε τότε, ο ηλίθιος αυτός είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.




            Τα παρακάτω γράφτηκαν στα       ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΆ ΤΟΥ 2994 ΚΑΙ ΤΟΥ 2007 


 gympolitic
        (όταν ο Γιωργάκης ανάλαβε φουριόζος την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ)
Τα "ΠΡΟΕΚΛΟΠΚΑ ΦΥΛΛΑΔΙΑ" δε βρήκανε δυσκολία όταν αποφάσισαν να πάρουν συνέντευξη από τον
Γιώργο Παπανδρέου. Έτσι βρέθηκα μέσα σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του γεμάτο με όργανα γυμναστικής.
"Κύριε Χολιαστέ", μου λέει, "υπέροχα τα "Προεκλογικά" σας "Φυλλάδια". Συγχαρητήρια".
-Ευχαριστώ κύριε υπουργέ. Δεν περίμενα να τα εξυμνείτε μιας και γράφουν την αλήθεια για σας και το κόμμα σας.
-Μη με ευχαριστείτε, Έτσι λέω σε όλους. Πώς νομίζετε πετυχαίνω σε όποια θέση και αν βρεθώ; Και σαν
υπουργός εξωτερικών γι αυτό πέτυχα. 'Ελεγα καλά λόγια σε όλους και για όλα. Και έλεγα και "ναι" σε ό,τι
μου ζητούσαν. Μου το έμαθε ο μπαμπάς.' Όλα επιτρέπονται", μου έλεγε κάθε τόσο.
-Άκουσα κύριε υπουργέ ότι θα φέρετε επενδύσεις με το κύρος σας. Πως ακριβώς θα γίνει αυτό;
-Με το χορό μου-πώς τα φτιάξαμε με τους Τούρκους;..Θα πάω-πού θέλετε;-στη Γερμανία ας πούμε. Θα
κάνω ένα τραπέζι στους βιομήχανους και μετά θα τους πιάσω από το χέρι για να χορέψουμε. Αλλά τώρα
δε θα φέρνω γύρους. Θα τραβάω ίσα κατά την Ελλάδα. Αυτοί μαγεμένοι από το χορό μου θα
ακολουθούν. Και να οι γερμανικές επενδύσεις στην Ελλάδα! Έτσι και με τους άλλους.
-Και πώς θα πείσετε την Τουρκία να μειώσει τις δαπάνες για τα όπλα της;
-Όπως ξέρετε, ο μόνος λόγος με βάση τον οποίο καθορίζει το ύψος και το είδος του εξοπλισμού της η
Τουρκία, είναι ο φόβος που έχει κάθε φορά από την Ελλάδα. Όταν πάω και τους χορέψω ένα ακόμα
ζεϊμπέκικο θα υποκύψουν. Στην ανάγκη θα τους αφήσω καμμία βιντεοκασέτα του χορού μου, να τη
βάζουν όποτε τους πιάνει το στρατιωτικό τους και να συνέρχονται. Βλέπετε πως όλα τα έχω σκεφτεί. Και
ξερετε, είναι μεγάλο κέρδος για την εθνική μας άμυνα να μειώσουμε και οι δύο χώρες τα όπλα μας. Αν
γίνει τελικά αυτό-με δυο ζεϊμπέκικα ακόμα ελπίζω να τα καταφέρω-τότε αντί να έχει η Τουρκία χίλια
αεροπλάνα ας πούμε και η Ελλάδα εκατό, τώρα η Τουρκία θα έχει εννιακόσα ενενήντα και η Ελλάδα
ενενήντα. Ετσι με ένα σμπάρο θα έχουμε δυο τρυγόνια και θα έχουμε αποδυναμώσει την τουρκική
απειλή κατά ολόκληρα δέκα αεροπλάνα, Και λιγότερα λεφτά θα χαλάμε εμείς για εξοπλισμούς.
-Κύριε υπουργέ, λέτε ότι κάνατε λάθη και σαν κόμμα και σαν μέχρι τώρα κυβέρνηση όταν κάνατε την-ο
θεός να την κάνει-αυτοκριτική σας. Γιατί δεν καυτηριάζατε τα λάθη αυτά τότε που γίνονταν;
-Τα καυτηρίαζα και τα παρακαυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν τα έλεγα.
-Και γιατί δεν ακουγόταν τίποτε τετοιο τότε;
-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων-το ξέρει πια όλη η Ελλάδα. Γι αυτό δεν ακουγόμουν.
-Τώρα όμως ακούγεστε...
Γιατί τώρα έχω πάντοτε μπροστά μου όταν ανοίγω το στόμα μου ένα σωρό μεγάφωνα. Γι αυτό. Βλέπετε
όλα έχουν την εξήγησή τους.
-Έχετε λέτε κύρος στο εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό κύριε υπουργέ;
-Στο χορό. Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο
ταψί. Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που με βοηθάει.
-Μιλάτε για δημοψηφίσματα κυριε υπουργέ. Θα είναι συχνά και πότε θα αρχίσετε να κανετε
δημοψηφίσματα;
-Προς το παρόν δε θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν "φύγουν"(συγνώμη για τη συγκίνησή
μου αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι ό,τι έχω στη ζωή) η μαμά και ο κύριος Σημίτης. Μέχρι τότε αυτοί θα
μου λένε τι να κάνω. Ύστερα είναι που θα ρωτάω το λαό.
-Μόνος σας δεν σκοπεύετε να αποφασίσετε κάποτε τίποτα;
-Απολύτως.
-Και γιατί κύριε υπουργέ;
-Κοιττάτε, σε κάθε οικογενεια υπάρχει και ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ.
-Και τότε γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε στην πολιτική αφού έβλεπε οτι είσαστε...καθυστερημένο
παιδί όπως είπατε;
-Δεν το 'ξερε. Νόμιζε ότι είμαι χαμηλών τόνων.
-Πέστε μου κύριε υπουργέ, εκτος από το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην επιτυχή ενάσκηση των
καθηκόντων σας αν -ό μη γένοιτο- γινόσαστε πρωθυπουργός;
-Κύριε Χολιαστέ άκουσα καλά; Είπατε "ό μη γένοιτο";
-Μάλιστα κύριε υπουργέ, ετσι είπα.
-Πώς τολμάτε; Μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;...
-Είμαι υψηλών τόνων κύριε υπουργέ.
-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι...
-Σωστά. Δε μου απαντήσατε όμως κύριε υπουργέ στην ερώτησή μου. Υπάρχει και κάτι άλλο που θα
χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;
-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!
-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.
-"Μυαλό";...
-Μυαλό... εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε... αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας...
-Αααα!...Τώρα θυμάμαι! Κάποτε μου είπε αυτή τη λέξη η μαμά. Μου είπε...πώς το είπε.,.πώς το είπε.,.α! να!
Μου είπε: "δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό-έχεις το όνομα" Κι εγώ αφου δεν πείραζε που δεν
έχω απ' αυτό, δεν ρώτησα και τι είναι...
-Για να τελειώνουμε κύριε υπουργέ, πέστε μου στο θεό σας, πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να
κυβερνήσετε -ό μη γένοιτο- την Ελλάδα;
-Να σας πω:



Δεν ξέρω πώς δεν έχετε
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο
μπορεί να κάνει σώμα.
Γι αυτό κι αφού ρωτήσατε ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή ιδού τα παραδείγματα:
Γυμνάζοντας τον ένα μου μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά λύνω το Κυπριακό.
και με μιαν άσκηση σωστή του ενός μου δικεφάλου τρία εγώ "μπράβο" αποσπώ
του πρόεδρου του Γάλλου.
Με μοναχά λίγα πους-απς τον Μπλερ μπορώ να πείσω
τα μάρμαρα που μας κρατεί
να μας τα δώσει πίσω
και μ' ένα τζόκινγκ μου απ'
αυτά
που μ' είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός
τα όρια τηνε φτάνω.
Και ένα κάνοντας μασσάζ στους δύο μου μηρούς παίζω εγώ στα δάχτυλα

τον ίδιονε τον Μπους,
Δύο φορές σηκώνοντας τους δύο μου αλτήρες κάνω να στρέφει ο Ερντογάν
ως κι ενενήντα μοίρες
και-κάτι που κυβέρνηση δεν το 'χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι ευθύς την υφαλοκρηπίδα.
Δυο επικύψεις κι έσβησαν τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες μου δυο και γίνομαι
πρωθυπουργός το Μάρτη.
Και τότε δύο έλξεις μου
και μα την Παναγία
θα πάψει πια η χώρα μου να έχει ανεργία.
Για την Παιδεία μοναχά
μια επίκυψη χρειάζεται ώστε κάθε έλλην στο εξής σοφός να λογαριάζεται.
Ως για το μέγα πρόβλημα που είναι η Υγεία
μία στροφή θα χρειαστεί του σώματος πλαγία
Και για να μην πολυλογώ, με τη γυμναστική μου,
κάθε που θέλω αλλαγή θα είναι πια δική μου.
Θα ημπορούσα αν θέλατε και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση δεν το 'χω εγώ σωστό
τώρα που έτσι μάλιστα σας ταλανίζει η γρίππη-αν και αυτό τ' ομολογώ
πως σας το λέω με λύπη-,
γιατί εγώ-μη βλέπετε
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου
αν δε το δείξω σκάω.

Ίσως μιαν άλληνε φορά που θα 'σαστε καλλίτερα να σας ειπώ για θαύματα που κάνω μεγαλύτερα.
Και θα φροντίσω γρήγορα εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-όχι, δε μου είναι κόπος-
να! τα πους-απς μου αύριο σε σας θα τ' αφιερώσω
κι απ' το μαρτύριο του ιού ευθύς θα σας γλιτώσω.
-Ευχαριστώ κύριε υπουργέ. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξη. Γεια σας.
-Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ... Εσείς μου μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι.,.μου
επιτρέπετε;
-Αν και εγώ τώρα κάνω τις ερωτήσεις, όμως μπορείτε να με ρωτησετε. Σας ακούω.
-Προχτές ο κύριος Σημίτης έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε εμπιστευτικά: "Μεταξύ μας Γιώργο,η
τέλεια διαρχία θα ήτανε η δική σου όχι με μένα, αλλά με τον Καραμανλή-εσύ να γυμνάζεσαι και αυτός να
σκέπτεται!"-Από τότε ψάχνω μιαν ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει
"σκέπτομαι";









  Πορτραιτάκια

'Ακης
Πιο γελοίος δεν υπάρχει στη γελοία κυβέρνησή μας' μα ως κι αυτός τρώει και πίνει απ' την τσέπη τη δική μας.
Ευθυμίου
Τα παιδιά μας στο σκοτάδι τα βυθίζει και στην άγνοια και στον ίδρωτά μας μεσα τα ζεστά του κάνει μπάνια.
Στεφανής
Οι γιατροί να τονε διώχνουν πρέπει όταν αρρωστήσει και κρεββάτι να μη βρίσκει και σε ράντζο να ψοφήσει.
Σημίτης
Πρωθυπουργό ποιος τάχατε
τον εκανε κριτής;
Αυτός μονάχα έκανε
για τηλεφωνητής!
Ρέππας
Λίγα ως τώρα έκλεψε τον έχουν τώρα βάλει και μέσα στο ασφαλιστικό. ...Και κείνος τρώει πάλι...
Πρωτόπαπας Δικηγόρος πληρωμένος με χρυσό.Και ψευταράς. Κι όπως οι αλήτες όλοι και μεγάλος κλεφταράς.
Νεονάκης
Για να μην από τη μάσα πάθει τίποτα-ο καϋμένος!-να γλεντήσει τα κλεμμένα τονε διώξαν ορισμένως.

Βάσω
Η μόνη τσάντα η γυναικεία
που αίμα εντός της κουβαλάει
και σ' εργολάβους και "δικούς"
της
χρυσάφι ατόφιο το πουλάει.
Βενιζέλος    »
Τα μάρμαρα τον μάραναν
και η Ολυμπιάδα-
"Πατί" ρωτάτε "είναι χοντρός";
...Έφαγε την Ελλάδα!
Σκανδαλίδης Τα μανίκια έχει σηκώσει κάλπες όμορφες να φτιάξει μέσα τους,εφτά του Μάρτη, τους "κινηματίες" να θάψει.
Φλωρίδης
Αφου ο έρμος δεν μπορεί να πιάσει τα γκαζάκια πιάνει αυτούς που τρέχουνε με αθώα μηχανάκια.
Πάγκαλος
Τώρα ο Γιώργος ειν' καλός γιατί έτσι και.,.δεν ήταν θα την επάταγε οικτρά ο Πάγκαλος την πίτταν...

Σηφουνάκης
Δεν ακούγεται.Θα έχει
το Αιγαίο πολλή μάσα
κι απ' το τρώγε τρώγε τρώγε
δε θα παίρνει ούτε ανάσα.

Εμπορίου
Αυτός καλά τη βόλεψε-Εμάς τους ταλαιπώρους οι μεγαλέμποροι μας τρων κι αυτός τρώει τους εμπόρους.

Γεωργίας
Καλά που δεν εδέχτηκε
να πάει εκεί ο Λαλιώτης-
γιατί εκεί δε θα 'τρωγε-
τιέχειοαγρότης...
Παπουτσής Ογδονταδύο έπνιξε-για δήμαρχος τον στείλαν και ούτε γάτα ούτε ζημιά-και έφτιαξε και βίλλαν...
Παπαντωνίου Όπλα αγοράζει ολοένα μα είμαστε αδειανοί ακόμα. και ατός του είναι μονάχα με γεμάτο πάντα στόμα.
Κουλούρης
Πέφτουν δεν πέφτουν οι τιμές εκείνον δεν τον νιάζει-αυτός το πορτοφόλι μας έτσι κι αλλιώς αδειάζει...
Πετσάλνικος
Αν είχε μεσα του σταλιά
έστω δικαιοσύνη
θα 'πρεπε από το "κίνημα"
κανένας να μη μείνει.
Νεκτάριος
Από το "νέκταρ" τ' όνομα; Ή είναι από το "άρειος"; To τι δεν είναι ξέρουμε μονάχα εμείς: καθάριος.
Παπανδρέου
Με σώμα ευθύ,διόλου μυαλό,
απόγονος γελοίων,
τραβάει γδυμνός προς
εκλογές
το τζόκινγκ του επισείων.













ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ
«Ελληνικέ λαέ
Στέκομαι μπροστά σον γεμάτος από ντροπή για όσα μέχρι σήμερα μηχανενυξκα σε βάρος σου προσβλέποντας στο χρήμα,στη δυναμη,στην πρόσκαιρη δόξα.
Και έρχομαι δίπλα σον σήμερα,έχοντας σκοπό να ξεπληρώσω όσα σου χρωστάω,όχι για να σου φανώ καλός, αλλά για να εκπληρώσω το χρέος μου απέναντί σου, όπως ένας ηγέτης υποχρεώνεται να κάνει. Έρχομαι κοντά σου σήμερα για να γίνω χρήσιμος σε σένα,με τη δυναμη που εσύ μου έχεις δώσει. Έρχομαι σήμερα κοντά σου και ζητάω την ψήφο σον για να μου δώσεις την ευκαιρία να σου δείξω ότι έχω πάρει την απόφαση να γίνω άνθρωπος.
Ζητάω την ψήφο σου στις δεκαέξη Σεπτέμβρη.
Και να τι θα κάνω χρησιμοποιώντας τη δύναμη που η ψήφος σου αυτή θα μου δώσει:
Όλοι οι πολιτικοί θα δώσουν λόγο για τη νομιμότητα της απόκτησης όσων κατέχουν. Εκείνοι που θα
βρεθεί πως έκλεψαν θα λογοδοτήσουν στη δικαιοσυνη,όπως λέει ο νόμος, και τα χρήματα που
έκλεψαν θα αποδοθουν στο κράτος.
To ίδιο θα γίνει και με όλους τους μεγαλοεργοστασιάρχες, μεγαλοκτηματίες, μεγαλογιατρούς και
γενικά με όλους τους κατέχοντες αγαθά πέραν όσων επιτρέπει η αξιοπρέπής διαβίωση του λαού.
Τα χρήματα που θα μαζευτούν έτσι, θα μας εππιρέψουν να εφαρμόσουμε τη δίκαιη πολιτική μας.
Και το πρώτο μας μέλημα θα είναι η Παιδεία,η προϋπόθεση κάθε ανάπτυξης. Δε νοείται λαός που να
μην διεκδικεί δυναμικά τα δικαιώματά του. Και αυτό μόνο με την Παιδεία το πετυχαίνει.
Από τον πρώτο χρόνο κιόλας η κατάσταση στην Ελλάδα θα αλλάξει εμφανώς προς το καλλίτερο.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα δουλεύουν,η γραφειοκρατία καταργείται,οι αγρότες πληρώνονται για τη
δουλειά τους, τα δημόσια έργα γίνονται χωρίς σπατάλες και χωρίς κλεψιές, οι Δήμοι έχουν τα χρήματα
πον απαιτούν αλλά και την ευθύνη της σννετής διαχείρησής τους,η δημοκρατία φτάνει ως το πιο
μικρόχωριό και ως την πιο απομακρυσμένη γειτονιά,οι έλληνες πολίτες γίνονται υπεύθυνα άτομα,οι
Τράπεζες γίνονται υπηρέτες όχι τον Κεφαλαίου αλλά του λαού,η Αστυνομία προστατεύει και υπηρετεί
τον πολίτη,οι έλληνεςμε την επίδειξη της ταυτότητάς τους θα έχουν δωρεάν πρόσβαση στα
νοσοκομεία και τους γιατρούς (αυτό θα γίνει πραγματικά και δε θα μείνει στα λόγια όπως έμεινε η
ίδια υπόσχεση του Αντρέα Παπαντρέου),εργασία έχουν όλοι,αποδοχές έχουν όλοι οι εργαζόμενοι
αξιοπρεπείς και όχι πείνας,κάθε παράπονο ή αίτημα κάθε πολίτη θα ερευνάται και θα ικανοποιείται
σε λογικό χρονικό διάστημα και με μεγάλη προσοχή,η εξωτερική μας πολιτική θα είναι πραγματικά
υπερήφανη και καθόλου δουλοπρεπής όπως ήτανε μέχρι τώρα.
Αυτά με περισσότερες λππτομέρειες θα τα δει όποιος θέλει στο πρόγραμμά μας που έχει κιόλας σταλεί σε κάθε σπίτι.
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια ελληνικέ λαέ, όπως κι εσύ με τη σοφία σου λες.
Έργα λοιπόν και μόνον έργα εμείς θα κάνουμε.
Αν κάθε κυβέρνηση έχει για σκοπό της την ευτυχία του λαού,η κυβέρνηση που   θαβγεί στις δεκαέξη
Σετττεμβρίου στη χώρα μας έχει διπλή υποχρέωση να προσφέρει την ευτυχία στο λαό που για
δεκαετίες οι πολιτικοί τον εκμεταλλεύονταν πλουτίζοντας.
Τελειώνοντας ας κλείσουμε ραντεβού για τις δεκάξη Σεπτεμβρίου όχι για να τα πούμε, αλλά για να
κάνουμε όσα εδώ είπαμε και όσα το πρόγραμμά μας λεπτομερώς αναφέρει.
Λαέ της Ελλάδας,γεια σου και με τη νίκη σον στις δεκάξη Σεπτέμβρη.»
Αν αυτός ήτανε ο προεκλογικός λόγος κάποιου από τους δύο (Καραμανλή ή Παπαντρέου ή όποιου
άλλου τέτοιου καθάρματος),τότε θα ήμουν τουλάχιστον άδικος αν τους κατέκρινα,τους
σατίριζα,τους λοιδωρούσα,τους ειρωνευόμουν.
Όπως όμως είναι τώρα αυτοί οι κανάγιες,θα ήμουνα κατακριτέος και κατάπτυστος αν δεν έκανα
όλα αυτά.
«To θέατρο της μιας σελίδας» για παράδειγμα,είναι μια αθώα γραφή στον τομέα της σάτιρας.









ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑΜΑΤΙΑ ΣΑΣ


Προεκλογική περίοδος αρχίζει και ο καθένας βουλευτής φροντίζει
πώς πιότερο το λαό θα κοροϊδέψει
ψήφους περσότερους για να μαζέψει.

Προεκλογτκη περίοδος μας φτάνει τα "θα" απ’ την τσέπη του ο Ρέππας βγάνει
και σβάρνα παίρνει ράχες και ραχούλες 
παρακαλώντας γέρους ΚΑΙ γρηούλες.

Τα ολάκριβό TOU άφησε γραφεία
και τη φτηνή αρχίζει επαιτεία-
ιδέτε τον σαν ζήτουλας πώς πάει
και πόρτα πόρτα μουλωχτά χτυπάει

Και τι ζητάει;-ποιος αυτόν το γρίφο
θα λύσει; -μα τι άλλο: μία ψήφο!
(τα εκατομμύρια τι ελεεινά που βγαίνουν
τους λάτρεις τους αφού έτσι
κατανταίνουν....)

Όμως της Τρίπολης λαέ δοξασμένε-
(μ’ από θεούς κι ανθρώπους ξεχασμένε)
αν δε σου πω εγώ ποιov να ψηφίσεις
μόνος σου κι έρμος πώς θ' αποφασίσεις;

Άκου λοιπόν πώς να σκεφτείς θα πρέπει.
Πρώτα την τρύπια σου ξέχνα την τσέπη'
Τρύπια και ήτανε αυτή και θα 'ναι
όσο ΣΤΗ γη ποτάμια θα κυλάνε-

Αφού λοιπόν αυτό καλά χωνέψεις σε άλλες γόνιμες ανοίξου σκέψεις-
γιατί έξω από την τσέπη-ζωή να 'χει
 έχει ο άνθρωπος κι ένα στομάχι.

Kαι τους πολιτικούς-ό,τι κι αν κάνεις-
μες στους ανθρώπους πρέπει να τους βάνεις.
Ναι,άνθρωποι είναι κι οι πολιτικοί μας
 και μάλίστα άνθρωπσι πολύ δικοί μας.

"Κι ο Ρέππας;" θα μου πεις- κι αυτός βεβαίως!
 Φάτσα μπουλντόγκ κι αν έχει, μα έχει κλέος
και φήμη και πειθώ κι αν βγει απ’ τη μέση
το ασφαλιστικό του θα σου αρέσει.

Κι όμως στους δρόμους έξω έχεις έβγει
κι όπου το βλέμμα σου ήθελε τον έβρει
θα του 'δινες γερά να καταλάβει
πως ξέρεις-πως δεν εισαι ντιπ κουτάβι.

Τώρα θα πεις-κι εδώ θα έχεις δίκιο-
πως,απ' το υπουργικό του το οφφίκιο
(ποιος θα μπορούσε αυτό να το πιστέψει;)
 έχει την ανεργία ξεπαστρέψει.

Και τόσο έχει ξεφύγει από τα όρια
της ανεργίας απ' τους αλλους xώρια
τους ευρωπαίους εταίρους,που εκείνοι
του λένε αλλο να μην επιμείνει

καί να μη μεγαλώσει άλλα το χάσμα
που φαντασίας τρελής θυμίζει πλάσμα'
Kαι μάλιστα πως πρέπει να τολμήσει
 κι απ’ τη δουλειά τους κάποιους ν’ απολύσει

ώστε αυτοί μη δείξουν στους λοούς τους
ότι δεν κόβει όσο TOU Ρέππα α νους τους
κι ενώ ανέργους τόσους έχουν κείνοι
σε μας κανείς-παρόλ-δεν έχει μείνει.

Πώς να το κάνουμε; πρέπει για λίγο
(μεγάλα κράτη ελπίζω να μη θίγω)
στην προοδό μας να οπισθοχωρούμε
για να μας φτάνουν κείνοι που αργούνε.
Γιατί έτσι κάναν οι "κινηματίες"
που να "χουμε παντού επιτυχίες
κι ηλίου φαεινότερο είναι ότι
σε ολα πια παντού είμαστε πρώτοι.

Και τώρα πλέον άνεργον δε βρίσκεις
όσονε χρόνο κι αν καταναλίσκεις
(αν θα μπορούσες χρόνο να ξοδεψεις
χωρίς απ' τη δουλειά σου να τον κλέψεις).

Ω! Ρέππα! Πώς τα έχεις καταφέρει
και τα επάνω κάτου τα 'χεις φέρει-
πώς εκατάφερες και σε αργία
στην Τρίπολη έβαλες την ανεργία!...

Μα δεν μπορούσε φίλοι αλλιώς να γίνει:
 κι η ανεργία όταν θωρεί κι εκείνη
τη φάτσα την ανέκφραστη του Ρέππα
φεύγει για της Ρωσίας σε κάποια στέπα.

Kαι οταν τον ακούει να μιλάει
και το στραβό για ίσο να περνάει
τότε περσότερο κάβε ημέρα
η  κακομοίρα πάει παραπέρα.

Αλλά έχω ξεφύγει από το θέμα
και θα μου έλεγες πως είπα ψέμα
όταν σου είπα πως θα προσπαθήσω
για ψήφο μια σωστή να σε βοηθήσω.

Στομάχι έλεγα λοιπόν πως έχουν
και οι πολιτικοί μας' κι όλο τρέχουν
μ' ένα σκοπό μονάχα-το στομάχι καθείς τους του σκασμού γεμάτο να'χει.

Άκου λοιπόν λαέ της Αρκαδίας-
λαέ διστακτικέ μέχρις αηδίας
που κάθε τέταρτον αφήνεις χρόνο
να σε πονάει του δισταγμού τον πόνο.

Λοιπόν-αφού είναι οι πολιτικοι μας
η δόξα,η τιμή και η ζωή μας,
δεν πρέπει σαν αυτες να τους τιμούμε
κι ό,τι καλό γι αυτούς να προσπαθούμε;

Ποιος όχι θα 'λεγε; Κι αυτοί που τώρα είκοσι χρόνια κυβερνούν τη χώρα
δε βλέπεις πόσο έχουν παραφάει που άλλο η κοιλιά τους δε χωράει-

πως το στομάχι τους πάει να σπάσει;
(Και ούτε σκέψη κάποιος να ξεράσει όσα για είκοσι μασάει χρόνια-
καθείς μόνο να τρώει θέλει αιώνια).

Μα συ λαέ που τους πολιτικούς σου ανθρώπους θεωρείς πολύ δικους σου
δεν πρέπει απ' το πολυ που έχουν φάει
κανείς τους να φροντίσεις να μην πάει;

Γι αυτό λοιπόν καλή μια πράξη κάνε: στην άκρη πάρε ευλαβικά και βάνε αυτούς που είκοσι χρόνια κυβερνάνε ώστε να μην μπορούνε πια να φάνε.

Και άσε τους στην άκρη να χωνέψουν,
απ' το πολύ φαϊ για να μη ρέψουν' και να τους έχεις έτοιμους και πάλί όταν ξανάρθει η ώρα η μεγάλη

πάλι μιαν Αλλαγή γερή να φέρουν και την πατρίδα σου να συνεφέρουν-πάλι τα ηνία της να χερακώσουν
κι απ' τη Δεξά και πάλι να σε σώσουν.

Τώρα θα πεις, στην άκρη σαν τους βάλεις
πέρα μονάχος συ πώς θα τα βγάλεις
που όλα σ' εκείνους τα 'χες παραδώσει
και συ είχες την αρίδα σου απλώσει;

Ποιος τώρα τα λεφτά σου θα σου παίρνει;
Ποιος τη διχονοια στο λαό θα φέρνει; Ποιος ψεύτικα στον πόνο σου θα κλαίει;
άσπρο το μαύρο ποιος θα σου το λέει;


Εγώ λοιπόν μπορώ να σε βοηθήσω-
τουλάχιστο μπορώ να προσπαθήσω
και λύση στο μεγάλο πρόβλημά σου
να δωσω,και να φύγει η ακεφιά σου.

Πάρ'τη" Δεξά λοιπόν που πεινασμένη
κάθεται xpovιa τώρα η καημένη
και βάλε κείνηνε τώρα να φάει
μη κι απ' την τόση πείνα η δόλια πάει!

Πολιτικοί κι αυτοί.Βάλτους να φάνε
που είκοσι χρόνια τώρα σού πεινάνε.
Τάϊστους κι αυτούς-παιδια δικά σου είναι.
Και πεινασμενος συ όπως πάντα μείνε.

Ετσι σοφά ο λαός πρέπει να κάνει
ώστε μετά μην τρέχει και δε φτάνει
πρέπει -'γω θα στο πω;- να κοβει ο νους του
και να προσέχει τους πολιτικούς του.

Κι όταν χωνέψουνε τελείως οι άλλοι
και άδειο το στομάχι θα 'χουν πάλι
κι όταν οι νέοι σίγουρα χορτάσουν
και παν κι αυτοί απ' το φαι να σκάσουν

τότε τους ξαναλλάζεις πάλι ησύχως
με σηκωμούς κι επαναστάσεις δίχως.
Και όλα ήσυχα και πάλι θα 'ναι
καθώς του χρόνου οι ρόδες θα κυλάνε.

Τότε θα υποφέρεις λαέ καημένε
ξέροντας όμως πια ευλογημένε
πως έχεις το καθήκον σου εκτελέσει
όπως σ' ανθρώπους και θεούς αρέσει.

Πως έχεις δίκια δηλαδή μοιράσει
ό,τι δικό σου είχες μες στην πλάση
αίμα κι ιδρώτα και ψυχή και νου σου
στους που πολύ αγαπάς πολιτικούς σου.










(Απόσπασμα από το έργο «Η ΖΗΤΙΆΝΑ»

………………………………
(μπαίνει ο Καραμανλής)
Καραμανλής

Εγώ να! τους δικούς μου να βολέψω για να τους έχω αν τους χρειαστώ, όσο μπορέσω πιο πολλά να κλέψω, και πια κι εγώ να πάω στο καλό.

Τώρα τι λέτε για βιβλιοθήκες
για πνεύμα τι και για πολιτισμούς-
άλλες για μένανε μετράνε νίκες και άλλων πολιτών ακούω εσμούς.

Κι αν υπουργός πολιτισμού έχω γίνει και αν γι Ακαδημίες σας μιλώ
είναι που τρέξιμο αυτό μου δίνει
να χάσω έτσι και κανα κιλό.

Ας πάει κατά διαόλου κι η Ελλάδα κι οί έλληνες μαζί της-μόνο εγώ να 'μαι καλά και όσο η αγελάδα γάλα έχει,με μανία να της ρουφώ.

Χέστηκα εγώ αν μια βιβλιοθήκη
ή είναι ή και δεν είναι ανοιχτή... Δε δίνω για την Τρίπολη καπίκι-
το μόνο της που θέλω ειν η πηχτή.


Κι ο ι Παπαντρέου στην πόλη σας αν έρθει
και μου τον φέρτε από κει νεκρό
μέσα στης πρώτης μου χαράς τη μέθη
τότε μπορεί να δείτε κανα ευρώ. '

Και μη μου ενοχλείτε τογ Τατούλη
αφήστε τον να φάει καλά κι αυτός
ως ο Πυθέας έφαγε απ’  τη Θούλη
κι ως τρώει ξύλα ο φούρνος ο καυτός.

Τέταρτο πλαίσιο έρχεται-τι λέτε;
θα θέλατε ν'αφήσω το ψητό
και να προσέχω εσάς που μιξοκλαίτε
για κάποιο θηλυκό εκεί κουτό;

Κι αν ο πολιτισμός τάχα φροντίζει
καθώς η βιβλιοθήκη για το πνεύμα,
για μένα πρόσκαιρο είναι μετερίζι
και τον χαλώ αν θέλω μ' ένα νεύμα.

Μα όλα αυτά που τώρα δα σας λέω
να τα ξεχάστε ο ίδιος θα σας κάνω
στων εκλογών το γύρο όταν τον νέο
θ' ανηφορίσω πάλι εκεί πάνω,

και με τουπέ και μ' ύφος και με πάθος
λαγούς θα υπόσχομαι με πετραχήλια
προσέχοντας μη κάποια λέξη λάθος
καθώς μιλώ μου βγει από τα χείλια.

Και τότε πάλι εσείς θα με ψηφίστε
όπως τ' αρνιά ψηφίζουν το λιοντάρι'
και ήσυχον και πάλι θα με αφήστε
του ...κράτους να σηκώσω εγώ τα βάρη.

Και πάλι όλους θα σας κοροϊδεύω
και πάλι θα τα πάρω όλα μπλαστρί
και πάλι εγώ παρέα θα σας δουλεύω
με τον πατριώτη σας απ' το Καστρί.

Και όλ' αυτά γιατί όποιον κι αν φηφίστε,
ζώα έτσι που 'σαστε τέτοια ζητάτε''
γιατί καθόσαστε όπου βρωμίστε
κι όπου πριν φτύνατε μετά φιλάτε.

Λοιπόν βιβλιοθήκες θα σας φτιάξω
για να ξυπνείστε και να με πετάξτε;
Όχι-κι όπου τις βρω θα τις ρημάξω
καινούργιες όσες κι αν εσείς θα ψτιάξτε.

Γεια σας κορόϊδα. Για όλα ευχαριστώ σας-
για τον ιόρώτα σας, τη σάρκα, το αίμα...
μα πιο πολύ φχαρστώ για το μυαλό σας'
μα το θεό-ποτέ δεν είπα ψέμα...
(βγαίνει ο Καραμανλής)………..






ΟΙ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Ο παππούς
προδότης του λαού και της πατρίδας του
με τις πληγές ακόμα της ψυχής μας ανοιχτές
και τους νεκρούς μας άθαφτους
μας επαράδωσε αλυσόδετους στους Άγγλους.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο γιος
προδότης του λαού και της πατρίδας του
ζωσμένος το αλεξίσφαιρο γιλέκο του-
τάχα πως κινδυνεύει ο γελοίος-
και μ' ένα τσούρμο αλήτες από πίσω του,
με τα πλεμόνια του γεμάτα υποσχέσεις,
πανούργος κι άπληστος σαν αρχηγός Αυλής
Θαυμάτων
στα πόδια μπρος μας πέταξε των ευρωπαίων
αφού εφοδίασε πρώτα τον καθένα μας με
βούρτσες
μπογιές και μ' ένα κασελάκι.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο εγγονός
πιστός στις παραδόσεις της οικογενειάς του
και στου λαού του ιδιου πάντα υπολογίζοντας
τη διανοητικήν αναπηρία
τα νύχια του ακονίζει,
αθόρυβα λακέδες στρατολογεί
και σκάβει το λαγούμι του για να βρεθεί
κάτω από την καρέκλα του πρωθυπουργού
ώστε την ώρα την κατάλληλη,
να ωρθωθεί και πια,
γεμάτος λάσπη, σκότος και σκουλήκια
να κάτσει πάνω της.
Για να μας ρίξει κι αυτός με τη σειρά του σε ποιανού
νέου όρνιου νύχια τώρα;




TA ΜΑΡΜΑΡΑ
Βρε κοίτα πώς αλλάζουνε σε μία μέρα όλα
κι ενώ ο Σημίτης έλεγα πως θα τη φάει τη φόλα
κοίτα πώς τώρα γύρισε το φύλλο! Και να δείτε
πως προ εκπλήξεως κι εγώ κι εσείς θε να βρεθείτε.

Πια γκόβερνο όχι-δε θ'α 'ρθει-Νέας Δημοκρατίας,
γιατί απλούστατα ο Μπλέρ, ο ηγέτης της Αγγλίας
οσα έκλεψαν αγάλματά ο Ελγιν και οί άλλοι
εδήλωσε πως γρήγορα θα μας τα δώσει πάλι.

Kι αυτό θα γίνει σύντομα, πριν εκλογές να 'ρθούνε
και όποιοι τώρα κυβερνούν;πάλι θα κυβερνούνε.
Γιατί; Θέλει και ρώτημα; Γιατί αν αυτό θά γίνει
φαϊ θα έχουμε όλοι μάς-και πια τo θέμα κλείνει.

Οι διαδηλώσεις παύουνε, παύουν κι οι απεργίες.
Και παύουν γιατί για όλα αυτά θα λείψουν οι αιτίες
αφού ο κόσμος τότε πια θα τρώει όσο θέλει
και τότε όλα ζάχαρη-και τότε όλα μέλι.

Τότε αν πεινάει ο λαός και πάει γι απεργία.
δίχως καθόλου άργητα ή κωλυσιεργία
μια ψηταριά θα στήνεται με σίδερο ένα ντούρο,
και η κυβέρνηση εκεί θα ψήνει έναν Κούρο.

Kι όταν φωνάζουν οι άνεργοι φαϊ πως δεν υπάρχει
μία Καρυάτιδα βραστή θα τρώνε δίχως πάχη.
Και βλοσυροί όσοι ροβολάν βοσκοί μας απ' τα ‘ορη
θα τους σερβίρεται άμεσα κοκκινιστή μια Κόρη.

Τους Κένταυρους θα βάλουμε για μας δουλειές να κάνουν,
τους Γίγαντες τα έργα μας τα επίπονα θα φκιάνουν,
οι Νύμφες μας ημίγυμνες χορούς θα μας χορεύουν
με Σειλινούς και Σάτυρους αισχρά να τις χαϊδεύουν.

θα καταργήσουμε τη ΔΕΗ γιατί ο φωτοδότης
Απόλλων, φως ποιότητας θα μας παρέχει πρώτης'
και πάει ο ΟΤΕ και τα ΕΛΤΑ, ο Ερμής αφού ο μαγκιόρος
ανέξοδος και γρήγορος θα ‘ναι μαντατοφόρος.

Ταν Δία-Ρέππα μοναχά που από τo υπουργείο
στη φτώχεια πάνου κεραυνούς σβουρίζει δύο δύο-
από το χρυσοφόρο του θα πάρουμε to πόστο
ώστε-ίδιο μάρμαρο κι αυτόν-να τονε φάμε ρόστο.

Η Άρτεμη θ' αντικαθιστά τη δεκαεφτά Νοέμβρη
αφού ένα βέλος θ' αμολά κι αυτή και όποιον έβρει,
με τα ποτάμια ο Ηρακλής θα καθαρίζει βούρκους,
κι ο Άρης,άμα μας ριχτούν,θα σταματάει τους τούρκους.

Και τότε πια παράδεισος θα είναι η Ελλάδα
κι ανάμνηση η που τρώγαμε ως τώρα φασουλάδα,
Και ο Σημίτης θα ‘ναι πια πρωθυπουργός και πάλι
μιας και τη φτώχεια στη γωνιά θα 'χει για πάντα βάλει.

Πλην αν μετ’ τ’ άλλα αγάλματα μας έρθεί και η Δίκη'
γιατί αυτή απ’ τη χρυσή θα βγάλεί ευθύς τη θήκη
τo ξίφος Της, που θάνατο σε άθλιους κλέφτες δίνει,
κι από την κλίκα του ΠΑΣΟΚ ρουθούνι δε θα μείνει.







       ΠΟΛΙΤΙΚΟΊ
Τώρα ετοιμάζουν το φαϊ τους
ελληνικέ λαέ. Κοίτα τους
πως γύρω από το λαιμό τους
πετσέτες τα ιδανικά μας δένουν...

Τώρα τρώνε ελληνικέ λαέ. Κοίτα τους
πώς τις σάρκες καταβροχθίζουν των παιδιών σου.
Κοίτα πώς σπίθες το αγριεμένο βλέμμα τους πετάει.

Τώρα πίνουν ελληνικέ λαέ. Δες πώς ασταμάτητα
ανεβοκατεβαίνει ο λάρυγγάς τους,
καθώς άπληστα το αίμα σου ρουφάνε...

Τώρα χωνεύουν ελληνικέ λαέ. .Άκου τα ρεψίματα
και τους αερισμούς τους
ξαπλωμένοι όντας στη λάσπη...

Τώρα χτίζουν ελληνικέ λαέ.
Χτίζουν μια πολιτεία ελεύθερη λένε.
Χτίζουν μια πολιτεία δίκαιη λένε.
Χτίζουν μιαν Ελλάδα μεγάλη λένε.
Χτίζουν μια δημοκρατική πολιτεία
για τα παιδιά σου λένε.
Ελληνικέ λαέ,
τους βλέπεις όλους, πώς,
διασκεδάζοντας,
κινήσεις χτισίματος με άδεια χέρια κάνουν.










ΤΩΡΑ;...

Βρε τι μπέρδεμα είναι τούτο
που τη νέα χρονιά μας βρήκε!
Άτσαλα ο νέος χρόνος στην απλή ζωή μας μπήκεΙ

Ένας ξέραμε ως τα τωρα πως το αίμα μάς ρουφάει, πως ρουφιάνους εκκολάπτει
κι ότι σκάνδαλα γεννάει.

Ένας ξέραμε κρατάει
της Ελλάδας τα ηνία
και στο βάραθρο πως λαύρος
τηνε σέρνει με μανία.

Έναν είχαμε προδότη
και χαφιέ της ανθρωπιάς μας
έναν είχαμε δυνάστη
και φονιά κάθε χαράς μας.

Κι είμασταν συνηθισμένοι
ένας να 'ναι ο μαφιόζος που στα σκάνδαλα ήταν άσσος
 και στη διαφθορά βιρτουόζος.

Αλλά τώρα τι σκοτούρα!
Δε μας φτάναν τα μεγάλα
που 'χαμε τα βάσανά μας, έπρεπε να 'ρθούνε κι άλλα…

Και θα έχουμε από τώρα έγνοιες κι άλλες στο κεφάλι
λες και λίγο ήταν όσο
μέχρι τώρα είχαμε χάλι.

Εναν ξέραμε βρωμιάρη και παλιάνθρωπο και κλέφτη
τώρα δυο-λες εσκεφτήκαν
λίγος ο ένας πως μας πέφτει.

Και αρχίζουν οι απορίες:
Τώρα ποιος θα κυβερνάει;
Ο Κινέζος  ή ο Γιωργάκης;
Και τον άλλο ποιος θα φάει;

Και ο ένας θα νικήσει στον αγώνα σα θα μπούνε,
ή θα 'ρθούνε  ισοπαλία
 και θ' αλληλοφαγωθούνε;


Στη γελοία αυτήν παράτα
που 'χουνε κι οι δυο διαλέξει
ποιος περσότερο απ' τους δύο
χρόνο άραγε θ' αντέξει;

Και ποιανού ήταν ιδέα
δυο μαζί να κυβερνάνε
σ' ένα τόπο που έναν μόνο
δέχεται αφέντης να 'ναι;

Θα εμφανίζονται κι οι δυο τους
σε μπαλκόνι πάνω ένα
ή θα βγαίνουν ένας ένας
σα σε δίδυμων τη γέννα;

Και οι δυο θα χαιρετάνε
στο μπαλκόνι όταν βγούνε
ή εναλλάξ τα δυο τους χέρια
χαιρετώντας θα κινούνε;

Κι αν κι οι δυο τους χαιρετάνε –
αν αυτό τέλος διαλέξουν-
τότε εκτός από τα μπούτια
και τα χέρια δε θα μπλέξουν;

Ποιος θα πλέκει το εγκώμιο
της Ευρώπης τώρα; Εκείνος
που εκεί μας έχει χώσει
ή ο άλλος-ο δελφίνος;

Και σε ποιον θα πρωτοτρέχουν
οι υπουργοικαι οι συμβούλοι
πρωι πρωί για τον καφφέ τους
και σε ποιον θα είναι δούλοι;

Ποιος θα βγαίνει στην τι-βι μας
για να λέει τα δικά του-
ο Σημίτης με τη Δάφνη
ή ο μικρός με τη μαμά του;

Ποιόν δουλόπρεπα ο Χυτήρης
να υμνεί θα επιλέξει-
για ποιον μέλι από κερήθρα
κάθε του θα στάζει λέξη;

Ποιον ο Ρέππας θα εκθειάζει
κι απ' τους δυο ποιόνε θα γλύφει
και σε ποιόνε σαν κοτούλα
παστρικιά θα κάτσει νύφη;

Ποιον η Βάσω κι ο Ευθυμίου
απ' τους δύο θα στηρίζει;
Ποιον θα προσκυνάει ο Άκης;
Ποιον ο Πάγκαλος θα βρίζει;

Ποιος και ποιόνε θα διορίζει;
υπουργό και σύμβουλό του;
Ποιος θα κάνει ό,τι του ’ρθει
κι ό,τι λέει το μυαλό του;

Τώρα ποιος θα συμμαζεύει
τ' ασυμμάζευτα του τόπου;
Ποιος θα σύρει μετά τόσου
της Ελλάδος το άρμα κόπου,

που ζεμένα τώρα θα 'χει
όχι ένα μα δυο ζώα
κεντροαριστερά πλην όμως
και αριστεροκεντρώα;

Κι αν δεξά τραβάει ο ένας
και αριστερά ο άλλος
δε θα γίνεται βαβούρα
και κακό και μέγας σάλος;

Ποιο απ' τα δύο-τ' όνομά του,
ή τους μύθους που του πλάσαν,
θα μεμφθούνε οι "συντρόφοι"
όταν δούνε πως εχάσαν;

Ποιος περσότερο θα τρώει;
Ποιος περσότερο θα κλέβει;
Ποιος θα έχει των αιώνων
μεγαλύτερη τη χλεύη;

Ποιος της διαφθοράς θα υφαίνει
γρηγορότερα το σάλι;
Ποιος βαθύτερα στη δίνη
της Ευρώπης θα μας βάλει;

Κι ο Γιωργάκης στο Σημίτη
ανανέωση θα δώσει
ή ο Γιώργος μες στην ήττα
του Σημίτη θα λασπώσει;

Και τρανότερος ποιος είναι
καραγκιόζης απ' τους δύο-
ο παλιός που έχει βάλει
κάθε τσίπα στο αρχείο

ή ο νέος που κομπάζει
ότι νέο κάτι φέρνει,
στου παλιού μέσα το έλος
αφού κιόλας παραδέρνει;

Και περσότερο το λαό μας
απ' τους δυο ποιος ονειδίζει-
ο παλιός που τη φυγή του νίκης πλάνο την βαφτίζει,

ή ο νέος που ως τα τώρα
σ' όλα μέσα ήταν τα κόλπα και τα κόλπα του εκείνα τώρα νέα τα λέει όπλα;

Εγώ κάθομαι εδώ χάμου
και τους φαύλους καυτηριάζω και αυτοί όταν μ ακούνε
σαν συνείδησή τους μοιάζω.

Και περνάει ο καιρός μας κείνοι οι δύο ν' αδικούνε
και εγώ να ξαναγράφω
και αυτοί πάλι ν' ακούνε...






Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΓΥΦΤΩΝ
Ή
ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΠΟ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΓΙΑΤΟ ΙΚΑ ΓΙΑΤΡΩΝ (συνταχθέν από τον ίδιο τον διοικητή του ΙΚΑ κύριο Νεκτάριο)
1.    Κατά τη γνώμη σας έχουν λόγο ύπαρξης στην Ελλάδα άλλα κόμματα πλην του κυβερνώντος;    ΝΑΙ-ΟΧΙ
2.    Όταν θέλετε να πείτε μία λέξη που αρχίζει από ΠΑ-,καταβάλλετε προσπάθεια για να μη τη συνεχίσετε με -ΣΟΚ;                                                        ΝΑΙ-ΟΧΙ
3.    Ποια ήταν η τέταρτη λέξη του λόγου που εκφώνησε ο Α. Π. στο Σύνταγμα στις 8-10-88; (αν δεν ξέρετε τι σημαίνει το Α. Π, είναι περιττό να συνεχίσετε να απαντάτε στο παρόν ερωτηματολόγιο)
()
4.    Αν προσληφθείτε θα χορηγείτε στους ασθενείς σας και φάρμακα που έχουν άλλο χρώμα εκτός από το πράσινο;    
        ΝΑΙ-ΟΧΙ
5.    Αντικειμενικά κρίνοντας, ο Λεφτέρης Βελιζέλος μεγάλωσε περισσότερο την Ελλάδα ή ο Κώστας Σημίτης (υπογραμμίστε το σωστό-μη συμπεριλάβετε στην εκτίμησή σας ξερονησίδες)
(Βενιζέλος-Κώστας Σημίτης)
6.    Όταν ακούτε λέξεις που περιέχουν συνεχόμενα τα γράμματα "νου" και "δου", κάνετε εμετό ή απλά νιώθετε ναυτία; (υπογραμμίστε το σωστό)
(εμετός-ναυτία)
7.    Προσεύχεστε στο Θεό ή στον άγιο Νεκτάριο; (υπογραμμίστε το σωστό)
(Θεός-άγιος Νεκτάριος)
8.    Πιστεύετε στις φήμες για την ύπαρξη στο παρελθόν κάποιου πολιτικού με το όνομα Κωνσταντίνος Καραμανλής;    ΝΑΙ-ΟΧΙ
9.    Όταν οδηγείτε στην πόλη, στρίβετε ποτέ δεξιά, έστω και αν επιτρέπεται, ή διαλέγετε να κάνετε το γύρο του τετραγώνου και να βρεθείτε στο μέρος που θέλετε να πάτε στρίβοντας όλο αριστερά; (υπογραμμίστε αναλόγως)
(δεξιά-αριστερά)
10.    (Ερώτηση μόνο για όσους γράφουν ποίηση.Οι υπόλοιποι παρακαλούνται να αγνοήσουν την ερώτηση)
Έχετε ριμάρει ποτέ το ΙΚΑ με "κλίκα";
ΝΑΙ-ΟΧΙ
11.    Έχει κάποιος συγγενής σας - μέχρι τρίτου βαθμού συγγενείς- με γαλάζια μάτια;
                                           ΝΑΙ-ΟΧΙ
12.    Σας έχει περάσει ποτέ, έστω και σαν απλή υποψία από το μυαλό, ότι στο ΙΚΑ γίνονται προσλήψεις με κομματικά κριτήρια;    ΝΑΙ-ΟΧΙ
Ημερομηνία: Υπογραφή








ΑΛΜΑΝΑΚ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟ
Α' ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
25    Αυγούστου
Ο Ζορμπάς δολοφονείται. Ο Καραμανλής βρίσκεται πάνω από το πτώμα με ένα ματωμένο μαχαίρι στο χέρι του. Συλλαμβάνεται και παραπέμπεται ο Γιώργος Καρατζαφέρης.
26    Αυγούστου
To ΠΑΣΟΚ κυκλοφορεί αφίσσα της Ντόρας χαμογελαστής. Γλάλοπ ανάμεσα στους περαστικούς δείχνει πτώση της Ν Δ κατά πέντε μονάδες. Η ΝΔ αστραπιαία εμφανίζει φωτογραφία του Παπανδρέου να γελάει μπροστά στις κάμερες. To KKE ανεβαίνει εφτά μονάδες.
27    Αυγούστου
Ο Αλαβάνος βάζει υποψηφιότητα και στο Ντουμπάϊ.
Ο Καραμανλής λύνει το Ασφαλιστικό.
28    Αυγούστου
Οι Τούρκοι παίρνουν τη Λέσβο.
Ο Καρατζαφέρης σκίζει τα ρούχα του και βγαίνει με το σλιπάκι του στα «παράθυρα».
Ο Καραμανλής δηλώνει: «Οι μεταρρυθμίσεις θα συνεχιστούν».
29    Αυγούστου
To ΠΑΣΟΚ δηλώνει πως θα δώσει αύξηση πέντε λεπτά του ευρώ το μήνα στους μικροσυνταξιούχους. To βράδυ της ίδιας μέρας ο Καραμανλής ρωτάει από την Κοζάνη: «Ας μας πει, πού θα βρει τα λεφτά ο κύριος Παπανδρέου;»
30    Αυγούστου
Ο Καραμανλής ανακοινώνει την πρόθεσή του για υπουργοποίηση του γιου του μετα τις εκλογές της 16 Σεπτέμβρη.
Η κόρη του τον κατηγορεί για ρατσισμό και αντιφεμινισμό και φεύγει από το σπίτι. Η οργάνωση «Χαμόγελο του παιδιού» αυτοδιαλύεται.
31    Αυγούστου
Η Γιαννάκου δηλώνει ότι μετά τις εκλογές θα ασχοληθεί με την Παιδεία. Η Παιδεία αυτοκτονεί.
Β' ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
1 Σεπτεμβρίου
Ο Καραμανλής αποφασίζει τα ομόλογα στο εξής να λέγονται ετερόλογα. Στους στενούς του συνεργάτες δικαιολογεί την απόφασή του με τη φράση: «Έτσι ησυχάζουμε από τις αναφορές του Παπανδρέου στο θέμα-ώσπου να μάθει την καινούργια λέξη θα έχουνε γίνει οι εκλογές».



2 Σεπτεμβρίου
Ο Αβραμόπουλος σκοτώνει την φιλιππινέζα που του σιδερώνει γιατί δεν έκανε καλή
την τσάκιση στο δεξί μπατζάκι του παντελονιού του.
Οι νεοδημοκράτες τον κατηγορούν για υπερβολικό δανδισμό. Αυτός αμύνεται: «Τι φωνάζετε; Έτσι κι αλλιώς οι φιλιππινέζες δεν ψηφίζουν».
Ο Καραμανλής ξαναλύνει το Ασφαλιστικό.
4    Σεπτεμβρίου
Ο Καραμανλής σε μια πολυμέτωπη επίθεση εναντίον του Παπανδρέου, τον κατηγορεί
για το «Ναι» στο σχέδιο Ανάν.
Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ δηλώνει: «Ας θέσουμε επιτέλους το θέμα στις σωστές του διαστάσεις για να πάψει να θεωρείται η παράταξή μας εθνικός μειοδότης.
Όλο το θέμα ήτανε θέμα γλώσσας. Ο Πρόεδρός μας μάθαινε ακόμα τότε ελληνικά και νομίζω ότι όλοι κάνουνε λάθη στην αρχή μιας τέτοιας μαθητείας-νόμιζε ότι ναι σημαίνει όχι.»
Ο πρόεδρος της Κύπρου Παπαδόπουλος ερωτώμενος: «ουδέν σχόλιον».


5 Σεπτεμβρίου.
Φωτιά στο Ζάππειο.
Αποδίδεται σε εμπρησμό.
Συλλαμβάνεται ο Γιώργος
Καρατζαφέρης.
6    Σεπτεμβρίου
Η ΝΔ αναθέτει συγγραφή βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ' Δημοτικού στο
τούρκικο υπουργείο Παιδείας.
Ο Αλαβάνος βάζει υποψηφιότητα και στο Ερζερούμ.
Η Ντόρα πείθεται να μην ξαναγελάσει ως τις εκλογές.
7    Σεπτεμβρίου
Δεύτερο ντιμπέϊτ με όλους τους αρχηγούς κομμάτων.
Ο Καρατζαφέρης μετράει την κοιλιά του με του Καραμανλή και ο Παπανδρέου το ύψος του με τον Αλαβάνο. Έπαθλο η είσοδος των νικητών στη Βουλή. Κερδίζουν ο Καρατζαφέρης και ο Αλαβάνος.

Ο Παπαθεμελής κουνάει το κεφάλι του και ο καμεραμάν τον ακούει να ψιθυρίζει: «Τι έχω να δω ακόμα...τι ήθελα κι ερχόμουνα...»
8    Σεπτεμβρίου
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας κλέβει διακόσα εκατομμύρια ευρώ από το Δημόσιο. Ο Παπανδρέου απαιτεί να ζητηθεί συγνώμη, ο υπουργός ζητάει συγνώμη και ο Παπανδρέου ανακοινώνει περήφανος: «η Δημοκρατία νίκησε».
Ο Καραμανλής ξαναλύνει το Ασφαλιστικό.
9    Σεπτεμβρίου
Η Παπαρήγα ανακοινώνει μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. To σφυρί πέφτει πάνω στο κεφάλι της Παπαρήγα και το δρεπάνι τραυματίζει τον Αλαβάνο στο αριστερό χέρι.
Στον τόπο όπου έπεσε η Παπαρήγα φύτρωσε ένα Χρηματιστήριο και από το χώμα το ποτισμένο με το αίμα του Αλαβάνου βγήκανε δέσμες πέντε χιλιάδων δολλαρίων καθεμιά τους.
«Θαύμα!» ανακράζει ο Καραμανλής.
10    Σεπτεμβρίου
Η Τζέϊ Πι Μόργκαν ζητάει πίσω τα λεφτά που έδωσε στα ταμεία αλλιώς απειλεί ότι θα μηνύσει τα ταμεία για κακοδιαχείρηση.
Ο Καραμανλής κλείνει μέσα τον Καρατζαφέρη. «Καλού-κακού»,εξηγεί στους συνεργάτες του.
11    Σεπτεμβρίου
Η Ντόρα εμφανίζεται στην τηλεόραση με τσιρότο να της κλείνει το στόμα, κρατώντας μια ταμπέλλα που γράφει: «To γέλιο δεν είναι υγεία».
Ο Αλαβάνος βάζει υποψηφιότητα και στον Άρη. «Αν υπάρχει ζωή»,διευκρινίζει.
12 Σεπτεμβρίου
Ο Άκης αγοράζει ένα μενταγιόν στη γυναίκα του, που στοιχίζει εφτά δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι πασοκτζήδες ανησυχούν για την επίδειξη πλούτου του Άκη.
Ο Παπανδρέου τον βάζει να γράψει εκατό φορές «Δε θα ξανακλέψω»
Ο Αχιλλέας μουρμουρίζει: «Κι εγώ έκλεψα μόνο δύο δισεκατομμύρια... Θα πω του μικρού να με βάλει στο Εθνικής Άμυνας».
13 Σεπτεμβρίου
Ο Παπανδρέου μιλώντας στη συγκέντρωση της Αθήνας: «Ελληνικέ λαέ, το ΠΑΣΟΚ
ενίκησε!». Την ίδια μέρα ο Λαλιώτης του κάνει δώρο τη Γραμματική του
Τριανταφυλλίδη.
14Σεπτεμβρίου
Σπάνε τα νερά της έγκυας κάλπης. Την ίδια μέρα γεννιούνται πεντάδυμα. Ο Καραμανλής αγοράζει πέντε παιδικά βιβλία με τον τίτλο «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη».
Ο Παπανδρέου αγοράζει πέντε κρεββατάκια και CDs με νανουρίσματα.

Η Ντόρα ζητάει εγγράφως να της βγάλουν χο τσιρότο από το στόμα. Της το βγάζουν, γελάει στα νεογέννητα και κείνα ξαναμπαίνουν στην κάλπη.
15 Σεπτεμβρίου
Τα Σκόπια ονομάζονται Μακεδονία.
Η Βόρεια Ελλάδα αυτοανακηρύσσεται αυτόνομο κράτος με το όνομα Πρώην
Ελληνική Περιφέρεια Μακεδονίας.
Ο Καραμανλής γίνεται πρωθυπουργός του νέου κράτους και προκηρύσσει αμέσως εκλογές.
Ο Παπανδρέου δηλώνει πως δεν αναμιγνύεται στις
εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών.
Ο Καρατζαφέρης εμφανίζεται χωρίς ούτε το σλιπάκι του στα τηλεοπτικά
παράθυρα.
16 Σεπτεμβρίου
Εκλογές. Ο Καραμανλής κερδίζει στα πέναλτις.








                   TO ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
ΝΕΟΝΑΚΗΣ
(Χώρος δρόμου ελληνικής πόλης με ένα κτίριο στο βάθος.
Μεσα απο το κτίριο ακούγεται η φωνη και Τα κλάματα του Νεονάκη ενω
δυο πολίτες μπαίνουν)

ΦΩΝΗ NEONAKΗ
Θέλω να προσφέρω στον τόπο! Ανοίξτε μου! θέλω να προσφέρω στο λαό
Α' πολίτης
Ποιος φωνάζει;
Β' πολίτης
Ο Νεονάκης είναι. Θέλει να τον βγάλουνε έξω για να.προσφέρει στο λαό λέει.

Α'
 Και γιατί δεν τον βγάζουνε;
Β'
 Ξέρω κι εγώ;
Α' Ας τον βγάλουμε, Θέλει να προσφέρει στον τόπο-κρίμα είναι να πάει χαμένη όποια προσφορά.
{Ανοίγουν την πόρτα και βγαίνει εξω ο Νεονακης Αμέσως πηγαίνει πισω απο τον Α* πολίτη και με ύφος έξαλλο, μάτια λάμποντα από απληστία και ταχύτατες κινήσεις βγάζει από τις τσέπες του o,τι αυτές περιέχουν, πετάει τα άλλα και βάζει στις δίκές του τσέπες τα χρήματα).
Α'
ΕΙ Τι κάνεις εκεί;
(Ο Νεονάκης συνεχίζει αυτό που κάνει σαν να μη του μίλησε κανείς. Ο Α' πολίτης
τον αποσπά με δυσκολία από πάνω του και ο Νεονάκης συνεχίζει τα ίδια με τον Β
πολίτη)
Β'
Φύγε! Φύγε ρε! Τι κάνεις; (Τέλος ακινητοποιούν τον Νεονάκη)
Α'
Τι κάνεις εκεί;
ΝΕΟΝΑΚΗΣ
Προσφέρω στον τόπο,
Α'
Προσφέρεις στον τόπο; Εσύ μας κλέβεις! Αυτό που κάνεις λέγεται κλεψιά.
ΝΕΟ
Δεν ξέρω πώς το λέτε σεις ,εμείς το λέμε προσφορά στον τόπο.
(Οι δύο πολίτες συνεννοούνται με τα μάτια και ξανακλείνουν το Νεονάκη πάλι
μέσα, αφού πρώτα του πάρουν μέσα από τις τσέπες του ό,τι τους πήρε)

ΝΕΟΝΆΚΗΣ
Όχι! Δε θέλω! Μη με κλείνετε μέσα! Μη! Όχι!
Α'
Πάμε από δω. Τι πήγαμε να πάθουμε… Πάμε.
Β'
Πάμε
(Βγαίνουν ενώ ακούγονται πάλι οι φωνές και τα κλάματα του Νεονάκη)
ΦΩΝΗ ΝΕΟΝΑΚΗ
Ανοίξτε μου! Θελω να προσφέρω στον τόπο! Θέλω να προσφέρω στον τόπο!
Μ' ακούει κανείς; Μ' ακούει κανείς; Κανείς δεν περνάει; Ααααα....
ΑΥΛΑΙΑ




ΠΑΛ! Τ΄ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Λόγος για κάτι μάρμαρα γίνεται τελευταία
που μας τα πήραν λέει πριν πολλές δεκάδες
χρόνια
κι η κλίκα τώρα του ΠΑΣΟΚ τα θέλει πάλι πίσω.
Κι ήταν δικά της μάρμαρα, λεει, γιατί εβρεθήκαν
στο μέρος όπου τώρα ζει-τόσο μυαλό κρατάει
να λέει πως απόγονος κάποιων ελλήνων είναι-
αυτών τη γη που παλαιά ετούτη κατοικούσαν...

 Δε θέλει μάρμαρα ο λαός γελοίοι "κινηματίες".
Αν θέλετε ζητάτε τα μα όχι στ' όνομά του.
Φράγκο δε δίνει ο λαός γι αυτές τις παλιοπέτρες
που σχήμα κάποιοι ανθρώπινο ή ζώου τους έχουν
δώσει.
Τα μάρμαρα, τις τσέπες σας κοιτάζετε μονάχα,
απ' ό,τι τώρα, πιότερο ακόμα να γεμίσουν.
Πώς; Μόνο σεις το ξέρετε. Εγώ υποθέτω μόνον'
και λέω πως περιμένετε τον τουρισμό ν' αυξήστε
γιατ' οι τουρίστες θα 'ρχωνται τα μάρμαρα να
δούνε
και τον αγλέουρα κι από κει εσείς να ξαναφάτε-
και σεις και τα δισέγγονα και τα τρισέγγονά σας.

Μα κι έτσι να 'ναι, ο λαός δραχμή δε θα 'δει πάλι-
με μάρμαρα είτε δίχως τους εκείνος θα πεινάει
όπως πεινούσε πάντοτε καί ιδιαιτέρως όταν
ό,τι βρωμιά, την κάνετε τάχατες στ' όνομά του.

 Τα μάρμαρά σας ο λαός δε θέλει να τα ξέρει-
κι αν θα τα πάρτε φάτε τα καθώς τις σάρκες
τρώτε
   του λαού που κάθεται άβουλος και ηλίθια σας κοιτάζει
το αίμα και τον ίδρω του λαίμαργα να ρουφάτε.
Φαϊ ζητάει ο λαός που σεις δε θα του δώστε
είτε τα βρωμομάρμαρα τα πάρετε είτε όχι.
Παλέψτε για τα μάρμαρα λοιπόν με δύναμη όση
σας δΐνει η αηληστία σας'να ξέρετε όμως οτι
όλες σας τις βρωμόπετρες που για να σας τις
δώσουν
σα γύφτοι εκλιπαρήσατε, ο λαος τις γράφει όπου
μελάνι εκεί που κι η σοφή λέει παροιμία, δεν
πιάνει.
Αυτός όλα τα μάρμαρα γι αντάλλαγμα τα δίνει
μιανής ημέρας φαγητό σ' ενού άνεργου τραπέζι.
Κάντε ό,τι θέλετε λοιπόν με τις βρωμόπετρές
σας-
και πότε κάνατε ο λαός ό,τι ζητάει και θέλει;-
και πώς μπορούσατε ποτέ αυτό να 'χατε κάνει,
αφού ο λαός πεινάει ψωμί κι όλο εσείς το τρώτε;
Και μηπως αν τα πάρετε τ' αρχαία μάρμαρά σας
να τα φυλάξτε είστε ικανοί; Σε δύο χρόνια μόνο
καταστραμμένα θαν' κι αυτά σαν που όλα τ άλλα
είναι.
Τουλάχιστο, τρομάρα σας, να ξέρατε από Τέχνη...
Η μόνη τέχνη που καλά έχετε μαθημένα
ειν' η κλεψιά.Γιατί λοιπον δεν πάτε να τα κλέψτε
ώστε επιτέλους να 'ρθουνε, να πάψτε σα ζητιάνοι
το χέρι σας ν' απλώνετε κι εκτός από δολάρια
και πέτρες τώρα δουλικά να κλαίγεστε να πάρτε;
 Άντέστε κομματόσκυλα, εμπρός, κλαφτείτε ακόμα'
μα να 'χετε καλά στο νου: η κλίκα σας μονάχα-
η ξεκομμένη απ' το λαό-τα μάρμαρα ζητάει.
Όπως η κλίκα η ίδια σας εζήτησε να κάνει
κι αγώνες ολυμπιακούς-ακόμα έν' από κείνα
που ο λαός αμέτοχος τα βλέπει, γιατί νιώθει
πως πιο δυστυχισμένονε με κείνους θα τον κάντε.
Κάντε λοιπόν το κέφι σας αισχροί "κινηματίες".
Και να φχαρστάτε συνεχώς το θεό σας μην
ξεχνάτε,
που ενός χαζού σας έδωσε λαού αφέντες να 'στε,
λαού ενος δουλόπρεπου που τα όπλα δε σηκώνει
κι όσοι μετρώντας είστε βρει, τόσους ν' ανοίξει
τάφους.









             ΤΟ ΡΈΜΑ

Τον κόλο σου στο μάρμαρο
χοντρέ να τον χτυπάς
ένα είναι πλέον ή σίγουρο-
πως μέρες πια μετράς.

Κι ενώ τα κλεψιμέικα
βαθιά στην τσέπη χώνεις,
όμως συντάξεις και μιστούς
αλήταρε, παγώνεις.

Και με τις στάλες απ’ του λαού
τον ίδρωτα και το αίμα
ένα φρικώδες κι άθλιο
φτιάχνοντας άγριο ρέμα,

το στέλνεις μες στη θάλασσα
των φίλων σου κλεφτών
για να ξανάβγεις κάποτε
πρωθυπουργός δι αυτών.

Μα πρόσεξε το ρέμα μη
στη δίκαιη οργή του
πάρει και σε και τ’ άτιμα
τα πλούτη σου μαζί του.

Γιώργης Χολιαστός







Η Σχολή Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ,  ερεύνησε την επίδραση της μη περίληψης στους εκλογικούς καταλόγους πρώην σημαινόντων στελεχών των κομμάτων στην μνημονική ικανότητά τους.
Όπως με πολυσέλιδη ανακοίνωση του αποτελέσματος ανακοινώθηκε, η μη περίληψη στις λίστες πρώην στελεχών, έχει ευεργετική επίδραση στην μνήμη του στελέχους-αυτή ενδυναμώνεται και το πρώην στέλεχος θυμάται γεγονότα και καταστάσεις που μέχρι πριν «κοπεί» από τις λίστες φαίνονταν σαν να μην υπήρχαν γι αυτόν.
Σαν –πρόσφατο μάλιστα- παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο αναφέρει την περίπτωση του πρώην υπουργού κυρίου Τσιτουρίδη.



σεξ παντού…και όμως φερόμαστε σαν να μην υπάρχει……επειδή κάνουμε παιδιά…………………………………………..
…………………….



Ο ΚΑΡΑΜΑΝΛΉΣ ΠΆΕΙ
ΓΙΑ ΠΡΌΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ
(Οι εφημερίδες)

Του ταιριάζει.  Ό,τι πρέπει.
Θαυμαστά θα γράψει έπη.
Θα κοιμάται όλη μέρα
ειτ’ έχει ήλιο ή αέρα,
και για λίγο θα ξυπνάει
όταν είναι για να φάει.
Η μπουλντόγκ του η μουσούδα
θα χοντρύνει σαν του Βούδα
και ο κόλος του ο παχύς
θ’ απαιτεί καρέκλες τρεις.
Κι αθλητής άρσης βαρών
θα ‘ναι δίπλα του παρών,
που για πλούσιο κασέ
με μια κίνηση αρασέ
θα σηκώνει του το χέρι
από πάνω να το φέρει
από όποιο άσπρο χαρτί
είναι να υπογραφεί.
Μοναχά το φασισμό του
μην ξεχνώντας τον ωμό του,
πριν υπογραφή να βάλει
θα ρωτάει-τέτοιο χάλι-
τον αρχιβιομήχανό του
που θα έχει σύμβουλό του,
μη και κάποιο απ’ τα χαρτιά
προξενεί στον ΣΕΒ ζημιά.
Έτσι ο νυν πρωθυπουργός μας
και ο μέλλων Πρόεδρός μας
δίχως τσίπα και ντροπή
το λαό θα «υπηρετεί».

Γιώργης Χολιαστός





ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΆ 2009

ΆΚΗΣ
(Ο Άκης ο ωραίος
φέρελπις πάλαι νέος
και νυν οικτρός και τέως
με λωποδύτη κλέος)

Πολύ μεγάλη προσβολή στο πρόσωπό μου έγινε
που ούτε ο Βαρδάρης μου ακόμα δεν την ξέπλυνε.
Γιατί ιδού –αλίμονο- τι μου ‘γραφε η μοίρα:
Είπαν για με πως τ’ άρπαξα!  Ψεύδος! Κακώς: τα πήρα!
Κι είναι μεγάλη η διαφορά του παίρνω απ’ το αρπάζω.
Κάτι κι εγώ από γράμματα-το βλέπετε- σκαμπάζω.
Δεν είμαι τόσο αγροίκος πια κι ας είμαι μακεδόνας-
χώρας καθ’ όλα ελληνικής ως λέω (κατά μόνας,
γιατί αν το πω κι απόξω μου θα γίνει μέγας σάλος
καθώς μου το απαγόρεψε αυστηρώς και ο Μεγάλος.)
Κι αν πήρα στη γυναίκα μου χλιδάτο νυφικό
ε, τι; Χιλιάδες έκανε μονάχα εκατό.
Το νυφικό εστοίχισε τριπλά της Σαρκοζίνας-
είμαστε ή δεν είμαστε κι εμείς σκληρός πυρήνας;
Κι αφού αμπέλι ξέφραγο είναι η χώρα ετούτη
τι θα φοβόμουν να γευτώ τα τόσα της τα πλούτη;
Μονάχα ένας πρωθυπουργός θα μ’ έστελνε σε δίκη
Μ’ αν το ΄κανε θα έτρεμε μία δική μας νίκη,
αφού θα τον εστέλναμε τότε στη φυλακή
για όσα δις έκλεψε ευρώ από δω και από κεί.


Κι ούτε οφ σορ ίδρυσα εγώ -καθώς ο Βουλγαράκης
παρά ησύχως τα έβαλα στην τσέπη κατευθείαν
Οδούς εγώ αγνοώ σκολιάς. Εγώ είμαι ο Άκης!
Πολιτικός ου μην αλλά κι αγνός και τίμιος λίαν.
Στο τέλος αν δε φάμε εμείς οι Εθνικής Αμύνης,
θα ‘τρωγε ο Οικονομικών απ’ τους μιστούς της πείνης;
Τι κάθομαι όμως τώρα εγώ και λέω και τσαμπουνάω;
σα να μην είχα τάχατες δικαίωμα να φάω…
Αφού στην κλίκα του ΠΑΣΟΚ η τύχη μ’ είχε πάει
ήτανε σα να μου ‘λεγε: Άρπαζε! Κλέψε! Φάει!
Με τα όπλα που αγοράζουμε σώζουμε την Ελλάδα-
σωτήρες της πατρίδας τους να τρώνε φασολάδα;
Το είχε πει κι ο Πρόεδρος ο πολυαγαπητός μου-
είχε ο ίδιος τότε πει: «ε, όχι και πεντακόσα!»
γι αυτό κι εγώ εβούτηξα μονάχα τετρακόσα.
Του αρχηγού μου τη γραμμή εγώ δε θα τηρούσα-
εγώ που για τον αρχηγό εκείνον μόνο ζούσα;
Και φυσικά ο πρόεδρος μιλούσε για δραχμές,
μα αν ζούσε τώρα για ευρώ θα μίλαγε βεβαίως.
Γι αυτό σας λέω άδικες μου άφησαν αιχμές ΄
σαν να ισχυρίζονταν κανείς ότι δεν είμαι ωραίος…

Για τις αιχμές λοιπόν αυτές δε θα ‘μαι υποψήφιος.
Κι όλοι ας λεν πως  είμαι βλαξ ή έστω και ηλίθιος,
αλλά δεν είμαι απ’ αυτά τίποτε ορισμένως
είμαι ως τα μπούνια μονάχα-το ξαναλέω-θιγμένος.
Ταύτα είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω
κι όταν ακούω εισαγγελεύς σαν το λαγό ας τρέχω.



                            ΡΕ ΧΟΝΤΡΟΎΛΗ…
Ρε χοντρούλη πώς εβγήκες έτσι μόνος μες στη στράτα
και πώς τα ‘πες έτσι χύμα  και φορτσάτα και σταράτα;
Ξάφνου πώς η κάρα σου έχει τέτοια απόφαση παρμένη
και λεφτό ουτ’ ένα ακόμα δεν μπορεί να περιμένει
μόνο λέει κι όλο λέει και ξερνάει και παρλάρει
και των βουλευτών σου όλων τα μυαλά τα έχεις πάρει;
Και καλά για τον εαυτό σου-ήθελες ν’ αυτοκτονήσεις
μα δε σκέφτηκες τους άλλους που ‘χουν άλλες απαιτήσεις-
που από τη ζωή ζητάνε σαν και σένα να πλουτίσουν
πριν τα έδρανα της πόρνης της Βουλής απαρατήσουν;
Κι αν εσύ δυο θείους είχες την Ελλάδα που ρημάξαν
και περιουσίες μυθώδεις με το κλέψιμο εφτιάξαν
κι απ’ τα κλεψιμέϊκα  είναι τα περσότερα δικά σου
ώστε να ‘χουν και να τρώνε ως και τα οχταέγγονά σου,
όμως όλοι οι βουλευτές σου δεν προλάβανε να φάνε
και οι κακόμοιροι φωνάζουν σαν τους λύκους που πεινάνε.
Τι ψυχή θα παραδώσεις στο Θεό κάποια ημέρα
έτσι όπου κάθε όσιο κι ιερό έχεις κάνει πέρα,
όσους σ’ έβγαλαν ν’ αφήνεις νηστικούς και πεινασμένους
και να τους κοιτάζεις τάχα σαν αγνώστους και σαν ξένους;
…………………………………………………………………………………….





















          ΤΙΣ ΠΤΑΊΕΙ….

Μη φωνάζετε-μη σκάτε
και μην κακομελετάτε.
Ή Καραμανλή ψηφίστε,
ή στην πάντα τον αφήστε

κι όποιον φέρτε, ίδιο χάλι
τουτ’ η χώρα θα ‘χει πάλι.
Φίλοι μου οι εκλεγμένοι
δε σας φταίνε –οι καημένοι!-

Φταίνε μόνο οι εκλογείς:
φταίτε φίλοι μου ΕΣΕΙΣ.
      



  ΛΑΌΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΊ
Ψοφίμι ο λαός. Πάνω κοράκια
που ο ίδιος έφτιαξε για να τον φάνε.
Κοιτάτε τη δουλίτσα σας παιδάκια:
τα πράγματα είναι όπως πρέπει να ’ναι.


3-9-09
Παπανδρέου:
«: …Ζητάμε τη συμπαράσταση των ζωντανών κυττάρων της κοινωνίας…»
Μετάφραση:
Θέλουμε όλους τους άξεστους, επιθετικούς, ζωώδεις, φωνακλάδες νέους έως μεσόκοπους, μαζί μας. Θέλουμε με άλλα λόγια τους νεοτραμπούκους της Αριστεράς. Που θα φάνε όχι στο όνομα του φασισμού αλλά στο όνομα της Δημοκρατίας. Ζητάμε φόβητρα για τους δεξιούς. Θέλουμε μαζί μας τα Κτήνη και  αφήνουμε στη μίζερη γωνιά τους τους Ανθρώπους.




3-9-09
Ερώτηση Ευαγγελάτου στον Ευθυμίου:
Θέλω να μου πείτε κύριε υπουργέ τι θα κάνετε το 2010 με τις συντάξεις και με τους μισθούς όταν, αν τέλος πάντων γίνετε κυβέρνηση. Θα γίνουν αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και ποιες.

Απάντηση:
Κοιτάξτε, δεδομένου ότι το φεγγάρι πλησιάζει κάθε χρόνο μόνο δυο εκατοστά στη γη, καταλαβαίνετε ότι είναι απίθανο να π;eσει πάνω της για εκατομμύρια ακόμα χρόνια.

Ευαγγ.:
Μην υπεκφεύγετε κύριε υπουργέ. Σας ρωτώ ευθέως θα αυξήσετε μισθούς και συντάξεις ή η αύξηση θα είναι και από σας μηδενική;

Απάντ.: Και αν ακόμα κύριε Ευαγγελάτο αγοράζαμε όσα όπλα και η Τουρκία, αυτοί πάλι δεν θα ησύχαζαν. Από την άλλη μεριά όμως δεν έχουν τα κότσια να προχωρήσουν σε…

Ευαγγ. (διακόπτοντας):
Κύριε υπουργέ, η ερώτηση είναι σαφής και σεις μιλάτε χωρίς να απαντάτε σ’ αυτήν. Σε ένα μήνα έχουμε εκλογές. Σε άλλον ένα μήνα θα καταθέσετε τον προϋπολογισμό. Λέτε ότι έχετε αποφασίσει πώς θα χειριστείτε την Οικονομία. Και η ερώτηση, για Τρίτη φορά κύριε Ευθυμίου, είναι, θα αυξήσετε τους μισθούς και τις συντάξεις ναι ή όχι;

Απάντ.:
Έχω πάει στην Αυστρία. Είναι υπέροχα, ιδίως τον χειμώνα. Για την Ουγγαρία που με ρωτάτε ομολογώ ότι δεν έχω…

Ευαγγ. (διακόπτοντας):
Εντάξει κύριε υπουργέ, δεν θέλετε να απαντήσετe…



ΟΜΙΛΊΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΎ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗ

Αφού δεν τα ‘κανα τουλάχιστο ας τα πω
(ούτως ή ‘άλλως δε θα βγω και πάλι).
Στη θεωρία είμαι άριστος εγώ.
Αδιόρθωτο στην πράξη έχω χάλι.


                      ΓΡΑΪΔΙΑ…
Πάγκαλος, Παπουτσής και Βενιζέλος,
Κουβέλης, Καστανίδης και Μαγκριώτης,
και Βερελής και Ρέππας κι  Ευθυμίου,
Πρωτόπαππας, Φλωρίδης, Κακλαμάνης,
Παπαντωνίου, Βάσω, Σηφουνάκης,
Μαρία, Τσοχαντζόπουλος, Χυτήρης,
και τώρα μία γεύση από τα ίδια-
μ’όνο που πια τα «ίδια» είναι γραϊδια.





Ο ΈΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΣΆΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΈΒΙ

Α! Η Σάρα μου τον Έβι
τι τρελά που  τον λατρεύει!
Και κοντά του όλο πώς πάει!
Και γλυκά πώς του μιλάει!..

Το χεράκι της απλώνει
τα μαλλιά του ανακατώνει
σα λουκούμι τον κοιτάζει
κι όλο του μιλάει με νάζι.

Αχ!  Βρε Σάρα πονηρούλα
πεταχτή και νοστιμούλα
τόσο είσαι ερωτευμένη,
που αδυνάτισες καημένη.

Τέτοιου έρωτα λαχτάρα
πώς και σου ‘ρθε μωρέ Σάρα-
τέτοια αγάπη παλαβή
τάχα πού την έχεις βρει;

Και να! γέλια και χαδάκια,
να! γλυκούτσικα φιλάκια,
να λογάκια ερωτικά
να! γλυκούλια μυστικά.

Βρε γλυκούτσικο Σαράκι
κάνε κράτει λιγουλάκι
γιατ’ οι άλλοι σε ζηλεύουν
και φιλιά κι αυτοί γυρεύουν.

Κι ο Ντονάλντ να! ξαφνικά
που απ’ τη ζήλεια σε χτυπά,
γιατί θέλει μόνο αυτός
να σου είναι κολλητός.

Αχ!  βρε όμορφο κουκλάκι!
σαν γλυκόπετο πουλάκι,
μη σε μια εσύ αγκαλιά
μοναχά χτίζεις φωλιά,

γιατί όση η Φύση γλύκα
σου εχάρισε για προίκα
τη ζητούν κι άλλοι πολλοί-
κάθε αγόρι και φιλί.

----------------------------------------




Σκυφτός ως περπατεί
καμιά φορά
τα μάτια του σηκώνει και κοιτάζει τους ανθρώπους.

Δεν παραιτήθηκε ακόμα.












Στου νεκροταφείου το πλατύ αλώνι
η μελαγχολία την ψυχή αλώνει
κάθε τάφος πλάκα και σβυστό καντήλι
κι έναν τρόμο γύρω έχει  η νύχτα στείλει.

Στο σκοτάδι κάτι φωτοσκιές κινούνται-
άραγε αξύπνητα οι νεκροί κοιμούνται
ή ασώματοι κι αγνοί όπως θέλαν να  ’ναι
βγαίνουν απ’ τους τάφους τους κι άσκοπα γυρνάνε;   



Δε θέλω να γνωρίζομαι με ανθρώπους-ο θεός τους
τους έχει επιλήσμονες πλάσει κι ανήθικους΄
κάποια καινούργια γνωριμιά όταν βρεθεί εμπρός τους
για όσε προηγήθηκαν γνώμες πικρές ακούς.







Την πέννα μου θέλω΄ποιος είπε πως μέσα
στ’ ανήλιαγα σκότη του χάους
δεε θα ‘ρθει μια αχτίδα φωτός να μου δείξει
τις μα΄τρες γραμμές πάνω στ’ άσπρο
το σαν χωράφι τον σπόρο προσμένοντας χαρτί.

Οι σκέψεις θα μου είναι
πιο εύκολες τότε ακόμα
γιατί μες στο σκότος το αιώνιο,
χωρίς μιαν ελπίδα, πιο εύκολο θα ‘ναι

να εικάσω το φως. Εκεί
μέρες και νύχτες δεν θα με αποσπούν
από το μόνομο και το ρυθμικό.

Κι ένα καπέλλο θάψετε μαζί μου
κι όλα τα μικροπράγματα για ένα ταξίδι
όπως στους τάφου; βλέπουμε των Αιγυπτίων
και των Ινδών.

Και θα πίνω και θα γελώ
και με μια πετσέτα θα σκουπίζομαι
γεμάτος όταν από ηρεμία θα ιδρώνω
ομορφιές και τρυφερά χαμόγελα.

Σε όλους θα δίνω. Σ’ αυτούς κυρίως
που μου ‘δωσαν για να ‘μια τώρα-
σ’ αυτούς τα περισσ’ότερα θα δώσω
για να ‘χει δικαιωθεί στον αιώνα
η επιβίωσή μου μετά από τόσα
δυστυχήματα και κρίσεις μηδενικές.


΄




(συνέχεια του «το κερί καίει…)
Λίγο στο χείλος στέκουμε του τάφου
νωπού ακόμα και μυξοκλαίμε
σα να ‘ναι άσχημα εκεί κάτου.
Κι ένα μικρό αν φυτρώσει, ύπτιο έστω,
λουλούδι ή χορταρ’και πάνω στο χώμα,
είναι μια ‘ένδειξη αν’αστασης κι αυτό
κι αποξεχνούμε τπους νόμους
τους σ’ όλα τα πράγματα απλωμένους
της Φυσικής και της Χημείας.
Τους νεκρούς μόνο κλαίμε
και τους ανασαίνουμε ασθμα’ινοντας
απόανεύθυνη οδ’ύνη και ηδονή παθιασμένοι.
Χρυσή στα δάχτυλα κλωστή η σιωπή
και χ΄τνεται ποτάμια ολόγηυρα
(αργυρόχροη κλωστή μάλλον γιατί
δύσκολα το χρυσάφι αφήνει τα χέρια).
Μας λούζει και μας ζεματά κλαθώς
υφαίνοντας τους πλαδαρούς
χιτώνες της αποξένωσής μας
προσπαθούμε να διατηρήσουμε τον αόρατο πέπλο
της ζωντανής παρουσίας
και στων νεκρών τη χώρα να βρεθώ
(λες και δεν είμαι κιόλας
έτσι που η ποίηση με κατάντησε)
Η εποχή μας α]ευνοεί την αδικία
κι η δύναμη επιζεί των δυνατών
κζαι η αυθάδεια των αγροίκων.
Το λουλούδι όμως πάντα θ’ ανθίζει
και θα διαλαλεί στα πέρατα
του κόσμου, την ύπαρξή του
που εγώ θα υπογράφω
που εγώ πάντα θα υπογράφω
που εγώ υπογράφω.







Τα μάτια σου φως
και λάμψη αστραπής
το βλέμμα του ςμνήμες ξυπνά μακρινές
σαν κάποια απογέματα ζεστά
που μετά από τον ύπνο του μεσημεριού
με μια ντομάτα στο ένα χέρι
και με ένα ξεροκόμματο στο άλλο
δειλά από το σπίτι βγαίναμε
συντρόφους για ‘ήπιο παιχνίδι ζητ’ωντας
ή σαν απόβραδα
από την ισχνή λάμπα της κολώνας φωτισμένα
που κολλητά ένας στον άλλο καθισμένοι
αινίγματα φοβισμένοι γεμίζαμε τη νύχτα
η ώρα του ύπνου ως να ‘ρθεί.





Κρίσις κατ’ αρχαιότητα λόγω κουμουνισμού

Δεν είμαι από τον κόσμο σας. Πάνω μου εξουσία
φασιστικά κοπρόσκυλα δεν έχετε καμία.
Δεν είμαι από τον κόσμο σας. Άλλος με κρίνει εμένα
κάθε σας κίνηση για με πηγαίνει στα χαμένα.

Μ’ έπλεξε στο σινάφι σας στα βρόχια τα φψριχτά σας
η φτώχεις που την έφτιαξαν τα χέρια τα δικά σας.
και η ψυχή και το μυαλό που ‘λπίζατε να γίνει
δικό σας όργανο, σκοινί εγίνει που σας πνίγει.

Εγώ κρατ’ώ απ’ του βοριά τα’ αγριεμένο κύμα
εσείς ψοφίμια που ‘χετε το πόδι σας στο μνήμα.
Εγώ κρατώ απ’τ5η Φωτιά κι απ’ τη Μεγάλη Ελπίδα
εσάς φριχτ5ά σας ξεγελά η όποια καταιγίδα.

Στο Σ’ύστημα του Μέλλοντος-στο Σύστημα του Αεί
το σπίτι σας σαν άθυρμα πανάθκλιο θα καεί.
Κι εγώ το Καίον Σύστημα;-κι εγώ το Μέλλον-νάμαι!-
εγώ που τώρα στα λεράς τα πόδια σας κοιμάμαι.

Και ο θεός μου που βαθιά κατέχει την Τελειότητα
δε θα σας κρίνει όπως εσείς εμέ «κατ’ αρχαιότητα»,
παρά, εφ’ ενός αφού ζυγού-ο Μαρξ- θα σας στοιχίσει
πάνω στα γλοιώδη μούτρα σας «κατ’ εκλογήν» θα φτύσει.







Τα πρωινά οι φωνές σα σβύνουν των πραγμάτων
κι ο αντίλαλός τους πριν καλά ακόμα να σβυστεί
έρχεται η ώρα των πολλών μικρών πικρών θανάτων
την πόρτα της ανίας μας να κρούσει την κλειστή.

Σα βόμβος από μέλισσες σα μούρμουρο ρυακιού
διαβαίνουν(νει;) από μέσα μας και στους ανέμους πάνε(ει;)
και κάποιο ρίγος μας περνά σαν παόξιμο ματιού
μες στις αισθήσεις μας τυφλά καθώς φτεροκοπάνε(ει;).

Κι ως βγαίνουν(ει;) από μέσα μας κάτι μας έχουν(ει;) πάρει
κι η μέρα μας πιο άχρωμη κι ασήμαντη αρχινά (αρχίζει;)
και μοιάζουμε με μάλλινη κλωστή που απ’ το κουβάρι
κομμένη, τώρα και καιρό, αρχίζει (άρχισε;) να ξεφτά (ξεφτίζει;)







Στη στροφή και στη γωνία
οδηγ’ώντας με μαν’ία
αυτοκίνητο ένα βγήκε
και στο δρόμο του εμπήκε.

Μ’ έναν πήδο ο νιος προφτάνει
κι απ’ τον Χάρο πέρα κάνει
τη στιγμή την τελευταία
γλίτωσε κι όλα ωραία.

Αν τον λιώναν οι τροχοί
μια αγάπη μοιναχή-
α! ένα χ’έρι τον βλογούσε
απ’ το σπίτι όταν κινούσε.







Ένας θεός σατανικός
κι είρων μας έχει πλάσει
και πρόσωπο μας έδωσε
αστείο για να γελάσει:

άλλα πολύ υπερήφανα
που βλέπουνε στα ύψη
(μα που κανείς για να τα δει
πρε΄πει πολύ να σκύψει),

αρπακτικά άλλα πολύ,
άλλα βαριεστημένα
κι άλλα μια λύπη να κρατεί-
να κλαίνε τα καημένα…







Όμορφοι έρχονται, διαβαίνουνε και πάνε
(τα πρόσωπα πρέπει βαμμένα να ‘ναι).
Παιχνιδιάρηδες, σκυθρωποί, αλαφιασμένοι,
λυσσαλέοι, σκεφτικοί, χαριτωμένοι.

Της ζωής τους το μέγεθος μετράνε
πάντα ακπλήρωτοι και πάντα πεινάνε
το θέαμα κι αν μπορεί να περιμένει
μα η κοιλιά δε βαστάει σφιγμένη.

Στολίζονται, ζαλίζονται, γελάνε
σαν τυφλοί τους τοίχους σκουντουφλάνε
Μα αν κι άνεργοι, γερτοί και γερασμένοι
κι αν ζωηροί κι αν άρρωστοι ή κλαμμένοι
τις στράτες της ζωής αργά περνάνε
(κι αργά (αν;…)τις στράτες της ζωής περνάνε;)
τα πρόσωπα πρέπει βαμμένα να ‘ναι.







Το ραδιόφωνο λέει πως θα ‘χουμε ησυχία
Θα μας φύγουνε πάλι τα’ άσπρα πλοία
και θα παν στους ανέμους
και θα πάνε στους πόντους.

Πάλι θα ν’ρθουν οι μέρες οι άψυχες
πάλι θα ‘ναι (με;) σκυφτά τα κεφ’άλια
πάλι θα ‘χουμε πόλεμο κι άρματα
πάλι θαν’χουμε πέτρες για προσκεφάλια.
(φε’υγει το πάλι θα ‘χοτμε μαζ’ί με τα’ άλλα;)







Σ΅’ έναν πλανήτη «γεννήθη» ένας
άνθρωπος-με κεφάλι και δυο πόδια.
Με τη διαδικασία της «γέννας»
ήρθε στον κόσμο. Τα εμπόδια

όλα ξεπέρασε και χρόνια
πολλά έζησε, αργά γερνώντας.
Για τα φυτά ένιωθε συμπόνια
τα ζώα χαιρετούσε στο δρόμο περνώντας.

Πλενότανε κάθε πρωί στη βρύση
και θορυβάδικα ξέπλενε πολύ
το πρόσωπό του. Και βιαζόταν να κλείσει
το νερό. Μιαν ένια είχε θολή    

για κάθε τι που ‘χε μπροστά του.
«Πρέπει» και «βέβαια» ήταν λέξεις
που δεν τις είπε. Κοντά του
μπορούσες ήρεμα να παίξεις.

Πρόσεχε πάντα τα παιδιά του
που όπως εκείνος γεννηθήκαν.
Ευθύς τις ώρες του καμάτου
στεκόταν. Γύρω του απλωθήκαν

μέρες-ήλιου γυρίσματα- κακές
πικρές κι αφώτιστες ημέρες
αλλά και μέρες που βαριές
του φέραν και φριχτές φοβέρες.

Μία πετσέτα είχε συνήθως
μπλε ή γαλάζια το πολύ.
Μ’ έξω εβάδιζε το στήθος.
Ήξερε πως δεν ωφελεί

σε τίποτα πολλά ν απει
σε τα’ίποτα πολλά να κάνει
και πέρασε ως αστραπή
ή πυρκαγιά όπως σε ρουμάνι.

Όταν δεν είχε πια δυνάμεις
να περπατεί ή να μιλάει,
«πέθανε»-πια ό,τι να πεις
κοντά μας δεν ξαναγυρνάει.







Του γάμου το κουφέτο
σα μάρμαρο του τάφου λείο κι άσπρο.
Κι η ζάχαρη όταν φύγει
μαύρο πικρό αμύγδαλο προβάλλει.







Άσε με να γυρίζω όπως θέλω.
Δε μ’ αρέσει να φορώ καπέλο
δε μ’ αρέσει να φορώ γραβάτα
και παπούτσια τριζάτα.

Άσε με να γυρίζω όπως θέλω
μισ’ω κάθε νέο μο=ντ’ελο
στα πουκάμισα και στα πέτα-
τα θέλω απλά και σκέτα.

Άσε με να γυρίζω όπως θέλω
αλλιώς γοργά σε ξαποστέλλω
σιχαίνομαι αρώματα και τέτια
ρεβ’ερ και μανκικέτια.







Μια λιτανεία είναι να γίνει.
Θανάτου κρέπια μαύρα γκρενά
θ’ αργοθροϊζουν ως θα περνά
από μπροστά μου η μακάβρια κλίνη.

Μαυροντυμένοι λειψανοφόροι
θα περπατούνε με το κουτί
κι αμέσως πίσω θα περπατεί
χαροκαμένη μοναχοκόρη.

Θάλασσα γύρω τα νεκροκέρια
τη μαύρη νύχτα θ’ αχνοφωτούν
σ’ ανώφελο ένα θ’ αργοκινούν
σταυρό οι άφωνοι πιστοί τα χέρια.

Και θα πλανι΄.ευται μες στον αέρα-
πώς μες στο σκότος αναρριγώ
μέσα στο φέρετρο μην ειμ’ εγώ;-
μια παραζάλη και μια φοβέρα.

Εν’ αγριοκρίνο αδέρφι κόψε
ως η νεκρώσιμη καμπάνα ηχεί
και μύρισέ το-πες μιαν ευχή:
μια λιτανεία γίνεται απόψε.








Σα με τραβά η στενοχώρια
και με κατέχει ο θυμός
της φαντασιάς στενεύουν τα όρια
και αχρηστεύεται ο ηθμός.

Αμέσως τότε εγώ ξεχύνω
πα’ στο χαρτί το καθαρό
ποτάμια γρ’άμματα, να πλύνω
το νου με κάτι δροσερό.

Το δροσερό εδ΄ώ οι λέξεις
που σαν παιδιά χοροπηδούν
και που με σε όσο αντέξεις
δε σώνουν να παιζογελούν.

Σιγά οι ιδέες ξανανιώνουν
και αποδιώχνονται οι καυμοί
και πάλι οι σκέψεις ξεδιπλώνουν
πάλι καπνίζουν οι βωμοί.

Κι από τον πόνο απομένει
κι εκείνη μόλις αισθητή
μικρή μια θλίψη, προορισμένη
κι αυτή γοργά να ξεχαστεί.







Περίμενε και θα ‘ρθουν δυο φιλιά
από μακριά θα ν’ρθουν για σένα
στην καυτερή τους την αγκαλιά
να σε τυλίξουν λαχταρισμένα.

Το ‘να της άγριας αγάπης θα ‘ναι
τα’ άλλο του θάνατου το κρύο φιλί
κι έτσι σφιχτά ως θα σε κρατάνε
πες αν μπορείς ποιο καίει πιο πολύ.







Τα εργαλεία ν’ αποστειρώσω στον βραστήρα
να φτιι’αξω και τα ράμματα που πήρα
(κι ένα σωρό έδωσα λεφτά) και να στηρίηω
τα πόδια του γραφείου πριν το σφίξω.
Να φτιάξω τις καρέκλες. Τα βάζα
λουλούδια να γεμίσω. Να κόψω τη γάζα

και σ’ άλλο μπουκαλάκι να τη βάλω
(αυτό μου φαίνεται λίγο μεγάλο)
να ξεσκονίσω το τραπέζι και να κρύψω
το μπρίκι στο παράθυρο αποπίσω
κι όλα καλά και φροντιμένα να τα κάνω
(όλα τα προσέχω στη δουλειά μου επάνω)

μήπως κανένας ‘ερθει να κοιταχτεί.
Όμως προβλέπω να καταταχτεί
κι αυτό τα’ απόγεμα στα τόσα τα’ άλλα
που το ιατρε’ιο κατ’ αυτάς μένει μπουκάλα.







Ο ουρανός μου βρέχει αίμα.
Χοντρές οι στάλες του χτυπάνε
το ντελικάτο μου κορμί
κι έτσι ως πέφτουνε μ’ ορμή
λες και να σβύσουνε ζητάνε
της ύπαρξής μου τα’ άθλιο ψέμα.

Μα έχει με σίδερο πλαστεί
και με τσιμέντο έχει πετρώσει
της πλάνης τα’  άγριο πουλί
και ίδιο ολόπικρο χαλί
χονμτρά φτερά έχει απλώσει
κι έχει με κείνα σκεπαστεί.







Όταν φωνή τα λούλουδα απολτήσουν
και τι δε θα ‘χουν να μας πουν.
Κι αλλίμονοόταν μάθουν να διαβάζουν
όσα εγράψαμε γι αυτά-εγώ τουλάχιστον
πολύ θα υποφέρω
από την μήνιν των.







Αχ! Πώς γιατρεύουνε τους αρρώστους οι νοσοκόμες
και η δουλειά τους πώς τις τραβά
τι κι αν ακούγονται χίλιες πικρόχολες για κείνες γνώμες
αυτές τραβ’ανε πάντα μπροστά.

Πάνω στον άρρωστο-δίπλα στον άρωστο-πάντα μοχθούνε
να τον βοηθήσουμε μια ώρα αρχήτερα να γιατρευτεί
και οι καημένες πάντα του δίνουνε ‘ο,τι μπορούνε
προτού εκείνοςπουθ λέει ο λόγος – να το σκεφτεί.

Κι ως οι άνεμοι τρέχουν με μανία τυφλή
κι όρθια δέντρα από κει που περνούνε δε μένουν
έτσι αυτές, σα σπρωγμένες από θεία προσταγή
με μανία τυφλή των αρρώστων τις νύχτες γλυκαίνουν.

Κι αν ποτέ στον παράδεισο όπως λένε πολλοί
νοσοκόμες ποτέ σαν πεθάνοπυν δεν πάνε
τι γενναίες θεέ μου!-δεν τις νιάζει πολύ
και, ο παράδεισος είναι στη γη, απαντάνε.

Ω! Αλήθεια! Αν τις δείτε το πρωί που σχολάνε
στα μαριόλικα μάτια τους παιχνιδίζει ένα κάτι
που σε κάνει να λες  «έτσι θα ‘ναι-
ο παρ’άδεισος είναι στη γη-στο κρεβάτι…»







Αν μου ζητούσες να σε πάω στο φεγγάρι
εύκολο θα ‘ταν και θα σου ‘κανα τη χάρη.
Μα συ καλή μου μού ζητάς να κάνω απ’ το κρασί σταφύλι:
οι φίλοι γίνοντ’ εραστές μα οι εραστές να γ’ίνουν φίλοι…







Θε μου μη δίνεις προσοχή
και συ κι οι άγγελοί σου
στην άρα που το θάνατο
γυρεύω να με πάρει.

Ξέρεις και συ αλλά κι αυτοί
γνωρ’ίζουνε μαζί σου
ότι στα ψέματα ζητώ
του Χάρου αυτή τη χάρη.

Μου ‘χει συνήθεια γίνει αυτό
μα όταν περ’άσει η μπόρα
καικάποια αισιόδοξη
όταν φυσήξει αύρα
………………………………………….
(υπόλοιπο χαμένο)







Είναι οι άνθρωποι ‘ηχοι καμπάνας
που πένθιμους ήχους σκορπά.
Από το ψηλά στημένο καμπαναριό
στη γη πέφτουν και ανακλώμενοι
ανεβαίνουν στα ουράνια.

Όμοιοι σε όλα διαχέονται και πυργώνουν
τη θέληση της ακοής
ενός όντος παράξενου που ακούγοντας
ασταμάτητα κλαίει
που ακούγοντας κλαίει.
Γιατί για το θάνατο
όλες οι καμπάνες χτυπούν
(η Καμπάνα χτυπά;)







Ο Χάρης και ο Γιώργος και ο Νίκος
σα ναν’ ακόμα ζωντανοί
γι αυτούς μιλά η μητέρα.
Κι αν νεκρούς τους πεις αδίκως
τότε υψώνει τη φωνή
και η ώρα πάει πέρα

που πίκρα στάζει και χολή.
Τη μνήμη τους δε ρ’υπανε
μ’ ευχές που φρούδες πάνε
μόνο για όλους τους μιλεί
λες και ταξίδι λείπανε
και φτ’ανουν όπου να ‘ναι.







ΕΞΕΤΆΣΕΙς (ΕΠΙΤΥΧΕΊΣ) ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΉ ΑΘΗΝΏΝ ΚΆΠΟΥ ΤΟ 1980…)
Ίδιο τα’ αγώνισμα και η πάλη
και η εικόνα ίδια φθαρτή
ίδια η δίνη κι η παραζάλη
ίδιο το μελάνι ίδιο το χαρτί.

Ίδιο το χαρτί κι η φωτογραφία
που διαγνώσεις γράφουνε πάνω του οι γιατροί
ίδια όπως πάντοτε η διαδικασία
ίδια η νοσοκόμα που γελάει γερτή.

Είναι φενερή σ’ όλους μας η μοιάση
μαύρο χάσμα αδιάβατο σκάψανε βαθύ
μόνο κάτι χρόνια που ‘χουνε περ΄σει
μόνο κάτι χρόνια που ‘χουνε χαθεί…







Γρηά και κακομούτσουνη
μια πόρνη μου κολλά
να πάμε στο κρεβάτι

Πήγαμε και, η τσαχπίνα,
μου ζήταγε πολλά
για να μου δώσει κάτι.







Εφημερίδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και το πρωί έχει φύγει
το βράδυ με τυλίγει.

Εφημερίοδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και η ζωή έχει φύγει
σκότος βαρ’ύ με πνίγει.

Εφημερίοδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και η ζωή η λίγη
χίλίες χαρές ξανοίγει.







Με μαγεία τυλιγμένη και μυστήριο
μία τσάντα ειν’ αφημένη μες στο κτίριο.

Όλοι γύρω τη θαυμάζουν (α! δε θα ‘χουνε)
μεταξύ τους κουβεντιάζουν κι όλο ψάχουνε

τι να είναι για να βρούνε. Κι απ’ τα βήματα
και τη ζάλη, δεν ακούνε τα χτυπήματα

που απ’ την άσπρη τσάντα βγαίνουν-αποτέλεσμα
για το Χάρο να πηγαίνουν (φίνο έδεσμα)

δεκατρείς διαμελισμένοι-έξη πτώματα
εκελύψαν (οι καημένοι!) τα πατώματα.







Κι εδώ όπως κι εκεί εφημρίδες πάνω στο κασόνι
όμως εδώ άλλος θάνατος με ζώνει.
Κι εδώ όπως και κει άδειο από αρρώστους το σαλόνι
όμως εδώ άλλος άνεμος με ζώνει.
Όπως κι εκεί τοι ίδιο γραφείο
οι καρέκλες και τα βάζα μου τα δύο
και κάθε βραδυ .λενα μικρό νεκροταφείο
η σάλα αναμον΄λης_ούτε γεια σας ούτε αντίο.
Όπως κι εκεί. γείτονες οι ανάπηροι
πιο κει ένας οδοντίατρος, ένας συμβολαιογράφος
κι η αίθουσα όπως πάντοτε ένας τάφος.







Ενοίκους φριχτούς το σπίτι μου έχει
κι η στέγη του αίματα τρέχει
και όταν οι νύχτες τα όνειρα φέρνουν
μαζί τους με παίρνουν-μαζί τους με παίρνουν.

Στα χέρια τους εύθραυστο άθυρμα μοιάζοω
μα πια όπως πριν δεν τρομάζω-
συνήθεια μου έγινε πλέον ο τρόμος
που λες πως για μένα είναι νόμος.

Φαντάσματα χθόνια και σκότιες υπάρξεις
δολόπλοκες κάνουν τα βράδια συνάξεις
μ’ αγγίζουν, με πιάνουν, με ζώνουν, με πνίγουν
και μόνο στης μέρας τα φώτα θα φύγουν.

Σ’ ανήλιαγα βάθη τυφλά τα’ ακλουθάω
βασίλεια του ζόφου, του τρόμου στοιχειά
……………………………………………………….
(συνέχεια ανύπαρκτη)







Τρέχα αμαξά πεθαίνω
με κόπο ανασαίνω
,μη δίνεις σημασία
στη γ’υρω φασαρία.

Προσπέρνα αυτό το κάρο
σώσε με από το Χάρο
\τρέξε στο φαρμακεί
και στο νοσοκομείο.







Στενότης χώρου και χρημάτων
αμείλικτα τον περιζ’ώνει
κι η θέα κακόσχημων πραγμάτων
την περηφάνεια του πληγώνει.

δεν έχει χώρο για το μπάνιο
και τα’ είναι τούτο το κρεβάτι;
θα πάρει ένα δ’άνειο
μ’ αυτό θα κάνει κάτι.

Των φαγωμένων του ενδυμάτων
η απαίσια θέα τον πληγώνει
καλλίτερα εκατό θανάτων
τα’ αντίτιμο να ξεπληρώνει.

Όμως με ύφος αρειμάνιο
τριγύρω του θωρεί το μάτι…
Θα πάρει ένα δάμειο.
Μ’ αυτό θα κάνει κάτι.







Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
λαών τις μοίρες εάν χαράζεις
τότε αλοίθωρος πρέπει να ‘΄σαι
Μεγαλοδύναμε ή να κοιμάσαι.

Αν είσαι πάνω Και μας κοιτάζεις
ζωές ολ.΄΄οκληρες κι αν ρημάζεις
τα’οτε φιλέσπλαχνος διόλου δεν είσαι
μεγαλοδύναμε κι ας θεωρείσαι.

Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
κι αν έχεις δύναμη να διατάζεις
κι είσαι καλός, πάψε να παίζεις
και τους πιστούς σου να περιπαίζεις.

Μεγ΄<αλωσέ μας-δυν’άμωσέ μας
δώσε ν’ αντέξουμε στα βροντερά
τα’όσα αστραπόβροντα που πάνωθέ μας
εξαπολύεις τα φοβερά.

Μ’ απ’ όλα πι’ότερο, αν είσαι αλήθεια
κι αν έχεις άντρα καρδιά στα στήθια
σε μας τους άντρες δώσε καρδιά
τα χρέη να σ’ κώσουμε τα βαριά

που συ μας έταξες να κρατούμε.
Μα κι αν ακόμα-άκου κι αυτό-
μες στη ζωή μας να κουραστούμε

ή να κιοτέψουμε το ‘χεις σκοπό,

χωρίς καθόλου να στο ζητήσει,
σε τέτοιον άντρα-δεν είναι δίκιο;-
που του εστέρησες μι αντρίκια ζήση
θάνατο έναν δώστου αντρίκιο.







Sth li;oloysth ti Xi;o h kapet;anissa
sa d;olvma s’ ol;oxryso agk;istri
nt;ynetai kai serge;ani k;anei al;anissa
;alogo d;ixvw s;ella kai kap;istri.

Φλόγα τα στήθη της τα ολόρθα σιγοκαίει
άγρια μια στα σκέλια της φωτιά
πόθοι στα μάτια λάμπουν λυσσαλέοι
και λάγνο φτεροκόπημα η ματιά.

Απόψε τι της γράφει; Πάλι μόνη
θα πέσει και θλιμμένη στο κρεβάτι
ή τάχα οι ανθισμένοι της οι κλώνοι
για τίναγμα θα βρουν κάποιον δραγάτη;

Στην εργατιά και στο Στρατό και στα σαλόνια
κι απόψε βέβαια κάποιος θα τύχει
να θέλει να γκρεμίσει της τα αιώνια
και πάντα νιόχτιστα γυναίκεια τείχη.

Κι ω! χείλια πορφυρένια που διψάνε!
κι ω! μέλη που τα καίει πυρετός!
και χ’ερια κάποιων ξένων που τρυγάνε
τα ζουμερά λομονοστήθια! ω! φως!

που στο δωμάτιο το μικρό χρυσό φαντάζει!
κι αγγέλων βελουδένιων στρατιές
που απόψε η ψυχούλα τους πλαντάζει
και ψάλλουνε στις χιώτικες πλαγιές!

Θάλασσα συ, που έχεις φυλακίσει
τους χιώτες στη δική σου αγκαλιά
στείλ’ ένα κύμα σου ν’ αργοκυλήσει
από μια χιώτικη ακρογιαλιά


και μες στα σπίτια στείλτο να πάει
των καπετάνιων τα ορφανά-
ν’ ακούσει βόγγους και να μετράει
τα χτυποκάρδια και τα φιλιά

που σαν καμπάνες χαράς ηχούνε
ενώ δεμένα σφιχταγκαλιά
δυο λύκοι αμέρωτοι αλυχτούνε
πα’ στα κρεβάτια τους κοιλιά κοιλιά…

Και μεθυσμένο έτσι το κύμα
με πρίμο ένα σπρώξε το αγέρι
 και άφησέ το να πάει-το κρίμα
μισό δικό σου- τα’ άθλιο χαμπέρι:

να πει στους πλούσιους καπεταναίους
ότι στην πλούσια είδε τη Χίο
τις νιες γυναίκες τους με τους ξένους
να ζευγαρώνουνε δύο δύο.







Θολή παραζάλη τριγ’υρω
στη μέση εγώ μοναχός
φαντάσματα βάζουν στον κλήρο
των δ΄το ματιών μου το φως.

Μια σκέψη με σώζει μονάχα
κι αυτή με κρατεί ζωντανό
απόψε ναρχόσουνα τάχα-
μα όνειρο αυτό μακρινό

Αντίς σου απόψε το τέλος
θαρθεί-δίχως άλλο θαρθεί
κι εσύ θα ‘χεις ρίξει το βέλος
που μία ζωή θα χαθεί.







Όλη η θολούρα κι η πολλή ζαλάδα
κι τρέλα κι η παλαβομάρα
όλη η κακία πάνω σου είναι μαζεμένη
χυδαία γυναίκα-καταραμένη.

Ανοησία φοβερή, βλακεία,
κι άρρωστη μια αλαζονεία
σε σφίγγουν οργισμένα-
όπως εδάγκωνες εσύ εμένα.

Καλά κρυμμένη μες στην άγνοιά σου
σκότος πηχτό το μάθημά σου
πως όλα ξέρεις όμως κάνεις τάχα
μα το χαμό σου ξέρεις μονάχα.



ΠΡΏΤΟΣ ΈΛΛΗΝΑΣ Ο ΑΛΈΞΑΝΔΡΟΣ ΑΠΌ ΤΟ ΣΚΑΙ

Ρε τι μυστήριοι που είμαστε οι έλληνες αλήθεια
τη ζήση μας να τρέφουμε μόνο με παραμύθια!
Έλληνα τον Αλέξανδρο να είναι τονε θέλουμε
και στους καημένους σκοπιανούς τα εξ αμάξης ψέλνουμε
στη φιέστα που οργάνωσε του ΣΚΑΙ το κανάλι
που γελοιότερη απ’ αυτή καμιά δε γίνηκε άλλη.
Α! Ρε κανάλι πρόστυχο με τέτοια που ασχολείσαι
αντί σε πλαίσια αληθινά και στέρια να κινείσαι…
Α! Ρε κανάλι πρόστυχο που ενώ ουρανό θυμίζεις
σε τέλματα προαιώνια κι άπατα μάς βυθίζεις…






ΠΡΏΤΟΙ ΣΕ ΌΛΑ ΟΙ ‘ΈΛΛΗΝΕΣ
Πρώτοι σε όλα είμαστε να μην αβασκαθούμε-
πρώτοι στη γη φανήκαμε και πρώτοι θα χαθούμε.
Τις καταθέσεις πρώτοι εμείς απ’ όλους εγγυηθήκαμε
προτού να έρθει ακόμα εδώ-πολύ προτού-η Κρίση
(κι αν χρήμα κάποιος θα ιδεί μέσα της που εμπήκαμε,
κατάμουτρα τη φάτσα μου τη λιπαρή να φτύσει).
Και πρώτοι εμείς επήραμε τα μέτρα για τη γρίπη
κι ύστερα ακολουθήσανε οι ευρωπαίοι οι τύποι
(κι αν μέτρο ένα πάρθηκε, τη μύτη μού τρυπάτε).
Και πρώτοι απ’ όλα είμαστε βέβαια στη βλακεία
που ενώ μαθαίνουμε κουνγκ-φου και πάλη και καράτε
μα πέφτουμε λιπόθυμοι σε μια πεζοπορία.

Γιώργης Χολιαστός






ΑΊΝΤΑ

Βρέθηκε ο που μας έλειπε της συνέχειάς μας κρίκος!
Εκατομμύρια χρόνια πριν-σαρανταεφτά γεμάτα-
έζησε και σκεφτότανε: «θα με ’βρουνε, ή μήπως
αδίκως άλυωτα τα οστά η βούλησή μου εκράτα;»

Μα τονε βρήκανε: κι αυτός έτσι εδικαιώθη
κι οι ανθρώποι που λυσσάξανε ώσπου να τονε βρούνε
και πια σε αγώνες άγονους άλλους να ξανοιχτούνε
ξεφεύγοντας απ’ του «σ’ αυτόν» το άφευγο το «γνώθι».

Γιώργης Χολιαστός






Για ημερολόγιο

16-8-09
(μάλλον 17 του μήνα γιατί η ώρα είναι δωδεκάμισυ το βράδυ)
Μίλησα σήμερα με κάποιον! Ήτανε όταν πήγα κάτω τα σκουπίδια. Γυρίζοντας κάποιος έμπαινε στην πόρτα μαζί μου. Κρατούσε ένα πλαστικό δοχείο κρασί. Μου είπε ότι το φέρνει από το χωριό και ανεβαίνοντας με το ασανσέρ )αυτός τρίτο όροφο) κουβεντιάσαμε!
Αυτή είναι η κατάθλιψη-το να μη μιλάς για μέρες με κάποιον. Αυτό είναι τα γηρατειά. Κλείσιμο μέσα, μη επαφή με ανθρώπους, μαράζωμα, θάνατος. Αν δεν προλάβει να με σκοτώσει πρώτα το ανεύρυσμα.





ΓΙΩΡΓΗ ΧΟΛΙΑΣΤΟΥ

(από το βιβλίο του «Ο ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ ΕΚΤΥΠΩΤΗΣ»)

Μία μικρή παρέκκλιση



Ναι, είναι μια μικρή παρέκκλισις...
αυτός ο τρόπος της γραφής-των παρακάτω ποιημάτων.
Ναι, είναι, όμως η πορεία δεν αλλάζει έτσι κι
αλλιώς.
Κι αυτός ο δρόμος στο Χαμό τραβάει.
Η παρέκκλισις μπορεί λοιπόν ν' ανοίξει νέο δρόμο, παράλληλο, με διαφορά μόνο του τρόπου του βαδίσματος πάνω σ' αυτόν.
Να πάω aπ’ αυτόν λοιπόν ή στον ίδιονε να
συνεχίσω;
(αυτονοείται πως αν συνεχίσω εδώ
τα νοήματα βαθαίνουν)
Ποιος θα μου πει-ποιος θα μου δώσει μία γνώμη;
Κανένας δε μιλάει.
Μα και να μιλούσε με τι γνώσεις θα γνωμοδοτούσε;
Μου λένε να πάω μαζί τους.
Μα θεέ μου ,να κάνω τι;
("Κουράστηκε η καρδιά μου να ζητάει")
Ότι μ' απόμεινε με τα δόντια το κρατώ
για ν' αγοράσω το εισιτήριό μου να περάσω.
Αυτοί όλοι έχουν πράγματα να δώσουνε γι
αντίτιμο.
Δεν τους περνάει από το νου,
πως δεν περνούν αυτά εκεί.
Έχουνε σπίτια, βίλλες, κόττερα, στρέμματα ελιές και πορτοκάλια. ημέρες ξεγνιασιάς και ηδονής, εκατομμύρια.
Τύχη αγαθή τέτοιο κάτι να μην αποκτήσω μ'
έκαμε.
Γιατί θα είχα επαναπαυτεί.
Μου λένε να πάω μαζί τους.
Μα αυτοί τις νύχτες έχουν ύπνο.
Μα αυτοί όταν βρέχει λένε με μια σιγουριά:
βρέχει.
Μα αυτοί δεν ξέρουν πόσο απέχει ο
άνθρωπος από τον εαυτό του.
Μα αυτοί δεν ακούν τα ρυάκια να μιλούν.
Νιώθουν τη θλίψη των πεσμένων δέντρων;
Έχουν ραγίσει με το κλάμα τους αυτοί
το κρύσταλλο της νύχτας;
Πια με τι γλώσσα εγώ μαζί τους να μιλήσω;
Και τότε τι θα δώσω στους κριτές μου σαν
απόδειξη
πως γνώριζα από τότε που εζούσα-
στην τύχη ότι δεν ήμουν αφημένος
παρά προετοιμαζόμουνα
έστω και μόνο για το δεύτερο
να γίνω άξιος βραβείο;
Λοιπόν, να επεκτείνω την παρέκκλιση; (Αρκετά εξαρτώνται απ' αυτό)
Θα δω...










(Είμαι ο τάδε, γεννήθηκα εκεί,
εκεί μεγάλωσα, εκεί πήγα σχολείο, λέγομαι έτσι ακριβώς,
ο πατέρας μου ήταν...
μέναμε στον...
φύγαμε όταν...
Ουφ! Αντί τέτια να εξηγείς
κάθε που κάποιον ανταμώνεις
ας παν οι γνωριμιές καλιά τους.
Η νύχτα τίποτα δε με ρωτά
κι ο αγέρας ως τον δέχομαι με δέχεται.)









α. Τρίπολη
Ax! Τρίπολη με τα βραχιόνια σου υψωμέγα στον σταχτί ουρανό!
Αχ! Τρίπολη με τρεις σταγόνες μάραθο στου λαγηνιού τον πάτο!
Ax! Τρίπολη!
Κτίρια μαβιά-δρόμοι κλεισμένοι!
Τα παιδιά σου τραγουδούν στα στέκια των αγάδων.

Για μάτια πράσινα όλα τα δέντρα σου μιλούν.
(Στην Τάκα πλένεις τα ρηχά σου πόδια, Στους αγέρηδες τα λόγια σου σκορπάς}.
Αχ! Τρίπολη! Με τo θάνατο στους στενούς σου δρόμους
και τις μαύρες κορδέλες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια τους.
(Ένα ποτάμι πίσσας σε κυκλώνει
και μέσα του το πέτρινο κορμί σου ανασαίνει)
Ax! Τρίπολη! Με όνομα από τρεις χάντρες τσιγγάνικες
και με μαλλιά τα πεύκα της Δεξαμενής σου!
(Στα πηγάδια σου τρελές γυναίκες
πνίγονται.
Ρόπαλα βάφουν μ' αίμα τις αυλές σου).









β. Νάσια

-Ποιητή γιατί για μέγα oλa τα τραγούδια σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Αχ! Για του ποταμιού τις δάφνες
και για της ιτιάς τα μυτερά κλαδιά εγώ τραβάω.
Στο χωράφι με τις καλαμιές
τρεις θεριστάδες νιούτσικοι
τη Νάσια την καλή αντιπερνάνε:
-Κυρά μου ax! To ποτάμι δρόμο άλλαξε και δε θα το 'βρεις!
-Ποιητή γιατί για μένα όλες οι θλίψες σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Εγώ είμαι στον πλατύ ουρανό δοσμένη
κι εκεί αλαφρά πηγαίνω.
Τρεις άγγελοι ανταμώνουν την ωραία Νάσια
στον ανοιχτό το δρόμο τ' ουρανού.
-Κυρά μου αχ! Να μάθει ότι έρχεσαι
ο ουρανός τραβήχτηκε στον πύργο του
μ' όλα τ' αστέρια του μαζί.


-Ποιητή γιατί για μένα όλοι οι χτύποι της καρδιάς σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
To άσπρο αίμα μου ντυμένη
για το νεραιδοπάλατο ενώ τραβώ
σέρνοντας βάρος πίσω μου στο χώμα πάνω
ης σκονισμένες σου κραυγές.
Τρία πουλιά τη φωτεινή τη Νάσια
στου παλατιού το έμπα καρτερούν.
-Κυρά μου το παλάτι αχ! κλειδωμένο!
Kαι στη χρυσή του κλειδαριά ταιριάει
μονάχα το κορμί το χαρισμένο!

-Ποιητή γιατί με θέλεις μες στην αγκαλιά σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Ενώ ιδέα είμαι κι αερικό.
Εγώ
απ' τα ποιήματά σου μέσαθε περνώντας
πνοή τους δίνω
και για το πεπρωμένο μου τραβώ.
Ax! Mιαν αχτίδα από σβυσμένο αστέρι αγάπησες.
Αχ! Για το χάρτινό μου ψέμα εγώ τραβώ.
-Εγώ τ' αστέρι σου είμαι το σβυσμένο.
To χάρτινό σου ψέμα ειμ' εγώ.
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα).





γ. τσιγγάνα
(Ας ξαναδώ αυτό το ποίημα πριν το δώσω.
Την καρέκλα του Άλλου βάζω απέναντί μου
και στη δικιά μου κάθομαι εγώ.
-Κοιτάξτε, λέω, το τρίτο ποίημά μου εδώ.
Τι λέτε για τον πρώτο στίχο; Είναι ποίηση αυτή
τα στήθη έτσι ανοιχτά στήθη να λέγωνται-
να δείχνονται πες-
και να ρωτιέται η τσιγγάνα ποιος της το χαϊδεύει;
Στην άλλη κάθομαι καρέκλα,
ύφος παίρνω κριτικού εμβριθούς
και
-Ισως, λέω,
πράγματι θα 'τανε καλλίτερα
εκείνο το «χαιδεύει» να 'φευγε.
Ας πούμε να το λέγατε "ορίζει"-ποια η γνώμη σας;
Όχι πως κι έτσι είστε εν απολύτω τάξει ποιητική,
μα ορισμένως κάπως έτσι ο στίχος στέκει.
Πάω στην καρέκλα μου.
-Σα δίκιο να 'χετε.
Λοιπόν ας το αλλάξω». Άλλο τι
σ' αυτό το ποίημα θσ διορθώνατε;
Αλλάζω θέση.
-Να σας πω...
To άνοιγμα των ποδιών των γυναικείων
κάπως χυδαίο δε σας μοιάζει και φτηνό;
Αφήστε
που λέγεται σε κάθε άπρεπο ανέκδοτο,
κάτι που και κοινό πολύ το κάνει
έξω από χυδαίο.
Ίσως το άνοιγμα, να πούμε, των γονάτων...
Πάλι δεν ξέρω...σεις τι λέτε; Μήπως
για κάποιο λόγο που πιο κάτω θα χρειαζόσασταν
τόσο να δείχνατε θα θέλατε ωμός;
Σεις ξέρετε…
Παίρνω τη θέση μου απέναντι.
-Κι εγώ το έβλεπα, μα ήθελα
και όπως τη δική σας μία γνώμη. Για τα υπόλοιπα τι λέτε;
Στην άλλη την καρέκλα βρίσκομαι.
-Καλά μου φαίνονται αλήθεια.
Η άνοιξη ειναι αλαφριά-μια ίδέα-δε βαραίνει,
όπως θα νόμιζε κανείς σε πρώτη ανάγνωση,
τα φύλλα που καθένα κι από μία δέχονται.
Κι ούτε κανείς κουτός δε θα φανεί
νο σας ρωτήσει τόσες άνοιξες πού βρήκατε
(κι αν θα βρεθεί, βεβαίως τον αγνοείτε).
Δεν έχει φαίνεται η τσιγγάνα σας αγόρι.
Μα δεν της χρειάζεται αφού έχει φτάσει
στην τέτοια ταύτισή της με τη φύση. Πάλι
μπορεί σα σύμβολο κανείς να την δεχθεί
της παραδοσιακής τσιγγάνικης ελευθερίας
που κάπως ξένη είναι για μας.
Αν πάλι δεν είν' έτσι,
και η τσιγγάνα σας
δε βρήκε ακόμα ταίρι
ΚΙ ας το θέλει,
ΤΗΝ περηφάνια έτσι δε δείχνει πάλι ΤΗΝ τσιγγάνικη
και το αγέρωχο της λυγερής φυλής της;
«Και τι σε νοιάζει εσένα και ρωτάς;»
θα ήτανε υποθέτω η απόκρισή της
σε μιαν ακόμα σας ερώτηση…
Και θα 'ΧΕ δίκιο,. Όμως και σεις
δίκιο έχετε και σταματάτε να ρωτάτε.
Ύστερα, νιώθοντας μονάξα ένα πλάσμα μέσα σ' ένα ποίημα
τη μοναξά μετριάζει του ποιητή του.
Όχι, εντάξει όλ’ αυτά νομίζω είναι.
Στην άλλη ΤΗΝ καρέκλα μου πηγαίνω.
-Αυτή τη γνώμη έχω κι εγώ.
Σε κάθε όμως περίπτωση ευχαριστώ
για τις καλές σας συμβουλές.
Σας έχω χάρη.

Και δίχως πια να μετακινηθώ:

-Παρακαλώ. Καθόλου. Νιώθω τόσο
ένα μαζί σας, που έτσι πάρτε το,
σα γα μιλούσατε με ΤΟΝ εαυτό σας.
Nα συμπληρώσω θα 'θελα όμως
ότι αυτή η στάση της τσιγγάνας
είναι κι η στάση η προαιώνια
του θηλυκού προς το αρσενικό-
στάση εχθρική και μίσους,
στάση-αντίδραση σε κάτι απ' έξω,
που με τη βiα επιβλημένο είναι,
κάτι που επιβεβαιώνει
σαν λεκτική τουλάχιστον απέχθεια
το αναμφισβήτητο το γεγονός).






-Τσιγγάνα μου τα στήθη σου αυτά ποιος τα
ορίζει;
-Ο αγέρας που απ' ολούθεν έρχεται κι
ολούθε πάει.
-Τσιγγάνα μου τα γόνα σου τα σφαλιxτά
ποιος σου τ' ανοίγει;
-To νερό του ποταμiού που πάει απ' το βουνό
στον κάμπο.
-Και ποιος είν' ο καλός σου εσύ τσιγγάνα μου
μικρή;
-To ρόδο με μιαν άνοιξη σε κάθε πέταλό του.






δ. Κύριε...
Κύριε,
Ο ουρανός με βλέπει ως τον βλέπω;
Η γη ακούει τα πατήματά μου τα δειλά;
Την ψυχή μου η ψυχή των Πραγμάτων
τη νιώθει,
ως εγώ τη δική τους νιώθω την ψυχή;
Ή μη το περπάτημά μου στη γη πάνω
εγώ μονάχα το γνωρίζω;
Κύριε,
ξέρεις πως υπάρχω;





ε. απιστία
Ανοιχτή πληγή στο σώμα τ' ουρανού το
φεγγάρι.
Η μαυρομάτα η νιόπαντρη εβγήκε
τ' απλωμένα της τα ρούχα να μαζέψει.
Τρεις νέοι έξω από την πόρτα της περνούνε.

-Νια μου κυρά, τα ρούχα κι αν μαζέψεις
μα η ευωδιά τους τον αγέρα έχει μυρώσει.
-Αγέρας είναι κι ας μυρώνεται.

-Νια μου κυρά τα ρούχα σου, που τα 'δα μόνο,
την καρδιά μου μάτωσαν.
-Καρδιά είναι κι ας ματώσει.


-Νια μου κυρά το σώμα μου άναψε ολόκληρο
για σένα.
-To βράδυ ο άντρας μου βαριοκοιμάται, Θα
'χω την πόρτα μου μισανοιχτή.




ΣΤ. ο νιος τραγουδιστής
-Σε τούτο το χωριό ήξερα έναν νιο
τραγουδιστή.
Πού έχει πάει μικρή μελαχρινή κοπέλα μου;
-Είναι αυτός εδώ, μα η φωνή του
στ' ουρανού τα πλάτια τραγουδάει.
-Και ποιος ακούει στον ουρανό
τα θλιβερά τραγούδια του κοπέλα μου;
-Τ αστέρια με τα λαμπερά τ' αυτιά τους.
Και το φεγγάρι, με το μαντήλι η γη να του
κρατάει, γύρω της αυτό χορεύει.
-Αχ! Και πού τον έχουνε θαμένον;
-Στου τζίτζικα το φράκο μέσα το λευκό και
χρυσαφένιο
και στο λαιμό του πεθαμένου του αηδονιού







ζ. Αν, Κύριε
Αν, Κύριε,
ήθελες να φτιάξεις έναν κόσμο
για να γέμιζες το γύρω σου κενό
θα 'ταν όπως ετούτος ο δικός μας;
Μια κούπα θα 'τανε, γεμάτη θλίψη,
με όντα μέσα της
έρμαια σε κάθε κουταλιού ανακάτωμα,
έτσι που ανεμοστρόβιλοι απελπισιάς
να τα τσακίζουν κάθε λίγο;
Και θα τυραγνούσε μιαν άγνοια βασανιστική-
της έννοιας και του προορισμού τους-
το κρίνο, τη λαμπρίτσα και την πέτρα;
Και όλος θα όδευε αυτός ο κόσμος προς το
τέλος του
χωρίς κανείς να ξέρει αν αυτό
μια νέα αρχή για κάτι άλλο θα 'ταν;
Και
Κύριε
θα μας έδινες αυτιά
που την απάντησή σου
στις ερωτήσεις μας αυτές
να μην ακούνε;









η. απορίες
Υπάρχει μία μουσική
που την ψυχή κι όχι τ' αυτιά μας τέρπει,
Υπάρχει μία μουσική
πιο μαγική από κύλισμα ρυακιού
mo θελκτική από τζίτζικα τραγούδι.
Κάποτε θα την ακούσουμε;
Υπάρχουνε κοιλάδες πιο λαμπρές
από τις ομορφότερες της γης.
Υπάρχουνε ασύγκριτα ψηλά βουνά
και ποταμοί γαλάζιοι ατελείωτοι.
Κάποτε θα τους δούμε;
Υπάρχουν αίστησες που εμείς δεν έχουμε-
που με αυτές
πιότερα αμέτρητες φορές
απ' όσα τώρα νιώθουμε θα νιώθαμε,
ίδια καθώς περσότερο μια αχτίδα του ήλιου
τη ζέστα μες στον ήλιο νιώθει,
παρά σα φύγει μακριά.
Και τάχα θα 'vaι o θάνατος
σ' αυτά που θα μας πάει
τ' ανείδωτα κι ανάκουστα και μαγικά,
ή η αχτίδα είμαστ' εμείς η μακρυσμένη
που του ηλιού αόριστα θυμάται τη φωτιά,
κι οριστικά χαμένη πια στου σύμπαντος τα
μάκρη
μόνο που δύναται είναι να τη νοσταλγεί;









θ. Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
με λευκό δέρμα και χέρια βελουδένια,
με το πρόσωπο το αθώο σαν αυγή
και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα,
στην αγορά εβγήκε
και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της.
-Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη.
-Εγώ πριν από έναν ποιητή;
-Χωρίς την ομορφιά σου
η ποίηση δε θα τραγουδούσε.
-Δίχως την ποίηση
θα πέθαινε μαζί κι η ομορφιά μου.
Μα κιόλας,
η ψυχή,
με εικόνες είχε πλημμυρίσει
ακτών μαγευτικών,
γλυκόλαλων νηρηίδων
και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας
ερωτικών πλασμάτων.

ι. σκοπός και μέτρο
-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου
φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να
πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
να κλείσω άσε μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά θεός μου κι η Σκληρότη.
-Άδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου,
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον πόνο να σου δώσω που σκοπός
και μέτρο είναι της γήινης ζωής σου.








ια. τ’ αλογάκια
Τα μάτια σου χρυσάφι και νερό. Καστανός τα μαλλιά σου αφρός.
Τ' άλογα στέκουν ανυπόμονα.
To τρέμισμα κοιτάζω των κλαδιών σου.
Χείλια σου, στήθος και λαιμός παιχνίδια στου άνεμου το χάδι.
Στο δέντρο χέρι δεν απλώνω.
Τ' άλογα έρωτα οσμίζοντας φρουμάζουνε με ταραγμένο το αίμα.
Μαγνήτης σαν το χέρι μου να είναι
μονάχος του ο καρπός σου εντός του πέφτει.
Αχ! Έρωτα που τελειωμό δεν έχεις!
Τ' άλογα τρέχουν γύρω γύρω τρελαμένα.
Σφιχτά κλεισμένη μες στο χέρι μου γυρνάς μαζί τους.
Φέρνω στο στόμα και δαγκώνω τον καρπό.
Μες στον αφρό τους βουτηγμένα
κάτω πάνε τ' αλογάκια.








ιβ. αγριοτριαντάφυλλο
Αντάρτης χωρίς ταυτότητα.
Πρίγκιπας χωρίς περγαμηνές ευγένειας.
Λαχτάρα όλο ο ταξιδιώτης πάνω σου γέρνει.
Ο πραματευτής αγέρας
τ' αγκάθια σου ακριβά πληρώνει
για ΤΟ άρωμα που από σε φορτώνει
και τριγύρω θα μοσχοπουλήσει.
Αγριοτριαντάφυλλο!
Λεύτερο από φράχτες
κι αμόλυντο από φώτα σαλονιών!
Αγριοτριαντάφυλλο!
Συντρόφι εσύ των στιλβωμένων αστεριών
τις ξάστερες τις νύχτες του χειμώνα!







ιγ. σταυροδρόμι

Αυτός που πηγαίνει λέει: δεξιά ,αριστερά.
Αυτός που έρχεται λέει: αριστερά, δεξιά.
Και δίκιο δίνεις και στους δυο
αγαθέ πανάρχαιε δικαστή
σε νόμους τέσσερους ακλόνητους
στεριωμένε.
Στράβωνα σκίσε τις περγαμηνές σου, Αινστάιν, ξαναζεσταμένη ειν’ η σοφία σου.







ιδ. σανγκουίνι
Να δώσω ένα στην αγάπη μου να τη
ζεστάνω.
Γιατί το χιόνι ως μέσα στην καρδιά της έχει
μπει.
Κάθε του φέτα μια παλλόμενη καρδιά.
Οι ίνες του αίματός του χτενισμένες όλες
προς τη φορά των ζωογόνων του αρτηριών.
Τρέμοντας TO κορμί του μαχαιρώνω.
Ο Θεός της αγάπης ας με συχωρέσει-
πρέπει να δώσω ένα στην αγάπη μου.
Να τη ζεστάνω.







ιε. ήλιε χρυσέ
Χρυσέ ήλιε με το χρυσάφι σου κλεμμένο από την καρδιά μου…
Θα σε κλείσω μέσα στο μαύρο της ντουλάπι.
Για πάντα.
Να γίνω ό,τι μου 'χει απομείνει.
Τότε
σε κάθε κενό στροβίλισμά μου
γύρω από τα στήθη της αγαπημένης μου
ο επιμένων δορυφόρος της θα είμαι
που κάποτε θα πέσω πάνω της
με τις κρυφές αχτίδες σου να τήνε κάψω.
Χρυσέ ήλιε με TO χρυσάφι σου κλεμμένο από τη χαρά μου…







ιστ. πριν τελειώσει ο πόλεμος

-Γιατί γυρίζεις πίσω φανταράκι μου;
Ο εχθρός είναι μπροστά.
-Πάω, προτού τελειώσει ο πόλεμος να τήνε πάρω λάφυρό μου.
-Να πάρεις ποιάνε λάφυρό σου φανταράκι μου;
-Για την αγαπημένη μου μιλάω.
-Πόλεμος γίνεται, αγάπες συ έχεις στο μυαλό σου φανταράκι μου;
-Έτσι, που αν σκοτωθώ,
μαζί μου να πεθάνει,
και μαζί να πάμε στο αποχωρητήριο του
σχολείου
όπου δεκατετράχρονα κορίτσια στα
διαλείμματα
παίζουν τον έρωτα με τους συμμαθητές
τους.
-Αχ! Φανταράκι μου! Ο θεός
ΤΟ τέτοιο φέρσιμο δεν TO ΣΧΩΡΝΑΕΙ.
-Γι αυτό κι αλλαξοπίστησα,
και πέος ένα διογκωμένο
μες σ' ένα σπαρταρώντας δαχτυλίδι αιδοίου
είν' ο θεός μου.













ιζ. με μαχαίρι
Mια δυσοίωνη οργή εκπηγάζει
από το σακατεμένο μου κορμί
Πού είναι η γλυκιά η νοσοκόμα;
Μήπως σε λάθος πόλη αποπειράθηκα;
Μη το νοσοκομείο της δεν είναι που
εφημερεύει;
Ή τ' ωράριό της άλλαξε με άλλην
και άλλη κάποια θα μου βγάλει
τα κολλημένα στις λιωτές μου σάρκες
ρούχα,
και άλλη κάποια θα με ακούσει
τη μόνη λέξη που 'μαθα μες στη ζωή να λέω,
και ας την είχα μαθημένα μόνο
για να την ψιθυρίσω στο δικό της μέσα αυτί;
"Πονάτε;"
Ερώτηση γιατρού σε πολυτραυματία
ετοιμοθάνατον...
Σ’ άλλη περίπτωση θα του ’λεγα πολλά. Μα
τώρα
μόνο να πω μπορώ: "Πού είναι ΑΥΤΗ;"
Ο γιατρός στους νοσοκόμους:
"Πιο γρήγορα! Πεθαίνει!”
Σ' ακούω γιατρέ της κακιάς ώρας.
Τα λένε αυτό μπροστά σε κείνον
που αληθινά πεθαίνει;
Ξανά εγώ τη δύναμή μου όλην βάζοντας:
"ΠΟΥ EINAΙ AYTH;"
"Σώπα, Έρχεται"
Ο νοσοκόμος, ανοίγοντας την πόρτα του
χειρουργείου:
«Για ποια λέει;»
0 γιατρός: "Ποιος ξέρει...
Τότε είναι που δεν άντεξα
και τους άφησα τους αλιτήριους.
Και πήγα εκεί όπου οι λέξεις παύουν να
'χουνε φωνή.
Σιωπή και χιόνι γύρω.
Όχι χιόνι.
Πέπλα πάλλευκα.
Και το σώμα μου ακέριο,
Ώστε ζωή μετά το θάνατο λοιπόν;
Μα τι…μα πώς…μα…να! ΕΚΕΙΝΗ!
Ξεπροβάλλει μέσα από κάτι
σα μιαν αδιόρατη χαραματιά των πέπλων.
Στέκω βουβός σε τέτοια μέσα μια σιωπή υπερισχύοντας οι καλοί μου τρόποι.
Μα όλη σκούζει η ύπαρξή μου.
Σπάει εκείνη τη σιγή και με φωνή σα μελωδία: "Μίλα", μου λέει, "εδώ,
μόνο όσοι αγαπούν-
μονάχα αυτοί μιλούνε."
"Σ' αγαπώ."
"Λες να μην το ξέρω;"
"Κι εσύ;.."
«Τρελαίνομαι για σένα.»
"Τότε γιατί εκεί με απόφευγες…όμως καλά-κι εσύ είσαι πεθαμένη;"
"Όχι. Ολοζώντανη, Όπως και συ."
"Εκεί…εκείνος ήτανε ο θάνατος;"
"Ναι"
"Καλά το έλεγα εγώ λοιπόν, Αλλ' ας τ'
αφήσουμε αυτά. Γλυκιά μου Ρωρερκάρ
θέλω μαζί σου
να κάνω εκείνο που δεν ήθελες στη γη"
"Mη λες δεν ήθελα.
Δεν έπρεπε.
Μα εδώ καταργημένα όλα τα πρέπει.
Και πια μη χρησιμοποιείς ψευδώνυμο"
«Γλυκιά λοιπόν.»
"Ναι. Για σένα. Και για πάντα."
Το χέρι της εσήκωσε
κι ένα βελούδινο ροζ παραπέτασμα
μας απομόνωσε.
Τάχα από ποιον;
Μια κίνησή της άλλη βιαστική
κι ένα κρεβάτι στήθηκε μπροστά μας.
Για μια στιγμή τον πόθο η έκπληξη έδιωξε απ' τη ματιά μου.
To είδε.
Και για να μου δείξει
πως όλα γίνονταν καθώς κι οι δυο τα θέλαμε,
το χέρι μου 'πιασε,
απαλά στο κρεβάτι με οδήγησε
και πλάι μου έπεσε αλαφρά, αφού πρώτα
με μίαν άλλη όλο ανυπομονησία κίνησή της
από τα ρούχα όλα της απαλλάχτηκε.
Και κει
στριφογυρίζοντας σαν λυσσασμένοι στο
κρεβάτι πάνω,
οι δυο μας γίναμε ένα τόσο,
που για τους δυο μας ένας μόνο ανάπνεε.
Και σ' έναν ύπνο έπειτα βυθίσαμε
που απ' αυτόν εκείνη μ' έβγαλε
για να με πάρει γελαστή απ' το χέρι
και να με πάει σ' ένα χώρο
απ' όπου βγήκα ολόλευκος κι εγώ
και έχοντας κι εγώ φτερά
λευκά και κείνα κι απαλά κι αιθέρια.

"Έτσι θα είμαστε οι δυο από δω και πέρα.
Κι έρωτα όλο.
Σαν έμαθα πως έπεσες απ' τον γκρεμό
αφήνοντας κείνο το γράμμα,
δεν άντεξα και νιώθοντάς σε πεθαμένον
ήρθα εδώ αμέσως.
Μα όπως είδα, πρώτη.
Χωρίς εσένα η ζωή θα ήτανε μαρτύριο.
Σε λάτρευα καθώς και συ.
Μα οι συνθήκες εκεί πέρα...
η κοινωνία, τα παιδιά, ο φόβος της αγάπης...
δε γίνονταν
ούτε να ξέρεις ότι σ' αγαπώ.
Μα τώρα έλα,
πάμε στα γλυκά του έρωτα ακρογιάλια
και στις γλυκές του τις πηγές
και στης αγάπης τις γλυκές φωλιές
φτιαγμένες για όσους ένιωσαν πως έρωτας
είναι ο θάνατος ο ίδιος."
"Δε θα χωρίσουμε ποτέ!"
"Εδώ κουτούλη μου δεν έχει χωρισμό.
Εδώ είν' η αιωνιότητα
και όπως μέσα της θα μπεις
έτσι και μένεις."
...Με σώσανε οι αχρείοι. Τώρα κείτομαι
σ' ένα κρεβάτι πάνω,
ζαλισμένος,
γεμάτος γάζες και ήμερες πληγές.
Δοκιμάζω το χέρι μου-δεν έχει δύναμη να σηκωθεί.
Λίγο πιο ύστερα
που κάπως η αδυναμία κι η ζάλη θα 'χουν φύγει
έρχομαι οριστικά Γλυκιά,
με μαχαίρι
τον άχρωμο σωλήνα κόβοντας του ορού,
έτσι που ολότελα να ξαιματώσω.





ιη. τελετουργίες
"Θέλεις;"
"Θέλω."
"Γιατί λοιπόν μου φεύγεις;"
"Qt ρίζες μου με σπρώχνουν μακριά σου'
"Τις ρώτησες γιατί;"
"Μου είπαν γιατί πρέπει να λέει το στόμα όχι,
τα μάτια σε ντροπή να ’ναι
κατεβασμένα,
ενώ την ίδια ώρα θα διαλέγω
τον πιo όμορφο και δυνατό
απ' όσους με ζητούνε."
"Αλλά με θέλεις.-δε θα πει: με διάλεξες;"
"Ναι, μα και πάλι πρέπει
όλα να γίνουν δύσκολα για σένα."
"Για να ’ναι μεγαλύτερη η χαρά της ένωσης;"
"Όχι, δε γνιάζονται οι ρίζες για χαρές.
Μον' θε ’νε να πλαντάει το σπέρμα από τον πόθο
για να ’χει μεγαλύτερην ορμή,
κι ο σπόρος που θα σπείρει να ριζώσει,"
"Μα ούτε συ ουτ' εγώ παιδί ζητάμε να
γεννήσουμε.
Λοιπόν έλα."
"Έρχομαι. Οι ρίζες ας με συχωρέσουνε."
"Τ’ άνθος σου εγώ θα δρέψω μόνο."











ΙΘ. ταυτότης επιθυμιών
-Καλή σου όρεξη κυρά μου στα φασόλια σου.
Αν φασολάκι εγίνομουν
και καρφωνόμουν στο πηρούνι σου
στου στόματος σου τη γλυκιά φωλιά θα μ' έβαζες;
-Φαί θα ήσουν και θα σ' έβαζα.
-Και πηρουνάκι αν εγινόμουν
θα με ρουφούσαν έτσι τα χειλάκια σου;
-Θα 'σουνα πηρουνάκι και θα σε ρουφούσαν.
-Κυρά μου για ένα όνομα μη σε καυμό με
ρίξεις.
Φασόλι πες με και το στόμα σου ας με γέψει.
-Λωλό μού μοιάζεις αγοράκι μου άγουρο.
-Και πηρουνάκι πες με και τα χείλια μου έλα πιες.
-Του κόσμου πώς την τάξη εγώ ν' αλλάξω αλανάκι μου γλυκό;
-Με κολυμπήθρες τα ματάκια σου τα
ολόμαυρα
και αγιονέρι το καυτό μου TO αίμα.
-Κιόλας σε βάφτισα γλυκό μου αγόρι. Όμως τον άντρα μου που οργώνει πέρα,
πώς να τον ειπώ;
-Μπαξέ που ένας διαβάτης του 'κοψε ένα ρόδο.
-Αχ! Άντρα μου μπαξέ
πάει το τριανταφυλλάκι σου.









κα. ο χορός
Μικρή η ζωή κι ο πόθος μας μεγάλος.
Όλα τριγύρω σου γλυκό χορό μέσα στην άνοιξη έχουν στήσει.
Χόρεψε και συ γλυκό κορίτσι!
Όλα τριγύρω σου γλυκό χορό έχουν στήσει.
Και τ' αγριολούλουδο κι ο λόφος κι η
λαμπρίτσα.

Όλα τρελά χορεύουν μες στην άνοιξη.
Χόρεψε γλυκό κορίτσι!
Γύρους με το φουστάνι σου απ' αστέρια
φέρνε
να ζαλιστεί ο ουρανός, στη γη να πέσει
και το φεγγάρι σου να δει κι εδώ να μείνει,

Όλα τριγύρω σε τρελό ρυθμό γυρνούνε.
Μικρή η ζωή κι ο πόθος μας μεγάλος.
Χόρεψε μαζί μου γλυκό κορίτσι.








ΕΡΩΣ
Έρως δεν είναι τ' ανοιγόκλεισμα στο μάτι του πάνω βλέφαρού μας για το κάτου;
 Έρως δεν είναι χου κισσού το σφιχτοπλέξιμο γύρω από το κορμί κάθε πλατάνου;
Έρως δεν είναι το αστροβόλημα της νύχτας και το ξανάβγαλμα του ήλιου το πρωί;
Έρως δεν είναι το τσιμέντο μες στα τούβλα που υψώνει ένα ένα κτίρια τόσα;
Έρως δεν είναι το τραπέζι αυτό που γράφω, που αν δεν ήτανε, τα μόριά του θα φεύγαν όπως πάνε τα πουλιά;
Έρως δεν είναι του καρφιού το κράτημα στον τοίχο;
Έρως δεν είναι το κουμπί το ρούχο που κρατεί;
Έρως δεν είναι η Άνοιξη που ανοίγει τα λουλούδια;
Έρως δεν είναι του ηλιού η αγάπη για τη γη μας και κείνης το στροβίλισμα τριγύρω από κείνον;
Έρως τ' αστέρια δεν κρατάει καλά ραμμένα στο ύφασμα πάνω τ' ατλαζένιο τ' ουρανού;
Της πέτρας έρωτας δεν είναι η μυριαιώνια η συνοχή κι η μάζωξη κι η αγάπη;
Τ' είναι που την καρέκλα σου δετή κρατεί κοντά στο δίπλα της τραπέζι;
Τ’είναι το σπίτι μας που δεν γκρεμάει από συντρίμμια κάτου να μας θάψει;
Η αγάπη των δοντιών σου το 'να τ' άλλου το κόσμημα δεν είναι αυτό που φτιάχνει που τόσο αυτόν που το κοιτάει ζαλίζει;
To πάτωμα τους τοίχους αν κρατάει μ' έρωτα μόνο δεν το κατορθώνει;
Έρως δεν είναι η ζωή που ζούμε αφόντας γίναμε κι ώσπου χαθούμε;
To κυνηγάρικο σκυλί δεν είναι με το κυνήγι του ερωτεμένο που έτσι αλύπητα το κυνηγάει;
Το φως που αχτιδωτά τραβάει πέρα, αγάπη δεν κρατεί σ' ευθεία μια;
Η ζακετούλα σου έρωτας δεν είναι το σωματάκι σου έτσι όπως ζώνει;
Γη κι ήλιος μ' έναν έρωτα δεμένοι ζευγαρωτά στο διάστημα δεν πάνε;


Μια έκρηξη αν σκορπίζει όλα γύρω, έρωτα για το χώρισμα δε δείχνει;
Δεν ειν' ερωτεμένος με τον τόπο ο οδοιπόρος, του προορισμού του;
Και το μπινγκ μπανγκ το μέγα έρως δεν είναι που αναγκεμένος απ' τη σύναξή τους πέρα δεν έκανε ό,τι τον φτιάχνει καθώς χωρίζουν οι ερωτεμένοι για να βρεθούν μαζί σε λίγο πάλι κι άλλες ν' αρθρώσουν έρωτα λεξούλες;
Έρως TO σύμπαν όλο δεν κατέχει για το απλωμά του, όπως και τη θύρα για το άνοιγμά της και το κλείσιμό της;
Έρως δεν είναι του νερού τ’ αυλάκι;
Του αυτιού μου έρωτας για τη φωνή σου;
Έρω δεν έχει των ματιών σου η φλόγα για των ματιών μου το καυτό το τζάκι;
Μ' έρω δεν είναι που το βάδισμά σου πάει και φριχτά το νου μου  βασανίζει;
'Ερω δεν έχει η θλίψη των ματιών μου με τις χρυσές αχτίδες των δικών σου;
To ξέραμα έρωτας δεν ειν' της λάβας που πέλαα πλάθει και βουνά και νήσους;
Έρως της σπίθας δε φωτάει το δρόμο το στρώμα το μπαμπάκινο να φτάσει κι όλο το σπίτι να το λαμπαδιάσει;
Έρω δεν έχει η σόλα με το δρόμο και παιχνιδάκια φίνα δεν του παίζει μια να του φεύγει μια να ξαναπάει;
Κι αυτόν, αν έρωτας δεν τον κτείχε δε θα μας πέταγε με δίχως λύπη μακριά του-στα χορτάρια και στα βράχια;
Δίχως τον έρω θα ’φεγγεν ο λύχνος το σκότος, εραστή του αν δε τον νιώθει;
Θα χώριζαν ποτέ οι γαλαξίες αν έρως δεν τους είχε πέρα σπρώξει για να βρεθούνε μ' άλλους άγνωστούς τους;
Θα δέχονταν η πόρτα το κλειδί μας αν έρωτας θερμός δεν τη δονούσε για την ψυχρή του σίδερου ουσία;
To κρύο θα ’ψυχε ποτέ τον πάγο αν το νερό TO κρύο δεν αγαπούσε;
To χρώμα θα χρωμάτιζε τον τοίχο;
Θα 'θελε η καρδιά μου ναν' δική σου;
Τα μάτια μου θα τα 'θελγε η θωριά σου;
To χέρι σου η αφή μου θα ποθούσε;
Τα χείλη μου θα ψάχναν τα δικά σου;
Θα έγραφα ποτέ αυτά τα λόγια συ αν δεν ήτανε να τα διαβάσεις;
Θα σμιγανε ο βράχος με το κύμα;
Θα ταίριαζε στο ψάρι το λεμόνι;
Του άνθους η μυρωδιά με τ’ άρωμά σου;
Και το σφυρί θα ζήταγε τ' αμόνι;
Ο Χρόνος, τη ζωή μας θα μαδούσε γυμνά τα κάλλη της αν δεν ποθούσε;
Κι η φύση θα σε γέμιζε με χάρες αν απ’ το κοίταγμά σου δε μεθούσε;
Πες μου, λαιμούς θα στόλιζε χρυσάφι χρυσού αν έρωτα δεν 'νειρευόνταν;
Του' το μολύβι που κρατώ θα μπόρειε πα' στο χαρτϊ να γράψει αν δεν πλαντούσε το μαύρο να δεθεί με το λευκό της;

Τάφοι θα δέχονταν της ζήσης ράκη αν τα συντρίμμια μας δεν αγαπούσαν;
Στα δάση μέσα τα δροσά βαθύσκια θα ταίριζαν πουλάκια στα δεντρά τους αν έρως δεν τα ζύγιαζε στα κλώνια;
Θα 'βρισε χελιδόνι τη φωλιά του που χρόνο ένα πριν είχεν αφήσει αν έρωτας δεν του 'δειχνε το δρόμο;
Του' το βιβλίο τώρα που διαβάζεις θα είχε τάχα μέχρι εσένα φτάσει αν τα χεράκια σου δεν αγαπούσε κι αν μες στα γράμματά του δεν εκλειούσε τον έρωτα που από σένα φεύγει, σε μέν έρχεται, σε ζωγραφίζει, και σαν εικόνα σου σε ξαναβρίσκει;
Ο έρως, που τη ζήση μου ορίζει, στη γειτονιά θα μ' έστελνεν ετούτη αν μέσα της δεν ήσουν συ καλή μου προσμένοντάς με για να μ' αγαπήσεις;
To χρήμα θα 'θελε το πορτοφόλι;
Οι τόσες μέρες τη ζωή μας όλη;
Τα χείλια θά 'στεργαγ το κοκκινάδι;
Τα χέρια θα ποθούσαν άλλα χέρια ν' αγγίσουν, να χαδέψουν, να ζεστάνουν;
To χρήμα θα 'θελε η φιλαργυρία;
Θα ζήταγε το ξόδεμα η σπατάλη;
Η λαιμαργία όλο θα πεινούσε;
Η αρετή θα σ' έσκεπε σα μάνα;
Σα χάδι θα σε τύλιγε η κομψότη;
Η γλύκα πάνω σου θα είχε δέσει;
To Θείο θα ζητούσε στη μορφή σου να ιδωθεί, καθρέφτης του αν δεν ήσουν;
Η ωραιότη θα περνούσε τόσα, αφόντας πλάστηκε, όρη και δρόμους για να 'ρθει και στο σώμα σου επάνω την ιδεατή σφραγίδα της να βάλει;
Η γοητεία θα γινόταν ταίρι κάθε σου κίνησης και βλέμματός σου αν έρως δε την έσπρωχνε σε τούτο;
Χώρια το χέρι απ' το κορμί μας θα ’ταν και τo κεφάλι μας απ' το λαιμό μας αν έρως δεν ετράβαε το 'να στ' άλλο.
Τα μήλα σ' αχλαδιές πάνω θα δέναν και μυγδαλιές θα εκαρπίζαν ρόδια.
Αέρας τον αέρα δε θ' αγαπούσε κι η γη ατμόσφαιρα τότε δε θα ’χε.
To νάτριο αν το χλώριο δεν ποθούσε θα 'χαμε αλάτι για το φαγητό μας;
Και τι άλλο παρά έρως οδηγάει και την κατσίκα προς τον τράγο-πάει;
Τι άλλο παρά έρως συνταιριάζει το κρύσταλλο δετό κι αυτό δε σπάζει;
Κι αν τη ματιά μου η κλειστή σου πόρτα σαν το μαγνήτη δεν τηνε τραβούσε θα 'ξερα εγώ κάθε γωνιάς το ρόζο και κάθε μιας σανίδας τα νερά της;
Η απουσία σου αν αταίριαστη ήταν με τη μεγάλη που με δέρνει θλίψη, θα εθλιβόμουν που μακριά μου είσαι;
Κι αν η χαρά τη θλίψη ερωτευόνταν ο ευτυχέστερος δε θα 'μουν όλων με τη χαρά σου η θλίψη μου να δένει;
Κι ο έρως δε με κάνει να σου γράφω και να σου τραγουδώ τραγούδια τόσα, που σαν καθένα τους στολίδι που 'ναι γύρω από σένανε πάντα γυρνάνε και να σε ξαναπλάσουνε γυρεύουν κι όληνε να σε φέρουνε σε μένα και πια να σε κρατώ σε κείνα μέσα και να μπορέσω και ξανά να ζήσω;
Κι ο έρως μακριά μου το φιλί σου δεν το κρατεί για να με βασανίζει;
Όλα γλυκειιά μου αγάπη έρωτας είναι-πώς να μη σ' αγαπούσα θα γινόνταν αφού έρωτας κοντά σου μ' οδηγάει...






ΣΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΈΣ ΠΟΥ ΤΌΣΟ ΕΙΡΗΝΙΘΚΆ ΔΙΑΔΉΛΩΣΑΝ ΦΈΤΟΣ ΤΟ ΔΕΚΈΜΒΡΗ ΚΑΙ ΠΟΥ ΤΌΣΟ ΓΛΥΚΆ ΚΑΙ ΕΥΓΕΝΙΚΆ ΜΙΛΆΝΕ ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΎΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΕΝΤΕΎΞΕΙΣ ΤΟΥΣ


Μόνο που δεν επέσατε
στα γόνατα ρε φίλοι-
και μόνο που δε φάγατε
σαν πρόβατα τριφύλλι…

Μόνο που δε φιλήσατε
ποδιές κατουρημένες
καθώς δειλά προφέρατε
λέξεις υποταγμένες...

Η Ελλάδα κατακλέβεται
απ’ τους πολιτικούς σας,
και σας να δείξτε ευγένεια
στους φαύλους είναι ο νους σας.

Βγαίνετε και κλαιγόσαστε
ότι δε σας ταϊζουν
και κείνοι από μέσα τους
χλευάζουν κι ονειδίζουν.

Με πιάτου ένα φαγητό-
πού θε’ μου έχετε φτάσει!..-
μπορεί ένας κλέφτης υπουργός
όλους σας ν’ αγοράσει....

Λες και δικό σας το φαϊ
δεν είν’ που χλαπακιάζουν,
και πρέπει να επαιτήσετε
για να σας το μοιράζουν.

Τέτoιο ετούτο τον καιρό
κατάντια έχετε δείξει.
που ουτ’ έναν οι κουβέντες σας
δεν έχουνε αγγίξει.

Τα ίδια σας βλέπετε να τρων
αυτοί τα κρέατά σας,
και τους εκλιπαρείτε σεις
για εν’ απ’ τα κόκαλά σας...

«Σοσιαλιστή» έναν υπουργό
βρήκατε,και χαιρό ’στε!!!
Μπράβο σας! Κι εις ανώτερα!
Αετοί μου!..Δεν πιανό ’στε!!!...

Και πια,σας φταίνε οι βουλευτές-
δε σας ακούνε λέτε...
Μα όμως εξεχάσατε:
πρέπει και να τους κλαίτε...

Και πως τραβάτε είπατε
ένα σωρό μαρτύρια
(Κρίμα...πώς έγινε αυτό;
Βρε πράματα μυστήρια!...

Σεις τόσες τα ’χετε φορές
αυτά όλα ειπωμένα-
Πώς και οι υπηρέτες σας
Δεν τα ’χουν καμωμένα;)

Και τα λεφτά που δόθηκαν
στην κάθε μια Σχολή σας
δεν ξέρετε πού πήγανε...
Γκαρντάσια μου, άφερίμ σας!..

Μα μη σας γνοιάζει. Μία δυο
συνέντευξες ακόμα
και στο δικό σας τα λεφτά
θα έρθουνε το στρώμα...

Μον’ λείψατε να έχετε
μαζί σας και λιβάνι.
Και θυμιατό. Και άμφια.
Για δοκιμάστε...πιάνει!..

Όσο για ύφος...(δεν μπορεί
να πει το στόμα ψέμα),
κλαψούρικο ήταν αρκετά!
Και νερωμένο το αίμα!

Και θέλετε, αν καλάκουσα,
πολλές πορείες να κάντε.
Βλέπω ψηλά στοχεύετε,
δεν είστε άντε άντε...

Μία πορεία το λοιπόν
ακόμα ετοιμάστε
και θα σας σεργιανούν αυτοί
ενώ εσείς θα κοιμάστε...

Σφραγίδα κράτους θέλετε
δυο λόγια για να πείτε!...
Στους δρόμους θα σας έκοφτε,
ψοφοδεείς!, να βγείτε,

και φοβερά ν’  αστράψετε-
τα νιάτα όπως μπορούνε-
που ως και τ’ αστέρια όταν σας δουν
κι εκείνα να κρυφτούνε;...

Μα μια σταγόνα είστε και σεις
στο έλος που λεν Ελλάδα.
Μαύρη καπνιά από της σβυστής
της λευτεριάς της δάδα.

Της τύχης σας είστε άξιοι-
της ατυχιάς σας ήτοι:
μην ξεσηκώνεστε-μπορεί
ν’ ανοίξει καμιά μύτη...

Και ο …σεμνός σας πρύτανης
ωραίο σάς ήταν ταίρι!
Μα μπρος! η φιέστα τέλειωσε-
φιλήστε του το χέρι

και πέστε του τού αναρχισμού
θα βγάλτε τη σημαία
και θα ’ναι πάλι στο εξής
όλα όμορφα κι ωραία.

Και πια καθείς στο σπίτι σας
ωραία ωραία καθήστε,
τα χέρια σας σταυρώσετε
κι απ’ το θεό ζητήστε.

Έτσι θα πάρτε πιο εύκολα
εκείνα που ζητάτε
πόρτες ατσάλινες παρά
με άνθη να χτυπάτε.

Πιο, έτσι, θα΄ναι πιθανό
να σας ακούσει κάποιος,
απ’ όσο είναι ένας νεκρός
να ζωντανέψει, σάπιος.

Μα φίλοι μου, ή λαθέψατε
ή έχετε κακομάθει-
αυγά κανένας με πορδές-
πασίγνωστο- δε βάφει.

Στεφάνια αν θέλετε χρυσά
το Δίκιο να σας πλέξει,
δεν είναι «ζητιανέψετε»,
«αρπάξτε!» είναι η λέξη!

Για να φλογίσει, φίλοι μου,
ο ήλιος της Πατρίδας
θέλει-αλίμονο!-κορμιά
στη ρίζα κάθε αχτίδας.

Δε θέλει ζητιανέματα
και σαχλοκαταλήψεις.
Δε θέλει κανακέματα
και γλύψιμο όπου φτύσεις.

Δε θέλει μέσα χώσιμο
του κεφαλιού στην άμμο΄
δε θέλει με κακομοιριά
και με ραστώνη γάμο.

Δε θέλει «σας παρακαλώ»,
δε θέλει «ελεήστε!..»
Θέλει έργα. Θέλει πόλεμο.
Θέλει ζωές να σβήστε.

Θέλει στα μάτια φλόγισμα.
Θέλει στο χέρι αξιότη.
Θέλει την άκρατην ορμή
της νεολαίας την πρώτη.

Δε θέλει με τους άδικους
κουβέντα πουλημένη.
Δε θέλει λόγια όμορφα
κι έκφραση μια θλιμμένη.

Ελευθερία φέρετε!
Αυτός ειν’ ο αγώνας!
Αν όχι, σκλάβους θα σας βρει
κι ο άλλος ο αιώνας.

Αλλιώς σας μυκτηρίζουνε
και σας οικτίρουν όλοι-
και οι φτωχοί κι όσοι έχουνε
γεμάτο πορτοφόλι.

Όλων το ντρόπιασμα είσαστε
σεις τότε των ελλήνων
μιας και μιλάτε στ’ όνομα
μα και στη θέση εκείνων.

Κανόνες δημοκρατικούς
μη θέτε να τηρείτε
όταν με ανύπαρκτους μιστούς
και με υποτέλεια ζείτε;

Αν ναι, να τη χαιρόσαστε
τέτοια δημοκρατία.
Μα ό,τ’  είναι Ανθρώπινο,
σχέση μ’ εσάς καμία.

Κανόνες που εθέσπισαν
οι φαύλοι αν ακλουθάτε,
μες στο τσουβάλι τους δετοί
σε λίγο θα μετράτε.

Μα φαίνεται πως το ’χετε
Φίλοι μου αποφασίσει
τα μάτια σας στη λογική
καθείς σας να τα κλείσει.


Μπάτε στο Σύστημα λοιπόν
κι εσείς , καλοί μου φίλοι:
η που σ’ αυτό σας οδηγεί
ορθάνοιχτη ειν’ η Πύλη.


Δε σώζεται αδέρφια μου
η χώρα με τα λόγια
ούτε με μια που θα ’ρχονταν
από ψηλά ευλόγια.

Λοιπόν τραβάτε στο καλό
και στην καλή σας ώρα.
Με νέους ως σας-όχι, δε ζει
μα θάβεται μια χώρα.

Ξίφος εδώ χρειάζεται
και όχι δεκανίκι.
Με νέους άπραγους κι ωμούς
ποτέ δε θα ’ρθει η νίκη.

Ίσως φιλόσοφοι πολύ
μια μέρα εσείς να γίνετε,
μα του Αγώνα τη φωτιά
φίλε μου, έτσι τη σβήνετε.

Κι αν σ’ όλες μέρος λάβατε
τις που ’γιναν πορείες.
γι αγρίους είναι μόνο αυτό
καλοί μου ιστορίες.

Τους πλούσιους και τους ισχυρούς
αν δεν ταρακουνήστε,
ούτε ο αγώνας, ούτε συ
τίποτα θα κερδίστε.

Το κράτος τους συθέμελα
να τρέμει αν δεν το κάνετε
ζήτουλες όλοι  έζήσατε,
ζήτουλες θα πεθάνετε.

Αγκάθι αν πολύαλγο
δεν είστε στο πλευρό τους
τότε νερό είστε γάργαρο
για τον νερόμυλό τους.

Στην άκρια η πέτρα αν δε βαλθεί
άβατος μένει ο δρόμος.
Αν δεν σκοτώσεις το θεριό
δε σταματάει ο τρόμος.

Και με πορείες σαν αυτήν
που έκανες τις προάλλες,
των φοιτητών το κίνημα
κατρακυλάει τις σκάλες.

Τον λιόντα , μον’ του κυνηγού
η σφαίρα θα τον χάσει.
Τα ξόανα τώρα ειν’ άχρηστα΄
ένας ο Θεός: Η ΔΡΑΣΗ!

Νέε, κάτσε στην καρέκλα σου
και γράφε στον κομπιούτερ.
Και για να μην κουράζεσαι
κάνε πορείες με σκούτερ…

Μ’ από τα νιάτα δε ζητά
ο λαός μακάριον ύπνο΄
ζητάει γεύμα γιορτινό
κι ίδιο για όλους δείπνο.

Δε θέλει να κρυβόσαστε
πίσω από τα βιβλία.
Θέλει ακράτηγη ορμή.
Κι η βία θέλει βια.

Αλλιώς και σάς εμπαίζετε
τους ίδιους, και το λαό σας,
που έχει κάνει δίκιο του
το δίκιο το δικό σας.


Μα να τελειώνω. Έγραψα εγώ
λόγια εδώ φλογάτα,
μετά τα «γράψατε» κι εσείς,
κι ούτε ζημιά ούτε γάτα.

Λοιπόν αντέστε κάνετε
κι άλλη καμιά πορεία,
κι αφήστε όσους μάχονται
να γράφουν Ιστορία.

            -----



ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Γεωργίου Χολιαστού




Ο Βαλτάσαρ ήτανε ο ένας από τους τρεις μάγους που προσκύνησαν το μικρό Χριστό. Χρόνια πολλά μετά ο Βαλτάσαρ, καθισμένος ίσως δίπλα σ' ένα τζάκι, διηγείται στον εγγονό του τα γεγονότα εκείνης της ημέρας.
Ο Βαλτάσαρ διηγείται στον εγγονό του
Πηγαίναμε οι τρεις μας. Για ημέρες
επάνω στης καμήλας μας τη ράχη
με την υπομονή δώσαμε μάχη
και της ερήμου τις φρυγμένες ξέρες.

Και κάποια νύχτα εφάνηκε το αστέρι.
Ήταν καθώς σκυμμένοι από χρόνια
το 'δαμε, στα ιερά και προαιώνια
μέσα βιβλία, στης Περσίας τα μέρη.

Τώρα στ' αλήθεια μας εφανερώθη.
Κι ενώ ήτανε λαμπρό σαν ήλιοι χίλιοι
για μας σα γλυκερό ήτανε καντήλι-
κανένα μας το μάτι δεν 'τυφλώθη.

Και με απαλή μι' αγνότη και μια χάρη
λαμπρόφεγγε. Κι η νύχτα ήταν δικιά του.
Κι έλουζεν όλα πάνου κι όλα κάτου.
Και η ψυχή μας 'λάφρωσε' κι εχάρη.

Και λες χορεύοντας και τραγουδώντας
σαν κοριτσόπουλο ερωτεμένο
τραβούσε μπρος το τρισευλογημένο
πίσω του άλαλους κι εμάς τραβώντας.

Και πια δε νιώθαμε καθόλου κόπο.
Και τ' άστρι τ' ωραιότερο κι απ' τ' άνθη
πάνω από μια σπηλιά πήγε κι εστάθη
τον άγιο έτσι δείχνοντας τον τόπο.

Στον θεοσύναχτο μπήκαμε χώρο.
Μα σα μηχανικά μπροστά στα πόδια
που μωρουδίστικη χύναν ευώδια
καθένας μας απόθεσε το δώρο.

Γιατί και νους και σώμα και ψυχή μας
αμέσως δέσμια εγίνανε στο βρέφος-
δέσμια καθώς είναι η βροχή στο νέφος
και η ζωή κι η βλάστηση στη γη μας.

Και μεις οι τρεις,που σ' όλη μας τη ζήση
με μυστικά μεθάμε τ' ουρανού μας,
εμείς όπου αλάθητα το νου μας
με γνώση και σοφία έχουμε ασκήσει,

εμείς, σ' αυτό το βρέφος μι' άλλη γιε μου
είδαμε, θεια Φύση θρονιασμένη
που είθε όλην της τη μεστωμένη
την ευλογιά να νιώσω μέσαθέ μου:

έτσι καθώς τα ροδαλά χεράκια-
τ' αγνά, κινούσε, εκείνα εμεγαλώναν
θεριεύανε, γιγάντωναν, απλώναν
(τα’ άγια Του, τα μικρούλικα χεράκια!)


και μία φτιάχναν αγκαλιά μεγάλη
τρανότερην απ' την ουράνια εκείνη
που 'βλεπες μέσα στοργικά να κλείνει
τον κόσμο μας κι αυτός ζεστά να πάλλει.

Κι ως τα ποδάκια πλέκανε τα δυο Του,
λες ότι κιόλας είχε βγει στη στράτα
κι όπου πατούσε τα κακά φευγάτα
και αντρειωμένο τώρα το καλό Του.

Και όταν η βουλη Του-α! η βουλή Του!_
το γιορτινό Της άπλωνε το χέρι,
το "ναι" του αδύνατου γινόταν ταίρι
και ο παλμός συντρόφι του ακινήτου.

Και στις βραγιές του απείρου του ζοφώδους
κόσμοι επλάθονταν, ήλιοι εγεννιόνταν,
το φως δοξαστικά εμφανιζόνταν
κι έρρεαν ποταμοί λάβας φλογώδους.

Και μες στου βρέφους τα ματάκια όπου
μιαν εσοβάρευαν, μια παιχνιδίζαν,
έβλεπες αγριόκρινα κι ανθίζαν
η ευτυχία κι η χαρά του ανθρώπου.

Κι έβλεπες πειρασμών άγριες ερήμους
να γίνονται ολοπράσινες οάσεις'
κι έβλεπες πεθαμένων αναστάσεις
και ύμνους άκουες εορτασίμους.

Κι άκουες τη φωνή την εξαισία
να συμβουλεύει και να παροτρύνει
και την εθαύμαζες που φλόγα εγίνει
εκεί-στην επί Όρους Ομιλία.

Και μες απ' τα χειλάκια Του να βγαίνει
άκουσα μια φωνή, που αναγάλλια
όμως και φρίκη μου 'φερε ως αγάλια
στη νύχτα απλώνονταν την αγνισμένη:

«Έίμαι το Φως. Και Είμαι η Αλήθεια.
Όποιος θελήσει και Μ' ακολουθήσει
αυτός στο σκότος δε θα περπατήσει
αλλά στα φώτα της ζωής τα πλήθια.
Για σας η γήινη ζωή Μού εδόθη.
Τη Θεία διδασκαλία Μου δεχτείτε
και γίνετε έτσι άξιοι να μπείτε
στη Βασιλεία για σας που ’θεμελίώθη.

Κι αν θα διαλέξετε να Με σκοτώστε
σκοτώστε Με' μα εγώ κι απ' το σταυρό Μου
απ' τον Πατέρα θα ζητώ Θεό μου
σταυρό γι αυτό εσείς να μη σηκώστε».

…Σκέφτομαι γιε μου και γελώ με μένα-
πήγα κρατώντας δώρα μες στα χέρια
σ' Αυτόν που δώρα, γη, ουρανούς κι αστέρια
μ' ένα Του Λόγο μόνο έχει πλασμένα".




TO ΒΟΔΙ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ
Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που μ' αξίωσες
να δω το γιο Σου.
Και αν δεν έχει το γλυκό το βόδινο
το πρόσωπό Σου
και αν δεν έχει όπως περιμέναμε
τέσσερα πόδια
μα η ψυχή του ολόλευκη και πάναγνη
καθώς στα βόδια.
Πολύ Εσύ καλλίτερ' από μένανε
ξέρεις τι πρέπει.
Εσύ που η ματιά Σου η ολοκάθαρη
όλα τα βλέπει.
Και ξέρεις πως απάνω στο χωμάτινο
της γης το τόπι
τα πλάσματα που σωτηρία θέλουνε
ειν' οι ανθρώποι.










_. Τα ευαγγέλια μάς λένε ότι ο Ιωσήφ ήθελε να διώξει τη Μαρία όταν είδε πως ήταν έγκυος χωρίς να έρθει σε επαφή μαζί του. Και ενώ εβασανίζονταν από την ιδέα αυτή, είδε ένα όνειρο.
To όνειρο του Ιωσήφ
Ο Ιωσήφ κοιμήθηκε, Σκέψεις θανατερές
το απλοικό παιδεύουνε μυαλό του.
Κι όταν αποκοιμήθηκε-πέθανε κάλλιο πες-
ηρθ' ένας άγγελος μες στ' όνειρό του.

Κι ήταν you αγγέλου τα φτερά λευκότερα απ' το φως'
κι ο Ιωσήφ στον ύπνο του εταράχτη'
κι ήτανε σαν τρισμέγιστος ν' ανάτειλε λαμπρός
ήλιος κανείς από μια κρύα στάχτη.

Και σοβαρή μία φωνή εβγήκε απ' τα λεπτά
κι ευγενικά του άγγελου τα χεΐλη
όπως το Μέγα Έλεος βγαίνει από τα σεπτά
τα χείλη Εκείνου που τον είχε στείλει:

"Μην τρέμεις-έναν άγγελο βλέπεις Ιωσήφ εδώ.
Απ' το θεό στη γη στάλθηκα κάτου'
κι ειν' έργο μου μοναδικό να λειάνω την οδό
για να διαβεί το Άγιο Θέλημά Του.

Και είναι Θείο Θέλημα, Ιωσήφ, να γεννηθεί
ο Λόγος του Θεού από τη Μαρία'
είναι σε μήτρα μέσα μια θνητή να σαρκωθεί
του γένους των θνητών η σωτηρία.

Κι ειν1 η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
μέσα της το Άγιο Πνεύμα να καρπίσει.
Κι ειν' η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
τον μόνο του θεού Γιο να γεννήσει.

Αυτός, το σπόρο που κρατεί για κάθε Αληθινό,
για κάθε ΩραΙο και για κάθε Μέγα,
Αυτός που όλα κυβερνάει από τον ουρανό-
Αυτός, το Άλφα όλων και τ' Ωμέγα,

Αυτός που εφύτεψε το Φως σrou Σκότους την καρδιά
και άνθίσανε οι Ήλιοι και οι Μέρες,
Αυτός που εσκόρπισε στης γης τη ράχη την πλατιά
ζώα κι ανθρώπους και φυτά κι αγέρες,

Αυτός το σπόρο εδιάλεξε να στείλει της Ζωής
μες στης Μαρίας τη μήτρα την αγία'
κι αυτή 'ναι η ενανθρώπιση της Θείας της Πνοής
κι αυτή 'ναι η Ένσαρκος Οικονομία.

Σήκω και στη γυναίκα σου στάσου Ιωσήφ κοντά
και όπως πριν σκεπτόσουν μη τη διώξεις-
στα σπλάχνα της των Προφητών μέσα η φωνή βοά
κι οι σάλπιγγες ηχούν της Θείας Δόξης.

Λοιπόν μη βασανίζεσαι, Μη σκέψεις αλγεινές
παιδεύουν το καθάριο το μυαλό σου'
ειν' η Μαρία Υψηλή μέσα στις ταπεινές-
ειν' αειπάρθενος η σύντροφός σου!•

Εξύπνησε ο Ιωσήφ. Και με φωνή απαλή
"Σ' ευχαριστώ Θεέ μου" φιθυρίζει΄
και στη Μαρία πάει κοντά κι αγγελικό
στα βλογημένα Της μαλλιά φιλί χαρίζει.








Προσευνή μικρού παιδιού
Όταν ήσουνα Χριστούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ' τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;

Ζήταγες απ' τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ' άρεσε και Σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλλες;

Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" Σ' ακούω να μου λες,
γιατί αφού Θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.

Μα εμένα-δες Χριστέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ' ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.

Αχ! Χριστούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ' αυτές που 'χετε σεις.

Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"

Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και Σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.




Σαν περιβόλι
Καθώς Θεέ τους βόλους του
μικρό παιδί κρατάει
και Συ μες στην παλάμη Σου
ίδια κρατείς την Πλάση.

Κι όταν γυρίζεις να τη δεις
από χαρά μεθάει΄
κι όταν μια λέξη θα της πεις
ανθεί σαν περιβόλι.



Χιλίων
Τι κι αν τις εντολές όλες τηρήσω
τι κι αν πιστέψω και μετανοήσω-
αφού έχω σκέψη και βουλή δική μου
σίγουρη έχω εγώ την Κόλασή μου.


Αφού βαδίζω κόντρα στον αέρα,
τη νύχτα αφού εγώ την κάνω μέρα,
την πέτρα αφού απ' τον τόπο της την παίρνω
και όπου ο νους μου ορίζει τηνε φέρνω-
αφού αντίθετα ενεργώ στη Φύση αντιστρατεύομαι το Θείο Μεθύσι'
αφού χαλώ την Τάξη των Πραγμάτων
Χιλίων είμαι άξιος θανάτων.



Διαπιστώσεις
Όχι πως κάνω κριτική Θεέ μου στη βουλή Σου,
μα έχω μια διαπίστωση τα χρόνια τούτα κάνει:
κάθε χρονιά και πιο αργεί να έρθει η γέννησή Σου
ενώ όλο και πιο γρήγορα η σταύρωσή Σου φτάνει.


Λογίκή προσευχή
Παράλογος δεν είμαι Θε μου
(θυμάσαι; εικόνα Σου κι ομοίωσή Σου!)
γι αυτό κι η προσευχή μου λογική θα είναι.
Δε Σου ζητώ καλούς να κάνεις τους ανθρώπους'
να μη φοράνε μόνο μάσκες καλωσύνης.
Δε Σου ζητώ να μη πατούν τα πόδια τ' άνθη'
τ' άνθη όμως Θε μου να μη νιώθουν πόνο.
Κι ούτε οι πόλεμοι να σταματήσουν'
μόνο τα όπλα ας έχουν πάνω τους ζωγραφισμένο
εν' άστρο.
μια λαμπρίτσα, ή, Θεέ μου,
(που 'ναι ίδιο)
τη μορφή Σου.



Θα δεις
Όλα γύρω μου μου λένε
να γελάσω-γα χαρώ.
Όταν όμως άλλοι κλαίνε
τότε Θε μου δεν μπορώ.

Κάνε Θε μου πρώτα εκείνους
χαρωπούς και πια θα δεις-
ευτυχίας θ' ανθίζω κρίνους
απ’ τα βάθη της ψυχής.


To άγγιγμα του θεού
Όσα χτυπήματα η ζωή
Θεέ μου κι αν μας δίνει
καθένα του με τον καιρό
περνάει-ξεχνιέται-σβήνει.

Εν' άγγιγμα όμως από Σε
πάντα δικό μας μένει-
με φως το νου μας πλημμυρά
και ΣΤΗΝ ψυχή μας δένει.









θεός και Χρόνος
Τάχα οι άνθρωποι το Χρόνο εβρήκαν,
τον πήρανε, τον κόψανε κομμάτια
και λένε στην ουσία του πως μπήκαν
και πως γνωρίσαν μήκη του και πλάτια.

Κι αν όμως οι πολλοί έτσι νομίζουν
με τη μεγάλη που τους δέρνει άγνοια,
ο Χρόνος, για όσους πράγματι γνωρίζουν
στη Θείαν αναπαύεται τη Διάνοια.



Δεν είναι
Απ' τη ζωή αν γατζώνομαι
σα γάτα πα' σε δέντρο
που να γλιτώσει απ' του σκυλιού
πασκίζει τα σαγόνια,

δεν είναι γιατί μέσα της
φτηνές χαρές γυρεύω'
δεν είναι τόπους για να δω
ή πλούτη να μαζέψω.

Απ' τη ζωή αν γατζώνομαι
δεν είναι για να ζήσω-
είναι για να 'χω τον καιρό,
Θε μου, να Σε γνωρίσω.






Κατάκτηση
Άραγε πώς θ' ακούγεται η φωνή μας
στα Θεία Σου τ 'αυτιά;
Αστείοι και μεις κι αυτή μαζί μας
και θα γελάς πλατιά.

Μόνο τα Πνεύματα με Σε μιλάνε
κι αυτά μονάχα ακούς'
τα λόγια μας εμάς χαμένα πάνε
κι ας τα γεννάει ο νους.

Μα 'γω έψαξα και βρήκα τη μονιά Σου
και κει Σε καρτερώ.
Έλα! Και κάψε με με τη Φωτιά Σου!
Ζώσε με με Καιρό!

To ξέρω πως με νιώθεις-δε Σ1 αγγίζω
με ανάρμοστη φωνή'
δεντρί πανώριο είσαι και θροίζω
του κλώνου σου κλωνί.


Η λύση
Με κράζει το πουλί
κοντά του με καλεί'
το δρόμο αναμετράω:
μακριά μου-δε θα πάω.

Στον ουρανό εν' αστέρι
μου άπλωσε το χέρι
μα ό,τι και να κάνω
μακριά μου-δεν το φτάνω.

Μα να ο Θεός που πλάι,
μαζί μου περπατάει
κι όλα, πουλιά κι αστέρια
κρατεί στα δυο Του χέρια



Με σιωπή
Και όλα όταν διαβάσω τα βιβλία
και όλους αν ακούσω τους σοφούς
στην ίδια μένω πάλι απορία,
στο ίδιο πάλι σκότος του ο νους.

Ούτε την πιο μικρή δεν έχω ιδέα
για την ουσία Σου ή τη Μορφή-
κάθε υπόθεση που κάνω νέα
στην αίσθηση άφταστη είναι κορυφή.

Και πώς να Σου μιλήσω; Σε ποια γλώσσα;
Σε λέξης ποιας το νόημα να χαθώ;
Ποια να Σε κλείσει Εσένα εικόνα ζώσα
και πώς, Θεέ, να Σου προσευχηθώ;

Αλλ' αγαπώ αυτή μου την τυράγνια
κι αγάλλομαι γι αυτή μου την ντροηή:
το Θείο το γνωρίζεις με την Άγνοια
και του μιλάς μονάχα με Σιωπή.



Προσευχή ευσεβούς μελλονύμφου κόρης
Ας γίνει ο γάμος μου Θεέ
δεντρί που θα καρπίσει
κι όλες τις χάρες της ψυχής
στα κλώνια του ν' ανθίσει:
την άγια του έρωτα χαρά,
την άκοιμη φροντίδα,
και του παιδιού την ευλογιά-
του κόσμου την ελπίδα.

Και να 'ναι η ένωση αυτή
πάνω Σου στηριγμένη-
να φέγγει απ' την ανάσα Σου,
το Φως Σου ν' ανασαίνει.

Και μες στο Χάος του Σήμερα
που όλα έχει ρημάξει
να πλέκει αυτή αθόρυβα
του Αύριο την Τάξη.




Παναγία
Παντάνασσα. Οδηγήτρα. Ελεούσα.
Επίσκεψις των καταπονουμένων.
Πανάχραντος. Πανύμνητος. Θεομήτωρ.
Μεσίτρια των χριστιανών. Η ελπίδα
Απελπισμένων. Η Αλουργίς η Θεία.
Άσπιλος. Ουρανών Υψηλοτέρα.
Πηγή Ζωής. Περίβλεπτος. Θεοφόρος.
Αχειροποίητος. Χαρά των ζώντων.
Πάνσεπτος. Προστασία αδικουμένων.
Άφλεκτος Βάτος και Λαβίς Πυρφόρος.
Πάναγνος. Χερουβίμ Ενδοξοτέρα.
Αμαρτωλών Εγγυήτρια. Πλατυτέρα....
Κι απλά για όλους μας: η Παναγία.




Σαν όνειρο
Τρανός καβαλάρης σε άλογο ολάσπρο
βοήθα να γίνω μια μέρα Χριοτέ μου.
Και μέσα να ζω σε πεντάμορφο κάστρο
που δε θα φοβάται ορμή όποιου ανέμου.

Και να 'ναι η ζωή μου το στέριο το κάστρο
και να 'ναι τα γκέμια ο άσφαλτος νους μου
και να 'ναι η ψυχή μου το άτι το αιθέριο
που δίνει φτερά στους θνητούς λογισμούς μου.

Και όταν η ώρα η άγια θε’ να 'ρθει
το άτι για πάντα το κάστρο ν' αφήσει,
σαν όνειρο να 'ναι παιδάκι που πλάθει
αφού χορτασμένο στον ύπνο βυθίσει.


Ενοχές
Κάθε το χέρι μου ή ο νους
που σ' αμαρτία απλώνει
θαρρείς καρφί κρατεί Χριστέ
και Σε ξαναοταυρώνει.

Και τότε τρέμω σύγκορμος
και σιωπηλά σπαράζω
και νοερά κάθε φορά
τη Θεία Σου Χάρη κράζω

και, ή την ψυχή μου, της ζητώ
απ' το σώμα να χωρίσει,
ή να την κάνει τους φρικτούς
φονείς Σου ν' αγαπήσει.


Προσευχή σώφρονος νέου
Κι αν μηχανές η γη έχει γεμίσει
που ολημερίς μιλούν αντί για μας,
εγώ ανθρώπινη ποθώ μια ζήση-
Συ θέλω στην ψυχή μου να μιλάς.

KΙ αν φτάσανε, Θεέ μου, στο φεγγάρι
ψηλότερα να φτάσω εγώ ζητώ-
εκεί που η χάρη Σου γλυκά μεθάει
το θείο Της δωρίζοντας ποτό.

Κι αν έχουνε βολάν κατευθυντήρια
κι οδήγησης συστήματα λογής,
στα γήινα θέλω εγώ τα ολετήρια
Εσύ το βήμα μου να οδηγείς.



Αιωνιότης
Κι αυτά που πέρασαν κι όσα θα 'ρθούνε
δεν εχαθήκανε.
To Πριν και το Ύστερα οτο Πνεύμα νήχονται
μέσα το Θείο Σου.
Κι ειν' αναρίθμητα κι όσα θα γίνουν
κι όσα γινήκανε-
η "ιστορία" μας σταγόνα αίματος
μες στο Σφαγείο Σου.







Έλεος
Κύριε απόψε τα θεριά
ουρλιάζουν αγριεμένα.
Η γη δείχνει τα νύχια της.
Αίμα σταλάζουν τ' άστρα.

Κύριε απόψε τα βουνά
πλακώνουν την ψυχή μας'
μάς σαβανώνει ο ουρανός..
η θάλασσα μας πνίγει...

Έλεος Κύριε! Έλεος!
Είμαστε πλάσματά Σου!
Έλεος Κύριε! Δείξε μας
το άλλο πρόσωπό Σου.



Η επιστροφή του ασώτου
"Πατέρα γύρισα από κει που Συ με είχες στείλει-
κάλλιο από όπου μ' άφησες μονάχον μου να πάω.
Πρωί εκίνησα και να! ψυχομαχάει το δείλι
που νύχτωμα ένα προμηνά πολύδωρο και πράο.

Ολοζωής επήγαινα, Για λίγο αν σταματούσα
το χώμα επερπάταγε στα πόδι μου από κάτου'
σε μια ζωή αγιόρταστη και πολυτυραννούσα
μελετημένα κι άφευγα φέρναν τα βήματά του.

Κι ως προχωρούσα, δίπλα μου, όντα καθώς εμένα
βαδίζανε, μη ξέροντας κι αυτά για πού τραβάνε,
μόνο πηγαίνανε κι αυτά σαν έρμα και σαν ξένα
ή από πιόμα δυνατό σαν μεθυσμένα να 'ναι.

Καθένα μίλαγε άλληνε-δική του μία γλώσσα.
Κι άστοχη κάθε του βουλή και κάθε του ήταν πράξη.
Και «ποιος», αναρωτιόμουνα, «δύστυχα όντα τόσα,
ή θέλοντας ή άθελα τα 'χεν εκεί πετάξει;..»

Και όταν μέσα εκοίταζα στα μάτια τους ζητώντας
μια συνεννόησης σταλιά, μια σπίθα αδερφοσύνης,
εκείνα αντιθωρούσανε τα μάτια μου φρικιώντας
σαν αποτρόπαιο να 'τανε να παίρνεις και να δίνεις.

Κι όταν το χέρι μου άπλωνα ν' αγγίξω εν' άλλο χέρι
(για τι άλλο θα μου το 'δινες το χέρι μου πατέρα;)
αντίς για τ' άγγιγμα χεριού με χάραζε μαχαίρι
και ματωμένη κι αλγεινή κυλούσε η κάθε μέρα.

Τους μίλησα κι ανήκουστα τα λόγια μου ήρθαν πίσω.
Τους έδωσα κι ότι έδωσα πίσω άδοτο ερχόνταν.
Η ειρωνεία με δάγκωσε σαν ήρθε ν' αγαπήσω,
και όταν άναβα ένα φως από εκείνους σβηόνταν.

Τόπος δεν ήτανε αυτός σε μένα να ταιριάζει.
Έτσι ταιριάζει σε νερά πελάγου ίσκιος δάσου.
Τόπος δεν ήτανε αυτός σε μένα να ταιριάζει-
δεν είμαι-όχι-στον τόπο μου σα βρίσκομαι μακριά Σου".

Την άσπρη και την κρύα Του ντυμένος ερημία
δίχως μιλιά σ Μαρμάρινος στεκόνταν ο Πατέρας,
φωνή σαν να μην ήχησε τριγύρω Του καμία
ή μάρμαρο λες να 'τανε κι ο γύρω Του αγέρας.

Και η αμέτοχη ήτανε και σοβαρή θωριά Του
ασάλευτα παράξενη κι άγρια γαληνεμένη
Και πέρα, πέρα, στο Άπειρο έβλεπε η ματιά Του.
Κι αμίλητα τα χείλια Του. Κι η γνώμη Του κρυμμένη.

Και το μαρμαροκάμωτο υφαίνοντάς Του δέρμα
πάνω Του συνωστίζονταν άπειρα πλήθη όντων-
όντων που θα τριγύριζαν αλλιώς μονάχα κι έρμα
στα ξερολίθια της στεριάς...στα κύματα των πόντων...
"Δέξου με στην αιώνια Σου Πατέρα αταραξία.
Κλέισε την ταραγμένη μου ψυχή μες στην ψυχή Σου.
Όλη όση εμοιράθηκε στην ύπαρξή μου αξία
είναι μικρό ένα μόριο να 'μαι της ύπαρξής Σου".

Ως απαντάει ο Βοριάς στ' αδύναμο πουλάκι
κι ως γνιάζονται για του γιαλού την πέτρα τ' άγρια
βύθη
έτσι κι ο Γίγας γνιάστηκε για κείνο τ' ανθρωπάκι
κι έτσι σε ότι εμίλησε Αυτός του αποκρίθη.

Και κείνο, με τα μάτια του να του θαμπώνουν όλο
το δρόμο προς του Γίγαντα πήρε το ποδονύχι
τον Μέγα όπως τ' Ουρανού τον Ατελείωτο Θόλο
κι Άσπρον καθώς το συνηθούν του Κοιμητήριου οι Τοίχοι.


Δε θέλουμε ποίητές!
-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.
-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ..
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.. Δε θέλουμε ποιητές.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα.
Δε θέλουμε ποιητές.
-----

Γεώργιος Χολιαστός






Διαφημίσεις. Παντού διαφημίσεις. Και όλες με πρωταγωνίστριες ωραίες γυναίκες. Ημίγυμνες και σκόπιμα προκλητικές. Στο σπίτι, στο γραφείο, στους δρόμους, στους κινηματογράφους, σε πινακίδες, περιοδικά, εφημερίδες, τοίχους. Γυναίκες ημίγυμνες που καλούν. Και στους δρόμους, στα καταστήματα, σε Υπηρεσίες, σε κέντρα, γυναίκες ζωντανές, γυμνές ή ημίγυμνες. Και τις βλέπουμε να μας καλούν και πρέπει να συγκρατιόμαστε να μην ανταποκριθούμε στα καλέσματά τους. Γιατί αν δεν συγκρατηθούμε θα βρεθούμε στα δικαστήρια και στις φυλακές. Ποια λογική το δέχεται αυτό; Ποιος νόμος επιτρέπει το βασανιστήριο αυτό των πολιτών, σε περίοδο μάλιστα όπου καταργούνται τα βασανιστήρια παντού στον κόσμο; Ποιος πολιτισμός το επιτρέπει; Μα ο πολιτισμός του εικοστού πρώτου αιώνα του πλανήτη γη, ο νόμος της κοινωνίας του κοπτόμενου για την ηθική του σύγχρονου ανθρώπου, η λογική του κέρδους και της ψυχικής ρυπαρότητας της εποχής.
Έξω ελεύθερες γυναίκες με ελάχιστα ρούχα, προβάλουν στήθη, μηρούς, γλουτούς, χαμόγελα, προκλητικές ματιές και συμπεριφορές, υποσχέσεις, παραδείσους. Και γύρω και ανάμεσά τους άντρες διψασμένοι για γυναίκα, να καίγονται σαν σφάγια στον βωμό του πάθους που οι γυναίκες τους ανάβουν.
Ίδιος ο παράδεισος της Γένεσης. και κει το δέντρο υψωμένο με όλους του τους προκλητικούς καρπούς και οι άνθρωποι να μην μπορούν να το αγγίσουν. Τι καλλίτερο υπήρχε στον παράδεισο; Ίδια η κατάσταση όπως κι εδώ. Και εκεί μάλιστα ολόγυμνη η Εύα. Και όπως σήμερα εδώ, ύστερα από πολλές προσπάθειες από μέρους του άντρα δεν κατορθώνει αυτός παρά ένα μικρό κομμάτι ευτυχίας να γευτεί, έτσι και κει μια δαγκωνιά μόνο έφαγε ο άντρας από το μήλο.
Και οι ίδιες οι γυναίκες αυτές, όταν κάποιος άντρας ανταποκριθεί στα καλέσματά τους και τους χαμογελάσει ή τους πει έναν ερωτικό λόγο, οι ίδιες αυτές οι γυναίκες δείχνουν προσβλημένες και αντιδρούν επιθετικά ή απαξιωτικά ενάντια στον που τόλμησε να  φανεί έτοιμος να πάρει ό,τι αυτές άφθονα προσφέρουν.
Και η σεξουαλική πείνα θερίζει τον άνθρωπο του πλανήτη και απασχολεί συνέχεια το μυαλό του η επεξεργασία τρόπων συμπεριφοράς ελκτικών των έτσι εκδιδόμενων γυναικών.
Μάταια όμως. Και ο άντρας πεθαίνει διψασμένος για έρωτα όπως γεννιέται, αφού έχει ζήσει μια ζωή στέρησης, πόνου, ανικανοποίητου πόθου, μια ζωή δυστυχισμένη. Και εκείνο που μένει από αυτές τις ζωές είναι  χρήματα και σπίτια και περιουσίες που αποκτήθηκαν είτε από την ανάγκη απασχόλησης του άντρα ώστε να ξεχνάει για λίγο τη δυστυχία του, είτε από την μάταιη πεποίθησή του ότι αποκτώντας όλα αυτά θα μπορούσε να αγοράσει τις γυναίκες.
Και έτσι προχωράει η κοινωνία και έτσι οπισθοχωρεί η ευτυχία.
Καπιταλισμός-όλα μετριούνται με το χρήμα…
Κι εγώ, ολοζωής να τσιτσιρίζομαι από τον πόθο, μόλις τώρα, λίγο πριν μπω στον τάφο, ξεκλέβω λίγο από τον γεμάτον δυστυχία χρόνο μου, για να γράψω τα λόγια αυτά, που ως τώρα απόφευγα να παραδεχτώ την τρομαχτική τους αλήθεια.
Θα αλλάξει κάποτε η κατάσταση; Ναι, όταν ο άνθρωπος αποκτήσει λογική. Και σε ένα έργο μου περιγράφω το πώς θα είναι τότε τα πράγματα, δηλαδή περιγράφω την ευτυχία του ανθρώπου.





Φραν. Επιτέλους, ένα ωραίο θέαμα στην τηλεόραση. Μακριά πολύ από κείνα τα άκομψα, αργά, κοιμισμένα, γελοία, ανόητα θεάματα της ελληνικής τηλεόρασης, Μακριά πολύ από τα γελοία παιχνίδια όπου συναγωνίζονται στη βλακεία από τον σκηνοθέτη μέχρι τον τελευταίο ηθοποιό, μακριά από τους γελοίους χορούς όπου ακούς τα δημοτικά τραγούδια και αυτό είναι όλο κι όλο ο πολιτισμός που περηφανεύονται ότι υπηρετούν, μακριά από τα πάρτι όπου καμιά τριανταριά άνθρωποι κάθονται γύρω γύρω και ακούνε κάποιον γελοίο και σαλιάρη τύπο να τους αναγγέλλει τι αποκρουστικό θα ακολουθήσει, μακριά από τα άγευστα και άοσμα «δρώμενα» που επαρχιακοί και πρωτευουσιάνικοι σταθμοί κατά κόρον εκπέμπουν, μακριά από τα εμετικά σφηνάκια, από τον γελοίο Σεφερλή που έδωσε ό,τι είχε σε μισή ώρα και από τότε μπήκε στη χορεία των ασήμαντων που εκμεταλλεύονται και προάγουν την ηλιθιότητα των ελλήνων. Μακριά από την ελληνική τιβί μ’ ένα λόγο, που ούτε μια εκπομπή ανεκτή δεν έχει να δείξει.
Και έρχεται το μισάωρο της Φραν. Ξύπνιο, με άριστους διαλόγους, χωρίς τις βραδείες σκηνές και το για ώρα κόλλημα του φακού πάνω σε ένα ευτελές και μακράν του συναισθήματος που πρέπει να δείξει κάθε φορά αρμενίζον πρόσωπο, χωρίς τια ανούσιες εναλλαγές γελοίων προσώπων.
Οι σκηνές του εναλλάσσονται ταχέως, σπιρτόζικες, πρόσωπα εκφραστικότατα, βγάζουν το γέλιο όχι μόνο με ένα λόγο, όχι μόνο με μια γκριμάτσα, μα κύρια με μια σιωπή την ώρα που πρέπει.
Φραν-ένα δείγμα της αμερικάνικης ικανότητας να μην κοροϊδεύουν οι ηθοποιοί και τα κανάλια το λαό και τους εαυτούς τους. Αμερική-μία χώρα που της αξίζει να είναι κοσμοκράτειρα. Μόα χώρα που πήρε το αγγλικό φλέγμα και του έδωσε νεύρο και υπερβολή για να φτάσει να σκορπάει το γέλιο σε έξυπνους και όχι σε κοιμισμένους ανθρώπους.
Τι ταίζουν τους έλληνες οι τηλεοπτικοί μας σταθμοί-ό,τι τους αξίζει!







12-8-09
Δε βγήκα καθόλου. Παραγγέλνω στο ΑΜΙ καρμπονάρα φούρνου. Τρώω το ένα τρίτο και με πονάει τοο στομάχι. Απόδειξη ότι τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήσαν χάλια. Χρόνια τώρα καταλαβαίνω αν είναι αγνό το φαγητό με κριτή το στομάχι μου. Και ποτέ δεν πέφτω έξω. όπου το έλεγα όμως γινόμουν αντικείμενο χλευασμού. Έχω χρόνια που ούτε αυτό πια δε λέω. Ηρεμία.
Μου έπεσε ένα πιρούνι κάτω. Έπρεπε να χρησιμοποιήσω το ξύλο-μαγκούρα. Αφού περιτύλιξα και το πιρούνι με ένα κομμάτι χαρτιού κουζίνας κάνοντάς το έτσι ογκώδες και όχι γλιστερό, με τη μαγκούρα να το στριμώχνει ανάμεσα σ’ αυτήν και στη δεξιά παντόφλα μου, η τελευταία σηκώθηκε και με τη βοήθεια της μαγκούρας το έβαλε μέσα στον κάδο που ρίχνω τα χαρτιά. Από κει το έπιασα εύκολα.
Τις τελευταίες μέρες βγαίνω χωρίς κάλτσες γιατί δεν γίνεται να σκύψω και να τις βάλω.





«ΑΠΆΝΤΗΣΗ» ΣΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΆΚΗ ΣΤΗΝ ΑΠΆΝΤΗΣΉ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΡΊΑ ΔΡΑΓΏΝΑ
Κύριε Θεοδωράκη γεια χαρά.
Διάβασα στο «τρωκτικό» την απάντησή σου στην κυρία Δραγώνα και θέλω να σου πω τα παρακάτω.
Γέρασες πια, πλησιάζει η ώρα του αφανισμού σου, έχεις πανικοβληθεί και σαν αντίδοτο στον πανικό σου ζητάς να αναγνωρίζεσαι συνεχώς. Όμως οι έλληνες έχουν πάψει από καιρό να ασχολούνται μαζί σου. Αντιδρώντας σε αυτό, ζητάς να σε ξαναθυμηθούν όχι για την προοδευτικότητα που κάποτε σε διάκρινε-και που τώρα έχει οριστικά εκ των πραγμάτων ξεπεραστεί-, αλλά για την οπισθοδρόμηση στην οποία έχεις περιπέσει. Όμως αυτή η οπισθοδρόμηση είναι μειοψηφική και συνεχώς φθίνουσα οντότητα σήμερα, οπότε και αν σε προσέξουν θα σε προσέξουν σαν ψόφια μαύρη μύγα μέσα στο (άσπρο) γάλα.
Μα κι αν παρατείνεις την ζωντανή παρουσία σου ανάμεσα στους έλληνες για λίγα χρόνια ακόμα, όμως Θεοδωράκη όταν λείψεις από το φως του ήλιου όλοι θα σε ξεχάσουν οριστικά.
Από μουσική δεν ξέρω, επίσης δεν έχω διαβάσει τα βιβλία της κυρίας Δραγώνα ή της κυρίας Ρεπούση. Για σένα ξέρω μόνον ότι σε λένε μεγάλο μουσικό και ακούω ότι έχεις περάσει από όλα τα κόμματα. Και ως για το ότι πέρασες από όλα τα κόμματα δεν λέει τίποτα για τα πιστεύω σου, γιατί ο άνθρωπος αλλάζει πεποιθήσεις και γνώμες ανάλογα με διάφορα γεγονότα και συνθήκες που αντιμετωπίζει στη ζωή του. Ως πάλι για μεγάλος μουσικός, μπορεί να είσαι, όμως για μένα δεν είσαι τίποτα τέτοιο. Θα ήσουνα μουσικά μεγάλος αν είχες φροντίσει να καταλαβαίνουν τη μουσική όλοι οι έλληνες. Τώρα είσαι μεγάλος μουσικός για χίλιους ανθρώπους που λένε ότι καταλαβαίνουν από μουσική, δηλαδή ένας μουσικός Μουσείου. Ότι είσαι κεφάλαιο για τη χώρα και άλλα ηχηρά παρόμοια, τα ακούω και γελάω-αν ήσουνα κεφάλαιο στα χέρια του λαού μάλιστα-τότε θα άξιζες πράγματι κάτι.
Αλλά ας πω κι εγώ τη γνώμη μου για…τη γνώμη σου (ή να πω την πίστη σου;)πάνω σε θέματα που στο παραπάνω γράμμα σου διάβασα και έμαθα ότι έχεις.
Κατακεραυνώνεις την καημένη την κυρία Δραγώνα σ’ αυτό σου το γράμμα.
-Παλλαϊκή αντίδραση στις απόψεις της κυρίας Δραγώνα πού την είδες;
-Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ δεν «τρεφότανε με τον ελληνικό πολιτισμό για τον οποίο είμαστε περήφανοι και συγχρόνως οραματιζόμαστε τη μελλοντική κοινωνία της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της«πανανθρώπινης λευτεριάς».
Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ πολεμούσε για να φέρει τον παγκόσμιο σοσιαλισμό (δηλαδή τον κουμουνισμό) και τρεφότανε με τον πόθο για δικαίωση των δάκρυων, του αίματος και των αγώνων όλων των καταπιεσμένων όπου γης και χρόνος.
-«…έχοντας καταδικάσει σε λήθη τη σύγχρονη ιστορία μας.»
Τι από τη σύγχρονη ιστορία μας είναι άξιο για θύμηση;
-«Όμως η ακτινοβολία εκείνων των ηρωικών χρόνων αψηφώντας όλα τα εμπόδια εξακολουθεί να εμπνέει το λαό μας,…»
Κύριε Θεοδωράκη, έξω από κείνους που «εμπνέονται» από την «ακτινοβολία! εκείνων των χρόνων» επειδή αυτό φέρνει χρήμα με ανεμπόδιστη ροή από το κράτος στις τσέπες τους, κανένας άλλος ούτε νοιάζεται ούτε ξέρει ή ενδιαφέρεται για το τι έγινε τότε.
-«Κι ακόμα γνωρίζει καλά -γιατί τα βιώνει, ποια είναι τα βασικά ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία που μας διέπλασαν από το ΄21 έως σήμερα.»
Αν κρίνουμε από το πώς μας διέπλασαν, μπορούμε να φανταστούμε κύριε Θεοδωράκη την ανυπαρξία τέτοιων στοιχείων, για να μην πω την αθλιότητα όσων υπήρχαν. Φαίνεται όμως ότι σας ικανοποιεί η σημερινή οικονομική, πολιτιστική, κοινωνική, παιδευτική, κοινοβουλευτική κατάσταση της χώρας. Δικαίωμά σας.
-«…σε σχέση με το ελληνικό έθνος και τις ρίζες του,…»
Ποιες είναι οι ρίζες του κύριε Θεοδωράκη; μα ξέρω, το λέτε και το ξαναλέτε μέσα στο γράμμα σας: οι αρχαίοι έλληνες…
Κύριε θεοδωράκη, καμμία σχέση των σημερινών «ελλήνων» με τους έλληνες εκείνους, πλην του ότι κατοικούν και κατοικούσαν στον ίδιο τόπο.
-«….τότε δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν η Επανάσταση του ΄21, το κίνημα του Φιλελληνισμού, το δημοκρατικό κίνημα του Μακρυγιάννη, η αποπομπή του Όθωνα, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Εθνική Αντίσταση.»
Βεβαίως και δεν θα είχαν υπάρξει. Κάτι άλλο θα είχε ίσως υπάρξει και ό,τι θα είχε υπάρξει θα ήταν πραγματικά καλό και ικανό να φέρει κάτι όμορφο σ’ αυτή τη χώρα.
Η επανάσταση του εικοσιένα…μια προσπάθεια των πλουτοκρατών ελλήνων της εποχής και των πλιατσικολόγων «ηρώων» μας να διατηρήσουν οι μεν και να αποκτήσουν οι δεύτεροι (τα) προνόμιά (τους), όταν η Τουρκία θα έπαυε να κατέχει την Πελοπόννησο-κάτι που πέτυχαν οι Μεγάλες Δυνάμεις.
Ο Φιλελληνισμός…μια ρομαντική κίνηση της εποχής για το χώρο όπου έδρασαν οι αρχαίοι έλληνες.
Το δημοκρατικό Κίνημα του Μακρυγιάννη…κάτι αναπόφευκτο, όπως η «αναγνώριση» του ΚΚΕ από τον Καραμανλή-για να ελέγχεται από τους ίδιους τους εκάστοτε προύχοντες η νέα κατάσταση.
Η έξωση του Όθωνα…πόλεμος φατριών για τη μάσα…
Οι βαλκανικοί (επεκτατικοί) πόλεμοι…
Η εθνική αντίσταση…μια καταστροφή που ακολούθησε το ανόητο ΌΧΙ. Και αν τολμούσαν ας μην υπάκουαν οι έλληνες στο ΌΧΙ του δικτάτορα…
.
Στον πόλεμο όλοι οι λαοί δρέπουν δάφνες. Μα η δόξα στεφανώνει εκείνους τους λαούς που τις δάφνες τις κερδίζουν στους αγώνες της ειρήνης…
Και η περίφημη αντίσταση κατά της χούντας…το πολυτεχνείο…απλά κύριε Θεοδωράκη, όταν ειδοποιήθηκαν οι ημέτεροι των αμερικανών ότι αποφασίστηκε η εκδίωξη της χούντας, μπήκαν στο πολυτεχνείο ώστε μετά να μας σακατέψουν «κυβερνώντας» μας για είκοσι χρόνια…
Μα καλά, ύστερα από τόσες ηρωικές πράξεις πού είναι η προκοπή μας;…η προκοπή μας σα λαού λέω, όχι η δική σου, εσύ πρόκοψες.
Ως για τα ονόματα που αραδιάζεις τόσων λογοτεχνών, καλλιτεχνών κλπ, θα αντάλλαζα όλα αυτά με ένα πιάτο στο τραπέζι ενός πεινασμένου, όπως όλα τα «μάρμαρα» που ζητάτε (για να τα καταστρέψετε κι εκείνα…) θα τα αντάλλαζα με μια θέση σε κάποιο νοσοκομείο για έναν άρρωστο που τώρα πεθαίνει σαν το σκυλί στο δρόμο.
-Μα έχουμε και τους μεγάλους πολιτικούς…Καραμανλή, Παπαντρέου…καλά την κατάστρεψαν την Ελλάδα και οι δυό τους, καλά μάζεψαν από δύο δισεκατομμύρια ευρώ καθένας τους…
«Κι αυτό γιατί οι εθνικοί και δημοκρατικοί μας αγώνες, καθώς και τα πνευματικά έργα και οι πολιτικές πράξεις των προσώπων αυτών, διαπνέονταν από την πεποίθηση ότι η σύγχρονη Ελλάδα έχει επηρεαστεί βαθειά από μια βαρειά κληρονομιά, απέναντι στην οποία θα πρέπει να φανούμε δημιουργικά αντάξιοι.»
Ώστε επηρεασμένοι από τη βαριά(!) μας κληρονομιά(!) έγιναν όλα αυτά τα τρομερά (;) που μας λες!!! και όχι για τη μάσα….Μπράβο…Μα τόσο ιδεολόγος...;;;…
-Μα να μη συνεχίσω. Μαντεύετε τη γνώμη μου και για τα υπόλοιπα.
-Άντε κι ένα τελευταίο: «αυτές οι τρεις λέξεις, που όπως είπα, ενέπνευσαν και στήριξαν όλες τις γενιές των νεοελλήνων, για να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα.»
Τόσο υπερήφανος είσαστε λοιπόν για το τι είμαστε σήμερα; Όχι, δε θα σε πω ούτε εγώ ακροδεξιό. Ο ακροδεξιός πρέπει να αιτιολογεί τα πιστεύω του με σοβαρά επιχειρήματα, όπως ο Καρατζαφέρης, κάτι που εσύ δεν κάνεις.  Σου είπα τι νομίζω για όσα πρεσβεύεις, στην αρχή της γραφής μου αυτής: το γήρας ουκ έρχεται μόνον Θεοδωράκη…
-Μα λες ακόμα πως οι αρχαίοι έλληνες είχαν δημοκρατία. Ας είσαι καλά, γέλασα λίγο.
«….Οι κάτοικοι λ.χ. ενός χωριού εξέλεγαν τακτικά με καθολική ψηφοφορία την διοικητική και τη δικαστική τους εξουσία. Κι αυτό αντανακλάται στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, μέσα στο οποίο ρητώς αναφέρεται ότι απαγορεύονται οι «τίτλοι ευγενείας». Άλλωστε αυτό το δημοκρατικό φρόνημα μπορούμε να πούμε ότι παραμένει έως σήμερα βασικό γνώρισμα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.»
Για σκέψου! Και πού πήγε όλη αυτή η δημοκρατία των κατοίκων του χωριού Θεοδωράκη; Μα όχι, συγγνώμη, το λες,: «παραμένει έως σήμερα βασικό γνώρισμα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.»… Άραγε σήμερα έχουμε δημοκρατία…Θαυμάσια!
-Αλλά να! και ο Ρήγας Φεραίος, να και για τέταρτη (ή πέμπτη;) φορά η εθνική αντίσταση… Γέρασες Θεοδωράκη και δεν ξέρεις τι λες…
-Και είμαστε και ανώτεροι από τους γερμανούς….
και γιατί; Λόγω πλάτωνα, Σωκράτη κλπ… Παραγέρασες Θεοδωράκη…
Και κανείς δε σε παίρνει πια στα σοβαρά.
Μείνε με τις «δόξες» που σου απόδωσε μία εποχή,επειδή πήγαινες με τα άνομα νερά της, δηλαδή με την «αναγνώριση» της μουσικής σου αξίας, και άσε τον κόσμο να προχωρήσει εκεί που εσύ δεν γίνεται να είσαι, χωρίς να τον στολίζεις με συντηρητικές, παλιομοδίτικες, άσκοπες και ανώφελες κορδέλες που φεύγουν με το πρώτο φύσημα του αέρα.
Γέρασες Θεοδωράκη.
Με συμπόνια
Γιώργης Χολιαστός





Το παιχνίδι από το Χριστό χάθηκε από τη στιγμή που είπε αυτός στον Πέτρο να βάλει στη θήκη του το μαχαίρι.


Μικρός, όταν ρωτούσα κάτι τον πατέρα μου «γιατί..;», έπαιρνα την απάντηση "για να ρωτάς".
Μεγάλος σκέφτηκα τη σοφία της απάντησης. Αν τα ψάρια μιλούσαν, αν το νερό δεν πάγωνε, αν...αν..., τότε θα έπαυαν να υπάρχουν οι σχετικές ερωτήσεις μου. Και τότε με τι θα βασάνιζα εγώ το παιδικό μυαλό μου και πώς θα περνούσα τον επί γης καιρό μου; Αν δεν είχε εμφανιστεί ο χριστιανισμός με τι θα περνούσαν τη ζωή τους τόσοι παπάδες και τόσοι υποστηρικτές και διώκτες του; Αν δε γίνονταν οι πόλεμοι τι θα έκαναν οι λαοί; ("Κάτι άλλο", σας ακούω να μου λέτε. Ναι, μα τότε γι αυτό το άλλο θα γινόταν τώρα κουβέντα.)
Όπως όλα λοιπόν, έτσι και οι θεωρίες του Νταίνικεν δεν έχουν καμία αξία, μόνο βοηθάνε στο να περνάμε τον καιρό μας. Για παράδειγμα τι θα έκανα εγώ αυτή την ώρα αν δεν είχα να γράψω το σχόλιο αυτό;
Όλα λοιπόν υπάρχουν "για να ρωτάμε" και για τίποτε άλλο. Σκεφτείτε μόνο τι θα έχει μείνει από όλην αυτή τη φασαρία με τον Νταίνικεν μετά από εκατό χρόνια. Τίποτα. Γιατί τότε άλλα θα μας βοηθάνε να περνάμε την ώρα μας. Θα μου πείτε πως και όμως, μιλάμε για πράγματα που έγιναν πριν από χιλιάδες χρόνια. Ναι, αυτό όμως δε σημαίνει ότι αυτά έχουν κάποιαν αξία. Και αν η ¨αξία" των πραγμάτων και των γεγονότων μπήκε στο σχόλιό μου, δεν είναι παρά για να δείξω, περνώντας έτσι περισσότερη ώρα, ότι τίποτα δεν έχει αξία παρά εκείνην που του δίνουμε μιλώντας γι αυτό. Σκεφτείτε ακόμα πόσες πράξεις, λόγια, ενέργειες, γραπτά, κτίσματα και λοιπά έχουν υπάρχει από κτίσεως κόσμου (τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων προφανώς) και πόσα από αυτά μας απασχολούν σήμερα. Μερικές χιλιάδες. Ελαχιστότατα δηλαδή.
Δεν νομίζετε ότι είναι ζήτημα χρόνου και το ξέχασμα αυτών των χιλιάδων;
Και δεν ξέρετε ότι θα έρθει η ώρα που και τα τελευταία ενθυμήματα των ανθρώπων θα πάψουν να υπάρχουν με την άφευκτη καταστροφή της γης ή της ανθρωπότητας; Λοιπόν...τι λέγαμε;...α! για τον Νταίνικεν! Η γνώμη μου λοιπόν είναι....


Κοινωνική διάσπαση, ανασφάλεια και φοβικά σύνδρομα διάγνωσε ο πρόεδρός μας.
Επίσης βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών για το πολιτικό σύστημα.
Και κοινωνικές εκρήξεις που έρχονται.
Και «τρώση» !!!! του «αξιακού μας κώδικα»!!!!
Και όμως, όλα αυτά δεν θα εμποδίσουν τους έλληνες να υπερασπιστούν τα δίκαια εδαφικά τους δικαιώματα έναντι των τούρκων.
(Ίσως γιατί παρόλαυτά «στην ελληνική κοινωνία υπάρχει φως και μεγαλείο»!!!!!... Κύριε των Δυνάμεων…)
Σκέψου δηλαδή να ήμασταν μονιασμένοι, να νιώθαμε ασφαλείς, να μην τρέμαμε από το φόβο μας, να είχαμε εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, οι πολιτικοί να μην έκλεβαν, να μην είχαμε κοινωνικές εκρήξεις και το σπουδαιότερο να μην είχε «τρωθεί»!!! ο «αξιακός μας κώδικας»!!!-θα ήμασταν εμείς οι πλανητάρχες.







«Η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα είναι βαθιά επειδή έχει τρωθεί ο αξιακός κώδικας», είπε ο πρόεδρός μας της δημοκρατίας μας.
Δεν είναι δηλαδή μίσος και ασυγκράτητη τάση για εκδίκηση αυτό που νιώθουν οι πολίτες για τους πολιτικούς τους, απλά πρόκειται για "κρίση εμπιστοσύνης τους απέναντι στο πολιτικό σύστημα".
Και αυτό όχι επειδή οι πολιτικοί τούς κλέβουν, αλλά επειδή "έχει τρωθεί ο αξιακός κώδικας".
Πάπαλα.
Ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Να τι χρειάζονται οι πρόεδροι της δημοκρατίας: να λένε ακαταλαβίστικα την αλήθεια τόσο, που οι πολίτες, είναι που είναι ηλίθιοι, να ησυχάζουν πια πλήρως.
Γιατί άλλο είναι να πεις "ο βιαστής είχε γενετήσιον συνομιλίαν" με το θύμα του και άλλο να πεις "ο βιαστής γάμησε τη γυναίκα".
Και να λέμε πάλι καλά που έχουμε πρόεδρο σοσιαλιστή. Γιατί αν ήτανε καμιά φασίστρα του κερατά, μπορεί να έλεγε "τελευταίως παρατηρείται μία τάσις προς άρσιν της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το πολιτικόν σύστημα και ίσως η τάσις αύτη να είναι ο καταλύτης που θα επιφέρει την -θου Κύριε!-τρώσιν του αξιακού συστήματος".
Αυτά.
Η γλώσσα! Η γλώσσα!
Μίλα στο λαό στη γλώσσα του και την άλλη στιγμή έχουνε πέσει όλα τα κεφάλια των δυναστών του: πολιτικών και δημοσιογράφων.
Μίλα στο λαό στη γλώσσα του και την άλλη στιγμή πάει η μάστιγα της θρησκείας.
Η γλώσσα!..
Μα ποιος θα το έκανε-ποιος θα εγκατάλειπε το ισχυρότερο όπλο του στην πάλη του ενάντια στο Λαό;









Λαϊζει ο ΛΑΌΣ-δεν λαϊκίζει!











Κλέβουν όλοι γι αυτό κανείς δε μιλάει…(Μήτρος Γιάννος;…)………….

Μιλένα Αποστολάκη…




ΘΑ ’ΘΕΛΑ ΝΑ ’ΜΟΥΝ ΥΠΟΥΡΓΌΣ

Θα ‘θελα να ‘μουν υπουργός
να κλέβω το δημόσιο
χωρίς να έχω διόλου εγώ
ουτ’ ιερό ούτε όσιο.

Και αν με δουν και βούκινο
το κλέψιμό μου γίνει
να ’ρχεται ο πρωθυπουργός
και τη Βουλή να κλείνει.

Γιώργης Χολιαστός

ΘΑ ’ΘΕΝΑ ΝΑ ‘ΜΙΑ ΒΟΥΛΕΥΤΉΣ

Θα ‘θελα να ’μαι βουλευτής
να τρώω με δύο στόματα
βίλλες να έχω, να ’χω γιοτ
και να πατάω σε πτώματα.

Να λέω ναι σε ότι πει
ο αρχηγός του κόμματος
και σ’ όσα κάνει αυτός στραβά
να λέω: «Βοήθεια! Αόμματος…»

Γιώργης Χολιαστός



ΑΧ! ΝΑ ’ΜΟΥΝΑ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΌΣ

Αχ! να ’μουνα πρωθυπουργός
και να ’χω τόσα φάει
που κι ο ένατός μου εγγονός
για Κροίσος να μετράει.

Και πια να λέω συνεχώς:
«σεμνά και ταπεινά!»
τον λαουτζίκο φτύνοντας
που –ο χαζός!- πεινά.

Γιώργης Χολιαστός





Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής











ΚΛΕΊΣΙΜΟ ΒΟΥΛΉΣ
Κι αφού σιγούρεψε ότι κανείς
στη φυλακή δε θα ’μπει βουλευτής
μετά άφησε λυτή τη Δικιοσύνη
να κάνει τη δουλειά της πια και κείνη.




Το θέατρο της μιας σελίδας

                                 ΛΑΌΣ ΔΙΚΆΖΩΝ
Πρόσωπα: Λαός, κατηγορούμενοι (Μητσοτάκης, Σημίτης, Παπανδρέου, Καραμανλής, Ντόρα, Κυριάκος)

Λαός
Κύριε Επίτιμε ποτέ, κλέψατε στη ζωή σας;
Μητσοτάκης
Ποτέ μου κύριε δικαστά-εγώ μόνο τα πήρα.
Λαός
Αθώος. Σεις, εκλέψατε ποτέ κύριε Σημίτη;
Σημίτης
Εγώ; Ποτέ αγαπητέ-τα έχω πιάσει μόνο.
Λαός
Αθώος. Μήπως κλέψατε κύριε Καραμανλή μου;
Καραμανλής
Εγώ; Ο τόσον ηθικός και στέρεας Παιδείας;
Λαός
Αθώος. Και παρακαλώ-να λείπουνε τα γέλια!..
Και σεις; Μήπως εκλέψατε κυρία Ντόρα ίσως;
Ντόρα
Εγώ μονάχα εψώνιζα χωρίς λεφτά στη Ζήμενς.
Λαός
Αθώα. Και σεις αγαπητέ κύριε Παπανδρέου;
Παπανδρέου
Δεν ξέρω… Αλλά καλού κακού  ρωτήστε τη μαμά μου.
Λαός
…Αθώος… Για έλα δω κι εσύ ρε νιάνιαρο Κυριάκο-
Πες μου έκλεψες; Κι αν ναι, νωρίς δε βγήκες στο κουρμπέτι;
Κυριάκος
Εγώ να σ’ έκλεβα Λαέ; Πώς κάτι τέτοιο σου ‘ρθε;
Ποτέ! Μον’ ό,τι αγόραζα ξέχναγα να πληρώνω.
Λαός
Όλοι αθώοι.  Πηγαίνετε.
(Βγαίνουν όλοι γελώντας. Μόνος)
                                             Ορίστε: όλοι αθώοι!
Αχ! Οι συκοφαντίες σας παλιοεφημερίδες!
Το Δίκιο αν δε σκεφτόμουνα μόνος μου ν’ αποδώσω,
η αμφιβολία θα μ’ έτρωγε ποιος ξέρει πόσο ακόμα…
Και να! Κανείς δεν έκλεψε! Μου το ’πανε οι ίδιοι!
Αυτοί αν δεν ξέρουν τότε ποιος; Αγνοί πολιτικοί μου!...
Και τώρα ήσυχος πολύ από χαζές ιδέες
τραβώ στην κάλπη όλο χαρά να τους ξαναψηφίσω!










ΜΙΑ ΜΙΚΡΉ ΚΥΡΊΑ

Μια μικρή κυρία
βραδινά ντυμένη
μια γλυκιά κυρία
από το σπίτι βγαίνει.

Άστραψαν τα θάμπη.
Λάμπουν όλα γύρω.
Λάμπει η νύχτα-λάμπει.
Κάρπισε το στείρο.

Της ψυχής τα χιόνια
 λιώσαν τα αιώνια.
 Μια κυρία μικρούλα-
μύρο της ζωής μας.
Μια κυρία γλυκούλα-
να ’τανε δική μας!..

Ζεράρ Νταπαρντιέ, Νίκολας Κέητζ, Γούντυ Άλεν, παίζουνε τους ηθοποιούς. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται την ανυπαρξία όποιου ταλέντου σ’ αυτούς. Μια κακή στιγμή της ανθρωπότητας τους έκανε ηθοποιούς και η βλακεία της τους συ ντηρεί.  Όπως σε μας τη Βουγιουκλάκη  για παράδειγμα. Παίζοντας παίζουν τους εαυτούς τους. Μια έκφανση της κατάντιας της σημερινής πραγματικότητας.





Η αποβλάκωση και η τελματοποίηση του έλληνα συντηρείται από ένα σωρό παράγοντες της κοινωνίας που έχει δημιουργήσει ή που τον έχει δημιουργήσει. Ένας από αυτούς είναι η σταθερά βλακώδης έκφραση των παρουσιαστών των ειδήσεων της τηλεόρασης. Πάντοτε ανέκφραστοι, νομίζοντας ότι έτσι μένουν ουδέτεροι στα εξιστορούμενα γεγονότα, αγέλαστοι, ψυχροί, «σοβαροί», με το ίδιο ύφος μας παρουσιάζουν τον θάνατο ενός ανθρώπου κει τον ερχομό της Άνοιξης. Ισοπεδώνουν έτσι όλα και κάνουν τους ήδη ηλίθιους έλληνες ηλιθιότερους. Η ανατολίτικη κουλτούρα μας. Που αν ταιριάζει και αν είναι στοιχείο προόδου και πολιτισμού για τους ανατολίτες, εδώ είναι στοιχείο δουλείας και ανενεργού πνεύματος.




ΤΑΊΡΙΑΓΜΑ

Αυτός
έψαχνε να ’βρει μια γυναίκα
να της υποταχτεί.
Εκείνη
κοίταζε για ένα δούλο.

Βρέθηκαν.
Και ταιριάξαν απολύτως.

Χαράμι πήγαν οι λάμπρές σπουδές του. Αντίθετα
η αμορφωσιά εκείνης εθριάμβευσε.

Την μέρα κιόλας της γνωριμιάς τους
τον φόρτωσε όλες τις βαλίτσες της,
κι έτσι άθλιον κάνοντάς τον,
έβαλε μες στην τσέπη του το χέρι της
και πήρε είκοσι χιλιάδες
«ν’ ανοίξει μαγαζί.»

Άξιοι της τύχης τους κι οι δυο.








Τρία δις γυναίκες στον πλανήτη
κι ούτε μια μες στο δικό μου σπίτι.

Επιστημονική ονομασία του φαινομένου:
αρνητικός γυναικοτακτισμός.

Και συνεπέστατος-μία ζωή τα ίδια.










ΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΆ ΜΑΣ

Ωραία που ’ν’ απέξω
τα νοσοκομειακά μας!
Και σιγουριά
εμπνέει το μπλε το φως τους.

Σα μέσα μπεις
σανίδες τρεις για κρεβάτι,
έλλειψη κάθε φάρμακου
και οι οροί ξορκισμένοι.
Ένας αχθοφόρος
ή κουλουρτζής
ή ζητιάνος
έχει επιστρατευτεί
(πέντε ευρώ κάθε «ταξίδι»)
κι αναπαύει τα κιλά του
ισορροπία κρατώντας
σ’ ένα σκαμνί επάνω.

Έτσι άρρωστοι πολλοί
ζωντανοί δε φτάνουν στο νοσοκομείο.
Κι ένα πιστοποιητικό θανάτου
οι γιατροί τους ετοιμάζουν-
δουλειά που απόξω τήνε ξέρουν.

















            χτεσινοβραδινά.

ΤΟ ΞΑΝΑΖΩΝΤΆΝΕΜΑ ΤΗΣ ΜΆΡΩΣ

Χτες ξαναζωντανέψαμε τη Μάρω.

Δυο γέροντες –παιδιά μαζί της τότε
και μια γρiά –καλή της φιλενάδα
σκυμμένοι πάνω απ’ την παλιά φωτογραφία
με τ’ άσπλαχνα της μνήμης μας τα νύχια αρπάξαμε
και ζώσα πάλι φέραμε κοντά μας
την χρόνια πριν για μας χαμένη κόρη,
με τα μεγάλα της τα μαύρα μάτια
και το λεπτό σαν σανιδένιο της κορμί
με τα δυο στήθη τα μικρά και πετρωτά
να ξεπηδούν απ’ το κλουβί του θώρακά του
μεστά τροφής για κάθε πεινασμένο.

Δεν τόλμησα ούτε χτες να τα εγγίσω.
Το άφησα για όταν όλοι πάλι θα βρεθούμε
σε κάποιας γειτονιάς ξανά τη ζέστα
με όλα ίδια
πλην του δισταγμού,
που αυτός μονάχα
(που τόσα εδώ κάτω μας κρατεί)
εκεί
θα λείπει.














Αν και υπάρχουν σίτες σε όλες τις πόρτες και τα παράθυρα, ένα κουνούπι όλο βρισκότανε μπροστά μου .

              ΤΟ ΚΟΥΝΟΎΠΙ
Ένα κουνούπι να! μπροστά μου.
Τις δυο παλάμες μου παράλληλες απλώνω
και φλάπ! έσβυσε-πάει το κουνουπάκι.

Τι θορυβώδεις που είμαστε! Ενώ ο δικός μας
τόσο αθόρυβα έρχεται -ο θάνατος-
και τόσο εργάζεται διακριτικά
που αν ζει μονάχος του κανείς
τυχαία κάποτε
 θ’ ανακαλύψουν ότι πέθανε.

Και ακοή χωρίς καμιά  να ενοχληθεί.








Ο  ΗΝΙΟΧΟΣ  ΤΩΝ  ΔΕΛΦΩΝ

Πάει ο Πολύζαλος και τ'  άλογο.
Πάει και τ'  άρμα.
Οι Φαιδριάδες τ'  αφανίσανε.

Μας έμεινε ο ονειρικός Ηνίοχος
με τα σκεπτόμενα μάτια
μεσόκληρος δυο εποχών
γαλήνια ακίνητος μετά από τον αγώνα
θριαμβευτής
να οδηγεί αόρατο ένα άρμα.
Ίσως την Τέχνη παραπέρα.




           ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ


Και πια δεν ξέρουν τι να κάνουν
και τι τεχνάσματα να επινοήσουν
και κάνουνε τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα
λιγάκι μόνο αλλάζοντας κάθε φορά
τις λέξεις, τις κινήσεις, τις εκφράσεις.

Οι άλλοι πάλι χειροκροτούν
σαν να  'τανε το θέαμα κάτι νέο'
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
και γράφουν κριτικές επωφελείς,
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
κι  εκφράζουν "ανυπόκριτον χαράν"
και λεν: "αυτή
ήτο μια νέα ερμηνεία τω όντι"
και το επαινούν και το αινούν και το θαυμάζουν
γιατί τι άλλο να  'καναν
και πώς να πούνε
πως όλ'  αυτά είναι μιαν άρνηση κι ένα κενό
που τότε το κενό θα  ’παιρν'  εκδίκηση
αποκαλύπτοντας αυτοστιγμεί
πως ούτε η τέχνη είναι καταφύγιο.





ΟΙ  ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Επικινδύνως έκυπτεν απ'  το παράθυρον
(μόνο έτσι φαίνονταν ο δρόμος).

Κι είχε το λόγον του για ν’ ανυπομονεί-
απόψε θα της πρότεινε να παντρευθούν.

Η στάσις της είχεν πολύ αλλάξει τελευταίως`
όπως την ήθελεν είχε επιτέλους γίνει.

Πολύ δεν εμιλούσε.
Το κάπνισμα είχε παύσει.
Να διακρίνει είχε μάθει
ένα ωραίον πίνακα, και το κυριότερον
αρέσκονταν κι αυτή
ώρα να μένει άφωνη κι εκστατική
μετά την κάθε αναζήτησιν χαράς
και στην υπέροχον εκείνην είχε μάθει την σιωπήν
κάθε λεπτό και πιο βαθιά να μπαίνει
καθώς εις μίαν στάσιν πλήρους χαλαρώσεως
κι οι δυο εις το κρεβάτι εξάπλωναν.
Κι όταν σε τέτοιες ώρες εμιλούσαν
εγίνονταν κι αυτό τόσο σιγά κι ωραία
που αντί να διαλύει εμεγάλωνε
την πλήρη εκστάσεως σιωπήν-α!  
νιώθονταν απολύτως τις στιγμές εκείνες!


Η άλλη τώρα για τηλέφωνο έψαχνε.
Θα του  'λεγε να μη την περιμένει-
πως άλλο δεν μπορούσε να τον ανεχθεί-
να μη μιλά!  πού ακούστηκε!
να μη καπνίζει!  φοβερόν!
Κι ούτε μπορούσε όρθια να μένει
και να βλέπει ζωγραφιές.

Μπορεί να μη τον έπαιρνε και διόλου`
πολύ του πήγαιναν οι εξηγήσεις.






                    ΠΕΣΜΕΝΟΣ

Πεσμένος στη καρέκλα του μ'  ένα βιβλίο στο χέρι
μονολογούσε ο ποιητής των εικοσπέντε χρόνων:
"Άχου κι αυτή η ποίηση προβλήματα που δίνει!
Τώρα που καταπιάστηκα με τούτα, βλέπω ότι
θέλουν και τούτα κοίταγμα και κόπο και φροντίδα.
Όταν στους άλλους λέω πως η ποίηση μ'  αρέσει
κι ότι ασχολούμαι με αυτήν, πρέπει να δείχνω κιόλας
προόδους, αφού πρόοδο αλλού ποτέ δε δείχνω.
Πρέπει τα ρεύματα να δω της ποίησης ποια είναι
πρέπει δυο λόγια να μπορώ να πω για κάθε ποίημα
μεγάλο-τι αισθήματα, εικόνες, νόημα κρύβει,
ποιου είδους έχει τεχνική, ποιος το  'γραψε και πότε.
Να! Τώρα αναποφάσιστος μπροστά σ'  αυτό τον τόμο
στέκω: μπορώ ολότελα να τον απαρατήσω
ή πρέπει έστω πεταχτά να τόνε ξεφυλλίσω;
Βαριέμαι την ανάγνωση' μα πάλι πού το ξέρεις
μπορεί κανένας έξυπνος-κουτός μα την αλήθεια-
να με ρωτήσει: εδιάβασες AUDEN; θα πρέπει τότε
και ν'  απαντήσω θετικά και να εκφέρω γνώμη
γι αυτό τον κύριο ποιητή. Λοιπόν θα πρέπει ένα
δυο το πολύ ποιήματα να δω απ'  αυτό τον τόμο"

είπε, μετά εδιάβασε τρεις τέσσερες σελίδες
και το βιβλίο ύστερα έκλεισε κι εκοιμήθη.






Σκυφτός ως περπατεί
καμιά φορά
τα μάτια του σηκώνει και κοιτάζει τους ανθρώπους:
δεν παραιτήθηκε ακόμα.






ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Kαι επαγγέλλεται;
-Ποιητής
-Κύριε Ιησού λυπάμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...

Κύριε Ιησού λυπάμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν΄αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που τα λεφτά μου θέλει να μου πάρει
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);

Ακόμα λέτε...για να δω...
Α!  Ναι!  Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ...

Κύριε Ιησού λυπάμαι-θα σας διώξουμε...
Δε θέλουμε ποιητές.

Πάρτε τον!
Ο αστυνομικός
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας.
Σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.

Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα.

Δε θέλουμε ποιητές.






ΑΝΑΣΤΑΣΗ

"Εγώ!
Η πέτρα!
Η ταφόπετρα!
Φωτιάς δισέγγονο!
Βουνού αγγόνι!
Εργατιάς παιδί!

Εγώ!
Η αειπαγής εγώ!
Εγώ η δύσρηκτος!
Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;..

Εγώ που ως κι ο σεισμός τρεις μέρες πριν
ούτε που μ' έσεισε...
Εγώ που ως και το θάνατο τον φυλακίζω...
Εγώ!
Το σύνορο φωτός και σκότους!
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες
για να με σείσουν συνερύουν...
ξάφνω
κι ενώ φρουρούσα έναν Ναζωραίο
έτσι,
χωρίς να το θελήσω,
δίχως ν' αφεθώ,
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο.
Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω...
ή σαν αέρας...
κι ούτε..."






          ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΜΙΧΑΗΛ


"Θέλω Βασίλειον παρακοιμώμενον"
είπε ο Μιχαήλ
"ως πιστόν όντα...
υπό πάντων ευφημείσθαι ως βασιλέα".

"Βασιλεύς δε",λέει το Χρονικό
"επληρούτο δακρύων..."

"Και των σκήπτρων πεσόντων ως έθος"
τον έστεψε συμβασιλέα.

Λίγο αργότερ ο Βασίλειος
εδολοφόνησε τον Μιχαήλ.
Κι αφού πια ήταν μόνος βασιλιάς
το ελαφρυντικό βρέθηκε αμέσως:
μεγάλο κάθαρμα ο Μιχαήλ...

Μα κι ο Βασίλειος δεν εστάθηκε σ' αυτό'
έχτισε μοναστήρια κι εκκλησίες
που φτάναν γι άλλα δέκα εγκλήματα-
"Εξιλασκόμενος τω Θεώ"
λέει ο Ζωναράς.






           ΝΑ  ΦΑΝΤΑΣΘΩ

Με έντασιν πολλήν
κάποτε προσεπάθουν
τη μοναξιάν να φαντασθώ
και να την τραγουδήσω-
τι ποιητής θα ήμουν αν δεν έγραφα
και κάτι περί μοναξιάς…

Τώρα
στη μοναξιάν τελείως βουτηγμένος
δεν την τραγουδώ.
Τώρα αυτή για μένα ωραία γράφει
αυτή ωραία με τραγουδά
και με χορεύει.
Κι ούτε κοπιάζει να με φαντασθεί`
εντάσεις και προσπάθειαι δεν της χρειάζονται-
καταδικόν της μ'  έχει.





    ΩΔΉ ΣΤΟ  ΜΟΎΣΜΟΥΛΟ

Σύκα στο περιβόλι  και δαμάσκηνα
ρόδια και δίφορα λεμόνια
σταφύλια'
αχλάδια ζουμερά
φράουλες…

Μόνο τα ευαίσθητα
χνουδάτα
κλαδωτά
εύθραυστα μούσμουλα
λείπουν.

Πρώτα μας ήρθαν.

Κροτάλισαν ευγενικά πάνω στο δέντρο τους
εψάλαν τις γλυκές τους μελωδίες
κουβάλησαν
στο φως και στη διαφάνεια τους το καλοκαίρι,
φραγμό στην ίδια την επιβουλή τους
εβάλανε διαφράγματα ωχρά
τοποθετώντας τα με τακτ
τριγύρω στον καρπό
κι αφού μας επλημμύρισαν ανταύγειες
και μνήμες οσμηρές
κι επαναλήψεις
και συνέχειες,
επαραχώρησαν τη θέση τους
σε όλα τ'  άλλα.

Ω!  Μούσμουλο συμπυκνωμένο
και ανέκφραστα θολό!
Ω!  Μούσμουλο
αβρό και στοργικό!
Ω!  Πρωτοβρόχι στης ζωής την ξέρα!
Ω!  Υπομονή στην άκρη της βροχής!
Ω!  Αδιάσπαστε, πικρέ
κολλώδη ήλιε της πρώτης καλημέρας!

Ω! Μούσμουλο!
Στο περιβόλι σύκα…φράουλες…
μα με το μύρο σου ολ'  ανθούν
και με τη θύμησή σου όλα
δένουν και καρπίζουν.







    ΟΙ ΓΈΡΟΙ

Γεράσαμε.

Σαν σιδερένιες πόρτες που σκουριάσανε.

Κι ούτε προσέξαμε
πότε άρχισε το χρώμα να μας ντύνει το κεραμιδί.
Κι ούτε θυμόμαστε
πότε ακούσαμε το πρώτο τρίξιμο, ή
τη μέρα που οι αρμοί μας
στη συνηθισμένην ώθηση δυστρόπησαν.

Όλα ήσυχα και σαν διακριτικά εγίναν.

Σκουριάσαμε.

 Και το κλειδί κάθε πρωί
με πιότερη όλο δυσκολία μας ανοίγει.




                Ο ΜΟΝΟΣ

Όχι που πίστευε ότι το σύμπαν ήταν ακατοίκητο-
δεν είχε τέτοια ιδέα.
Όχι ότι δεν έβλεπε μεγάλους και παιδιά
να χορεύουνε
με τις χρωματιστές τις φορεσιές και τα στολίδια τους
αρμονικά πιασμένοι χέρι χέρι.

Όμως ήξερε
πως όλοι εκείνοι με τα πόδια του χορεύουν.

Και όχι ότι δεν άκουγε τη μουσική
ή τον ήχο
που τα ποτήρια εκάνανε τσουγκρίζοντας.
Μα όλα γίνονταν πολύ μακριά  του
και ο ήχος τους
ήταν μονάχα μιαν ανάγκη για την ακοή
όπως για το μυαλό του η σκέψη.

Αυτόν
μια θάλασσα τον πήγαινε μες στα νερά της.
Και κείνο το ακρωτήρι πέρα ‘κει,
το τόσο μακρινό σαν φαντασία,
έτσι που κύρτωνε έμοιαζε
με του αγκώνα του το δρέπανο,
που μες στη σάρκινη φωτιά του έκλεινε
χορό και χορευτές,
ήλιους και σύμπαντα
και που ήταν πάντα έτοιμο
με μια του κίνηση
όλα όσα εκύκλωνε
να τα θερίσει.



      ΤΟ ΩΛΈΚΡΑΝΟ

τα νεύρα και οι αρτηρίες Του
υπέρτατη γίνανε καλωσύνη
που βγαίνει στον κόσμο
όπως ο ήχος από βιολί παλιό.

Οι μύες
που χρόνια τώρα κουβαλεί
τη δύναμή τους εκχωρούν
στους αδύναμους του κόσμου.

Ο δελτοειδής του απεργάζεται
εκτός από του ώμου
και της γης την στρογγυλότητα.

Ποιήματα τα κόκαλά του υψώνονται.

Και το ωλέκρανο ποίημα ποιημάτων.







    ΑΎΤΑΝΔΡΟ

Ό, τι χτίζω
κάποιος
βιαστικός πίσω του έρχεται
και το γκρεμίζει.

Ίσως να είναι ο χρόνος.
Ίσως τα χέρια τ' άλλα του.
Ή κι ίσως η φουσκονεριά από το μεγάλο πλοίο
που  αύτανδρο βυθίζεται κάθε πρωί.







     

             ΓΙΑ ΔΥΟ ΛΕΦΤΆ

Να συναντιέσαι με κάποιον
χρόνια πολλά ύστερ' από τότε που,
χωρίς ελπίδα να τον ξαναδείς
αποχαιρέτησες
και να βλέπεις στο πρόσωπό του την ευτυχία
που νιώθει ξαναβλέποντάς σε.

Ω!  τότε αιστάνεσαι κι εσύ αληθινά ευτυχισμένος.

Για δυο λεφτά-
ώσπου το ξάφνιασμα να περάσει
κι η μηχανή ν' αρχίσει πάλι να μετράει
τα συν, τα πλην, τα υπέρ και τα κατά,
η φωνή να γίνεται διστακτική,
το βλέμμα να λιποτακτεί
κι η ακοή να γίνεται αργή
όσο χρειάζεται
για την ερώτηση-
να μην απαντηθεί.



     ΕΝΟΣ ΓΥΜΝΟΥ

Η λερή επιφάνεια του τραπεζιού
θυμίζει
πως κάποτε τρώγαν πάνω του.

Διακρίνω τον κύκλο του ποτηριού,
τον κύκλο του ζεστού καρβελιού
και τον κύκλο ενός γυμνού κορμιού.

Πρέπει να 'ναι της εξαδέλφης
που πήγαινε τα Σαββατοκύριακα.