Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012


ΕΛΛΆΔΑ, Ο ΚΑΤΆ ΦΑΝΤΑΣΊΑΝ ΥΓΙΉΣ


7-2-2012, Ελλάδα
Αγαπημένη μου Ελίζαμπεθ
ο Θεός ξέρει πόσο θα ήθελα να βρίσκομαι κοντά σου.
Εύχομαι με τη βοήθεια του θεού της Αμερικής οι υπέροχοι γιατροί μας να σε θεραπεύσουν και να δεις μαζί μου όσες χώρες σου περιγράφω κάθε φορά στα γράμματά μου και για όσες σου διηγούμαι όταν έχω την ευτυχία να βρίσκομαι κοντά σου.
Ο Ντέηβ μου είπε ότι σε βρήκε καλλίτερα από ποτέ. Τον πιστεύω και ελπίζω από του χρόνου να είσαι σε θέση να με ακολουθείς στα ταξίδια μου.
Πριν μπω στο κύριο μέρος της επιστολής μου σε πληροφορώ ότι ο Τάκης απόκτησε εγγονάκι, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι. Μου ορκίστηκε χωρίς να του το ζητήσω ότι θα το ονομάσει Ελίζαμπεθ για να ζει για πάντα η καλοσύνη σου.
Σήμερα λοιπόν θα σου μιλήσω για την Ελλάδα, τη χώρα όπου ζω τους τελευταίους μήνες, μια χώρα που μπορεί και να μην έχεις ακούσει γι αυτήν τίποτε και ποτέ. Ή και αν έχεις ακούσει δεν θα ξέρεις ούτε πού βρίσκεται ούτε άλλο τίποτε γι αυτήν παρά μόνον το όνομά της.
Πότε όμως και πώς δημιουργήθηκε αυτή η χώρα;
Να με λίγα λόγια.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα στα νότια της οποίας κατοικούσαν παλιά οι γνωστοί σε όλο τον κόσμο έλληνες.
Το σημερινό ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις του δέκατου ένατου αιώνα: Ρωσία, Αγγλία, Γαλλία.
Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, η δύναμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε ήδη μικρύνει.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις που ήθελαν την ελληνική χερσόνησο δική τους, είδαν πως είχε μεγάλες πιθανότητες να πετύχει το διώξιμο της Τουρκίας από κει.
Επιστρατέψανε λοιπόν τους ανθρώπους τους και βάλθηκαν να βάνουν μεταξύ άλλων και στο κεφάλι των πελοποννήσιων την ιδέα μιας Πελοπόννησου ελεύθερης από τούρκους.
(Η Πελοπόννησος είναι το νότιο τμήμα της σημερινής Ελλάδας.)
Οι πλούσιοι τοποτηρητές της περιοχής, έλληνες υποτακτικοί των τούρκων, αντιστάθηκαν στην πρόταση για διώξιμο των τούρκων. Όμως οι αντιρρήσεις τους για ξεσηκωμό εξασθένησαν  όταν οι Δυνάμεις τους βεβαίωσαν πως όπως και τώρα, έτσι και μετά από το διώξιμο των τούρκων εκείνοι είναι που θα λήστευαν πάλι και μάλιστα τώρα μόνοι το λαό.
Άρχισαν λοιπόν μερικοί Γραικοί (έτσι λέγονταν οι κάτοικοι της Πελοπόννησου τότε) να παίρνουν στα σοβαρά την υπόθεση της αποτουρκοποίησής τους, αφού είχαν τη διαβεβαίωση   πως θα τρώγανε καλά.
 Με τον ίδιο τρόπο μπήκαν στον αγώνα και οι «ήρωες» της σημερινής Ελλάδας (Κολοκοτρώνηδες, Καραϊσκάκηδες,  Παπαφλέσσηδες, Κανάρηδες και όλοι οι υπόλοιποι), καθώς και το Φαναριώτικο σκυλολόι με αρχηγό τον Μαυροκορδάτο, γιατί, όλοι αυτοί αρέσκονταν στην ιδέα μιας ελεύθερης από τούρκους Πελοπόννησου,  αφού τότε αυτοί θα λήστευαν το λαό. 
Ο λαός επιστρατεύτηκε  γρήγορα κάτω από το φόβο του θανάτου αν δεν δεχόταν να ζευτεί στο μαγγανοπήγαδο που θα κουβαλούσε νερό στη διψασμένη αγγλογαλλορωσία, με σωλήνες που θα περνούσαν από τους μεγαλοκαρχαρίες γραικούς.
Και, των γραικών ποιούντων την ανάγκην φιλοτιμίαν  ο αγώνας κατά των τούρκων άρχισε.
Και για χρόνια οι κακόμοιροι και αμόρφωτοι και ανίδεοι γραικοί έχυναν το αίμα τους για να πλουταίνουν οι στρατολογητές τους.
Μα ενώ ακόμα διαρκούσε ο αγώνας ενάντια στους τούρκους, κοτζαμπάσηδες και στρατηγοί και ναύαρχοι , αλλά και οι «πολιτικοί» που έτρεξαν από τη Μικρά Ασία όταν μυρίστηκαν ψητό, επιδόθηκαν σε διαβολές, επιβουλές, πολέμους τέλος αναμεταξύ τους, για το πλιάτσικο, για την επιρροή και την επικράτηση, για τη φιλία των ισχυρών. Και έτσι, στους ισχυρούς ξένους προστέθηκαν και οι ντόπιοι ισχυροί, που προσκολλώμενοι στους ξένους σχημάτιζαν κιόλας τις πρώτες ντόπιες πολιτικές κλίκες.
Συνέπεια όλων αυτών αλλά και της ασχετοσύνης των γραικών περί τα στρατιωτικά, ήτανε η νίκη των τούρκων, το σβήσιμο της επανάστασης και η επικράτησή τους πάλι, ύστερα από χρόνια αγώνα.
Και όταν νικημένοι οι γραικοί ξανακάθισαν στ’ αυγά τους υποταγμένοι στην ιδιοπαθή μοίρα τους, οι Μεγάλες Δυνάμεις επεμβήκανε και διώξανε τους τούρκους οριστικά από την Πελοπόννησο και από τη Στερεά. Ύστερα μάζεψαν τους επικεφαλής των γραικών, δηλαδή τους κοτζαμπάσηδες τους στρατηγούς κλπ και τους είπανε: «Ακούστε εδώ, δειχτήκατε ανίκανοι να πολεμήσετε. Αναλάβαμε εμείς επειδή δε θέλαμε τον τούρκο στα μέρη ετούτα. Και τον διώξαμε. Γιατί έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε. Τα μέρη αυτά λοιπόν είναι δικά μας. Μπορούμε να βάλουμε δικούς μας ανθρώπους εδώ και να σας κυβερνάνε. Μπορούμε και να σας αφήσουμε όμως να κυβερνηθείτε μόνοι σας. Τι από τα δύο θέλετε;» 
Μια  βουή «εμείς να κυβερνάμε!» ακούστηκε από κάτω.
.«Όμως, με έναν όρο…», συνέχισαν οι Μεγάλες Δυνάμεις: «Δεκτός» είπαν οι γραικοί.
«Μα δεν τον ακούσατε ακόμα», είπαν οι ξένοι.
«Θα τρώμε;», ρώτησαν οι γραικοί.
«Ναι»
«Ε, δεκτός!»
«Να ο όρος: Αν αφήσουμε εσάς να κυβερνάτε, θα κρατάτε όσα σας χρειάζονται για να ζείτε πλούσια από κείνα που θα παράγει ο τόπος, αλλά το υπόλοιπο θα το παίρνουμε εμείς. Και θα κάνετε μόνον ό,τι εμείς σας λέμε. Και όποτε θελήσουμε να κυβερνήσουμε εμείς οι ίδιοι τη χώρα αυτή, εσείς δε θα φέρετε αντίρρηση, Σύμφωνοι;»
«Μάλιστα αφέντες μας» είπαν οι «ήρωες», οι κοτζαμπάσηδες και οι παρατρεχάμενοί τους.
Και εσηκώθηκε ο αρχικλέφταρος Μακρυγιάννης και ρώτησε: «Αρχόντοι μου, με συμπαθάτε κιόλας, όμως ένας τόπος θέλει και ένα όνομα. Πώς θα μας λέτε;»
«Το έχουμε σκεφτεί κι αυτό», είπαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. «Παλιότερα, δυο χιλιάδες χρόνια πριν, στα ίδια μέρη που σήμερα μένετε εσείς, κατοικούσαν κάποιοι άλλοι που τους έλεγαν έλληνες. Έλληνες θα σας λέμε κι εσάς, και την πατρίδα που σας νοικιάζουμε, Ελλάδα.»
Και οι Μεγάλες Δυνάμεις τους έφεραν κάποιον ρώσο, τον Καποδίστρια για να τους κυβερνήσει.
Ο Καποδίστριας ξεπαστρεύτηκε γρήγορα σαν αποτέλεσμα προσωπικών ελληνοελληνικών αντιπαλοτήτων και μετά οι Μεγάλες Δυνάμεις τούς έστειλαν τον Όθωνα για βασιλιά. 
Επί της βασιλείας του πλάστηκαν τα στραβά καλούπια μέσα στα οποία χύθηκε η Παιδεία των ελληνόπαιδων και η μοίρα της Ελλάδας. Κλασικισμός και αρχαιολατρεία ήτανε τα μόνα διδασκόμενα στα σχολεία αντικείμενα, λες και του Όθωνα του άρεσε η ανθρωπότητα όπως ήτανε φκιαγμένη. Γιατί τότε, όπως και τώρα, επικρατούσε η άποψη πως ο κόσμος ήτανε δομημένος στα πρότυπα της αρχαίας Αθήνας, της ισχυρότερης πόλης της αρχαίας Ελλάδας.
Από την άλλη ο Όθωνας και οι βαυαροί του, ήξεραν ότι τίποτα κοινό δεν είχαν οι έλληνες που να τους ενώνει μεταξύ τους όπως αρμόζει σε κατοίκους του ίδιου γεωγραφικού χώρου. Και σκέφτηκαν να τους μπάσουν στο μυαλό την ιδέα ότι ήταν απόγονοι των αρχαίων ελλήνων. Οι νέοι έλληνες, από τη φύση τους τεμπέληδες, κλέφτες, πονηροί και απατεώνες, δέχτηκαν να είναι κάτι που δεν ήσαν, προκειμένου να ψάξουν για κάτι άλλο, που εξάλλου δεν υπήρχε. Υπόθεσαν μάλιστα, ότι αφού το οθωνικό, το βασιλικό σχολείο, το απασχολεί μόνο το παρελθόν, τίποτε άλλο δεν είχε αξία στη ζωή από αυτό.
Και από τότε οι νέοι έλληνες χρησιμοποιούν τους αρχαίους έλληνες σαν αντιστάθμισμα της απαιδευσίας και της κακομοιριάς τους. Αλήθεια, όταν γεμίζει κανείς το μυαλό και την ψυχή άμυαλων και άψυχων ανθρώπων, ότι οι μόνοι άξιοι φιλόσοφοι και γεωγράφοι και γιατροί και δασκάλοι και…και…και… ήσαν αρχαίοι έλληνες, και ότι αυτοί είναι απόγονοί τους, εύκολα συμπεραίνουν αυτοί  ότι είναι ο εκλεκτός λαός της οικουμένης και γεμίζουν με τέτοια οίηση που δεν αξίζει πια να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο. Και επαναπαύονται στις δάφνες τους και ας βλέπουν ότι οι άλλοι λαοί μεγαλουργούν ή έστω ότι ζουν σαν άνθρωποι, αυτοί προτιμούν να ζουν σαν ζώα, αφού αρκεί που άνθρωποι ήσαν οι πρόγονοί τους.
Αλλά μη νομιστεί ότι δεν πρωτεύουν και οι τωρινοί έλληνες στα πάντα. Ναι, πρωτεύουν στα πάντα. Μόνο που πρωτεύουν μόνο με τη φαντασία τους και για εγχώρια μόνο κατανάλωση.
Και έτσι συμπεριφέρονται οι νέοι έλληνες μέχρι και σήμερα και αυτό διδάσκουν και στα κακόμοιρα τα παιδιά τους: πως είναι πρώτοι σε όλα. Σε άλλο σημείο θα σου πω περισσότερα γι αυτό.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις πάλι, δεν ενδιαφέρονταν παρά πώς θα κρατήσουν καθεμιά στη δική τους εξουσία τους έλληνες.  Γι αυτό, με υπολογισμούς άλλους καθεμιά, έβαλαν όλες μαζί τον Μακρυγιάννη να ζητήσει Σύνταγμα από τον Όθωνα. Και φυσικά το πέτυχαν.
Και οι βαυαροί δώσανε όπλα στους έλληνες και λέγανε αυτοί «οι ένοπλες δυνάμεις μας» και τους δώσανε λεφτά και λέγανε οι έλληνες «η οικονομία μας». Όπως γίνεται και σήμερα και πάντοτε από τότε και όπως πάντοτε θα γίνεται στον τόπο αυτόν.
Τώρα θα σου πω πώς είναι σήμερα η Ελλάδα.
Και επειδή μια χώρα είναι οι κάτοικοί της, θα σου μιλήσω για τους έλληνες. Και πώς θα μπορούσα καλλίτερα να μιλήσω γι αυτούς σε σένα, παρά συγκρίνοντάς τους, αυτούς με τους αμερικανούς, και την πατρίδα τους με την Αμερική;
Κι ας είναι η χώρα αυτή ανεκδιήγητη, θα προσπαθήσω να σου περιγράψω τα βασικά στοιχεία της, μιας και είναι κάτι πρωτόφαντο κάτω από τον ήλιο.
Εμείς δεν ξεκινάμε να πάμε στ’ άστρα αφήνοντας ξοπίσω μας ανεξερεύνητη γη. Όλη η γη είναι δική μας. Αποικία μας το διάστημα. Εμείς, οι αμερικανοί, βάζουμε τάξη στο χάος. Εμείς παίρνουμε αποφάσεις. Δεν λιμνάζουμε στο παρόν. Τραβάμε για το μέλλον προκαλώντας το.
Αυτοί είναι ένα παρελθόν στριμωγμένο μέσα σε ένα αποπνικτικό παρόν χωρίς καν υποψία μέλλοντος. Ο φόβος του καινούργιου τους έχει οδηγήσει στην αρρωστημένη λατρεία του παλιού.
Η Ασία είναι η γιαγιά μας. Η Ευρώπη είναι η μητέρα μας εμάς των αμερικανών. Κι εμείς όπως ήτανε καθήκον μας, έχουμε ξεπεράσει τη μητέρα μας.
Αυτοί, που έπρεπε να είναι οι άντρες της παρομοίωσης όπως είναι οι βορειοευρωπαίοι, κρέμονται ακόμα από τα φουστάνια της γιαγιάς.
Εμείς έχουμε πνευματικό πολιτισμό. Από την αρχιτεκτονική μέχρι την ποίηση μεγαλουργούμε. Εκείνοι δεν ξέρουνε ούτε τι είναι πνευματικός πολιτισμός. Θεωρούν μάλιστα ότι κληρονόμησαν από τους «προγόνους» τους τον πνευματικό πολιτισμό εκείνων και ότι άραγε είναι και αυτοί πνευματικοί άνθρωποι! Μα και αν ακόμα ήσαν απόγονοι εκείνων, δεν ξέρουν-και πώς να το ήξεραν;-ότι ο πνευματικός πολιτισμός δεν κληρονομείται, ότι πνευματικό πολιτισμό έχεις μόνον όταν εσύ τον δημιουργείς…
Καθημερινότητά τους είναι ό,τι δικό μας μάταια προσπαθούν να μιμηθούν. Και η μίμησή τους δεν είναι παρά μια χυδαία χοντροκοπιά.
Το χιούμορ τους λείπει-μια στραβομουτσουνιασμένη εχθρότητα είναι όλοι. Με χυδαίες διηγήσεις γελάνε. Στις «Επιθεωρήσεις» τους, με άσεμνες χειρονομίες και με πρόστυχα λόγια προσπαθούν να διασκεδάσουν. Έχουν σκοτώσει το θέατρο «ανεβάζοντας» αρχαίες τραγωδίες με παιδιά του γυμνασίου(!) και Σέξπηρ στα πανηγύρια τους(!) Οι «μεγάλοι» σκηνοθέτες τους βάζουν επάνω στη σκηνή μερικές μαυροφόρες να κουνιούνται πέρα δώθε και αυτό το λένε «χορό». Φτιάχνουν χλαμύδες και δόρατα και φορώντας τα στους άξεστους ηθοποιούς τους νομίζουν ότι παίζουν αρχαίο θέατρο. Χωρίς ευγένεια, χωρίς ζωντάνια, χωρίς την ήρεμη δύναμη που χαρακτηρίζει τέτοιες μνημειώδεις δημιουργίες. Στις γιορτές τους κάθε πόλη και κάθε χωριό φτιάχνει τα «δρώμενά» του. Τι είναι τα «δρώμενα»; θα μου πεις. Ε λοιπόν είναι καραγκιόζικες εκδηλώσεις που αν τις στύψεις όλες μαζί δε βγάζεις ούτε πέντε γραμμάρια τέχνη, ούτε δυο στιγμές καθαρής ευχαρίστησης. 
Ως για την ποίηση, οι  μισοί έλληνες γράφουν «ποίηση», όμως ποίηση στην Ελλάδα δεν υπάρχει.
Αρχιτεκτονική τους είναι οι καλύβες μας, τέχνη τους είναι τα σκουπίδια μας-κι αυτά κακοδοσμένα. Και ό,τι καινούργιο σόου ή σίριαλ δούνε στις τηλεοράσεις μας, το αντιγράφουν και το παρουσιάζουν στο πρόγραμμα και της δικής τους τηλεόρασης. Όμως η λάμψη του δικού μας κοσμήματος έχει γίνει σκοτεινιά, η δροσιά του βράζει, η λεπτότητά του χοντραίνει, η ζωντάνια του νεκρώνεται, η κίνηση ακινητεί, το χιούμορ του σκοτωμένο. Ο άπλετος χώρος έχει γίνει ένα μικρό δωμάτιο, οι μηχανές λήψης έχουν συμπυκνωθεί σε μία, πλάνα ακίνητα δείχνουν το ίδιο μαρμαρωμένο πρόσωπο για ώρα. Μπορείς να το φανταστείς; Και πια πάει όλη η σπιρτάδα και το καινούργιο. Ως για τους ηθοποιούς, ανόητες μαϊμούδες  χωρίς νεύρο, πρόσωπα ξένα προς την ελευθερία, άψυχα παίζοντας καθένα τον εαυτό του, με την ανατολίτικη ραστώνη και ψυχολογία φορτωμένα, κινούνται πάνω στο πλατό αργόσυρτα. Και χωρίς να τα νοιώθουν, μορφάζουν το γέλιο, την προσποίηση, τον έρωτα, την αλαφράδα, το ξάφνιασμα.
Κάποιο χωριό βλέπει ότι τα γύρω χωριά έχουν «Σύλλογο» κι αυτό όχι; Αμέσως παίρνει καμιά δεκαριά νέους και νέες, τους ντύνει με φουστανέλες  και έχει τον Σύλλογό του. Ως για το όνομα του Συλλόγου, αμέσως: Πολιτιστικός ! Έτσι, ο «πολιτισμός» δεν λείπει από καμιά συνοικία ή χωριό!
Αν ρωτήσεις τι κάνει αυτός ο Σύλλογος, κάνει χορούς, μαγειρεύει, συμμετέχει στα πανηγύρια, φέρνει παραστάσεις καραγκιόζη. Να μη σου πω τίποτε για τον Σαίξπηρ που «ανεβάζουν» (μάλλον ενταφιάζουν) τα δημοτικά σχολεία με ανήλικους Ληρ, Ιάγους και Οφηλίες και με σκηνοθέτη ένα δάσκαλο ή μια δασκάλα, που έχει σπουδάσει να διδάσκει τα παιδιά αριθμητική και γραφή. Θα πήγαινα να διασκεδάσω αν δεν πίστευα ότι δεν είναι σωστό να γελοιοποιείται επίσημα η Τέχνη.

Οι χοροί τους είναι εκείνοι που χορεύουν όλοι οι έλληνες σε όλη την Ελλάδα. Σ’ αυτούς κινούνται δέκα ή περισσότεροι άνθρωποι βαλμένοι στη σειρά, ο πρώτος μόνον όμως χορεύει. Μπορείς να καταλάβεις από αυτό γιατί οι έλληνες είναι υποχείρια των εκάστοτε ισχυρών και γιατί θεωρούν τις δικτατορίες μια μορφή έννομης διακυβέρνησης και το κυριότερο πώς έφτασαν στην κρίση που βρίσκονται τώρα-επειδή ένας διατάζει και λείπει το ομαδικό πνεύμα.
Τον χορό αυτό τον χόρευαν οι κλέφτες τον καιρό της επανάστασης. Τότε εκείνος που ήτανε πρώτος στο χορό της δύναμης, ήτανε ο καπετάνιος, ο ισχυρός λόγω έγκρισης από τους ξένους και λόγω πλούτου από τη λεηλασία των λαφύρων και των δανείων που δίνονταν από τότε στη χώρα. Τώρα ο πρώτος του χορού και άραγε ο μόνος «χορεύων» είναι ο υπουργός, ο βουλευτής, ο μεγαλολεφτάς γενικά.
Οι άλλοι αγόγγυστα ακολουθούν.
Τα πανηγύρια, άλλα «δρώμενα» (πολύ τους αρέσει αυτή η λέξη επειδή ντύνει με αρχαιοπρέπεια-άραγε με κύρος-όποιο σκουπίδι) είναι εμπορικές συνάξεις , που γίνονται με την ευκαιρία της γιορτής κάποιου αγίου το βράδυ το προηγούμενο της γιορτής. Τέτοια πανηγύρια γίνονται χιλιάδες το χρόνο σε όλη την Ελλάδα.
 «Καραγκιόζης» λέγεται ένα θεατράκι σκιών. Είναι τούρκικης γέννας και πατρότητας, όμως οι έλληνες δεν παρέλειψαν να το οικειοποιηθούν. Έτσι ο Καραγκιόζης, γέννημα της τούρκικης ανατολής, έχει γίνει ελληνικός και σε βλέπουν ύποπτα αν πεις την αλήθεια. Ελληνικός λέγεται και ο καφές που πίνουν στην Ελλάδα, που κι αυτός μας ήρθε από την Τουρκία, πηγαιμένος εκεί από τις αραβικές χώρες βέβαια. Λεγόταν τουρκικός ως δυο τρεις δεκαετίες, όμως άλλαξε κι αυτός όνομα στο βωμό της ελληνικότητας όλων των μικρών ή μεγάλων κατακτήσεων του ανθρώπου.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι, σε μας είναι βοηθοί και φίλοι του πολίτη. Εδώ οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι δυνάστες του λαού.
Από «ήρωες» η Ελλάδα έχει πολλούς -εκείνους της επανάστασης του 1821, επανάστασης που κατά τη διάρκειά της οι Μεγάλες Δυνάμεις έδιωξαν τους τούρκους από Πελοπόννησο και Στερεά. Τα εισαγωγικά μπαίνουν γιατί οι «ήρωες» δεν ήσαν, όπως σου ανέφερα και παραπάνω, παρά τυχοδιώκτες και κλέφτες που όλη τους η προσπάθεια ήτανε πώς να αποκτήσουν περισσότερα χρήματα κλέβοντας τα λάφυρα των νικημένων τούρκων και αργότερα, όταν η Ελλάδα άρχισε να δανείζεται, κλέβοντας τα δάνεια που έπαιρνε η Ελλάδα. Μα άλλων ηρώων μη υπαρχόντων, υπαρχούσης όμως μεγάλης ανάγκης για ήρωες, οι έλληνες έκαναν τους κλέφτες ήρωες. Και ξέρεις: αλίμονο στις πατρίδες που χρειάζονται ήρωες.
Πες μου Ελίζαμπεθ, δεν θα ασφυκτιούσες ζώντας μέσα σε μια χώρα όπου όλα αυτά θα συνέβαιναν; Είμαι σίγουρος ότι και μόνον ακούγοντας ότι υπάρχει μια τέτοια χώρα, νοιώθεις άσχημα…
Αλλά η Ελλάδα έχει και δόξα! Αυτό ακούγεται από όλους όσους συμφέρον έχουν να ανυψώσουν το ηθικό των ελλήνων. Κουτοί άνθρωποι. Στους πολέμους δόξα έχουν όλοι οι λαοί μόνο και μόνο επειδή έχουν επιζήσει κάτω από τον ήλιο ύστερα από τόσους πολέμους, που όλες οι χώρες έχουν κάνει ή υποστεί. Η δόξα που πραγματικά μετράει στους λαούς, είναι εκείνη που έχει αποκτηθεί στις περιόδους της ειρήνης. Και απ’ αυτήν δεν υπάρχει ούτε για δείγμα στην Ελλάδα. Καταισχύνη μόνο θα είχε γι αυτούς όποιος έπρεπε να  τους καταλογίσει κάτι. Και αν νομίζουν ότι έγιναν ευρωπαίοι είναι  γιατί είδανε στον ύπνο τους τον πύργο του Άιφελ…

Ένα αστείο αλλά και τραγικό μαζί κεφάλαιο είναι οι πολιτικοί αυτής της χώρας και οι σχέσεις τους με το λαό.
Αρχίζω από τους πολιτικούς γιατί αυτοί νομοθετούν και καθώς οι νόμοι μιας χώρας αφενός εκφράζουν την έμμεση βούληση των πολιτών και αφετέρου έχουν άμεση επίδραση στη ζωή τους, οι πολιτικοί έχουν πολλά να μας πουν για όλα όσα συμβαίνουν μέσα σε κάθε χώρα. 
Λίγα για το λαό αυτής της χώρας.
Τώρα που γράφω «λαός», είμαι υποχρεωμένος να σου πω κάτι που εξηγεί πολλά από κείνα που θα σου περιγράψω πιο κάτω. Και είναι αυτό ότι η λέξη «λαός» έχει πάψει να ακούγεται στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες. Έχει γίνει αυτό ύστερα από συνεννόηση των πολιτικών κομμάτων με τους δημοσιογράφους του Ραδιοφώνου, του Τύπου, της Τηλεόρασης. Αυτό γιατί η λέξη «λαός» και τα παράγωγά του παραπέμπουν σε δικαιώματα που με τίποτα το ελληνικό κατεστημένο δεν θέλει να γίνουν αντικείμενο απαίτησής τους από το λαό. Αντί της λέξης «λαός» ακούς «ο κόσμος», «οι πολίτες», «το κοινό», «οι άνθρωποι» και ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις «οι ακροατές», «οι θεατές», «οι δημότες» κλπ. Τον κανόνα αυτόν δεν ακολουθεί το κουμουνιστικό κόμμα.
Κλείνω την περί λαού παρένθεση.


Περί πολιτικών

εκλογή βουλευτών   
Το πολίτευμα της χώρας κατ’ όνομα είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία. Εξαρχής σου λέω ότι θα ταίριαζε πιο πολύ να λέγεται κοινοβουλευτική μαφία.
Όσα στραβά γράφω πιο κάτω για τους βουλευτές, δεν ισχύουν για τους βουλευτές του κουμουνιστικού κόμματος. Άλλες αγκυλώσεις και άλλες δουλείες το κρατάνε  αυτό.
Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα χρόνια.
Για να είναι κάποιος υποψήφιος απαραίτητα πρέπει να είναι πολύ πλούσιος, γιατί ο προεκλογικός αγώνας είναι πολυδάπανος. Θεωρητικά βέβαια οποιοσδήποτε μπορεί να είναι υποψήφιος, χωρίς όμως ελπίδα επιτυχίας.
Στην προεκλογική τους πορεία προς το λαό, αλλά και τους λόγους τους κατά τη διάρκεια της βουλευτικής τους θητείας, οι πολιτικοί, από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους, υπόσχονται. Τι υπόσχονται αν ρωτήσεις, υπόσχονται τα πάντα, αν και οι ίδιοι αλλά και ο λαός ξέρουν ότι αυτά που υπόσχονται δεν πρόκειται να γίνουν. Και εδώ είναι το κλειδί για την κατανόηση της ελληνικής πραγματικότητας. Οι πολιτικοί διαλέγονται από τον αρχηγό του κόμματος με μόνο κριτήριο να μπορούν να λένε παχιά λόγια και να υπόσχονται. Ο λαός από την άλλη τους ψηφίζει υπολογίζοντας όχι στην πραγματοποίηση των υποσχέσεών τους, αλλά σε άνομα οφέλη προσωπικά από κάθε βουλευτή, σε μια προσωπική σχέση που αναπτύσσεται πάνω σε γνωριμία ή εντοπιότητα με αυτόν. Γι αυτό και ύστερα από τις εκλογές αρχίζουν τα προσωπικά «ρουσφέτια»: διορισμοί συγγενών ψηφοφόρων, πέρασμα σε εξετάσεις μαθητών, δάνεια από Τράπεζες, ανάθεση δημοπρασιών κλπ.

οι βουλευτές κλέβουν
Οι πολιτικοί κλέβουν το δημόσιο χρήμα.
Είτε απευθείας, είτε μέσω τρίτων. Ο λαός το βλέπει. Αρχίζει να φωνάζει. Τότε οι πολιτικοί δίνουν μερικά από τα κλοπιμαία στο λαό. Και ο λαός ησυχάζει.  Για να καταλάβεις στο λέω κι αλλιώς: Κλέβει ο βουλευτής αλλά λέει στο λαό: «Κλέβω, καλά το είδες. Φάε κι εσύ λίγα από τα κλεψιμέικα και μη μιλάς.» Αν καταλάβεις αυτό, κατάλαβες την Ελλάδα.
 Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα; Να το κυριότερο από τα γιατί: Ο κύριος πυλώνας που λείπει για να μην συνέβαινε αυτό είναι ο πυλώνας της Παιδείας. Οι πολιτικοί δεν δίνουν Παιδεία στο λαό ώστε αυτός να μην καταλαβαίνει ότι δεχόμενος να λειτουργεί όπως είπα πιο πάνω, βλάφτει το κράτος και επόμενα τον εαυτό του. Και μην έχοντας Παιδεία, οι έλληνες αφήνονται να κυριαρχούνται από μεταποιημένες μεν, πρωτογονικές όμως δοξασίες και πεποιθήσεις, οι οποίες έτσι κυριαρχούν στον καθημερινό τους βίο. Μπορεί άνθρωπος να το φανταστεί; Όχι. Και όμως, έτσι συμβαίνει! Και, καλή μου, πρέπει να συνηθίσεις σε τέτοιες ιδιαιτερότητες γιατί θα ακούσεις κι άλλες. 
(Αγαπημένη μου, γράφω σκόρπια τα όσα έχω να σου πω για την Ελλάδα. Και αυτά που σου γράφω είναι λίγα, όμως όταν τελειώσω ελπίζω να σου έχω δώσει μια πλήρη περιληπτική εικόνα του τι συμβαίνει σ’ αυτή την παράλογη χώρα, που τόσο διαφέρει από την μεγάλη μας πατρίδα. Το ξύπνιο πνεύμα σου και η γνωριμία από σένα της γραφής μου, θα σε βοηθήσουν να συμπληρώσεις τα όσα για άλλους θα παρέμεναν κενά αν διάβαζαν αυτό το γράμμα.
Μ’ αυτό κατά νου συνεχίζω.)

«θα» και «πρέπει»
Το «θα» των υποσχέσεων των πολιτικών προς το λαό, έχει μπει για τα καλά στο μυαλό των ελλήνων ώστε να είναι αυτό το ίδιο μια αιτία της δυσλειτουργίας του ίδιου τους του μυαλού.
Παρόλο τούτο, οι έλληνες, έχει τώρα λίγα χρόνια, αφού αυτό τους πάτησε πρώτα χάμου, αντέδρασαν ενάντια στο «θα», λέγοντας στους πολιτικούς τους ότι δεν δέχονται να τους κοροϊδεύουν με αυτό. Αυτή η  αντίδραση έκανε τους πολιτικούς να ψάξουν για μια νέα λέξη που θα αντικαθιστούσε τη λέξη «θα». Και έξυπνοι καθώς είναι σ΄ αυτά, βρήκαν γρήγορα τη νέα λέξη.
Είναι αυτή το: «πρέπει».
Πρώτα υπόσχονταν. Τώρα διαπιστώνουν.
Όταν δεν έκαναν όσα είχαν υποσχεθεί, ο λαός τους κατηγορούσε. Μα τώρα δεν υπόσχονται. Λένε τι πρέπει κάθε φορά να γίνει. Και ποιος έχει αντίρρηση ότι πρέπει να γίνουν πολλά πράγματα στην Ελλάδα; Και λέγοντας ότι κάτι «πρέπει» να γίνει, προϋποθέτουν, καθώς το βλέπουν οι έλληνες, ότι αυτοί που το λένε, συμφωνούν να γίνει αυτό που «πρέπει» και ότι μάλιστα θα φροντίσουν να γίνει αυτό αν εκλεγούν.
Ώσπου όμως οι έλληνες να καταλάβουν, έτσι ανόητοι καθώς είναι,  ότι και με το «πρέπει» λοιδωρούνται, θα περάσουν δεκαετίες πάλι. Και το κυριότερο, με το «πρέπει» οι πολιτικοί θα περάσουν αβρόχοις ποσί απέναντι, βγαίνοντας αλώβητοι από την κρίση που μαστίζει εδώ και δυο χρόνια τη χώρα. Όπως ακριβώς άρχισαν κιόλας να κάνουν.
Και είμαι σίγουρος ότι και όταν το «πρέπει» παλιώσει, κάποιαν άλλη λέξη θα βρούνε οι πολιτικοί της Ελλάδας.
Και κανείς δεν σκέπτεται ότι τους πολιτικούς τους ψήφισε όχι για να λένε τι πρέπει να γίνει, αλλά για να κάνουν αυτό που εξάλλου και το μικρό παιδί καταλαβαίνει ότι πρέπει να γίνει!..

τσακωμός βουλευτών στις τηλεοράσεις
Ένας άλλος τρόπος που βρήκαν οι πολιτικοί για να μην κάνουν τίποτα, φερόμενοι όμως σαν να κάνουν κάτι, είναι να βγαίνουν στις τηλεοράσεις και να διαπληκτίζονται με πολιτικούς άλλης παράταξης από τη δική τους. Γι αυτό και οι δημοσιογράφοι τηλεπαρουσιαστές τούς φέρνουν δύο δύο στα στούντιο και τους αφήνουν να μαλώνουνε μεταξύ τους, διακόπτοντάς τους μόνο όταν η ώρα της εκπομπής τελειώνει. Με την μάχη αυτή των λέξεων, που πολλές φορές φτάνει στα όρια κραυγών, χειρονομιών και ύβρεων, αφήνει κάθε υβρίζων και υβριζόμενος να φανεί ότι τάχα τον πνίγει το δίκιο, ότι οι άλλοι είναι εκείνοι που δεν τον αφήνουν να κάνει ό,τι πρέπει (να ’τοι!- πριν καν αρχίσουν να το κάνουν τους εναντιώνονται…) και φέρνουν νοερά βοηθούς τους πολίτες που, δεν μπορεί, βλέπουν το σωστό και με κάποιον τρόπο θα τους βοηθήσουν να το αποδείξουν…
Εκεί λοιπόν, στα τηλεοπτικά «παράθυρα», οι πολιτικοί φωνάζουν, χειρονομούν, κοκκινίζουν από τους καυγάδες, βρίζονται μεταξύ τους, «βγάζουν στη φόρα» άπλυτα ή δήθεν άπλυτα της παράταξης του αντιπάλου, ανταγωνίζονται για το ποιος έβλαψε λιγότερο τη χώρα, αλληλοαπειλούνται με μηνύσεις, εκθέτουν τα δήθεν επιτεύγματα της παράταξής τους ο καθένας. Οι τηλεθεατές, μέσα στη βλακεία που τους δέρνει, γελάνε άλλοι ή άλλοι πάλι παίρνουν στα σοβαρά τους στημένους καυγάδες. Και όλοι τους, όταν έρθουν οι εκλογές ξαναψηφίζουν καθένας τον δικό του διαπληκτιζόμενο. Οι έλληνες δεν έχουν τη στοιχειώδη λογική να καταλάβουν ότι οι πολιτικοί τους είναι κενά όντα, που ο μόνος τους σκοπός είναι πώς να κλέψουν όλο και περισσότερα. Ίσως πάλι να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, αλλά να το αποδέχονται, μιας και οι ίδιοι αυτό κάνουν στην κλίμακα που τους αναλογεί.


διαπλοκή
Ένα άλλο γνώρισμα των πολιτικών είναι η περίφημη διαπλοκή τους με τους ανθρώπους του Τύπου, της Τηλεόρασης, του Ραδιοφώνου, με τα συνδικάτα. Παράνομες διευκολύνσεις, απευθείας χορήγηση κρυφά χρημάτων του κράτους από τους πολιτικούς σε όλους τους παραπάνω, έχουν γίνει καθημερινή κατάσταση στην Ελλάδα. Σαν συνέπεια αυτού, οι άνθρωποι του Τύπου έχουν αναλάβει την υποχρέωση να στηρίζουν με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο τους πολιτικούς. Πηχυαία άρθρα στις εφημερίδες και εκπομπές, στηρίζουν τους πολιτικούς και το σύστημα που αυτοί υπηρετούν, έναν βρωμερό καπιταλισμό. Ακόμα οι μεγαλοεπιχειρηματίες του Τύπου έχουν αναλάβει την υποχρέωση   να προωθούν σε θέσεις  που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη ανθρώπους δικούς τους, που αμειβόμενοι πλουσιοπάροχα γίνονται φύλακες των πολιτικών και υμνητές της όλης παράνομης, αντεθνικής και καταστρεπτικής για τη χώρα δράσης τους .
Στο καπιταλιστικό σύστημα στο οποίο είναι δούλα η Ελλάδα, οι δημοσιογράφοι συμπράττουν με τους πολιτικούς για να κρατάνε στην άγνοια και για να εκμεταλλεύονται τους χαζούς έλληνες.
Πολιτικοί κρατάνε στις θέσεις τους εκείνους από τούς δημοσιογράφους που κάνουν ό,τι τους λένε. Kαι αυτοί είναι οι χρυσοπληρωμένοι δημοσιογράφοι. Υμνούν τους πολιτικούς και το καπιταλιστικό σύστημα, προβάλλουν τις βρώμικες ενέργειές των πολιτικών αφού πρώτα τις ξεβρωμίσουν λεκτικά, παίρνουν στημένες συνεντεύξεις από αυτούς. Γεμίζουν τις τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, τα περιοδικά και τις εφημερίδες με φωτογραφίες, δημόσιες ή ιδιωτικές στιγμές, αποφάσεις και «ανδραγαθήματα» υπουργών και κολλητών τους, κρύβουν τα σκάνδαλα που αυτοί κάνουν και συμπράττουν με τους υπουργούς  για να αλαφρώνουν το λαό από το χρήμα που τυχόν θα τον βάραινε.
Το κύριο προσόν όμως ενός δημοσιογράφου, που τον προβιβάζει σε χρυσοπληρωμένον είναι ότι στις ερωτήσεις που κάνει στους πολιτικούς, δέχεται οποιαδήποτε απάντηση, άσχετη τις περισσότερες φορές με την ερώτηση, και προχωρούν παραπέρα. Το να μην φέρνεις σε δύσκολη θέση τους πολιτικούς είναι ένα ακριβοπληρωμένο προσόν για τους δημοσιογράφους. Από αυτό κάτι ξέρουμε κι εμείς όμως, είναι όταν ο δημοσιογράφος ρωτούσε τον Πρόεδρο Κλίντον για τη σχέση του με την Μόνικα Λουίνσκι, και κείνος του έλεγε για τον Σαντάμ Χουσείν-θυμάσαι πόσο γελάσαμε με αυτό…
Οι πολιτικοί είναι ο εγκέφαλος και οι δημοσιογράφοι τα χέρια και τα πόδια του τέρατος που λέγεται «ελληνική δημόσια διοίκηση».
Μαζί οι δυο τους έχουν δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση δημοκρατίας, μια ήρεμη και παγερή, μια νεκρωμένη κοινωνία, που όπου γυρίσει κανείς μέσα της ακούει και βλέπει πρόσωπα ρομπότ και ομιλίες σαν μουρμούρες στο ρυθμό του «θα» και στο μέτρο του «πρέπει». Είναι αυτή η σκηνή του θεάτρου όπου έχουν βάλει όλους να κάθονται και να παρακολουθούν για δεκαετίες τώρα το ίδιο δράμα. Και εκείνο που επιτρέπει η συγκυρία είναι μόνο το χειροκρότημα, μιας και η φυγή ή ο θάνατος απαγορεύονται πριν τελειώσει το έργο.  Στα διαλείμματα μόνο μερικοί βγαίνουν στο φουαγιέ και αγοράζουν κάποιο ποτό για να δροσιστούν πριν ξαναμπούν μέσα όπου βρίσκονται όμηροι συγγενείς ή αγαπητά τους πρόσωπα.

 Όλα αυτά έχουν σαν συνέπεια να γίνονται οι πλούσιοι πλουσιότεροι συνεχώς, την ίδια στιγμή που οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι. Επειδή τα χρήματα δεν είναι ατελείωτα σε μια χώρα και η μοιρασιά των  χρημάτων είναι που καθορίζει την ευτυχία ή όχι των πολιτών και την ύπαρξη ή όχι δημοκρατίας στη χώρα.
Μια άλλη τάξη που καρπώνεται τα χρήματα της ληστείας του λαού από τους πολιτικούς, είναι οι συγγενείς τους και οι πολιτικοί φίλοι τους. Οι συγγενείς τους, επειδή το συμφέρον στην περίπτωση αυτή είναι άμεσο, και οι πολιτικοί φίλοι επειδή αυτοί οι άνθρωποι είναι τα καλώδια που μεταφέρουν και διαδίδουν στις μάζες την εκμεταλλευτική τάση των πολιτικών κατάλληλα ωραιοποιημένη.

νόμοι που δεν τηρούνται
Νόμοι που δεν τηρούνται; Μα τότε γιατί γίνονται; Ε λοιπόν, όχι μόνο γίνονται, αλλά επιτρέπουν την ατιμώρητη κλοπή.
Θα μου πεις καλή μου Ελίζαμπεθ, πώς οι νόμοι μπορεί να επιτρέπουν την κλοπή;
Και όμως, ιδού ένα άλλο φαινόμενο πρωτοφανές για κράτος: οι νόμοι επιτρέπουν την κλοπή χρημάτων του κράτους από πολιτικά πρόσωπα ατιμωρητί. Επειδή τους νόμους τους φτιάχνουν οι ίδιοι οι πολιτικοί και έχουν θεσπίσει την ατιμωρησία τους για όποια παράβαση κάνουν, που, βέβαια, στην ουσία δεν είναι καθόλου παράβαση σύμφωνα με τον δικό τους νόμο… Μπορεί να δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις, όμως πίστεψέ το σε παρακαλώ. Η Ελλάδα είναι η χώρα του απίστευτου.
Αλλά μιας και μιλάμε για νόμους να σου πω ότι οι νόμοι στην Ελλάδα υπάρχουν για…να υπάρχουν μόνο. Κανένας δεν εφαρμόζει το νόμο στην Ελλάδα. Η κοινωνική ζωή εδώ ρυθμίζεται από ένα συνοθύλευμα συνηθειών από τη μια και  αδιαφορίας για τα πάντα από την άλλη. Οι έλληνες δεν λογαριάζουν τους νόμους. Γι αυτούς οι νόμοι υπάρχουν για τους άλλους. Και άλλοι είναι όλοι εκτός από τον εαυτό του καθενός. Οι έλληνες κάνουν ό,τι θέλουν. Αν βλάψουν το συμφέρον κάποιου, τότε η λύση θα δοθεί με φωνές και πολλές φορές με φυσική βία. Όποιος φωνάξει περισσότερο ή ο δυνατότερος, νικάει. Σε σοβαρές περιπτώσεις και μόνον όπου κρίνονται οικονομικά συμφέροντα, τότε μόνον έχουν λόγο οι δικηγόροι και τα δικαστήρια. Και τότε όμως κερδίζει ο πλουσιότερος ή ο δυνατότερος. Αλλιώς ατιμώρητα κάνει ο έλληνας ό,τι θέλει. Ανεβάζει τις τιμές στα εμπορεύματα που πουλάει, παρκάρει στα πεζοδρόμια, καταστρέφει τη δημόσια περιουσία κατά βούληση, ξεγελάει όποιον μπορεί, τρέχει με το αυτοκίνητό του με όποια ταχύτητα μπορεί, βρίζει όποιον θέλει, πηγαίνει όποτε θέλει στη δουλειά του, θεωρεί εξυπνάδα να κοροϊδέψει την πολιτεία στις σχέσεις του μαζί της.

αντιπολίτευση-κυβέρνηση σημειώσατε χι
Δύο είναι τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία. Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Το πρώτο θεωρείται συντηρητικό, το δεύτερο προοδευτικό. Και λέω θεωρείται, γιατί και των δύο τα κύρια χαρακτηριστικά δεν είναι αυτά που τα ξεχωρίζουν σε συντηρητικό και προοδευτικό κόμματα, αλλά εκείνα που χαρακτηρίζουν τις επιδιώξεις τους. Και επιδίωξη του καθενός είναι η αυταρχική διακυβέρνηση πίσω από την οποία κρύβονται συμφέροντα ιδιοτελή των βουλευτών και των δικών τους ανθρώπων. Το με ποιους λεκτικούς μανδύες (φιλελεύθερους - συντηρητικούς ή  σοσιαλιστικούς-προοδευτικούς) θα ντύσουν τις ενέργειές τους, δεν προβληματίζει τις τελευταίες δεκαετίες τα κόμματα, μιας και οι μανδύες αυτοί έχουν υφανθεί από κλωστές κοινές και αποδεκτές και από τις δύο παρατάξεις και είναι έτσι φτιαγμένοι ώστε να ταιριάζουν γάντι και στα δυο κορμιά. Κάτω από τους μανδύες εδράζεται και εργάζεται το συμφέρον.
Και τα κορμιά σού τα έχω περιγράψει κάπως μέχρι τώρα, εκτός αυτού όμως και η υπόλοιπη επιστολή μου γύρω από τα συμφέροντα αυτά περιστρέφεται, αφού το κορμί-συμφέρον ταυτίζεται με την αιτία της κατάντιας της Ελλάδας.
Θα σου μιλήσω εδώ για τους μανδύες και μάλιστα για τους μανδύες χωρίς τα εξαρτήματά τους, που άλλωστε λίγο λίγο ξεδιπλώνονται στο γράμμα μου αυτό, το οποίο προσπαθώ να γράψω με τέτοιον τρόπο που η ανάγνωσή του να μη σου γίνει βαρετή. Η αγάπη μου για σένα καθώς και η μισητή απόσταση που μας χωρίζει και που βαθαίνει τον πόνο του προσωρινού έστω χωρισμού μας, εύχομαι να με βοηθήσει σ’ αυτό έτσι που και την αγάπη μου να σου δείξω αλλά και για λίγο την απόσταση αυτή να μην την νοιώθουμε γράφοντας εγώ, διαβάζοντας εσύ.
Ο μανδύες λοιπόν είναι οι αλληλοκατηγορίες. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση αλλάζουν μανδύα ανάλογα με το αν είναι κυβέρνηση ή αντιπολίτευση. Η παράταξη που κυβερνάει έχει τον μανδύα της κυβέρνησης. Η αντιπολίτευση τον μανδύα της αντιπολίτευσης. Και η αντιπολίτευση κατηγορεί τις πράξεις και τις παραλείψεις της κυβέρνησης και η κυβέρνηση κατηγορεί την αντιπολίτευση για ό,τι παρέλειψε να κάνει ή για ό,τι έκανε όταν ήτανε κυβέρνηση. Όταν η αντιπολίτευση γίνει κυβέρνηση και η κυβέρνηση μπει στην αντιπολίτευση, οι μανδύες αλλάζουν ντύνοντας όμως πάντοτε τις ίδιες κατηγορίες, επιπλήξεις, απειλές, ειρωνείες, συκοφαντίες.
Και μη νομίσεις ότι οι κατηγόριες φείδονται των σωστών ενεργειών που μπορεί να έχει κάνει η κυβέρνηση όταν ήταν κυβέρνηση.  Όχι! Βάλλονται και αυτές!
Κύριος και προσφιλής τόπος τελέσεως των λεκτικών διαπληκτισμών είναι πρώτα η τηλεόραση και αμέσως μετά η Βουλή. Όλες οι συζητήσεις  είτε αρχίζουν σαν ή καταλήγουν σε ομηρικούς καυγάδες.
Αλλά το σπουδαίο είναι ότι οι καυγάδες αυτοί δεν γίνονται για να προέλθει από αυτούς κάτι σωστό, αλλά από μια ανάγκη που όλοι οι βουλευτές υπηρετούν, την ανάγκη να υποβιβάσουν τον αντίπαλο στα μάτια του λαού. Αυτοί οι καυγάδες θυμίζουν τους παιδικούς αναίτιους καυγάδες που όμως εκεί δικαιολογούνται από την ανάγκη του παιδιού να διοχετεύσει κάπου την ενέργειά του. Ίσως όμως και οι πολιτικοί να καυγαδίζουν γιατί επειδή δεν κάνουν τίποτε, αποβάλλουν ασκόπως διαπληκτιζόμενοι την ανία που τους προκαλεί η βουλευτική απραξία τους. Ποιος αλήθεια ξέρει…

παιδεία
Η Παιδεία πληρώνει κι αυτή την ανευθυνότητα των πολιτικών.
Ο κάθε υπουργός της Παιδείας, όταν αναλαμβάνει τα καθήκοντά του, απαραίτητα σχεδιάζει μια νέου τύπου Παιδεία, όχι σύμφωνη με τις ανάγκες της εποχής αλλά σύμφωνα με τις δικές του γνώμες και φαντασίες.
Οι σύμβουλοί του πάντοτε συμφωνούν με τη γνώμη του υπουργού, επειδή αυτοί είναι πάντοτε πλούσιοι και δεν έχουν πρόβλημα με τις σπουδές των παιδιών τους-όλοι αυτοί θα στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό για σπουδές, ή στα δυο ή τρία καλλίτερα εκπαιδευτήρια της Αθήνας. Ξέρω πως ακούγεται φρικτή μία τέτοια αιτία της αρνητικής συμπεριφοράς του υπουργού και των συμβούλων του. Έχω ρωτήσει έλληνες με κάποια μόρφωση και γνώμη πάνω στα της Παιδείας και η γνώμη τους ταιριάζει με τη δική μου-αυτή που πιο πάνω σου είπα. Με δυο λέξεις πλήρης αδιαφορία. Και ο πρωθυπουργός χαίρεται που ο υπουργός του βγάζει πέρα τις δουλειές του υπουργείου του χωρίς ξεσήκωμα του φοιτητόκοσμου, και οι βουλευτές με το ίδιο κριτήριο ψηφίζουν ό,τι τους φέρνει στη Βουλή ο υπουργός και όλοι είναι μια χαρά. Ας μένουν αμόρφωτα τα παιδιά της Ελλάδας, ας μην είναι ικανά βγαίνοντας από το λύκειο να αρθρώσουν μια πρόταση ή να χειριστούν στοιχειωδώς έναν υπολογιστή. Μα ο κύριος υπουργός έχει τις ευλογίες του κυρίου πρωθυπουργού. Ας βγαίνουν από τα Πανεπιστήμια οι επιστήμονες χωρίς να μπορούν να σταθούν δίπλα από τελειόφοιτους θεράποντες  της ίδιας επιστήμης χωρών όπως όχι η Αμερική και η Ευρώπη, αλλά όπως και η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Μα ο κύριος υπουργός έχει τις ευλογίες του κυρίου πρωθυπουργού. Ας αποφοιτούν από τα σχολεία τα ελληνόπουλα χωρίς να ξέρουν να μιλάνε ή να διαβάζουν. Αυτό θέλει η Παιδεία τους. Γιατί γλώσσα ίσον σκέψη και η σκέψη, το να σκέφτεται ο λαός, δε θα βόλευε τους κρατούντες.

υγεία
Ίδια και χειρότερη η κατάσταση στην Υγεία. Ουρές στα ιατρεία, λεφτά από τον άρρωστο στο γιατρό για να κάνει τη δουλειά για την οποία πληρώνεται από το Δημόσιο, νοσοκομεία άθλια και βρωμερά, πλουτισμός γιατρών από χορήγηση φαρμάκων εταιριών που χρυσοπληρώνουν τους γιατρούς ακριβώς για να γράψουν τα δικά τους φάρμακα, μισθοί γιατρών γλίσχροι.
Οι υπουργοί στην Ελλάδα υπάρχουν για να διαχειρίζονται τα χάλια που βρήκαν στα υπουργεία τους ώσπου να τα παραδώσουν στους επόμενους στα ίδια ή χειρότερα χάλια. Οι υπουργοί και οι σύμβουλοι και οι λεφτάδες, θα πάνε για νοσηλεία στο εξωτερικό-γιατί να γνοιαστούν για την Υγεία του λαού;
Να μην εξακολουθήσω να σου αναφέρω για κάθε υπουργείο ξεχωριστά τι συμβαίνει. Ίδιο χάος, ίδια κλοπή, ίδια αδιαφορία, ίδια κατάντια σε όλα τα υπουργεία και στο αντικείμενό τους.
Και ο λαός, αμόρφωτος και συνεπώς βλαξ, ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια τους ίδιους του τους καταστροφείς, εκλιπαρώντας τους μετά από κάθε φορά που τους ψηφίζει για μια θέση στο Δημόσιο, αποβλακωνόμενος όλο και περισσότερο από την Τηλεόραση, βλέποντας με ανοιχτό το στόμα τους πολιτικούς του να κολυμπάνε στο δικό του χρήμα και στο δικό του αίμα.
Στριμωγμένοι ανάμεσα Αφρικής και Ευρώπης, χωρίς να θέλουν να τους λένε Αφρικανούς, χωρίς να μπορούν να γίνουν Ευρωπαίοι΄ στριμωγμένοι ανάμεσα Ανατολής και Δύσης χωρίς να είναι ούτε δυτικοί ούτε ανατολίτες, οι έλληνες. Ανάδελφοι επίσης-κανένας λαός συγγενικός. Με γείτονες που διάλεξαν να τους έχουνε εχθρούς. Κάνουν προς τα κάτω-θάλασσα ΄ κάνουν προς τα δεξιά-θάλασσα ΄ κάνουν προς τ’ αριστερά-θάλασσα. Απομονωμένοι έτσι μες στην ερημιά τους, αγρίμια καταντήσανε. Και μένουνε εδώ μέσα σκοντάφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο και περνάνε τη ζωούλα τους μικροί, φοβισμένοι και ασήμαντοι, με τα μικρά τους σπιτάκια, με τους δρομάκους τους, με τις πολιτειούλες τους, με τα θεατράκια τους, με την κυβερνησούλα τους, με τους δημοσιογραφίσκους τους, με τους ποιητάκους τους, με τους φιλοσοφάκους τους, με τα πανεπιστημιάκια τους, με τους ερωτάκους τους, με τα μικρά κοντόθωρα μυαλουδάκια τους, με την σεμνοτυφιούλα τους, με τους μυθάκους τους για πρωτιά τους σε όλα, με το μίσος τους για ό,τι καλό, με τα δανεισμένα λεφτουδάκια τους, με τις ένοπλες αδυναμίες τους, με τη βιομηχανιούλα τους, με την ιατρικούλα τους, με την διασκεδαστική μεγαλομανιούλα τους, μισώντας εαυτούς και αλλήλους, καταρώμενοι την τύχη που φταίει για όλα, φανταζόμενοι τι «θα έκαναν αν», κραυγάζοντες γοριλλοειδώς, φοβούμενοι το φως και σκάβοντας όπως οι τυφλοπόντικες το έδαφος κάτω από το οποίο ζουν. Και κάπου κάπου φουσκώνουν την φούσκα που, όπως τα τουκάν-τουκάν, έχουν κάτω από το λαιμό τους, και αλληλοθαυμάζουν τη δύναμη και την ομορφιά τους ώσπου ο αέρας με θόρυβο να τους βγει από τα φουσκωτά τους υπολαίμια μπαλόνια και να τους αφήσει κι αυτός.
Ένας λαός προερχόμενος από ανάμιξη  πολλών άλλων, που όμως δεν ευτύχησε να βγει λαός πολιτισμένος όπως εμείς. Και αυτό είναι φυσικό αφού οι συνιστώσες του είναι κύρια οι βαλκάνιοι και οι τούρκοι. Ενώ εμείς…τι να στα λέω, τα ξέρεις.  
Ελίζαμπεθ! Τρομερό να ζεις σε μια τέτοια χώρα! Μη φύγεις ποτέ από την Αμερική! Και όταν ακόμα θα γίνεις καλά, μη φύγεις ποτέ από την ευλογημένη χώρα μας. Κι εγώ θα παραιτηθώ για να είμαστε μαζί.
Οι ουρανοξύστες μας διαλαλούν το μεγαλείο της τρυπώντας τα σύννεφα και δείχνοντας τη δύναμή μας-δύναμη που την πετύχαμε δουλεύοντας όλοι μαζί με αγάπη για τον άνθρωπο, με σκοπό και με σύστημα. Οι δρόμοι μας, πεντακάθαροι και πλατιοί, είναι το αντικαθρέφτισμα της σταθερής και με ασφάλεια πορείας μας προς τα εμπρός, προς το λαμπρό μας μέλλον. Εμείς παίρνουμε δόξα στα πεδία όχι μόνο των μαχών, αλλά και στους δυσκολότερους αγώνες-τους αγώνες της ειρήνης. Εμείς δεν αρκούμαστε στο αξεπέραστα όμορφο της φύσης της πατρίδας μας, αλλά και ό,τι δημιουργούμε φροντίζουμε να είναι κι αυτό όμορφο: τα σπίτια, οι κήποι μας, τα πάρκα, οι χώροι διασκέδασης και εργασίας , ώστε να ζούμε όλη τη ζωή μας μέσα στην ομορφιά. Τα παιδιά μας τα μαθαίνουμε από μικρά στην τήρηση των νόμων και τα εφοδιάζουμε από όταν είναι μικρά ακόμα με όλα όσα χρειάζονται για να περάσουν μια ζωή αξιοπρεπή, με σεβασμό στον άνθρωπο και στο περιβάλλον.
Η ελευθερία μας για πρώτη φορά στον κόσμο είναι πραγματική ελευθερία: θρησκευτική, λατρείας, πνεύματος, ιδεών, λόγου, αυτοπροσδιορισμού του ατόμου. Και το Σύνταγμά μας εγγυάται τις προσωπικές ελευθερίες.
Η δημοκρατία μας είναι υποδειγματική. Μακριά είναι ακόμα η Ευρώπη, όσο και αν το προσπάθησε να μας πλησιάσει, από του να χτίσει μια πολιτική ένωση που να θυμίζει σε κάτι τη δική μας. Δικαιοσύνη μας, Παιδεία, ζηλευτές. Ως για τους φτωχούς, που δεν γίνεται να μην υπάρχουν σε κάθε χώρα, ζουν κι αυτοί απολαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα για μια ζωή αξιόπρεπη αγαθά, που απλόχερα η πολιτεία μας φροντίζει να τους παρέχει.
Πού στην Ευρώπη -και όχι μόνο στην Ελλάδα- μπορείς να βρεις όσα η πατρίδα μας παρέχει στους πολίτες της;
Ο Θεός να ευλογεί την Αμερική.
Και όταν ο αμερικάνος δώσει το χέρι για μια συμφωνία, τίποτα δεν μπορεί να τον κάνει να αλλάξει απόφαση. Κοροϊδίες και αθετήσεις και εξυπνάδες δεν υπάρχουν.
Αλλά αξίζει να σου εξηγήσω τι θεωρείται εξυπνάδα στην Ελλάδα. Έξυπνος λοιπόν εδώ θεωρείται εκείνος που μπορεί να κοροϊδεύει τον άλλο, αθετώντας με διάφορες προφάσεις κάτι συμφωνημένο, πουλώντας κάτι ακριβότερα από την τιμή του, επικρατώντας με αθέμιτα μέσα σε διενέξεις, προηγούμενος με ύπουλο τρόπο σε κάτι μικρό ή μεγαλύτερο στις κοινωνικές του ή άλλου είδους σχέσεις με τον συνάνθρωπό του. Και κουτός είναι εκείνος που δεν μεταχειρίζεται τέτοιες μεθόδους. Για να καταλάβεις τι εννοώ, σκέψου ότι  οι γάλλοι, οι γερμανοί και γενικά οι βορειοευρωπαίοι, χαρακτηρίζονται από τον «έξυπνο» έλληνα σαν «κουτόφραγκοι», εμείς δε, οι αμερικάνοι, σαν (κουτο)«αμερικανάκια»…
Αλλά ας ξαναγυρίσω,  αν και δεν τελειώνουν αυτά, στην αναφορά όσων ευχάριστων απολαμβάνει ο αμερικανός πολίτης ζώντας στην μεγάλη μας χώρα. Πράγματα που και τα ξέρω και τα ξέρεις, όμως μέσα στη βρωμιά που ζω θα τα γράψω και πάλι, γιατί ενόσω τα γράφω, τα απολαμβάνω σαν να ήμουν εκεί…
Ο χρόνος στην Αμερική είναι φίλος και σύμμαχος του ανθρώπου και όχι δυνάστης και εχθρός του. Δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε όπως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί, όμως δεν αφήνουμε να καταστρέφεται η ζωή μας με βιασύνες να προλάβουμε κάτι ή με θρήνους για το τέλος της. Ζούμε απολαμβάνοντας τη ζωή και ό,τι καλό έχουμε μέσα της δημιουργήσει, βιασύνη για τίποτα δεν μας κατέχει, ο ένας δεν υποβλέπει τον άλλον για  τα αγαθά που έχει, μόνο προσπαθεί κι αυτός να αποκτήσει όσα έχει εκείνος. Και αυτό, πάντοτε πράττοντας όπως η ευγένεια και οι νόμοι της πατρίδας μας ορίζουν. Και η μεγάλη μας πατρίδα αμείβει εκείνον που προσπαθεί. Και αν πάλι αυτός δεν τα καταφέρει, αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι ένας παρακατιανός πολίτης. Οι έχοντες, μέσω των δίκαιων νόμων μας, φροντίζουν να καλοπερνούν και οι μη επιτυχόντες, ώστε να μην υπάρχει μισαλλοδοξία για εκείνους που κέρδισαν αυτό για το οποίο προσπάθησαν.
Η Δικαιοσύνη σε μας στέκει πάντοτε στο ύψος της. Οι νόμοι τηρούνται απαρέγκλιτα, οι δικαστές φέρονται πάντοτε ανθρώπινα και πριν ανέβουν στην έδρα, θα έχουν κάνει ό,τι είναι δυνατό για να επιλυθεί φιλικά η όποια διαφορά ανάμεσα στους αντίδικους.
Τα όνειρα στην Αμερική πραγματοποιούνται. Δουλειά, εξυπνάδα, να! τι μόνο χρειάζονται γι αυτό.
Το κράτος μας, μας προφυλάσσει από κάθε εξωτερικό εχθρό με το υπουργείο Άμυνας και το υπουργείο Εξωτερικών. Από κει και πέρα εμείς δεν έχουμε παρά να υπακούμε τους νόμους μας και να ζούμε δημιουργικά προφυλαγμένοι από κάθε κίνδυνο. Με ασφάλεια, επιδινόμαστε στη δουλειά μας, πλουταίνοντας και την πατρίδα και εμείς ζώντας μια ζωή ευχάριστη και απολαυστική.
Οι αστυνομικοί μας ποτέ δεν θα ενοχλήσουν όποιον έχει δίκιο, θα τσακίσουν όμως τον παραβάτη των νόμων, όπως επιτάσσει το καλό των νομοταγών πολιτών και της πατρίδας. Έτσι δουλεύει η κοινωνία μας.
Στις συναλλαγές μας είμαστε ευγενικοί ο ένας με τον άλλο.
«Φακελάκι» και «μέσον» δεν χρησιμοποιούμε ποτέ στις δοσοληψίες μεταξύ μας. 
«Φακελάκι»- κάτι αδιανόητο για τη χώρα μας-είναι η πληρωμή χρημάτων σε κάποιον υπάλληλο δημόσιο ή ιδιωτικό, επιπλέον εκείνων που του δίνει η υπηρεσία του, προκειμένου να κάνει τη δουλειά του εξυπηρετώντας το λαό(!)
Μα πρέπει να μάθεις και τι είναι το «μέσον». «Μέσον» λοιπόν είναι η χρησιμοποίηση κάποιου γνωστού με μεγάλη κοινωνική, πολιτική ή άλλη δύναμη, προκειμένου αυτός να μεσολαβήσει για να επιτευχθεί κάτι, είτε εντελώς νόμιμο είτε παράνομο, από έναν υπάλληλο του κράτους. Τώρα ξέρεις ότι αδιανόητο είναι να υπάρξει και κάτι τέτοιο στη χώρα μας.
Φακελάκι λοιπόν και μέσον, είναι δυο απαραίτητες πρακτικές, αν θέλεις να τελειώσεις εδώ κάποια δουλειά σου.

Οι δρόμοι μας στην πατρίδα αντηχούν από γέλια και χαιρετισμούς του ενός προς τον άλλο σε κάθε συνάντηση.
 Οι κοπέλες μας δεν είναι σεμνότυφες παρά είναι ελεύθερες να ζήσουν τη ζωή τους.  Και είναι αυτές που όταν συναντιούνται με κάποιον άγνωστο στο δρόμο, πρώτες αυτές θα χαιρετίσουν. Αντίθετα από ό,τι εδώ, που οι κοπέλες όταν δουν να έρχεται από απέναντι κάποιος άντρας, πιάνουν την αντίθετη από κείνον μεριά του δρόμου, κατεβάζουν το κεφάλι και το στρέφουν προς την άλλη μεριά ώστε να μη τον βλέπουν. Και αυτές τις κοπέλες τις λένε «καλές»-τι θέλουνε να πούνε άραγε;

‘Όταν μπεις σε μαγαζί στην πατρίδα, οι υπάλληλοι σκοτώνονται ποιος να σε εξυπηρετήσει και όταν ακόμα αποφασίσεις, αφού δεις όλα, ότι τίποτε δεν σου κάνει και φεύγεις χωρίς να αγοράσεις τίποτε, ο καταστηματάρχης θα έρθει μαζί σου ως την εξώπορτα του καταστήματος και ανοίγοντας την πόρτα θα σου πει χαμογελώντας: Σας ευχαριστούμε, να μας ξαναέρθετε.
Εδώ οι καταστηματάρχες σε διώχνουν από το μαγαζί τους.
 Έχω γίνει μάρτυρας της ευτυχίας που ακτινοβολούν όσοι ξένοι πετυχαίνουν να γίνουν πολίτες της ευτυχισμένης πατρίδας μας. Και πώς να μην είναι έτσι αφού καμία πατρίδα, όταν ξεπεράσει κανείς το νόστο της συνήθειας για τη χώρα από την οποία προέρχεται, δεν συγκρίνεται με τη δική μας και καμιά ευτυχία με εκείνην που βρίσκει καθένας μέσα στην ζωή της Αμερικής!
Όλα εκεί είναι καμωμένα έτσι που να εξυπηρετούν τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Ανάγκες επιβίωσης, κοινωνικές, ψυχολογικές, αισθητικές, πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές, πνευματικές.
Μια έξοδος από το σπίτι σου για μια βόλτα στη γειτονιά, σε φέρνει σε επαφή με την τάξη, την καθαριότητα, την σοφή εκμετάλλευση του χώρου ώστε το μάτι και η ψυχή ούτε να ανιά ούτε να οικτίρει την καλαισθησία σε ό,τι δημόσιο.
Αν βγεις για ένα Σαββατοκύριακο έξω από την πόλη, παντού φιλόξενες γωνιές με μεταξύ τους διαστήματα διαδρομής ευεργετικά του ψυχισμού του οδηγού ή του επιβάτη των τόσων ειδών μεταφορικών μέσων της ευλογημένης πατρίδας μας. Και ο εκάστοτε προορισμός, έτοιμος να ανανεώσει τη διάθεση για συνέχιση της ζωής μέσα στην πόλη, με αγάπη προς μια τέτοια χώρα που φροντίζει τον κάτοικό της όπως κι αυτός νοιάζεται για κείνη.
Όσο όμως ευτυχείς γίνονται ακόμα και οι έλληνες στην πατρίδα μας, όσοι από αυτούς δεν έχουν βγει από τη χώρα τους είναι όσο γίνεται αντιαμερικανοί. Για ό,τι άσχημο συμβαίνει στην Ελλάδα φταίνε οι αμερικάνοι. Η Παιδεία τους πάει από το κακό στο χειρότερο; Φταίνε οι αμερικάνοι. Αυξήσεις στους μισθούς δεν δίνονται; Φταίνε οι αμερικάνοι. Καίγονται τα δάση τους; Φταίνε οι αμερικάνοι. Ο καιρός χάλασε; Οι αμερικάνοι άλλαξαν το κλίμα. Η ΔΕΗ ακρίβηνε; Φταίνε κι αμερικάνοι. Γριππιάζεται η Ελλάδα; Κάποιον ιό άφησαν ελεύθερο στην Ελλάδα οι αμερικάνοι. Τα τρόφιμά τους είναι βλαβερά για την υγεία τους; Τα ραντίζουν με μυστικές ακτίνες οι αμερικάνοι.
Ξέρω πως το βρίσκεις παράλογο, όμως σου είπα, η Ελλάδα είναι η χώρα του παραλογισμού.
Και κάθε που γίνεται μία πορεία ή ένα συλλαλητήριο από τα πολλά που γίνονται εδώ, η κατάληξή του είναι η αμερικάνικη πρεσβεία. Κατά τα άλλα προσπαθούν να μας μιμηθούν, αν και όσο πιο άσχημα μπορούν…
Τι να γίνει; Αφού η μοίρα ήθελε την ύπαρξη και ενός λαού πάνω στη γη τόσο διαφορετικού από όλους τους άλλους, θα ζήσουμε μ’ αυτούς.
Όμως Αγαπημένη, αν ο Θεός με αγαπάει, αν κάποτε έκανα κάτι για το οποίο να αξίζω να εισακουστεί μια ευχή μου, ένα ζητάω από το Υπέρτατο Όν: να μη μου δώσει το θάνατο μακριά από την πατρίδα.
Αλλά ξαναγυρίζω στην Ελλάδα.
Ο λαός, πάντοτε ήξερε ότι η αιτία της κακοδαιμονίας του είναι το πολιτικό σύστημα και όσοι το υπηρετούν. Ως την Κρίση όμως, μόνο ψιθύριζε στις παρέες του ότι οι πολιτικοί κλέβουν. Τώρα τους το φωνάζει κατάμουτρα όποτε τους συναντάει, συνοδεύοντας τις κραυγές «Κλέφτες! Κλέφτες! Όλοι είσαστε κλέφτες!» με την εκσφενδόνιση εναντίον τους γιαουρτιών, λαχανικών, καρεκλών και με ό,τι άλλο βρίσκει κάθε φορά πρόχειρο και βολικό. Και δεν κάνει εξαίρεση για κανέναν πολιτικό.
Οι πολιτικοί αντιδρούν σ’ αυτό με την επωδό: «Δεν είμαστε όλοι κλέφτες», που την επαναλαμβάνουν όπου βρεθούν.
Αλλά το «δεν είμαστε όλοι κλέφτες» τελικά καταλήγει να σημαίνει «δεν είναι κανένας από εμάς κλέφτης». Διότι ούτε η Δικαιοσύνη έχει τιμωρήσει κάποιον από αυτούς για κλοπή, ούτε κανείς όπως είναι φυσικό έχει δει κάποιον πολιτικό την ώρα που αρπάζει τα χρήματα από το ταμείο του κράτους.
Πώς λοιπόν οι πολίτες είναι τόσο σίγουροι ότι οι πολιτικοί και οι «δικοί» τους άνθρωποι κλέβουν;
Επειδή κι εγώ είχα την ίδια απορία, ρώτησα φίλους έλληνες που μου εξήγησαν το πώς.
Είναι λοιπόν που οι πολιτικοί μπαίνουν στην πολιτική φτωχοί και σε λίγο καιρό είναι πάμπλουτοι. Είναι που δεν συμφωνούν με την απαίτηση του λαού να ισχύσει το «πόθεν έσχες» και γι αυτούς. Είναι που και οι «δικοί» τους άνθρωποι (συγγενείς, φίλοι), ξαφνικά εμφανίζονται πλούσιοι. Είναι που έχουν ψηφίσει νόμους που τους επιτρέπει να μείνουν ατιμώρητοι για όποια κλεψιά κι αν κάνουν. Είναι τέλος που σε όποιο σκάνδαλο βγει στη φόρα, από πίσω κρύβεται ένας πολιτικός.
Μη μου πεις ότι έχει άδικο ύστερα απ’ αυτά ο λαός.
Και λέω κι εγώ, αν υπάρχουν κάποιοι που δεν κλέβουν, πώς δεν φανερώνουν εκείνους που κλέβουν; Ή πώς δεν παραιτούνται; Ή πώς ψηφίζουν τους νόμους που αφήνουν ατιμώρητους τους κλέφτες; Και αν λοιπόν αυτοί οι κάποιοι δεν κλέβουν, δεν είναι συνεργοί στο έγκλημα;
Όλοι λοιπόν δεν είναι ένοχοι ενώπιον του λαού;
Σου έγραψα και πιο πάνω ότι για να γίνει κανείς δεκτός σαν υποψήφιος βουλευτής, πρέπει να είναι πάμπλουτος. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει κατακλέψει το λαό που τώρα θέλει να «υπηρετήσει»;  Γιατί πώς έγινε πλούσιος παρά εκμεταλλευόμενος τους άλλους; Τα λεφτά δεν τα έχει κλέψει από το λαό; Τα χρήματα που έχει δεν έλειψαν από τους φτωχούς που δούλεψαν χωρίς να πληρωθούν; Κλέφτες λοιπόν είναι όλοι οι βουλευτές και πριν γίνουν βουλευτές ή ασχοληθούν με την πολιτική, αλλά  και συνεχίζουν το θεάρεστο χόμπι τους και σαν βουλευτές.
Στην ιστορία της Ελλάδας, μόνον οι πρώτοι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ μπήκαν φτωχοί στην πολιτική. Και με την κλοπή έγιναν κροίσοι σε ένα έως δέκα χρόνια. Οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ήταν πλούσιοι και πριν μπουν στην πολιτική. Και αυτή είναι η διαφορά των μεν από τους δε. Οι πασοκικοί βουλευτές έκλεψαν μόνο όντας βουλευτές, οι νεοδημοκράτες από πριν μπουν στην πολιτική. Τα κόμματα που δεν έχουν γίνει κυβέρνηση ακόμα, περιμένουν πώς και πώς να γίνουν, ώστε να κλέψουν κι αυτοί και οι δικοί τους βουλευτές.
Αλλά το κυριότερο και πιο διαδομένο ανάμεσά τους, είναι ο «ξύλινος λόγος» που μεταχειρίζονται οι πολιτικοί στις ομιλίες τους προς το λαό. Ο «ξύλινος λόγος» είναι ένας λόγος χωρίς συναίσθημα, χωρίς χρώμα, που δεν συνοδεύεται παρά από πολύ περιορισμένες ή καθόλου κινήσεις των χεριών ή του σώματος, ένας λόγος ρομποτικός όπως τον λέω εγώ, ή ένας λόγος που βγαίνει από στόμα ζόμπι. Ένας λόγος «πολιτικός», με ανέκφραστο πρόσωπο, με λέξεις άγνωστες για το λαό, λόγος που ο λαός άραγε δεν καταλαβαίνει.
Με τον τέτοιον λόγο οι πολιτικοί κερδίζουν στα μάτια του λαού ανωτερότητα, μιας και ο λαός δεν μπορεί να εξηγήσει όσα ακούει και νομίζοντας τον εαυτό του παρακατιανό σκύβει πιο πολύ το κεφάλι του μπροστά στα «ανώτερα» αφεντικά του.
Αυτός ο λόγος αποκόβει τους πολιτικούς από το λαό. Εκείνοι όμως έχουν τους δικούς τους ανθρώπους στους οποίους μιλούν ανθρώπινα. Είναι οι «δικοί» τους άνθρωποι, οι βοηθοί τους στην παρανομία την «νομιμοποιημένη» από τους ίδιους, αφού εκείνοι νομοθετούν. Είναι οι άνθρωποι που από την τέτοια σχέση αποκτούν περιουσίες, ενώ σε αντάλλαγμα εφοδιάζουν τους πολιτικούς με ψήφους την ώρα της κάλπης.
Έτσι ο λαός, αποξενωμένος από την πολιτική, ενδιαφέρεται για άλλα και κυρίως για τον αθλητισμό. Εκεί τον έχουν στρέψει φανατίζοντάς τον οι ίδιοι οι πολιτικοί. Ή προσβλέπει για βοήθεια στην Εκκλησία.

Το αθλητικό γεγονός το οποίο λατρεύει ο έλληνας είναι το ποδόσφαιρο. Πάθη, μίση, ενθουσιασμοί, αγώνες, είναι το περικάλυμμα αλλά και η ουσία της λατρείας αυτής. Αν την ίδια αφοσίωση που δείχνουν για το άθλημα αυτό, την κρατούσαν για τα Δημόσια πράγματα, η Ελλάδα θα μεγαλουργούσε.
Και ενώ οι έλληνες φοβούνται να ασχοληθούν με τα πολιτικά και δεν φανερώνουν ούτε τι ψήφισαν, δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να δηλώνουν περήφανα οπαδοί μιας ή άλλης ποδοσφαιρικής ομάδας.
Ως για την Εκκλησία, αυτή εκμεταλλεύεται τη φτώχεια και την αμορφωσιά του λαού, στην οποία αυτή με τη σύμπραξη των πολιτικών έχει καταδικάσει το λαό, ώστε αυτή, όπως εκείνοι, να μεγαλώνει και να πλουταίνει.
Ο Γκαίτε είχε πει ότι ο Χριστιανισμός θα πάει την ανθρωπότητα δέκα χιλιάδες χρόνια πίσω. Για τους έλληνες να υπολογίζουμε είκοσι χιλιάδες τα χρόνια.
Τα δύο εκκωφαντικά ακουόμενα ραδιοφωνικά δίκτυα σε όλη την Ελλάδα, είναι τα δίκτυα της Εκκλησίας και τα δίκτυα του ποδοσφαίρου. Δίκτυα που έχουν «πιάσει» στα βρόχια τους τούς δειλούς  έλληνες  και τους άγουν και τους φέρουν.
Ένα άλλο ιδεολόγημα των ελλήνων είναι ότι οι έλληνες είναι πρώτοι και καλλίτεροι σε όλα. Αυτό είναι κάτι που είτε πιστεύουν, είτε προσποιούνται ότι πιστεύουν, όλοι οι έλληνες. Οι εκάστοτε ιθύνοντες τους έχουν εμφυσήσει αυτή την ιδέα. Και έχοντας την ιδέα αυτή βαθιά τους ριζωμένη, πιστεύουν ότι είναι οι πρώτοι ακόμα και εκεί που, όπως συνήθως συμβαίνει, είναι τελευταίοι σ’ αυτό.
Στην τάση τους αυτή οι ιθύνοντες έχουν βοηθούς τους τούς αρχαίους έλληνες, οι οποίοι κατά γενική ομολογία των σημερινών ελλήνων ήσαν σίγουρα πρώτοι σε όλα: επιστήμες,  μυθολογία, φιλοσοφία, γλυπτική, ιστορία, γεωγραφία, κλπ κλπ. Μα ήτανε πρώτοι και στις ανακαλύψεις και στις εφευρέσεις. Αυτοί ανακάλυψαν την Αμερική, αλλά οι σύγχρονοι το κρύβουν λόγω ζήλειας.
Αυτοί εφεύραν το πόλο, το ποδόσφαιρο και ένα σωρό άλλα παιχνίδια και αθλήματα σύγχρονα και όχι.
Ό,τι ωραίο σε όλη τη γη, οι έλληνες το έκαναν, διότι μεταξύ άλλων, είχαν πάει σε όλα τα μέρη της γης προτού αυτά ανακαλυφθούν από τους σημερινούς οικιστές τους.
Αν πει κανείς στους σημερινούς έλληνες ότι δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους έλληνες παρά μόνον το ότι κατοικούν στον ίδιο τόπο με εκείνους, εκείνοι βαφτίζουν αυτόν που το λέει ανθέλληνα και ησυχάζουν. Και αν κάποιοι ξένοι τους πούνε το ίδιο, ω! αυτοί ζηλεύουν, ή, το χειρότερο, θέλουν να τους αφανίσουν από το πρόσωπο της γης, αφαιρώντας τους όλες τους τις επιτεύξεις.
Και εν πάσει περιπτώσει, ό,τι έχει ξεφύγει από το δαιμόνιο των αρχαίων ελλήνων, το ανακαλύπτουν οι σημερινοί έλληνες, όμως από ζήλεια ή μίσος αυτές οι ανακαλύψεις και οι εφευρέσεις –τι κρίμα!- δεν αναγνωρίζονται από τους άλλους. Ποιούς άλλους; Μα όλους τους άλλους, γιατί στον κόσμο μας υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: οι έλληνες και όλοι οι άλλοι!
Οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι καλλιεργούν αυτές τις αυταπάτες στο λαό, ώστε αυτός να βρίσκεται στη μακαριότητα της πρωτιάς σε όλα, και να μη δίνει τη σοβαρότητα που πρέπει στις κλεψιές τους μιας και, διάβολε, δεν μπορεί άνθρωποι πρώτοι σε όλα να κλέβουν, κάτι λάθος γίνεται ή κάτι μικρό συμβαίνει και το παραφουσκώνουν κάποιοι. Γι αυτό και πείθονται ότι οι κλεψιές δεν είναι κλεψιές, αλλά είναι, όπως οι γνώστες όλων έλληνες πολιτικοί λένε, «αβλεψίες», «κακή διαχείριση», «σπατάλη», «λάθη».
Ακόμα οι τηλεοράσεις πείθουν τους έλληνες ότι είναι οι πιο φιλόξενοι άνθρωποι στον κόσμο και καθόλου ρατσιστές. Αυτό το λένε για ανθρώπους που χαρακτηρίζουν «βούλγαρους» τους βορειοελλαδίτες οι νοτιοελλαδίτες, και «χαμουτζήδες» τους νότιους οι βόρειοι. Το λένε για τους ανθρώπους που έχουν τη γνώμη ότι Ελλάδα είναι μόνο κάτω από το αυλάκι και η υπόλοιπη είναι Τουρκία (αυλάκι είναι ο Ισθμός της Κορίνθου), για τους ανθρώπους που μισούν οι του ενός νομού τους ανθρώπους του διπλανού, για το λαό που είναι στα μαχαίρια κάθε χωριό του με το διπλανό.
Ως για τα κατορθώματα του έλληνα στα ξένα μέρη, φέρνουν για παράδειγμα πως οι έλληνες γίνονται καθηγητές πανεπιστημίων στη χώρα μας. Μα όλοι οι ξένοι αναδεικνύονται στα γράμματα στην Αμερική, επειδή εμείς αφήνουμε τους ξένους να ασχοληθούνε μ’ αυτά, κρατώντας εμείς τις μπίζνες μας, δηλαδή το χρήμα…
 Σε αυτές τις ιδεοληψίες τους οι έλληνες βοηθιούνται και από πολλούς ξένους, μεταξύ των οποίων και μερικοί συμπατριώτες μας, οι οποίοι θαυμάζουν τον πολιτισμό και την δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας και μάλιστα λένε ότι ο σημερινός πολιτισμός μας έχει τις ρίζες του και είναι συνέχεια του αρχαίου εκείνου πολιτισμού.
Καθώς βλέπεις, οι έλληνες, φορώντας τις παρωπίδες της απαιδευσίας και της κακομοιριάς, δεν μπορούν οι καημένοι να δουν μακριά, με αποτέλεσμα να βλέπουν μόνο τα άσχημα που είναι κοντινά τους, τα οποία όμως είναι εύκολο να χειρίζονται κατάλληλα οι πολιτικοί, κάνοντάς τα να δείχνουν ουδέτερα, ή σαν η αιτία για την κακότητά τους να είναι οι ίδιοι οι έλληνες.
Αλλά ας πω λίγα, μαζεμένα εδώ, για τους δημοσιογράφους, τους συνεταίρους των πολιτικών στην καταστροφή της Ελλάδας, γιατί όσα και να πεις γι αυτούς οι ευθύνες τους δεν τελειώνουν.
Για τους δημοσιογράφους του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, του Τύπου:
-οι έλληνες είναι εργατικοί.
-οι έλληνες είναι φιλόξενοι και όλοι μαζί αλλά και κάθε πόλη, χωριό ή νομός χωριστά, μάλιστα συναγωνίζονται όλα αυτά μεταξύ τους για το ποιος είναι περισσότερο φιλόξενος. Η φιλοξενία τυχαίνει να είναι μεγαλύτερη ό,που αναμένονται τουρίστες.
-οι έλληνες δεν είναι ρατσιστές.
-οι έλληνες μεγαλουργούν «έξω».
-οι έλληνες είναι ευγενικοί.
-οι έλληνες δεν είναι εγωιστές.
-οι έλληνες ενωμένοι καταφέρνουν τα πάντα.
-οι έλληνες δε φταίνε για ό,τι κακό συμβαίνει στη χώρα τους.
-οι έλληνες είναι υπερήφανοι. Γι αυτό και δεν ανέχονται να τους λένε άλλοι ότι είναι κλέφτες, ότι οι πολιτικοί τους δεν μπορούν να κυβερνήσουν και ότι οι ίδιοι δεν θέλουν να κυβερνηθούν, ότι ζούσαν για δεκαετίες με δανεικά, ότι είναι τεμπέληδες, ότι δεν κάνουν ό,τι συμφωνούν, ότι είναι ένας λαός κοιμισμένος, ότι είναι αμόρφωτοι, ότι δεν έχουν μπέσα, ότι είναι πρώτοι σε ό,τι άσχημο, ότι ψηφίζουν νόμους που μένουν στα χαρτιά, ότι η χώρα τους είναι τεταρτοκοσμική, ότι οι υφασματέμποροι καταληστεύουν  και άλλα.
-οι έλληνες έχουν δάφνες δόξας που κανένας άλλος λαός δεν έχει.
-οι έλληνες έχουν αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο και κάθε φορά φέρνουν στην εξουσία όποιους ακριβώς χρειάζεται η χώρα!
Λαός λοιπόν που ψηφίζει εκείνον που θα του διορίσει το γιο, λαός που ψηφίζει εκείνον τον πολιτικό που του έδωσε ένα κατοστάρικο  κομμένο ση μέση με την υπόσχεση πως αν εκλεγεί θα τους δώσει και το άλλο μισό, λαός που ψηφίζει κάποιο κόμμα ή κάποιο άτομο «γιατί αυτό κάνει για χρόνια η οικογένειά μου», λαός που ψηφίζει πολιτικό γιατί είναι κουμπάρος του, αυτός ο λαός έχει αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο… Τι να πεις... Όμως μην τολμήσει κανείς δημοσιογράφος ή πολιτικός να πει το αντίθετο, γιατί τότε οι καρέκλες και των δύο τρίζουν.

Κατά τους δημοσιογράφους:
-υπάρχουν πολιτικοί που ενδιαφέρονται για την Ελλάδα.
-οι πολιτικοί δεν είναι όλοι ίδιοι.
-το να λέμε ότι οι πολιτικοί είναι όλοι ίδιοι είναι ρατσισμός!!!
-το να έχουν αποκλειστεί από προσώπου Ελλάδας οι χουντικοί από τότε που έπεσε η χούντα, δεν είναι ρατσισμός.
-ρατσισμός δεν είναι να επιτρέπεται η κλοπή στους υπουργούς και στους βουλευτές δια νόμου, να αφήνονται στη μοίρα τους οι φτωχοί, να θεωρούνται όλοι οι ξένοι κλέφτες και δολοφόνοι, να ληστεύονται από την κυβέρνηση μόνον οι φτωχοί, να μην παρουσιάζονται στα ΜΜΕ εκπρόσωποι άλλων τάξεων πλην της πλουτοκρατίας, να μην φορολογούνται οι φίλοι των πολιτικών, οι υφασματέμποροι και οι ρουχέμποροι να προστατεύονται όταν υπερτιμολογούν μέχρι ληστείας τα εμπορεύματά τους, να αποκλείονται από τη δημοσιότητα εκπρόσωποι τάξεων ή κομμάτων αντίθετων προς τα δύο μεγάλα κόμματα, οι χουντικοί να έχουν εξαφανιστεί από προσώπου Ελλάδας από τότε που έπεσε η χούντα, να δημιουργούνται όλο και περισσότερα γκέτο.
-υπάρχουν πολιτικοί που δεν κλέβουν.
-η Ελλάδα είναι η ομορφότερη χώρα του κόσμου.
-η Ελλάδα έχει ιστορία δυόμισι χιλιάδων ετών.
-η Ελλάδα μπορεί να συντηρήσει και να προστατέψει τα μάρμαρα που της έχουν πάρει για να τα διαφυλάξουν και να τα συντηρήσουν αλλού.
-η Ελλάδα έχει τις καλλίτερες ακτές από όλα τα κράτη του κόσμου.
-η Ελλάδα έδωσε τα φώτα στην ανθρωπότητα.


Οι δημοσιογράφοι:
-ποτέ δε μιλάνε για πολιτικά στις εκπομπές τους ή στα γραφτά τους. Γι αυτό, πλην των εκπομπών όπου έχουν πολιτικούς καλεσμένους, απαγορεύεται να ειπωθεί κάθε τι που έχει σχέση με πολιτικά. Και ο λόγος είναι αυτός που ανθούν στην εδώ τηλεόραση οι κουτσομπολίστικες εκπομπές, που λέγεται σ’ αυτές οποιαδήποτε χαζομάρα, όπου ακούγονται συνέχεια χαζοτράγουδα, όπου ασήμαντες «κυρίες» παίρνουν διαστάσεις αστέρων ανάμεσα στους ασήμαντους και ηλίθιους έλληνες. Και είναι αυτός ο λόγος που ανθούν οι αθλητικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί και τα αθλητικά τηλεοπτικά κανάλια, και αυτός είναι ο λόγος που βρίθουν οι θρησκευτικοί σταθμοί και κανάλια. Να μη «θιγούν» οι πολιτικοί και όλα είναι καλά…
-έχουν το ελεύθερο να κατηγορούν (εμμέσως και με τρόπο που να μην μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει ότι μιλάνε εναντίον κάποιου κόμματος ή πολιτικού) όποιο κόμμα είναι στην αντιπολίτευση και να υμνούν το ίδιο όταν γίνει κυβέρνηση. Πολιτικά λόγια ακούγονται από το ραδιόφωνο μόνο όταν μιλάνε οι πολιτικοί γι αυτά, φωνάζοντας και βρίζοντας πάντοτε με τους αντίπαλους (που πάντοτε υπάρχουν στο ίδιο «πάνελ» ακριβώς για να τσακωθούν μεταξύ τους).
-φέρνουν τους πολιτικούς στις εκπομπές τους δύο δύο για να τσακωθούν μεταξύ τους και οι εκπομπές τους να έχουν τηλεθέαση. Για να γίνει αυτό τους προκαλούν με ειδικές ερωτήσεις που γεννούν ή προάγουν την αντιπαλότητα. Όταν αρχίζει ο καυγάς, προσπαθούν, ψευδώς, για τα μάτια του κόσμου, να τους ηρεμήσουν. Οι πολιτικοί, ξέρουν, γιατί είναι συμφωνημένα όλα ανάμεσα στους δημοσιογράφους και σε κείνους, ότι οι προσπάθειες αυτές γίνονται για να εξάψουν περισσότερο τα πνεύματα (που δεν κατευνάζονται δα ούτε με τις παραινέσεις του οικοδεσπότη…) και συνεχίζουν δριμύτεροι. Όταν φτάσει στο απροχώρητο ο καυγάς, ο δημοσιογράφος, ενώ αυτοί αλληλομαστιγώνονται, τους κόβει. Έτσι η δουλειά έγινε και σήμερα με ευχαριστημένους και τους δύο αντιπάλους, αλλά και τον παρουσιαστή. Ο παρουσιαστής χαίρεται γιατί η εκπομπή του είχε τηλεθέαση ή ακροαματικότητα και ακόμη γιατί αυτός να! το είδαν όλοι εξάλλου, αυτός προσπάθησε να κάνει μια εκπομπή με ήρεμα πνεύματα, όμως εκείνοι δεν το θέλησαν, με αποτέλεσμα και ο παρουσιαστής, μην …αντέχοντας να παρουσιάζει καυγάδες από την εκπομπή του, αναγκάστηκε –ο καημένος- να κόψει τους διαφωνούντες… Και οι πολιτικοί είναι ευχαριστημένοι γιατί έδειξαν στον αρχηγό του κόμματος αλλά και στους ψηφοφόρους τους καθένας, ότι ξέρει να παλεύει, ότι υπερασπίζεται τα δίκαια της παράταξης ή της τάξης του μια που δεν διστάζει να το κάνει ως και στην τηλεόραση που…τι ντροπή!...τον έβλεπε όλη η Ελλάδα να μαλώνει…
Και ο λύκος χορτάτος, και η προβατίνα ακέρια!
Η τηλεόραση είναι η αρένα των νεοελλήνων. Στα χρόνια της Ρώμης υπήρχε το Κολοσσαίο με τις μονομαχίες και τις θυσίες των χριστιανών και άλλων κακοποιών. Οι Ίνκας και άλλοι λαοί είχαν τις ανθρωποθυσίες που ζητούσαν οι θεοί τους.
Οι Ισπανοί έχουν την αρένα όπου σφαγιάζονται ταύροι και καμιά φορά και τορεαντόρς.
Ε, οι έλληνες έχουν την τηλεόραση! Και εδώ δεν σφαγιάζονται ταύροι αλλά βόδια-οι έλληνες.



ΚΡΊΣΗ

Η Κρίση χτίζεται στην Ελλάδα από το 1981. Ο Παπανδρέου δεν έδωσε χρήματα στους φτωχούς παίρνοντάς τα από τους πλούσιους, αλλά έκανε τους πλούσιους φτωχούς και τους φτωχούς πλούσιους. Αυτό ο ίδιος το έλεγε υπερηφανευόμενος: «ο πλούτος άλλαξε χέρια». Δεν έδωσε Παιδεία στους απαίδευτους, αλλά άφησε κούτσουρα και όσους ήθελαν να μορφωθούν. Δεν έδωσε φτερά στο λαό αλλά έκοψε και τα φτερά όσων είχαν.  Έβαλε τους άξεστους στα σαλόνια όχι μαθαίνοντάς τους να φέρονται, αλλά αναγκάζοντας και όσους είχαν τρόπους να συγχρωτίζονται μαζί τους. Σε γενικές γραμμές εξίσωσε τα πάντα προς τα κάτω. Κάτι πολύ εύκολο, γιατί σαν έλληνας κι αυτός, προτίμησε την εύκολη και τεμπέλικη λύση, αγνοώντας τα αποτελέσματα της τέτοιας ενέργειάς του.
Πίστη του ήτανε ότι οι υπουργοί μπορούν να λαδώνονται, αλλά όχι με πολύ μεγάλα ποσά. Για κάποιον υπουργό που είχε πάρει «δώρο» πεντακόσια εκατομμύρια δραχμές, είπε: «Όχι και πεντακόσια εκατομμύρια, τριακόσια τουλάχιστον».
Την ίδια στιγμή για να κρατήσει τους ψηφοφόρους του και για να κερδίσει κι άλλους μοίραζε τα χρήματα που έρχονταν από την ΕΟΚ στους ημέτερους, από υπουργούς έως τον τελευταίο πασοκτζή του τελευταίου χωριού της Ελλάδας. Έκανε δηλαδή ό,τι μπορούσε για να φέρει την κρίση στην Ελλάδα.
Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο Σημίτης, που σε κατηγορίες για τα σκάνδαλα απαντούσε μέσα στη Βουλή: «Γιατί φωνάζετε; Αυτή είναι η Ελλάδα!»
Μέχρι το ογδόντα ένα καταλήστευαν το Δημόσιο οι δεξιοί, που σημαίνει οι ταγματασφαλίτες, οι δοσίλογοι, οι χίτες. Όλοι αυτοί ήσαν που συνεταιρίστηκαν με τους γερμανούς κατακτητές πρώτα και με τους εγγλέζους κατόπιν. Μετά το ογδόντα ένα το Δημόσιο καταληστεύονταν από τους «σοσιαλιστές». Και «σοσιαλιστές» είναι εκείνοι που είχαν χωθεί στο Πολυτεχνείο ύστερα από την διαβεβαίωση ότι η χούντα πέφτει, για να καταλάβουν το κενό που θα άφηνε η πτώση της.
Και όπως οι πρώτοι, οικειοποιήθηκαν και εκμεταλλεύτηκαν  το μίσος του λαού για τη δικτατορία του Μεταξά και καθιέρωσαν τη γιορτή της 28 Οχτώβρη εξοστρακίζοντας από το Δημόσιο και κοινωνικό βίο τους αριστερούς, έτσι και οι δεύτεροι οικειοποιούμενοι και εκμεταλλευόμενοι το μίσος του λαού για τη χούντα του Παπαδόπουλου, καθιέρωσαν τη γιορτή του Πολυτεχνείου εξοστρακίζοντας από τον πολιτικό, Δημόσιο και κοινωνικό βίο τους χουντικούς και τους δεξιούς. Ωραίες δημοκρατίες και οι δύο…
Η Νέα Δημοκρατία που ήρθε μετά το εικοσιπεντάχρονο φαγοπότι των «σοσιαλιστών», έχοντας μείνει μακριά από το τραπέζι για δεκαετίες, θεώρησε καλό να φάει με όλες της τις μασέλες για να ισοφαρίσει όσα είχε χάσει μέχρι τότε.
Και όταν είδε τα σκούρα, αποχώρησε.
Άφησε τη χώρα στα χέρια ενός ηλίθιου, του Γιώργου Παπανδρέου. Αυτός αποτελείωσε όσα είχαν μείνει στη μέση. Έβαλε τους έλληνες στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τους έκανε φτωχότερους κατά τριανταπέντε τοις εκατό μέσα σ’ ένα χρόνο.
Χαρακτηριστικό της φασιστικής νοοτροπίας των πασοκτζήδων είναι η δήλωση του Λοβέρδου, ιταλόφερτου υπουργού, ότι «θα γίνει «μακελειό» αν κάποιος τολμήσει να σύρει τον Γιώργο Παπανδρέου στη Δικαιοσύνη για την κατάντια στην οποία έφερε τη χώρα.  Καταλαβαίνεις σε ποια χώρα βρίσκομαι…
Και τώρα που η χώρα απαλλάχτηκε από τη φυσική παρουσία των ληστών της στο πολιτικό σύστημα, και τώρα που θα απολάμβανε τη ζωή χωρίς τους εκμεταλλευτές της, τώρα που οι τρεις οικογένειες έχουν ξεκουμπιστεί από το πολιτικό προσκήνιο, τώρα ήρθε η κρίση. Κρίση που οι τρεις εκείνες οικογένειες έφεραν στον τόπο, για να συνεχίσουν και απόντες να δυναστεύουν το λαό.
Οι έλληνες πώς αντιδρούν; Θα ρωτήσεις. Δεν αντιδρούν. Δέχονται όσα τους κάνουν χωρίς καμιά αντίδραση. Κάνουν μόνο καμιά πορεία και αυτό είναι όλο. Η ψυχή δεν κατοικεί εδώ.
Από την άλλη, οι πολιτικοί που είναι αίτιοι της καταστροφής πολιτών και χώρας, συμπεριφέρονται σαν να μην είναι αυτοί υπεύθυνοι για ό,τι έγινε. Και ακόμα χειρότερο σαν να μην έχει γίνει κάτι. Και τους βλέπεις να τσακώνονται για ψήφους, να διορίζουν δικούς τους, να ρίχνουν ο ένας την ευθύνη στον άλλο για ό,τι κατηγορούνται, να μπλέκουν ακόμα και τώρα σε σκάνδαλα, να κάνουν ό,τι το συμφέρον τους επιβάλλει σε κάθε περίσταση που θα πρέπει να διαλέξουν μεταξύ συμφέροντος και καθήκοντος.
Συμπεριφέρονται δηλαδή όπως πάντοτε. Σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε στην Ελλάδα. Σαν αυτή να μην έχει φτάσει στο χείλος της αβύσσου εξαιτίας τους. Γιατί άραγε φέρονται έτσι; Μήπως κρύβουν τα αίτια της τέτοιας διαγωγής τους ακόμα και από την ίδια τους τη συνείδηση, όπως στις περιπτώσεις που ντρέπεται κανείς να ομολογήσει το αίτιο που τον σπρώχνει να κάνει την άλφα ή τη βήτα πράξη; Εξάλλου όταν ένας άνθρωπος κατακρίνει τον εαυτό του για μια πράξη που διέπραξε στο παρελθόν, φαντάζεται πως μπορούσε να πράξει διαφορετικά αν είχε βρεθεί κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Όμως αυτό είναι μια καθαρή αυταπάτη. Σε ακούω να με συμβουλεύεις να αφήσω κατά μέρος τις φιλοσοφίες. Αυτό και κάνω, ύστερα εδώ μας ενδιαφέρουν τα αποτελέσματα.
Οι ευρωπαίοι πάντοτε ήξεραν τι είναι οι έλληνες. Δεν τους πολυένοιαζε όμως και δεν μιλούσαν. Τώρα που τα τερτίπια των ελλήνων επηρεάζουν και αυτούς, τώρα λένε τη γνώμη τους για την Ελλάδα και τους έλληνες χωρίς περιστροφές. Τους λένε ότι οι πολιτικοί τους είναι ανίκανοι να κυβερνήσουν και οι έλληνες δεν θέλουν να κυβερνηθούν. Τους λένε ότι δεν κάνουν ό,τι έχουν συμφωνήσει να κάνουν μαζί τους.  Και οι έλληνες όταν τα ακούνε αυτά δυσανασχετούν και λένε: «Είμαστε υπερήφανος λαός, δεν δεεχόμαστε να μας λένε τέτοια» Και αυτό το επαναλαμβάνουν οι πληρωμένες τηλεοράσεις και το διατυμπανίζουν οι πληρωμένοι (δηλαδή όλοι οι) δημοσιογράφοι και στη Βουλή υψώνονται φωνές που καταδικάζουν τα λεχθέντα από τους ξένους! Και συνεχίζουν τα ίδια και τα ίδια, έχοντας καθαρίσει με τις κατηγορίες που ακούστηκαν μόνο που τις «καταδίκασαν»! Έλληνες! Σου τους περίγραψα πιο πάνω. Σε όσα σου είπα βάλε δέκα φορές άλλα τόσα και θα έχεις πλήρη την ταυτότητα της Ελλάδας. Και αρχίζει πάλι να ξανάρχεται στη ζωή των ελλήνων ό,τι μπορεί να τους τονώσει το ηθικό (τη βλακεία τους δηλαδή) και ό,τι θα τους κάνει να ξεχάσουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Οι μεγάλες ιδέες ξαναγυρίζουν, οι εφημερίδες συναγωνίζονται στην παρουσίαση από τις σελίδες τους άρθρων υπέρ της ελληνικότητας της Ελλάδας, υπεροχής των ελλήνων έναντι των άλλων λαών, το «δαιμόνιο του έλληνα» υπερυψούται, η θρησκεία τρίβει τα χέρια της, συγγραφείς παλιοί γαλουχούν και πάλι με τα πατριδολατρικά τους κείμενα την ανικανότητα των ελλήνων, οι χίτες και οι ταγματασφαλίτες ξεσκονίζουν τα όπλα τους, οι τηλεοράσεις ξανάρχισαν τα πατριωτικά τους, η ρίμα στα ποιήματα ξαναγυρίζει,  η «ανωτερότητα» της Ελλάδας τονίζεται και ξανατονίζεται, πάλι χτίζονται ιδέες με τα ράκη της αξιοπρέπειας, της ανθρωπιάς, με τη βλακεία.
Και η κρίση μεγαλώνει και ο έλληνας μικραίνει.
Εμείς κάνουμε βήματα στέρεα και σιγουρεμένα προς το πεπρωμένο μας. Αυτοί στο πρώτο σαθρό τους βήμα στη ζωή, γυρνάνε πίσω τρομαγμένοι.  Και τώρα γυρίζουν στο μαγκάλι, στη λάμπα πετρελαίου, στην ανύπαρκτη Παιδεία, στο θάνατο από έλλειψη γιατρών και φαρμάκων, στην καλλιέργεια των χόρτων και ζαρζαβατικών του σπιτιού, στα λιωμένα και δυσεύρετα ρούχα και παπούτσια, στο μάζεμα στις αυλές τα βράδια ώσπου να έρθει η ώρα του ύπνου, στη μπουγάδα στη σκάφη, στα χαμόσπιτα και στη βρωμιά τους, στα ποντίκια και στις κατσαρίδες τους, στο πρωινό ψωμοτύρι, στα θεατρικά μπουλούκια, στις δικτατορίες και στα «κινήματα», στο βούρκο της βαρβαρότητας, στον πρωτογονισμό του πνεύματος, στη λήθη, στην κακομοιριά και στη μιζέρια τους-μ’ ένα λόγο γυρνάνε στη σειρά τους.
Και ο φασισμός, η ενδημική νόσος της Ελλάδας, που μέχρι τώρα κρύβονταν κάτω από τα φουστάνια της Βουλής ή ανάμεσα στα χαρτονομίσματα των πλουσίων, φουντώνει τώρα που η χώρα βρίσκεται σε κρίση και δεν έχει υγιείς δυνάμεις να αντιπαρατάξει εναντίον της.
Ξανάρχονται λοιπόν οι φανατισμοί και το κλείσιμο στον εαυτό.
Όταν οι Μακεδόνες είχαν καταλάβει την αρχαία Ελλάδα, τα ελληνικά κράτη-πόλεις ξανάβαλαν μπροστά τους τραγικούς ποιητές τους και έχτιζαν θέατρα χιλιάδων θέσεων για να τους ανεβάσουν, ελπίζοντας να ξυπνήσουν το κοιμισμένο πια φρόνημα των τότε ελλήνων.
Σήμερα στον ίδιο τόπο ξανάρχονται οι δογματισμοί, τα πάθη, η μισαλλοδοξία, η εμπάθεια, οι ακρότητες, οι φονταμενταλισμοί. 
Στις τηλεοράσεις επανέρχονται παλιές πατριωτικές εκπομπές, ξεθάβονται ντοκιμαντέρ πατριδολατρικά, μπαίνει στην καθημερινότητά  τους το Εικοσιένα, πρόσωπα-απόγονοι χιτών και χουντικών προβάλλονται. Στα ραδιόφωνα το ίδιο. Στα περιοδικά το ίδιο. Οι λόγοι των πολιτικών τους ξαναπροσφέρουν στο λαό την εσωστρέφεια, πατρίδα θρησκεία οικογένεια αντικαθιστά ολοένα και περισσότερο την τριάδα ελευθερία ισότητα δικαιοσύνη. Κόμματα φασιστικά όπως κάποιου Καμένου γεννιούνται, το σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ χάνει όση σοσιαλιστικότητα στα χαρτιά μόνον είχε, η Νέα Δημοκρατία με αρχηγό δεξιότερον του Καρατζαφέρη προσπαθεί να κρύψει το φασιστικό της πρόσωπο μέχρι τις εκλογές.
Και όσοι έφεραν τη χώρα στο χάλι που βρίσκεται, ζητάνε πάλι την ψήφο του λαού. Ο τρώσας και ιάσεται; Ναι μα χωρίς ίαμα πώς;
Πού θα οδηγήσει άραγε η κακή μοίρα τους τούς έλληνες αυτή τη φορά;

Από την Ελλάδα λείπει ο Ηγέτης. Το υλικό που θα δουλέψει αυτός υπάρχει: ένας λαός απελπισμένος και αγανακτισμένος, έτοιμος να δεχτεί Εκείνον που θα τον οδηγήσει στην ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, στην πεποίθηση ότι η ελπίδα αυτή θα καρπίσει και τέλος στο στήσιμο πάλι της χώρας στα πόδια της. Τώρα όμως σε γερά πόδια, που να μπορούν να την πάνε μπροστά.  Ίσως θα πρέπει να καταπέσει ακόμα η Ελλάδα και τότε να έρθει ο Ανορθωτής. Είναι η μόνη ελπίδα. Αν δεν έρθει, αν οι καιροί δεν τον χτίσουν, τότε η Ελλάδα, η χώρα όπου η δουλοπρέπεια βαφτίζεται τουρισμός, η χώρα όπου η κλοπή λέγεται εμπόριο, η χώρα όπου άνθρωποι των σπηλαίων γίνονται ξενοδόχοι, η χώρα όπου οι σάυλώκ τους έχουν γίνει υφασματέμποροι, χάνεται δια παντός.
Αγαπημένη μου, σε φιλώ ευχόμενος οι ελπίδες του γιατρού για γρήγορη ανάρρωση να γίνουν πραγματικότητα.
Σύντομα θα σε δω
Με αγάπη
Ο σύζυγός σου που σε αγαπάει.







ΚΑΤΑΡΑ

Άν ο εθνικός μας ύμνος άραγε
είχε σκοπό και λόγια άλλα
πάλι η ψυχή έτσι μεγάλα
ακούγοντάς τον θα λαχτάραγε;

Πάλι το δέντρο εντός μας θα ΄κανε
του έθνους σύγκορμο να τρέμει
σα με μανία να το χτυπάγανε
χίλιων Αιόλων οι ανέμοι;

Πάλι οι ρίζες του θα τράνταζαν
σα να γυρεύαν να πετάξουν;
Πάλι οι χυμοί του θ΄αφροπλάνταζαν
να βυζαχτούνε...να διδάξουν;

Και μεις, ιερείς ενός πρωτάκουστου
θεριού που τρώει τα παιδιά του
άθλιοι νεκροί πάνω στους κλάδους του-
θα το σωριάζαμε και πάλι κάτου;











Βιβή γεια σου.
Φεύγω από την πόλη.
Αυτό το γράμμα είναι το αποχαιρετιστήριο γράμμα μου σε σένα.
Όπως σε όλη την Ελλάδα,είδα και στην Τρίπολη την

Στις έντεκα του μηνός Οχτώβρη,φέτος,πηγαίνοντας από Τρίπολη προς Αθήνα άκουσα από το ραδιόφωνο κάποιον με μικρό όνομα Τάσος να μιλάει. Ήτανε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος,δεν ξέρω ποιανού κόμματος,ούτε το επώνυμό του γνωρίζω γιατί αυτό ειπώθηκε όταν το ραδιόφωνό μου έπαψε να «πιάνει».
Είπε λοιπόν μεταξύ άλλων ο άγιος αυτός άνθρωπος,ότι «επειδή η Τρίπολη είναι εχθρικη πόλη,γι αυτό οι κατέχοντες (χρήματα) πηγαίνουν και χτίζουν στα γύρω χωριά.....»

Η Τρίπολη είναι εχθρική πόλη! Εχθρική πόλη! Εχθρική!

Ο άνθρωπος αυτος μου έδειξε ότι δεν είμαι ο μόνος που θεωρώ την Τρίπολη εχθρική πόλη,βοηθώντας με έτσι να εκφράσω χωρίς κανέναν ενδοιασμό τα αισθήματά μου γι αυτήν.
Αν λοιπόν έχει  κάποιος κάποιαν αντίρρηση γι αυτά που γράφω εδώ για την Τρίπολη,τον παραπέμπω στη γνώμη του Τάσου... Δεδομένο δε θεωρώ,όπως και πριν ακούσω τι είπε ο Τάσος θεωρούσα,ότι πολλοί άλλοι τροπολιτσώτες έχουν την ίδια γνώμη για την πόλη αυτή,μόνο που δεν το λένε.







Θα σου πω με λίγα λόγια μερικά πράγματα περί την Τρίπολη σε σχέση με την εδώ παρουσία μου,καθώς και το λόγο της απόφασής μου να φύγω από εδώ.

Πρώτα όμως θα τα ακούσεις έμμετρα.

Πολύ καλά επέρασα στην Τρίπολη-δε λέω.
Κι αυτό για όσους ξέρουνε δεν είναι κάτι νέο.
Η Τρίπολη μ΄αγκάλιασε με θέρμη και με πάθος΄
κι όποιος τ΄αντίθετο θα πει κάνει μεγάλο λάθος.
Μονο που πρόσεξε καλά,πολύ να μη με σφίξει
και-χτύπα ξύλο-απ΄την πολλήν αγάπη της με πνίξει...
Α! Όλα κι όλα!δεν μπορώ να την κατηγορήσω-
κι ευγένεια έδειξε και τακτ-και μάλιστα περίσσιο.
Ας πούμε,όταν ήρθα εδώ,την ίδια κιόλας μέρα
στη βιβλιοθήκη θέλησα να πάω-εκεί πέρα
που όταν ήμουνα μικρός ξημεροβραδιαζόμουν
και που μ΄αγάπη στην καρδιά πάντοτε τη θυμόμουν.
Όμως τη βρήκα θεόκλειστη. Τότε χωρίς ν΄αργώ
να την ανοίξω βάλθηκαμ΄ένα ρυθμό γοργό.
Όμως-και να της Τρίπολης για μένα η αγάπη-
όταν να τρέχω μ΄είδανε με βιάση μια βαρβάτη,
οι φίλοι,εμαζευτήκανε,κι είπανε, και μιλήσαν,
κι αυθημερόν  κι ομόθυμα  όλοι αποφασίσαν
πως να μ΄αφήσουν δεν μπορούν το πράγμα αυτό να κάνω,
γιατί έτσι-όπως μου ΄πανε-με χάνουν και τους χάνω.
Ήγουν τουτέτιν δηλαδή,με άλλους λόγους,ήτοι,
δεύτερο θα μου γίνονταν η βιβλιοθήκη σπίτι
και την παρέα μου έτσι αυτοί δια παντός πια χάνουν
και,οι καϋμένοι,δίχως μου,δε θα ΄χαν τι να κάνουν.
Κι εμπόδια εβαλθήκανε όλοι τους να μου βάζουν
ώστε τα μάτια μου αυτούς μονάχα να κυττάζουν
κι όχι βιβλία που το νου μπορεί μεν να ευρύνουν,
μα της φιλίας τ΄ανοιχτά τα μονοπάτια κλείνουν.
Έτσι λοιπόν καθηγητές,δασκάλοι,προφεσόροι,
νομάρχες για τα κλάματα,δημάρχοι λαοβόροι,
όμιλοι φιλοτεχνικοί,συλλόγοι και ομάδες,
κυρίες γουνοτύλιχτες με δυο κιλά πομάδες,
κύριοι ευυπόληπτοι που τρώνε ολοένα
(και τα δικά τους φαγητά μα πιο πολύ τα ξένα),
και για να μην πολυλογώ της πόλης όλοι οι τύποι
με χαρωπή με κύτταζαν θα έλεγα μια λύπη,
καθώς και θέλαν να χαρούν τη σπάνια μου παρέα
μα και με τα βιβλία μου να πέρναγα ωραία.
Και μη γνωρίζοντας το πώς αυτό να καταφέρουν,
σε τακτικές ωθήθησαν πολύ καλά που ξέρουν-
και ή με κόλπα ταπεινά με καταφέρναν,διάφορα,
ή κάτι αν τους έλεγα εσφύριζαν αδιάφορα.
Κι η βιβλιοθήκη στο άθλιο της ακόμα μένει χάλι,
μα όμως φίλους έχω πια πληθώρα εγώ-χαλάλι.

Και ήρθε,όταν έφτασα στην πολιτεία του Πάνα,
κάθε τριπολιτσώτισσα-θα πει κάθε «πανίδα»-
κι αφού κοντά μου εστάθηκαν και ταχτοποιηθήκαν
μου είπαν πως συλλογικώς όλες μ΄ερωτευτήκαν.
Κι ήτανε κοριτσόπουλα,κι ήταν γυναίκες ώριμες,
και ήτανε κι αλλοδαπές,και ήτανε κι εδώδιμες.
Και όχι νέες μοναχά μα και γρηές σκυμμένες,
στο πλήθος που με κύκλωνε μέσα ήτανε χωμένες.
Κι οι νέες ήρθαν πηδηχτές κι οι γρηούλες κούτσα κούτσα.
Και «όλες»,μου είπαν, «ήρθαμε  για τη δική σου «πίστη».
Και ας μην είσαι όμορφος,και ας μην είσαι νέος,
μα το δικό σου θέλουνε μονάχα εμείς το «πλοίο»».
Και τι να πω δεν ήξερα ούτε και τι να κάνω
μέχρι στη σαστιμάρα μου που σκέφτηκα επάνω
να έπαιρνα μία γερή καλοβρεγμένη τάβλα
και να ΄σβυνα ευθύς μ΄αυτήν όποια τις έκαιε «κρίση»».
Κι έχασα όση μου ΄δωσε ο θεός υπομονή,
και ας μπορούσα να ΄χα εγώ όποιο ήθελα «μισθό»,
τα χέρια εσήκωσα ψηλά,και «ακούστε με!»,τους είπα,
«ένας,να κλείσει όλων σας,αδύνατον την «τρύπα».
Και πιο όμορφος να ήμουνα,κι ακόμα και πιο νέος,
ένα μονάχα ο θεός μου έχει δώσει «πνεύμα»».
Γι αυτό εμπάτε στη σειρά η μια στην άλλη πίσω
και μία μια με τη σειρά εγώ θα σας «γελάσω».
Μεγάλη τότε ταραχή σε κείνες εσηκώθη
κι όχι ό,τι θα ΄θελαν σε με οι βίαιοί των πόθοι.
Και πλέον εθεώρησαν πως δια παντός με χάνουν
και χέρι οι αφιλότιμες άρχισαν να μου βάνουν.
Κι ορμήσανε και μ΄άγγιζαν από παντού με λύσσαν
κι ηδονικά εβογγούσανε-και μερικές «εσπάσαν».
Μα όσες δεν «εσπάσανε» αυτές δεν ησυχάζαν
και πάνω μου όλες έπεσαν και,οι άθλιες,θα με σκάζαν,
αν δεν μου ερχόταν τη στιγμή εκείνη βοηθός μου
ο άλλος,ο σκληρός πολύ κι ανάλγητος εαυτός μου.
«Κυρίες,δεσποινίδες μου,γρηούλες μου»,τους κάνω,
«ωραία-δίκιο όλες έχετε-κερδίσατε και χάνω.
Τόσο τον πόθο νιώθω σας βαθιά μες στην καρδιά μου,
που ευθύς,κι αμέσως,κι εδωπά,και τώρα κι εδώ χάμου
διόλου χωρίς εγώ ν΄αργώ ή ίσως να κάνω πίσω,
τους πόθους τους μεγάλους σας θα ικανοποιήσω.
Μονάχα θέλω να σας πω κάτι που ως τώρα έκρυβα
για όσην ώρα εδωπά μαζί σας-οίμοι!-διέτριβα,
και πλέον σεις θα κρίνετε σαν άξιος κριτής-
και,ω! θήλεα της Τρίπολης,ιδού:είμαι ποιητής!..»
Οι πόθοι έσβυσαν ευθύς,φωνές-σπρωξιές επάψαν
λες κάποιος την που είχανε τους είχε σβύσει κάψαν,
και μ΄ένα στόμα όλες τους κάνανε με αηδία:
«ποιητής;;;...»-και όλα ξαφνικά γίναν εντός τους κρύα.
Κι αρχίσανε να φεύγουνε άγρια κυττάζοντάς με
και άλλες καταριώντας με και άλλες βρίζοντάς με.
Πού να ΄ξερα από την αρχή να τους το ανακοίνωνα
ώστε από τη μανία τους αμέσως να εγλίτωνα...
Κι ύστερα έφυγα κι εγώ τελείως ησυχασμένος
αλλά και πλέον ανένδοτος και αποφασισμένος
μία γυναίκα να εβρώ που όχι μόνο αιδοίο,
μα να ΄χει και γλυκύτητα-να τα ΄χει και τα δύο.

Αμ στην κοινωνικότητα ευγένεια που την έχουν
οι κάτοικοι της πόλης σου! Δε θέλουνε να τρέχουν-
δε θέλουνε να βιάζωνται στις σχέσεις που θα κάνουν
γι αυτό και πριν τις κάνουνε στο στόχαστρο τις βάνουν.
Εκεί όμως δεν τις μελετούν μα τις πυροβολούνε
...αντίς για να ρισκάρουνε με αγένεια να φερθούνε.

Και να Βιβή τι εννοώ μιλώντας για ευγένεια
που δίχως της θα ήτανε η ζωή μας τιποτένια.
Στο σπίτι δε με κάλεσε κανένας τους για γεύμα.
Γιατί θαρρείς; Ιδού γιατί-και άκου τώρα πνεύμα
φιλοξενίας που έχουνε οι καλοί μας πατριώτες-
μιαν αρετή απ΄τις αρετές που έχουνε τις πρώτες:
Σου λέει πού θα βρούμε εμείς φαγιά που αυτός να τρώει;
Την αριστοκρατία αυτός την παίζει κομπολόϊ-
Αυτός απάνου απ΄αστακούς θα τρώει και γαρίδες,
και το χαβιάρι το ερυθρό θα το μετράει μερίδες.
Αυτός τι είναι το ψωμί στο νου δε θα το βάνει
γιατί θα τρώει μοναχά κέϊκς και παντεσπάνι.
Ή να του βγάλουμε αρνί ψημένο με πατάτες;
Αυτός τα τέτια κρέατα τα έχει για τις γάτες.
Λοιπόν θα τον καλέσουμε ίσα να ντροπιαστούμε
όταν ν΄αφήνει το φαϊ στο πιάτο του θα δούμε;
Ποτέ αυτό! Καλλίτερα για ζώα να μας πάρει
παρά σε απρέπεια τέτια μια να κάνουμε τη χάρη!
Είδες λοιπόν πώς σκέφτηκαν; Δεν είναι γλύκες-πες μου.
Από ανθρώπους πάλι αυτό δεν το ΄χω δει ποτές μου.

Κι ο σπιτονοικοκύρης μου σκεφτόμενος τα ίδια,
ποτέ του δε με κάλεσε. Τι να μου δώσει-αντίδια;
Αλλά καλά γνωρίζοντας πως κάτι μου οφείλει
σαν ξένου που στο σπίτι του η μοίρα μ΄έχει στείλει,
έναν μεγάλο αγόρασε πλατύν ανεμιστήρα,
και από κάτω φαγητού μου στέλνει αυτός τα μύρα,
το εργαλείο βάζοντας απέξω απ΄την κουζίνα.
«Μπορεί να μη του κόβει αυτό»,σου λέει, «όποια πείνα,
μα δεν μπορεί την Τρίπολη να την κατηγορήσει
αφού με τόσες μυρωδιές τον έχω εγώ ταϊσει.»

Πάλι ίσως είπαν μερικοί: «Καλλίτερα να λείπει
ενέργεια που θα πρόσθετε σ΄αυτόνε κι άλλα λίπη».
Και λέω αξίζουνε κι αυτοί έπαινο κι όχι ψόγο
γιατί αήθεις δείχτηκαν για σοβαρό ένα λόγο-
βοηθοί μου ήρθαν στην σκληρή της δίαιτάς μου μάχη:
δε θέλαν-πώς μ΄αγάπησαν!-να βάλω κι άλλα πάχη…

Μα κι οι καλοί συνάδελφοι,της πόλης οι ιπποκράτες,
καλλίτερα μου φέρθηκαν κι απ΄ό,τι σε πελάτες.
Σαν είδαν πως διορίστηκα στης πόλης τους το ΙΚΑ
αμέσως εμαζεύτηκαν,κι η ευγενής τους κλίκα
λυτούς-δεμένους έβαλε ως μέσα στο υπουργείο,
ώστε αυτό,σα να ΄τανε κανένα συνεργείο
που βγάζει ένα εξάρτημα και κάποιο βάζει άλλο,
να ΄κανε και για μένανε καλό ένα μεγάλο,
θα πει τον που ΄χα διορισμό να τον ανακαλέσει,
ώστε η κούραση για με να φύγει από τη μέση.
Τόσο πολύ μ΄αγάπησαν της πόλης οι ντοτόροι
που όσο εκείνοι τράβαγαν μαρτύριο και ζόρι
κι εγώ δε θέλαν να τραβώ-δε θέλαν να κουράζωμαι-
αυτοί νιαστήκανε για με,πιο εγώ απ΄όσο νιάζομαι.
Κι έτσι έμεινα χωρίς δουλειά και δίχως απασχόληση,
σαν έρμος αμφιβληστροειδής μετά την αποκόλληση.
Όμως το πνεύμα των γιατρών της Τρίπολης το πήρα:
στον ήλιο αφού δεν έχεις συ,εδώ θα είχες μοίρα;

Κατόπι των πολιτικών με άγγιξε η ευγένεια
που το φαϊ μονάχη τους είναι και πρώτη ένια.
Σαν είδαν ότι όλους τους τους έχω εγώ γραμμένους,
θέλανε που δε θέλανε στην πόλη τους τούς ξένους,
χωρίς εγώ για εγγραφή τέτια να δίνω φράγκο,
με εγγράψανε καθένας τους στου αλλουνού τον πάγκο,
και μεταξύ τους άρχισαν να ερίζουνε για μένα
λες κι όλα τ΄άλλα τα ΄χανε τα θέματα λυμένα.
Τι να τους πεις-δοσμένοι αυτοί σε μάσα και ρεμούλα
θέλουν τα όντα όλης της γης σ΄αυτούς να είναι δούλα
και όταν κάποιονε θα δουν τέτια να μη σηκώνει
για μόριο τον βλέπουνε στου δρόμου τους τη σκόνη.
Δεν ξέρουνε πως με καιρό η σκόνη θα πολλύνει
κι ανεμοστρόβιλος κακός και τάφος θα τούς γίνει...

Και μ΄είπανε κουμουνιστή κι αναρχικό με είπαν,
μα μ΄όλα αυτά εκάμανε εις το νερό μια τρύπαν.
Ο λιόντας τρέχει και αρπάει και τρώει το βουβάλι
χωρίς ιδέα να ΄χει τι ταμπέλλα θα του βάλει
ο ζωολόγος,και χωρίς γι αυτό παρά να δίνει.
Κι η νυχτερίδα ίδια κι αυτή των ζώων το αίμα πίνει,
χωρίς να ξέρει αν αυτό που πίνει λέγεται αίμα
ή πως την ώρα κείνη εκεί τη βλέπει κάποιο βλέμμα.
Έτσι κι εγώ,ω! θλιβεροί κι αιματοπότες τύποι,
κάνω αυτό που της καρδιάς με οδηγούν οι χτύποι.
Λέω ό,τι το ανθρώπινο μυαλό μου με προστάζει,
γράφω,μελάνι μου έχοντας το αίμα μου που στάζει,
κι όπου το πνεύμα μου τραβά πίσω του ακολουθάω
χωρίς τι λέν οι άθλιες σας οι γλώσσες να μετράω,
χωρίς να νιάζωμαι αν εσείς έτσι ή αλλιώς με λέτε
ή αν μ΄αυτά που σούρνω σας γελάτε είτε κλαίτε.
Στον κόσμο αυτόν αν δεν ειπεί κανείς αυτό που νιώθει
τότε η γλώσσα πέστε μου για τί άλλο μας εδόθη;
Ανθρωπινά ο άνθρωπος στόν κοσμο αν δεν πράξει
πώς του Ανθρώπου τότε αυτός θα υπηρετεί την τάξη;
Κι αν κάτι κτήνη σαν εσάς φέρονται κτηνωδώς,
κι αν από σας έχει χαθεί το μέτρο κι η αιδώς,
πρέπει και όσοι άνθρωποι έχουνε απομείνει
έτσι κι εκείνοι-κτηνωδώς-να φέρωνται; Ε,κτήνη;
Βάλτε μου όποια θέλετε ταμπέλλα ή ετικέττα,
πιάστε με και τραντάχτε με απ΄του σακκακιού τα πέτα,
χτυπήστε με και βρίστε με΄και όσα μ΄αίμα γράφω
κατω απ΄το βρώμιο πόδι σας ας έχουν ένα τάφο.
Μα ό,τι και να κάνετε,όποια ιδέα γεννιέται,
αιώνια μες στου σύμπαντος τα χάη θα πλανιέται
αθάνατη,ολοζώντανη,ιλαρή και πάντα νέα
έτοιμη πάλι κάποτε ίδια ν΄ανθίσει Ωραία
σε κάποιου Ανθρώπου το «ξερό» κι «αγύριστο» κεφάλι,
ενώ εσείς θα σέρνεστε σε κάποιες λάσπες πάλι.
Τελειώνει εδώ το ποίημα μα τούτο δε σημαίνει
πως και μαζί σας τέλειωσα. Ό,τι στη γη με δένει
το ιερό καθήκον μου είναι,που θα εκτελέσω,
κι αν έτσι ακόμα όχι σε σας,μα ούτε σε μένα αρέσω.
Κάποιος θα πρέπει άσβυστη τη δάδα να κρατάει
στο δρόμο τον αξιόπρεπο του Ανθρώπου που οδηγάει.

Και κάτι όντα θλιβερά στην πόλη κατοικούνε
που τους εαυτούς τους ποιητές θρασέως αποκαλούνε.
Αν τραγωδία δεν ήτανε στη γη επάνω η ζήση
θα ΄λεγα πως για κλάμματα φτιαχτήκανε απ΄τη φύση.
...Μα μες στην τόση συφορά το πράγμα δένει τέλεια
πως είναι οι καραγκιόζηδες αυτοί,μόνο για γέλια.

Βιβή,θα σου ΄γραφα πολλά με μέτρο και με ρίμα
όμοια καθώς η θάλασσα μιλάει: κύμα κύμα.
Αλλά δεν ξέρω αν χρόνο συ-που είναι και χρήμα-έχεις
αφού συνέχεια για δουλειές όλη τη μέρα τρέχεις.
Γιατί,αναμετάξυ μας –πιο πέρα να μην πάει-
το ποίημα εύκολο ποτέ δεν ήτανε προσφάϊ΄
κι αν να το νιώσει θα ΄θελε κανείς,πρέπει όχι μόνο
ίσα για να το διάβαζε να δώσει λίγο χρόνο,
μα και στο νόημα να μπει που κλείνει κάθε ποίημα.
Και στίχο στίχο γίνεται αυτό,και βήμα βήμα.
Έτσι μονάχα θα γευτεί του ποιήματος τη χάρη
ο αναγνώστης που άξια τον τίτλο αυτό έχει πάρει.
Μα συ Βιβή μου,μόνη μου και ακριβή μου φίλη
από το βράδυ ως το πρωί κι απ΄το πρωί ως το δείλι
τρέχεις χωρίς σταματημό. Κι αυτό εγώ σεβόμενος
και τοις του νου μου ρήμασι αναφανδόν πειθόμενος,
το ποίημα εδώ το σταματώ,και ό,τι έχω άλλο
σε γράμμα ένα θα στο πω,μικρό ή και μεγάλο.
Γράμμα που αμέσως στο χαρτί αυτό θα συνεχίσω,
το αποχαιρετιστήριο ντελίριο μου πριν κλείσω.
Σ΄αυτό,θα λέω και γι αυτά που είπα παραπάνω,
μα κύρια για την αλλαγή στη ζήση μου που κάνω
να φύγω από την Τρίπολη- με φράση μόνο μία:
να φύγω από την Τρίπολη ποια ήταν η αιτία.


   






Η Τρίπολη είναι η πόλη που με ανάθρεψε. Εδώ μένει η ψυχή μου. Σπίτι μου δεν είναι η Σοφοκλέους τρία αλλά η Τάπιας τρία. Εκεί μένω ακομα μαζί με τους γονείς μου. Με τα ίδια μάτια βλέπω την σημερινή Τρίπολη όπως την έβλεπα και τότε. Η Τρίπολη για μένα είναι ίδια. Ανεβαίνοντας προς το συνοικισμό νιώθω στην καρδιά το ίδιο σφίξιμο από την ντροπή να περνάω ανάμεσα από ξένους ανθρώπους που όλων τα μάτια,καθώς εγώ το βλέπω,είναι στραμμένα επάνω μου,έτοιμα να παρατηρήσουν κάθε στραβό μου-τα νύχια μου τα άκοπα,τον γελοίο τρόπο που κρατάω το μεγάλο καρβέλι που αγόρασα από του Κυριάκου,τα μάτια μου που τους βλέπουν γεμάτα φόβο για ό,τι μπορούν να μου κάνουν έτσι μόνος μου που βαδίζω ανάμεσά τους. Και ακούω τα ειρωνικά τους γέλια και τα σχόλιά τους περνώντας μπρος από τα σπίτια τους. Πιο πάνω θα συναντήσω του Παθή,τις Μηλιές,την μυγδαλίτσα που άνθιζε πρώτη πρώτη με τα πρώτα χιόνια η τρελλή και τ΄άνθη της καιγόταν ακάρπιστα κάθε χρονιά,το γήπεδο που λένε τώρα ότι εκεί χτίσανε το πρώτο γυμνάσιο,το «μοναχικό» (σπίτι),που ήτανε απρόσιτο για μένα,το εικονοστάσι,του Ξενοδημητρόπουλου με τη Γιωργία και τη Βαγγελιώ, την ατελείωτη μάντρα του σπιτιού του Καρακούρτη με τις μουριές κατά μήκος της στην απέξω μεριά της,την εξώπορτα τη σιδερένια με τη βρύση που ερχότανε δυο ώρες την ημέρα δίπλα της,τους Τσαμαίους,τα τέσσερα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού πια,και την ξύλινη σαρακοφαγωμένη εξώπορτα που ανοίγοντάς την και κλείνοντάς την πίσω μου,ένιωθα κάπως να συνέρχωμαι από όλους του κινδύνους του έξω.
Το σπίτι μου είναι αυτό ακόμα.
Αυτή η πόλη είναι η πόλη μου.

Και ξανάρθα στην Τρίπολη.

Η προσπάθειά μου να ανοίξω τη βιβλιοθήκη που ήτανε κλειστή,με έφερε αντιμέτωπο με το Δήμαρχο,το Νομάρχη,το παράρτημα του υπουργείου Παιδείας εδώ,με πολίτες και οργανισμούς της πόλης.
 Η προσπάθειά μου αυτή με έδειξε ενοχλητικά απαιτητικόν,γιατί ζητούσα κάτι που η μη πραγματοποίησή του,ήτανε για τους υπόλοιπους κατοίκους της Τρίπολης αποδεκτό σαν κάτι φυσιολογικό.
Ο φιλοτεχνικός όμιλος της Τρίπολης,από τον πρόεδρό του μέχρι του τελευταίου εξαρτώμενου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από αυτόν οργανισμού,συλλόγου, «επώνυμου» πολίτη,υποχείριου του κατεστημένου ατόμου κλπ (δηλαδή όλων όσων η βοήθειά τους στην υπόθεση του ανοίγματος της βιβλιοθήκης θα είχε κάποια θετικήν επίδραση για το άνοιγμά της),έδειξαν επιδεικτικά την αρνητική τους στάση στο θέμα,που αυτόματα υπήρξε αρνητική στάση και απέναντι σε μένα,που είχα ταυτιστεί με την υπόθεση αυτή, επειδή όχι μόνον οι αυτονόητοι πραγματιστικοί,ηθικοί και πολιτιστικοί λόγοι έσπρωχναν σε αυτή την ταύτιση,αλλά και προσωπικοί-οι δεσμοί μου με την Τρίπολη ήταν κυρίως οι δεσμοί μου με την ίδια αυτή τη βιβλιοθήκη της παιδικής μου ηλικίας,που τότε ήταν και ανοιχτή και εύβατος και προσιτή σε όλους.

Ήρθα στην Τρίπολη με τον διορισμό μου στο ΙΚΑ στο χέρι. Και όταν είχα εγκατασταθεί στην πόλη,ήρθε η αδικαιολόγητη και αναιτιολόγητη,η τραμπούκικη ανάκληση του διορισμού μου. Οι ενέργειές μου για να μάθω την αιτία της ανάκλησης με έφεραν αντιμέτωπο με τοπικούς βουλευτές,με την τοπική εκκλησία,με τις τοπικές οργανώσεις των κομμάτων. Ακόμα,από φόβο να μην «εκτεθούν»,άνθρωποι του τότε κυβερνώντος κόμματος, με παρακάλεσαν να μην τους βλέπω,επειδή έτσι κινδύνευε η θέση η δική τους ή κάποιου συγγενικού τους προσώπου στο Δημόσιο. Ελλάδα...

Έρχοντας στην πόλη αυτή βάλθηκα να φτιάξω ένα σύλλογο ποιητών του νομού,όταν «υπεύθυνοι» δήθεν επαϊοντες,με βεβαίωσαν ότι ποιητές υπήρχαν στο νομό.
Όταν ειδα πως οι ποιητές που ήρθαν να συγκροτήσουν το σύλλογο ήταν «ποιητές» σε εισαγωγικά,δηλαδή κάθε άλλο παρά ποιητές,τότε σταμάτησα κάθε προσπάθεια δημιουργίας τέτιου συλλόγου-φαντάσματος,πράγμα που το δήλωσα και στους ίδιους τους αυτοαποκαλούμενους ποιητές.
Οι «ποιητές» αυτοί και όλο το σινάφι τους,το έφεραν και ακόμα το φέρουν βαρέως, επειδή κανείς που νομίζει πως είναι ποιητής δε θέλει να παραδεχτεί την αλήθεια,ότι δηλαδή δεν είναι ποιητής αλλά σαλτιμπάγκος της ποίησης.

Τα γραφτά μου έχουν πάντοτε κάτι να πουν. Και επειδή ανάμεσα στ΄άλλα λένε και πράγματα που ενοχλούν το θλιβερό κράτος μας,γι αυτό και όσοι,αν αυτά υπηρετούσαν το σαθρό καθεστώς της χώρας μας,θα τα πρόβαλαν,τώρα τα «αγνοούν». Να μη σου πω το αυτονόητο πως αν ό,τι έγραφα υμνούσε τα στραβά που υπηρετούν οι χαφιέδες των Καραμανλήδων,των Παπανδρέου και των Μητσοτάκηδων,θα ήμουν το αγαπημένο παιδί των φασιστών της Τρίπολης,και αν το ήθελα θα γινόμουν και...πατέρας τους...
Αυτή τους τη στάση την περίμενα ερχόμενος εδώ γιατί την ήξερα,όπως καθένας που θα ήξερε εμένα δε θα περίμενε να μην γράψω τέτιου είδους ποιήματα. Πολύ περισσότερο που γράφω όχι για εκείνους που δεν με ξέρουν,αλλά για όσους με ξέρουν ή για όσους μπορούν να με μάθουν διαβάζοντας τα ποιήματά μου,και που θεωρώ τίτλο τιμής την « αγνόησή» μου από τους λακέδες τού,εις βάρος του ευσχημόνως ζην,εύ ζην.
Ύστερα ο ποιητής,αντίθετα από τους σαλτιμπάγκους της ποίησης,δε γράφει για να «αναγνωριστεί». Αναγνωρίσεις, χωρίς να τις επιδιώξω και χωρίς να τις κοινοποιώ,έχω από διαπρεπέστατους περί τα ποιητικά επαϊοντες.
Να επιδιώξω να μείνουν τα γραφτά μου και μετά από μένα; Προς τι; Αυτό έγινε ήδη-τα ποιήματά μου έχουν μείνει για χρόνια μετά αφού τα έγραψα. Τι κι αν θα μείνουν αιώνες ή χιλιετηρίδες μετά μου; Ο χρόνος είναι μια στιγμή και όλα μέσα σ΄αυτή τη στιγμή συντελούνται. Άλλωστε όπως έλεγα και στη μόνη ποιήτρια της Τρίπολης,κάποτε δε θα καταπιεί τη γη μας ο ήλιος (όπως λένε οι αστρονόμοι μας); Και τότε σίγουρα δε θα καταστραφεί ό,τι ως τότε περιφερόταν χαζά και άσκοπα στο χάος με όχημα τη γη;

Οι ταγματασφαλίτικοι ραδιοφωνικοί σταθμοί και η χιτοφασιστική τηλεόραση στα οποία απευθύνθηκα ζητώντας να δημιουργηθεί μια εκπομπή με θέμα την ποίηση,αρνήθηκαν.
Σχολεία,γυμνάσια,γειτονιές,που τους ζήτησα συνεργασία για τη διάδοση της ποίησης στην πόλη τους,αρνήθηκαν.


 Αυτά είναι λίγα από εκείνα που έγιναν από μέρους μου τον πρώτο κιόλας καιρό της έλευσής μου στην Τρίπολη,και αυτές ήταν,σε γενικές γραμμές οι αντιδράσεις των απογόνων των ταγματασφαλιτών και των προδοτών δημοκρατών,των μεγαλοσχήμων δηλαδή κατοίκων της Τρίπολης.


Δεν περίμενα τίποτε διαφορετικό όταν ερχόμουν στην Τρίπολη.
Έτσι όπως είναι την περίμενα.
Αν ήτανε αλλιώς θα ήτανε κατι δυσεξήγητο για μένα.

Τη ζωή στις πόλεις και στις περιοχές της γης τα καθορίζεουν παράγοντες οι οποίοι και διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και το ποιον των κατοίκων.
Το κλίμα,το υψόμετρο,η γειτονιά με άλλες πόλεις,το έδαφος (πεδινό ή ορεινό),η ύπαρξη κοντά ποταμιού ή όχι,είναι οι σπουδαιότερες συνιστώσες της συνισταμένης του χαρακτήρα των κατοίκων.
Οι τροπολιτσώτες,η πόλη τους κλεισμένη από παντού από βουνά,κα αυτοί με κλεισμένες ψυχές και αποκομμένοι από τον άλλο κόσμο.
Τρώει ο ‘ενας τις σάρκες του άλλου για να επιζήσει. Και ο ένας κοροϊδεύει τον άλλο στις συναλλαγές,εκτός που τον γδέρνει νόμιμα. Ιδέες και τρόποι ζωής καινούργιοι πώς να φτάσουν εδώ; Φασισμός,τρομοκρατία,ρατσισμός,είναι συστατικά όλων των «μεγάλων» της Τρίπολης,από το νομάρχη κατεβαίνοντας προς το δήμαρχο,τους τραγοπαπάδες,τους διευθυντάδες Υπηρεσιών,τα μι μι έψιλον,μέχρις όλους όσους έχουν μια «θέση» στο Δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.
Προσηλωμένοι και καθηλωμένοι όλοι στις παρελάσεις,στον Κολοκοτρώνη,στις φουστανέλλες,
Οι βουλευτές του νομού πρωτοστατούν και δίνουν το ρυθμό όλης αυτής της συγχορδίας του πρωτογονισμού.
Ο φόβος κυβερνάει αυτή την πόλη.
Ο φόβος των παιδιών προς τους γονείς,ο φόβος των γονιών από τα παιδιά,ο φόβος για μια πολιτική κουβέντα.ο φόβος μήπως απολυθεί ή δεν προσληφθεί κάποιος επειδή έκανε παρέα με ένα «αντίθετο» πολιτικά πρόσωπο.
Η νοσηρή ντροπή των γυναικών,ο τρόμος μη τις δουν να μιλάνε με κάποιον άντρα.
Πήγα και βρήκα μια γιαγιά ογδονταεξάχρονη,που την ήξερα από παιδί. Με κρατούσε και μιλούσαμε έξω από την πόρτα του σπιτιού για να μας βλέπουν όλοι. Ένιωσε την ανάγκη να δικαιολογηθεί γι αυτό. Και τι μού είπε; «Με συγχωρείς που δε σε μπάζω μέσα,αλλά ο κόσμος είναι κακός και κουτσομπολεύει...»
Ρωτάνε οι ελληνίδες γιατί οι άντρες προτιμάνε τις ξένες.
Να τους το πω. Επειδή οι ξένες ζουν τον έρωτα σαν κάτι φυσικό στη ζωή,όπως ο αέρας και το φαγητό. Δεν θέλουν ούτε παρακαλια,ούτε ταξίματα,που όποιο απ΄αυτά σκοτώνει τον έρωτα. Δεν κάνουν τσιριμόνιες και νάζια.Θέλουνε,θα ΄ρθούνε. Δε θέλουνε,δεν έρχονται και τελείωσε. Με άλλα λόγια οι ελληνίδες είναι πόρνες,ενώ οι ξένες είναι ελεύθεροι άνθρωποι,δηλαδή άνθρωποι.
Στην πόλη αυτή,ως και οι ματιές παρεξηγούνται.
Και η υποκρισία παίρνει και δίνει,σε όλες τις σχέσεις του παιχνιδιού ανάμεσα γυναίκας και άντρα.
Στο δρόμο ας πούμε,οι γυναίκες υποκρίνονται ότι δεν είδαν κάποιον που τις κυττάζει,ενώ προχωρούν στο δρόμο προς το μέρος του. Και μάλιστα όταν φτάσουνε στο ίδιο ύψος του πεζοδρομίου ή του δρόμου μ΄αυτόν,ενώ μέχρι τότε πήγαιναν τάχα αδιάφορες ευθεία,ξάφνω κάνουν μιαν επιδεικτική κίνηση αποφυγής του,με τα μάτια βλέποντας χαμου επιδεικτικά.
Στην Αμερική ξέρεις τι γίνεται στις περιπτώσεις αυτές. Το απλούστερο: όταν δυο ετερόφυλοι συναντηθούν,χαιρετάει ευγενικά ο ένας τον άλλο. Τι πιο ανθρώπινο και ευγενικό.






Γεννημένος μέσα στον πόλεμο,μεγαλωμένος με το όνομα του Άρη Βελουχιώτη στο μυαλό και στο στόμα. Με πατέρα κουμουνιστή,ακροναυπλιώτη,απολυμένου από τη δουλειά του για χρόνια. Ακούγοντας στα χρόνια του εμφύλιου και μετά,κρυφά,Σόφια,Τίρανα,Βουκουρέστι. Μπασμένος στον φασιστικό στρατό,φιμωμένος για δεκαετίες και διαβάζοντας κρυφά βιβλία και περιοδικά κουμουνιστικά. Ζώντας για δεκατέσσερα χρόνια στην Αμερική και ποτισμένος με την ελευθερία της και με τις αξίες της ζωής.
Ε,τι; Θα μπορούσε να περιμένω να γίνω αποδεκτός στην πόλη των φασιστών,των ταγματασφαλιτών,των χιτών,των ροπαλοφόρων τραμπούκων,των παπαδόγγονων; Στην πόλη την αποκομμένη από την υπόλοιπη χώρα και από την υπόλοιπη Πελοπόννησο,που βράζει στο ίδιο της το ζουμί από τον καιρό της χτίσης της; Στην πόλη που οι χοροί της είναι το τσάμικο,που το φόρεμά της είναι η φουστανέλλα,στην πόλη όπου η φτώχεια συναγωνίζεται την αμάθεια,στην πόλη που αυτοϊκανοποιείται από το μπέρδεμα στο κεφάλι της μέσα της γεωγραφικής Αρκαδίας με τη μυθολογική Αρκαδία;
Θα μπορούσε να περιμένω να γίνω αποδεκτός από την πόλη όπου η ζωντάνια της περιορίζεται σε μια πλατεία και σε μισόν δρόμο,όπου οι κάτοικοί της επιζούν κλεπτόμενοι μεταξύ τους,όπου θέατρο,μουσική,λογοτεχνία, χιούμορ, Τέχνη,είναι έννοιες άγνωστες;
Σε μια πόλη που δεν αισθάνεται καν την ανάγκη ύπαρξης σ΄αυτήν βιβλιοθήκης,σε μια πόλη που δεν έχει ούτε έναν ποιητή,σε μια πόλη που ο φιλοτεχνικός (διάβαζε: εχθροτεχνικός) όμιλός της έχει για ακροατές και θεατές των γελοίων εκδηλώσεών του όχι το λαό,αλλά «κυρίες» της εκκλησίας και των «σωματείων» και «κυρίους» της ρεμούλας και της πολιτικής σαπίλας;
Σε μια πόλη όπου οι «ποιητές» της αγοράζουν «βραβεία» και θεωρούν ότι αναγνωρίστηκαν (!) όταν καταφέρουν να «πουλήσουν» κάποιο βιβλίο τους σε κανέναν φουκαρά συγγενή ή φίλο που από ντροπή το «αγοράζει»;
Δεν ήρθα από τον Άρη. Στη γη ζω,και μάλιστα στην Ελλάδα.
Ξέρω πολύ καλά πως όποιος πάει κόντρα στο ρέμα θα χαθεί στην ανωνυμία. Μα αν δεν πας κόντρα στο ρεύμα γιατί ήρθες σαν άνθρωπος πάνω σε μια τέτια γη; Το ποτάμι τραβάει προς τα κάτω. Και για μένα είναι προτιμότερο να πεθάνω τραβώντας επάνω παρά να ζήσω κατεβαίνοντας. Αυτό άλλωστε έκανα πάντα όπου και να βρισκόμουν,σε όλη μου τη ζωή. Το αν έχω δίκιο εγώ αντιδρώντας στα κρατούντα,ή το έχουν οι κρατούντες,αυτό κανένας δεν μπορεί να το πει,επειδή κανένας δεν μπορεί να ξέρει τι είναι δίκιο. Αν θέλεις τη δική μου άποψη,αυτή είναι ότι δίκαια είναι και η δική μου και η δική τους στάση. Γιατί ΟΛΑ είναι Δικαιοσύνη. Και το μηχάνημα στο οποίο γράφω,και οι κινήσεις των χεριών μου και των χεριών σου,και ο αέρας που  αναπνέουμε,και το σύμπαν,και οι ενέργειες και οι σκέψεις και τα πράγματα, ΟΛΑ είναι Δικαιοσύνη. Ό,τι Γίνεται και ό,τι Είναι,είναι δικαιοσύνη.
Και κάποιος πρέπει να συντηρεί την ιδέα της τιμής μέσα στο χάος της ατιμίας. Αφού σε μένα δόθηκε αυτή η χάρη,εγώ είμαι απλός φορέας της. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Αν μπορούσα να κάνω διαφορετικά τότε θα ήμουνα ήρωας. Τώρα είμαι ένας από τους μάρτυρες υπέρ της Ανθρωπιάς.
Ήξερα τι φέρνω μαζί μου ερχόμενος στηνΤρίπολη. Και το απόδοσα όλο μέσα της όπως ορίζει ο προορισμός μου.
Κάποιος πρέπει να υποφέρει για όλους τους ανθρώπους.
Λέω πάντοτε ότι ο ποιητής είναι ένα ον φερμένο κατά λάθος στη γη. Πως ήτανε πλασμένος για αλλού,αλλά από κάποιου λάθος βρέθηκε εδώ. Δεν το λέω μεταφορικά. Πιστεύω πως έτσι είναι αλήθεια. Αν δεν είναι αυτό αλήθεια,και ο πλανήτης γη είναι ο πλανήτης των ποιητών,τότε δισεκατομμύρια άλλα όντα έχουν έρθει κατά λάθος εδώ,ή αν θέλεις,έχουν καταλάβει τον πλανήτη των ποιητών.
Φυσικά όλα τούτα δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Γι αυτό και δεν τα απευθύνω σ΄αυτούς παρά μόνο σε σένα που είσαι φίλη και που με καταλαβαίνεις ή με δικαιολογείς.


Αν δε νιαζόμουν για τη βιβλιοθήκη,αποδεχόμενος την τεταρτοκοσμική της κατάσταση σαν φυσιολογική,αν εξυμνούσα τον ηλίθιο δήμαρχο και τους φασίστες συνεργάτες του,αν έγλυφα τους κλέφτες και δολοφόνους βουλευτές του νομού και τους παρατρεχάμενους μπράβους τους,αν,αντί να την καταγγείλω,καλόπιανα και δικαιολογούσα την κλίκα του ΙΚΑ που ανακάλεσε το διορισμό μου,αν δεν αποκάλυπτα τον συναινετικό με το βρωμερό κράτος χαρακτήρα του ομοτράπεζού του «συνήγορου» του πολίτη,αν δεχόμουν να αποκαλώ ποιητές τους σαλτιμπάγκους της ποίησης,αν τα γραφτά μου ήσαν χάδι και όχι μαστίγιο για κάθε αντιλαϊκή πράξη και αντίληψη της κάθε μορφής εξουσίας,τότε θα ήμουνα ένας μωρός ή ένα φοβισμένο και ανελεύθερο ον. Και θα ζούσα με τιμές και δοξες που θα μου απόδιναν οι άτιμοι και οι ανάξιοι.
Προτιμώ όμως να αξίζω τιμές που δεν μου αποδίδονται,παρά να μου αποδίδονται τιμές από ανάξιους.

Η πόλη αυτή ασφυκτιά πνευματικά και δημοκρατικά όπως και ολόκληρη η Ελλάδα. Πολλοί κουβεντιάζουν και λένε διάφορα,ανάλογα με τις διανοητικές τους δυνάμεις ο καθένας. Το ίδιο έκανα κι εγώ,μόνο που εγώ τα έγραψα κιόλας. Σε πολλά βιβλία μου θα δεις να μιλάω για την πολιτική. Το κυριώτερο βιβλίο μου σχετικά,είναι  το με τίτλο Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ,χωρισμένο σε τρία  μέρη: ΓΚΛΕΝΑΡΒΟΝ,ΣΧΟΛΙΑ,ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ. Ένα άλλο βιβλίο που ετοιμάζω τώρα για την κατάντια της Ελλάδας,θα σου το στείλω όταν το ετοιμάσω. Ναι,ξέρω,τίποτα δε θ΄αλλάξει,ναι,ξέρω,όλα είναι μάταια,μα οι ιδέες είναι το άφθαρτο στοιχείο του σύμπαντος. Και ίσως είναι το μόνο που αξίζει να γίνει κανείς,αν θέλει να Είναι.


ΕΧΩ  ΜΟΝΩΣΗ,ΔΕΝ ΜΕ ΕΧΕΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ


Όλα που σου έγραψα ως τώρα είναι γεγονότα,συμβάντα, ενέργειες,άσχετες εν πολλοίς με την εγκατάλειψη από μένα της Τρίπολης. Πιο κάτω θα δεις την αιτία της αναχώρησής μου.

Ήρθα λοιπόν στην Τρίπολη επειδή είναι η πόλη που έζησα τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια,θέλοντας αυτή να είναι και η πόλη που θα έκλεινε ο,τι είχε αυτή  η ίδια δει να ανοίγει από μένα πάνω σ΄αυτή τη γη.
Στην τελευταία τους ώρα,οι άνθρωποι είτε θέλουν κόσμο γύρω τους,ή θέλουν να είναι μόνοι. Από κείνους που θέλουν να πεθανουν μόνοι είμαι κι εγώ.
Μόνοι όπως όταν ήρθαν στον κόσμο. Μόνοι αντιμέτωποι με το Όλο,με το Σύμπαν,με το Είναι με το Απόλυτο,με το Αγαθό,με το Ένα,με...με...με όπως αλλιώς ήθελε να το πει κανείς. Μόνοι-καθαροί από ό,τι η υλική ζωή τούς είχε φορτώσει στο ακούσιο ταξείδι τους στην οικουμένη. Μόνοι και άρα ανεύθυνοι από ό,τι είχαν φορτωθεί όλα αυτά τα χρόνια βαδίζοντας σαν πρόβατα επί σφαγήν από τον τόπο γέννησης προς τον τόπο της θυσίας.Μόνοι,πάει να πει ελεύθεροι από κάθε δέσμευση.
Και ποια δέσμευση είναι για τον άντρα ισχυρότερη από το ερωτικό πάθος;

Φαίνεται λοιπόν πως η ώρα δεν είχε έρθει που θα με απάλλασσε από το Θηλυκό,και θα με απόδινε αυθύπαρκτον,αυτοδύναμον και αυθυπόστατον στην Άφευγη των πάντων Ανακύκλωση.Ίσως να πρέπει να περάσουν λίγα χρόνια ακόμα πριν μπορέσω να ρυθμίσω τις συνθήκες της Αναχώρησής μου ώστε αυτές να είναι απαλλαγμένες από κάθε βάρος,έτσι που ελαφρότητα γεμάτος να υψωθώ. Ή ίσως να είναι η μοίρα του ανθρώπου να φεύγει από ετούτη τη ζωή μαζί με τον πόθο του για το Θηλυκό,σαν κάτι που ή θα σβύσει μαζί του,ή ίσως-ποιος ξέρει;-που θα τον βασανίζει και μετά το θάνατό του.

Και όταν έχεις τον πόθο ζωντανόν μέσα σου,όσο και να νομίζεις ότι τον έχεις πια αποβάλει,ή οτι τον έχεις κάνει επουσιώδες και ευχερώς διαχειρίσιμο μέγεθος της ζωής σου,τότε δεν απέχεις πολύ από του να βρεις το αντικείμενό του,σε όποια πόλη ή χωριό ή γειτονιά και αν βρεθείς. Και ακολουθεί η μοιραία διαδικασία. Το αντικείμενο αυτό το παίρνεις,το στολίζεις με ό,τι του λείπει για να γίνει ιδανικό,και...να ΄σαι πάλι ερωτευμένος! Πάει να πει αδύναμος να ρυθμίσεις τα του εαυτού σου,ανίκανος να ζήσεις ή να πεθάνεις καθώς πρέπει. Και όλην αυτή τη διαδικασία φαντάσου την επενδυμένη με την απαίτηση της τελειότητας,φαντάσου την γυμνή από πολυπλοκότητες που η τρίτη ηλικία απεχθάνεται,φαντάσου την ελεύθερην από κάθε περιττό στολίδι,και τότε έχεις την αγνή,την απλή,την τέλειαν αγάπη,που είναι μπροστά στις συνηθισμένες αγάπες ο,τι ένα αγριολούλουδο μπροστά σ΄ένα τεχνητό άνθος.

Λέω «αγάπη» και «έρωτας» ξέροντας πως αυτές οι λέξεις δεν μπορούν να αποδώσουν ό,τι αισθάνομαι έτσι που έχουν καταντήσει σήμερα,ύστερα από αιώνων φτηνή χρήση. Γιατί «αγαπώ» σημαίνει «αγκαλιάζω»,και εγώ δεν άγγιξα καν την γυναίκα που «αγάπησα». Και «έρωτας» σημαίνει κυριότητα,εξουσία,και εγώ καμμία κυριότητα ή εξουσία δεν είχα πάνω της. Θα έλεγα λοιπόν όχι πως ερωτεύτηκα,ή αγάπησα αυτή τη γυναίκα,μα πως εκείνη είναι ο εαυτός μου. Ένας ορισμός που κλείνει αν θέλεις μέσα του τον εγωισμό του (εγώ) «αγαπώ» και του (εγώ) είμαι «ερωτευμένος»,αφού μαζί με κείνην,θα ήμουν πράγματι κύριος του εαυτού μου και σε αγκαλιά πάντοτε μαζί του-της.

Από μια μεριά εκπλήσσομαι κι εγώ ο ίδιος που φεύγοντας από αυτή την πόλη δεν αναφέρομαι κύρια στο γράμμα μου αυτό σε κάποιαν άλλη παράμετρο της ζωής μου,παρά στην ερωτικοσυναισθηματική.
Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι αυτό εσύ θα το θεωρήσεις φυσικό. Μα η σιγουριά αυτή είναι που μου οδηγεί το χέρι να σου γράψω γι αυτά τα πράγματα.
Και το γεγονός ότι είσαι η μόνη,όχι μόνο θαυμάστριά μου αλλά και φίλη μου στην πόλη αυτή,λέει κάτι. Λέει ας πούμε ότι δεν είμαι ο μόνος που βρίσκω φυσικό να ασχοληθώ με ένα τέτιο θέμα στην καμπή αυτή της ζωής μου,που στην περίπτωση αυτή σημαίνει στην καμπή της υπαρξιακής μου αγωνίας. Λέει πως δεν είμαι ο μόνος που δίνει αποκλειστικότητα στα πνευματικά πράγματα,πως δεν είμαι ο μόνος που κατευθύνει όχι η λογική αλλά το συναίσθημα.

Έρχοντας στην πόλη αυτή περίμενα να κλείσει ο κύκλος της πορείας μου πάνω στη φλούδα της γήινης σφαίρας. Θεωρούσα πως θα παραδώσω εδώ την ψυχή μου. Αν αυτή η θεώρηση όμως ήταν σωστή,δε θα με έδιωχνε αυτή η πόλη. Το που με διώχνει σημαίνει πως ό,τι με έφερε στο φως θέλει κάτι ακόμα από μένα. Και (φυσικά) θα του το δώσω.










Ένα πλάσμα πρωτόφαντο. Χαμένη μέσα στον κόσμο. Υποταγμένη αλλά καιφιλελεύθερη. Προσεγγίζοντας τους ανθρώπους με φόβο αλλά και με απαιτήσεις. Σεμνή μέχρις απνοίας. «Ηθική» για να ταιριάζει σε μιαν επαρχιακή πόλη,αλλά και επιζητώντας το ερωτικό άγγιγμα.
Τη θυμάμαι να γυρίζει μια μέρα από τη δουλειά,μεσημέρι καλοκαιριού,ντυμένη με μια κόκκινη ζακέττα και με μαύρο παντελόνι. Την είδα τυχαία και μέσα από το αυτοκίνητο μου οδηγώντας. Κύτταζε με ένα βλέμμα γεμάτο απορία τον ήλιο,τον δρόμο,τους διαβάτες. Και με μιαν αδυναμία να καταλάβει τι ήταν,τι σήμαιναν όλα αυτά. Ξένη μέσα στον κόσμο,στην πόλη της,στη γειτονιά της.
Αυτή ήταν η γυναίκα για μένα. Αυτήν έπλαθα για δεκαετίες,γι αυτό και την αναγνώρίσα όταν την είδα ζωντανή μπροστά μου. Πώς να μη συνεπαρθώ από αυτή την έκφραση προσώπου,πώς να μη βάλω σκοπό της ζωής μου να αλλάξω την απορία αυτή με έκπληξη...Έκπληξη-τι άλλο από έκπληξη είναι ο έρωτας;
Και το έκανα.
Την έμπασα στο δάσος του έρωτα με τις επιθυμίες να τρεμίζουν στα φύλλα του,με γυμνούς Φαύνους πίσω από τους κορμούς των δέντρων,με κελαδήματα πουλιών ερωτικά να πλημμυριζουν τ΄αυτιά της. Της έδειξα ό,τι ούτε είχε καν σκεφτεί ότι υπάρχει. Τη μεταμόρφωσα από χρυσαλλίδα σε πεταλούδα. Ένιωσε πόσος πόθος μπορεί να κρύβεται σ΄ένα βλέμμα,τι σημαίνουν οι μικρές ασήμαντες λέξεις που μπορεί επιτέλους και αρθρώνει ένας ερωτευμένος ξεπερνώντας την αμηχανία της παρουσίας της. Έμαθε ακόμα να διαβάζει τις κινήσεις των χεριών του ερωτευμένου,να διαβάζει τις σιωπές του. Ένιωσε πόσος πόνος κρύβεται σε μια στροφή του κεφαλιού προς την αντίθετη από αυτήν κατεύθυνση.

Πέρασε από την αμφιβολία μένοντας σ΄αυτήν για δυο χρόνια περίπου,ώσπου να εννοήσει και να σιγουρευτεί για ό,τι είχε μέσα της και γύρω της συμβεί. Και ήτανε μια απόλαυση για μένα να την παρατηρώ να αλλάζει σιγά σιγά αλλά σίγουρα. Μέσα στην παραζάλη που με άδραχνε κάθε φορά που έδειχνε να μη με προσέχει,έλαμπε η χαρά ότι μεταμορφωνόταν,ότι γρήγορα θα ερχόταν ο καιρός να καταλάβει την αντάρα που είχε ξεσηκώσει μέσα μου.
Και όταν αυτό έγινε,ήτανε τόσο χαριτωμένη όταν έπαιζε μαζί μου βλέποντάς με να υποφέρω για κείνην...Γιατί αυτό έγινε. Γιατί προς το τέλος ήξερε πια ότι με είχε στα χέρια της και με μια της κίνηση μπορούσε να με συντρίψει,με μια ματιά της να μου χαρίσει την ευτυχία,με μιαν αδιάφορία της να με κάνει τον δυστυχέστερον άνθρωπο της γης.

Αποκορύφωμα της τέτιας της δύναμης και επιτυχιας ήτανε η συνάντησή μας στη σκάλα-αυτή καθιστή ανέμελα στα σκαλιά κι εγώ κατεβαίνοντας και πηγαίνοντας προς την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Ποσο χαριτωμένη ήτανε όταν έδειχνε τόσο σίγουρη για την εξουσία της πάνω μου! Πόσο άδολη όταν νόμιζε πως με έχει πείσει για την άγνοια από εκείνην τής εξουσίας της αυτής! Πόσο γλυκειά ήταν όταν φάνταζε ολοκληρωτικά δοσμένη στην πλήρη βεβαιότητα πως είμαι ανέκκλητα σκλάβος της σαγήνης της! Αλήθεια σου λέω,άξιζε να υποφέρω τρία χρόνια για να δω αυτό το θαύμα να τελείται μπροστά στα μάτια μου. Μια προαιώνια άφεση,μια πρωτόγονη κατοχή,μια πλήρης νίκη. Και ποιανού πάνω σε ποιον; Της μικρής νεράϊδας πάνω στον γίγαντα.  Ήταν η πρώτη φορά που χάρηκα που νικήθηκα,αφού εξαιτίας της κατάστασης αυτής μου φανερώθηκε η Άγνοια που όλα γνωρίζει,η Αγνότητα χωρίς το φόβο του ρύπου. Και όταν δεις το Καθαρό και το Απόλυτο σε όποιαν από τις εκφάνσεις του Φαίνεσθαι,έχεις δει το Καθαρό και το Απόλυτο σε όλα. Όπως κάποιος που έχει εμβαθύνει σε ένα θέμα-μια επιστήμη,μια τέχνη,έναν οποιονδήποτε χώρο του επιστητού-μπορεί να γνωρίσει το ίδιο καλά και οποιαδήποτε άλλη έκφρασή του. Γιατί δεν έχει να σκάβει πάλι από την αρχή για κάθε καινούργια Γνώση,αλλά όντας στο βαθύ σημείο όπου όλες οι Γνώσεις πάνω του κινούνται και δρουν,δεν έχει παρά να μετακινηθεί άκοπα οριζόντια.

Όμως να μην μακρυγορώ. Φεύγω πια. Ό,τι είχε να μου δώσει και να μου πάρει η  Τρίπολη,μου τα πήρε και μου τα έδωσε.
Δεν ήτανε να τελειώσω εδώ. Η ζωή με θέλει να βασανιστώ ακόμα.  

Μήπως θέλεις να σου πω τι συνέβη τελικά με μένα και αυτή τη γυναίκα; Αν το θέλεις θα σου απαντήσω πως δεν ξέρω.
Την «ερωτεύτηκα»; Την «αγάπησα»;
Γυρεύοντας να πιαστώ από κάπου έπεισα τον εαυτό μου ότι αυτή η γυναίκα μου είναι απαραίτητη; 
Ψάχνοντας για το Ιδανικό και βλέποντας να μην εμφανίζεται αυτό,το δημιούργησα;
Θέλοντας να συνταιριάξω μ΄’εναν κόσμο άγνωστό μου και εχθρικόν,αναζήτησα ένα σύμμαχο,έναν πρεσβευτή μεταξύ εμού και της γενιάς η οποία ήταν αποκομμένη από μένα;
Η ερωτική μου επιθυμία,που θα πεθάνει μετά το θάνατό μου,βρήκε πράγματι στο κορμί της γυναίκας αυτής το αντικείμενό της;
Μην έχοντας τι να κάνω στην πόλη αυτή βρήκα κάτι να ασχολούμαι;
Τέλος μήπως χρησιμοποίησα τη γυναίκα αυτή σαν Μούσα μου για να γράψω ό,τι έπρεπε στη φάση αυτή της ζωής μου να γραφτεί;
Ο καθένας που θα θελήσει να πάρει μια θέση στο  θέμα,θα υιοθετήσει κάποιο από όλα τα παραπάνω.





Όταν οι τροπολιτσώτες πάψουν να με φοβούνται...


Όταν καταλάβουν ότι κάτω από το φτέρωμα του κορακιού βρισκόταν ένα αθώο περιστέρι....


Αφού γεννιώνται άνθρωποι δεν αλλάζει το πράγμα...
Διαφθορά-δημοτ. Σ΄ύμβουλος πώς βολεύεται...
Ματαιότης όλα αλλά ....μέσαστη ματαιότητα...εγώ,ο μικρός,γράφω τα μικρά λόγια που έχω να πω...




Ποίηση είναι να αλλάζεις τοσα προσωπεία που στο τέλος να χάνεις το δικό σου. Λογοτέχνης είναι ένας νευρωτικός που νίκησε.(νίκησε κανένας τους;)

Ο άγιος μου  πατέρας ήταν κουμουνιστής. Εγώ έκανα το καθήκον μου-τον ξεπέρασα.Έφτιαξα την αταξική κοινωνία που ονειρεύτηκε.
Οι τραμπούκοι και οι φασίστες στην Τρίπολη του ΄50 χτυπούσαν με ρόπαλα όσους σκέφτονταν. Γι αυτό χτύπησαν τον πατέρα μου.
Οι σημερινοί φασίστες και τραμπούκοι της Τρίπολης προόδεψαν-έγιναν «ποιητές» (!)
Η αιτία για την οποία χτυπάνε δεν άλλαξε. Χτυπάνε ,κι αυτοί,όπως όλοι οι φασίστες όλου του κόσμου και όλων των εποχών όσους σκέφτονται. Γι αυτό χτύπησαν και μένα.
Βλέπω ότι όσες γενιές κι αν περάσουν οι τραμπούκοι και οι φασίστες της Τρίπολης θα είναι πάντοτε φασίστες και τραμπούκοι.
Είναι το κλίμα. Είναι η απομόνωση από τον άλλο κόσμο που στενεύει τα μυαλά. Είναι τα στενά δρομάκια που κόβουν τη ματιά. Είναι που έτσι αποκομμένοι οι τριπολιτσώτες βράζουν με το ζουμί τους.Είναι που έχουνε μείνει δεμένοι στην ουρά του αλόγου του Κολοκοτρώνη και ό,τι βλέπουνε,και ό,τι τρώνε,και ό,τι μυρίζουνε,και ό,τι μόνο γνωρίζουνε είναι σκατά. Γι αυτό και ό,τι γράφουνε οι «ποιητές» τους είναι σκατά.
Τι δουλειά έχω εγώ ανάμεσα σε σνθρώπους που δε σκέφτονται
Φασισμός είναι έλλειψη φαντασίας Οι γερμανοί και οι εγγλέζοι δεν έχουνε φαντασία,βαδίζουνε ίσια σωριάζοντας ερείπια στο πέρασμά τους και γίνονται τουλάχιστον κοσμοκράτορες. Οι τροπολιτσώτες βαδίζουνε ίσια και μην έχοντας χώρο ν΄απλωθούνε ποδοπατούνε ο ένας τον άλλονε.













Ήρθα στην τρίπολη όπως έπρεπε να κάνω. Όπως βλέπει κανείς μια παλιά φίλη. Αν μου φέρθηκε έτσι,έτσι έπρεπε να μου φερθεί.Δική της και η απόφαση και η πορεία της πάνω στη γη, με τόσους που έχει να σχετίζεται.

Αγαπητοί μου «συγγενείς»,ένα ψέμμα σας είπα μόνο για κείνη-πως περάσαμε και καλές στιγμές μαζί. Δεν υπήρξε ούτε μία στιγμή τέτια.
Αυτοί στους οποίους απευθύνεταιαυτή η πληροφορία-εξομολόγηση,είναι εκείνοι που αν και όταν τη διαβάσουν θα καταλάβουν αμέσως πως μιλάω σ΄αυτούς,καθώς και για ποιαν τους μιλάω. Έπρεπε να το γράψω κάπου. Έκανα όπως πρέπει. Η τύχη ας αποφασίσει αν θα το δουν κι αυτοί.


Ξεπλήρωσα το χρέος μου προς την πόλη που με ανάθρεψε ώστε κακός γιος να μη μετρήσω στης ευθύνης το σάλπισμα.



Είναι ευχάριστο αίσθημα να βλέπεις ωραίες γυναίκες. Δικαιώνεις έτσι την μικρή ψυχή σου και το δεύτερό σου ανάστημα.
Θα μου λείψει η θέα της γυναίκας που μένει απέναντι,που το έρωτος πλήρες κορμί της κάθε μέρα δικιώνει τον κόσμο να έχει υπάρξει.
Της γυναίκας που μόνη της είναι στο διαμέρισμα μέσα.
Που την όψη της έχει,καθώς από μακριά μπορώ να δω,θλιμμένη.
Που κουρτίνες πόρτας και παράθυρου κλεισμένες κρατεί να μη βλέπουνε μέσα αδιάκριτα μάτια.
Που της αρέσει να κοιμάται μέχρις αργά το πρωί και που βγαίνει αμέσως σαν σηκωθεί από το κρεββάτι και ακίνητη κάθεται στην καρέκλα της κουζίνας περιμένοντας μέχρι και τα τελευταία φύλλα του ύπνου να πέσουν,για ν΄αρχίσει μετά να κινείται με δουλειές του σπιτιού,δείχνοντάς μου άθελά της ενός τέλειου κορμιού το περίγραμμα και δυο τέλειων κνημών την πανδαισία.
Μερικές φορές φίλες έρχονται-τότε και μόνον τα φώτα ανοίγουν,οι πόρτες ανοίγουν,οι ψυχές ανοίγουν,και κανένας μπορεί να δει τα πάντα απέξω. Στηριγμένη στων φίλων της την παρουσία ορθανοίγεται τότε στους έξω. Για να δούνε καλλίτερα εκείνοι τη σεμνότητα των τρόπων και της ευγένεια της συμπεριφοράς.
Βιαστικά οι κουρτίνες κλείνουνε πάλι σα θα φύγουν οι φίλες οι ξένες.
Τινάζει του κρεββατιού τα ρούχα,τα απλώνει στον ήλιο,απλώνει τα πλυμένα ρούχα,σφουγγαρίζοντας πριν το μπαλκόνι.
Παρέα μαζί της τα χρόνια μου στην τρίπολη πέρασα.
Δε θα πάω να τη δω από κοντά (μία σκέψη μου ήρθε τέτια κάποτε) προτού φύγω,μη χαλάσει η εικόνα που έχω γι αυτήνε και γκρεμισει ο κόσμος μου γύρω.







Μια καλή κουβέντα από μιαν ωραία γυναίκα,ένα χαμόγελό της,ένας ευφρόσυνος χαιρετισμός της,γιατί τάχα μας γεμίζει ευτυχία τους άντρες εμάς του μεγάλης που λένε ηλικίας;
Είναι γιατί όταν μας φέρονται έτσι,μας αφήνουν να θεωρήσουμε ότι θετική θα ήταν η ανταπόκρισή τους στο αίτημά μας να παίξουμε μια παρτίδα έρωτα μαζί τους.
Γι αυτό με κάθε τρόπο φροντίζουμε να συντηρούμε-με δώρα,με κομπλιμέντα-τη στάση τους αυτήν απέναντί μας-για να λέμε αν της το ζητούσαμε,έτσι απλά και όμορφα όπως μας καλημερίζει,έτσι απλά και πρόθυμα θα δεχόταν στο κρεββάτι μαζί μας να πέσει.





Παντρεύεται κάποιος ή συζεί με μία γυναίκα,για να έχει ένα μάρτυρα της διέλευσής του από αυτή τη γη,για να ξέρουν οι άλλοι ότι πέρασε κι αυτος από δω,ότι έζησε-ότι σηκωνόταν το πρωί αργά ή γρήγορα από το κρεββάτι,ότι του άρεσε το άλφα φαγητό,ότι έτσι σκεφτόταν,ότι έκανε έτσι το χέρι του όταν εθύμωνε,και τέτια.
Ο ποιητής (ΕΓΏ;)έχει παντρευτεί την ποίησή του. Και αυτή θα είναι ο μάρτυράς του για την ύπαρξή του εδώ.
Έτσι κι εγώ έχω παντρευτεί την ποίηση και αυτή θα είναι μάρτυράς μου εσαεί για μένα και για τα βαθύτερα μύχια της ύπαρξής μου.
(Με την προϋπόθεση να μη ζητήσει μερίδιο από την αγάπη μου για την ποίηση,θα βρω μία γυναίκα να ζήσω μαζί της.
Θα πρόκειται για ένα καπρίτσιο,για μια επιπλέον επιπολαιότητα από κείνες που επιτρέπει κανείς στον εαυτό του όταν είναι σίγουρος πως δε θα του χαλάσουν τη ζωή.
Θα είναι ένα παιχνίδι,μια εμπειρία ακόμα. Θα είναι η απόλαυση ενός ακόμα πράγματος από εκείνα που σου δίνουν τη μικρή ηδονή ότι τα έχεις χωρίς να τα χρει’αζεσαι,που μπορείς να τα αφήσεις χωρίς να έχεις την αίσθηση ότι σου έλειψε τίποτα.);














Άλλο γιωτ και άλλο βάρκα-
Άλλο κρέας κι άλλο σάρκα.

Κορίτσι μου του καταστήματος όπου συχνά πυκνά εξ ανάγκης πηγαίνω,λυπάμαι,μα έχεις κρέας,όχι σάρκες. Σάρκα είναι κρέας με πνεύμα,με την πνοή αυτή που δίνει ζωή στα κρέατα,είναι κρέας με ψυχή,που,ξαναλέω,εσύ,κρίμα,δεν έχεις.







Με το ένα πόδι στην Τρίπολη και το άλλο στην νέα μου πόλη,αναλογίζομαι τα συστατικά της εν Τριπόλει παραμονής μου.
Έμεινα αμόλυντος από τη βρώμα των μεγάλων ονομάτων,βαλαντίων και θέσεών της,και αυτό για μένα είναι ένα από τα θετικά της στην Τρίπολη διαμονής μου.
Ούτε ητανε πολύ δύσκολο να το πετύχω αυτό,επειδή και οι τέτιου είδους μεγάλοι της πόλης δεν με ήθελαν.
Έμεινα χωρίς τη συντροφιά μιας γυναίκας,αφού ούτε οι ικανότητές μου για τέτιες αναζητήσεις είναι επαρκείς,και ούτε καμμία γυναίκα ήρθε μόνη της σε μένα.
Είδα ανθρώπους να με αποστρέφωνται επειδή νόμιζαν ότι ανήκα σε κάποιο κόμμα,και άλλους να με αποστρέφωνται επειδή νόμιζαν ότι ανήκα στο εντελώς αντίθετο κόμμα. Ποτέ δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι ο πνευματικός άνθρωπος έχει το καθήκον να είναι ενάντιος σε κάθε εξουσία.
Έκανα το καθήκον μου προς την πόλη που μέσα της ανατράφηκα.
Ήρθα να τη δω και ή να με δεχόταν να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου μέσα της,ή να την αποχαιρετήσω και να φύγωόπως και κάνω,αν διαπίστωνα ότι δεν με ήθελε.
Είδα παλιές γειτονιές,παλιούς γνωστούς,είδα ότι η αποξένωση του ανθρώπου από άνθρωπο έχει προσβάλει και τους παλιούς γνωστούς,που γι αυτούς τουλάχιστο θα επερίμενα νια διαφορά-δηλαδή οι μνήμες που θα τους ξύπναγαν τα παλιά πρόσωπα θα τους έφερναν κοντά σ΄αυτά,όπως τότε... Αδίκως όμως,σκεφτόμουν για το μυαλό τους με το δικό μου.
Διαπίστωσα άλλη μια φορά ότι δεν αρκεί να έχεις καλές προθέσεις αλλά πρέπει και να τις δείχνεις με κάποιον τρόπο,αν θέλεις να τις δουν και οι άλλοι. Γιατί κανένας άλλος δεν κάνει ό,τι κάνω εγώ γι αυτους: να κρίνω με μια ματιά που τους ρίχνω το ποιον τους,και αμέσως ύστερα να τους δείχνω την διάθεση να γίνουμε φίλοι. Τι φταίει δεν είμαι ψυχολόγος για να το πω,υποθέσεις πολλές,όμως η ουσία είναι ότι οι παλιοί γνωστοί και φίλοι μού φέρθηκαν σαν να μην είχαν να με δουν τόσα χρονια. Ίσως αυτό να μετράει μόνο για τον έναν που είχε φύγει από έναν τόιπο,και όχι για κείνους που μείναν,και που εκείνος που είχε φύγει ήτανε ένας μέσα σε χιλιάδες που έμειναν,και πώς να τον θυμούνται.
Στην προσπάθειά μου να ανοιξω τη βιβλιοθήκη της Τρίπολης δε βρήκα συμπαράσταση από κανέναν. Μάλλον μίσος και απέχθεια ένιωσαν οι άλλοι που εμπλέχτηκαν στην υπόθεση αυτή,ίσως γιατί τους τάραξα την αμαρτωλή ηρεμία τους,ίσως γιατί δε θέλησαν να παραδεχτούν ότι κάποιος τρίτος προσπάθησε να πετύχει ό,τι αυτοί δεν είχαν σκεφτεί ούτε ότι τους έλειπε καν.
Στην προσπάθειά μου να μάθω γιατί ανακλήθηκε ο διορισμός μου στο ΙΚΑ Τρίπολης,με τον οποίο στο χέρι είχα έρθει εδώ,κανείς επίσης δεν με βοήθησε.
Και το να μη με βοηθήσουν στα δύο αυτά που προσπάθησα,το δικαιολογώ εν μέρει από την τριπολιτσώτικη απέχθεια προς το βιβλίο,και από την τακτική «δικό του πρόβλημα είναι,ας το λύσει μόνος του».
Εκείνο που δεν περίμενα είναι το πως επειδή ακριβώς προσπάθησα γι αυτά,έγινα γι αυτούς ο αποδιοπομπαίος τράγος και ο δακτυλοδεικτουμενος ιδιόρρυθμος τύπος,που θέλει ανοιχτές βιβλιοθήκες και απαντήσεις σε ερωτήσεις που κάνει προς την κυβέρνηση...
Είδα την πνευματική γύμνια της πόλης.
Είδα τη φουστανέλλα να εμποδίζει με το βάρος της την ανάπτυξη του πνεύματος.
Είδα τον φιλοτεχνικό όμιλο να είναι εχθροτεχνικός.
Είδα όλα τα πολιτιστικά λεγόμενα σωματεία και συλλόγους και λοιπά τέτια να έχουν μόνο το όνομα και να υπηρετούν τους άρχοντες οι οποίοι τοποθέτησαν τους διευθυντάδες τους στις θέσεις που κατέχουν.
Είδα την εκκλησία να πηγαίνει τον κόσμο πίσω (όπως παντού και πάντα),και να εκτρέφει το φόβο της κόλασης και την αμορφωσιά του λαού (με την αγαστή συνεργασία του κράτους) για να πλουτίζει κι αυτή και οι σύμμαχοί της.
Είδα τις γυναίκες της Τρίπολης να είναι γυναικούλες όπως όταν ήμουνα παιδί,
Είδα να ζει και να βασιλεύει στην πόλη ο φασισμός,να έχουν τα ηνια της πόλης και της περιοχής γενικότερα οι παλιοί ταγματασφαλίτες,οι χιτες και οι χουντικοί.
Είδα μυαλά κλειστά,νεαντερταλικά,στα «πάτρια» καθηλωμένα.
Και ένιωσα κυριολεκτικά στο πετσί μου τον φασισμό,όταν με ξυλοκόπησαν αυτοαποκαλούμενοι ποιητές,όταν τους είπα ότι δεν είναι ποιητές.
Έτσι είχαν ξυλοκοπήσει τότε και τον πατέρα μου,οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι,στην ίδια αυτή πόλη,επειδή σκεφτότανε ελεύθερα. Να που οι τριπολιτσώτες δεν αλλάζουν. «Ό λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του,ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε και τη βουλή του»-έτσι κάπως δεν το λένε; έτσι και οι τροπολιτσώτε, σταθεροί στα πιστεύω τους. 
Είδα,άκουσα,πρόσεξα,έμαθα...
Και μου ΄λεγαν πως έχει αλλάξει η Τρίπολη στα πολλά χρόνια που είχα να τη δω. Γιατί τάχα άλλαξε; Επειδή χτίστηκαν πέντε κτίρια καινούργια;

Με ρωτάνε οι εκτός Τρίπολης φίλοι γιατί φεύγω απ΄αυτήν. Πώς να τους πω ότι δεν υπάρχει τίποτα να με κρατήσει εκεί;

Μα φεύγοντας παίρνω και κάποια καλά για να θυμάμαι.

Τη γνωριμία μιας ποιήτριας. Τη γνωριμία του πνευματικού ανθρώπου και,κατά συνέπεια,του καθαρού μυαλού,κυρίου Μπακομιχάλη. Τη γνωριμία του Μάκη του «Έλευσις»,με ευαισθησία καλλιτεχνική και πνευματικό μέγεθος,που χάνεται στην Τρίπολη,της Βιβής του Βασιλόπουλου και της Βιβής του μαγαζιού της γειτονιάς μου,κυριών αξιόλογων.
Λυπήθηκα που δε γνώρισα τη βιβλιοθηκάριο των ημερών που ήμουνα μικρό παιδί και ήμουν τακτικός θαμών της βιβλιοθήκης. Ένας παλιός συμμαθητής μου είπε πως ζει αόμα,και ότι ξέρει πού μένει. Δεν πήγα τότε να τη δω,και τώρα δεν ξέρω πού μένει γιατί έχω μήνες να δω το συμμαθητή μου.


Με τον εαυτό μου μιλούσα.................




Η Τρίπολη είναι επίσης ένας τόπος από τους πολλούς,που βλέποντας (,.....................;;;;;;;)στον οποίο  απροθυμία των ανθρώπων να ασχοληθούν με τα κοινά. Και από την τηλεόραση μου δόθηκε η ευκαιρία να δω ξανά το αξιοθρήνητο θέαμα να ψάχνουν όλοι για την αιτία των δεινών του τόπου που λένε Ελλάδα,όμως κανένας να μην ξεστομίζει ότι για την κατάντια του κράτους φταίνε οι κλέφτες πολιτικοί και μεγαλο-κάθε είδους,και ότι μόνο με το ξεπάστρεμα εκείνων μόνο θα δούμε προκοπή. Προκοπή που έχει το Κογκό,η Μοζαμβίκη,η Βουλγαρία,και...και...και.



να διορθώσουν τα στραβά του κράτους,χωρίς κανένας να λέει πως αν δεν έκλεβαν οι μεγάλοι του κράτους,
Αν δε νιαζόμουν για τη βιβλιοθήκη,αποδεχόμενος την τεταρτοκοσμική της κατάσταση σαν φυσιολογική,αν εξυμνούσα τον ηλίθιο δήμαρχο και τους φασίστες συνεργάτες του,αν έγλυφα τους κλέφτες και δολοφόνους βουλευτές του νομού και τους παρατρεχάμενους μπράβους τους,αν,αντί να τους καταγγείλω,καλόπιανα και δικαιολογούσα την κλίκα των γιατρών του ΙΚΑ που ανακάλεσε τον διορισμό μου,αν δεν αποκάλυπτα τον συναινετικό με το βρωμερό κράτος χαρακτήρα του ομοτράπεζού του «συνήγορου» του πολίτη,αν δεχομουν να αποκαλώ ποιητές τους σαλτιμπάγκους της ποίησης,αν τα γραφτά μου ήσαν χάδι και όχι μαστίγιο για
αντιλαϊκή πράξη και αντίληψη της κάθε μορφής εξουσίας,τότε θα ήμουνα ένας μωρός ή ένα φοβισμένο και ανελεύθερο ον. Και θα ζούσα με τιμές και δοξες που θα μου απόδιναν οι άτιμοι και οι ανάξιοι.
Προτιμώ όμως να αξίζω τιμές που δεν μου αποδίδονται,παρά να μου αποδίδονται τιμές από ανάξιους.





Ήρθα λοιπόν στην Τρίπολη με την απόφαση να περάσω μονος το τελευταίο στάδιο της ζωής μου-στα εξηντατρία χρόνια του ο άνθρωπος είτε είναι γέρος είτε βαδίζει προς τα γερατειά.




«Ευτυχίσαμε!
Η προσπάθειά μας ρίζωσε.
Δεκάδες θίασοι. Σπουδαία έργα.
Χιλιάδες αξιοπρεπέστατοι θεατές.
Αμέτρητοι φίλοι
Σπουδαίοι συγγραφείς.
Καταπληκτικοί καλλιτέχνες.
Αξέχαστα βράδια
Κανένας δε θυμάται τi έφαγε και
που κοιμήθηκε.
Όλοι κουβεντιάζουμε για το μεγαλείο
του θεάτρου.
Η φιλία δυναμώνει.
Κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι επιθυμούν
να έρθουν στην πόλη μας.
«Εμείς κονταροχτυπιόμαστε με τις δυσκολίες και ρωτάμε:
Ποιος θα μας ζωγραφίσει τα γκρίζα βράδια των απελπισμένων ανθρώπων;»

Γνωρίζουμε πως πρέπει να κάνουμε πολλά για να καταλάβουμε ότι μας λείπουν αρκετά.
Περπατάμε όρθιοι
To κανάτι έχει ακόμα καλό κρασί.»

Παϋλος Καράγιωρνας
Πρόεδρος Κορινθιακού θεάτρου «Βασίλης Ρώτας»



Ας δούμε το γραφτό αυτό.
«Ευτυχίσαμε!»:πληθυντικός ευγενείας; Αλλιώς: ποιοι ευτύχισαν; Αρχίζουμε με μυστήριο.

«Η προσπάθειά μας ρίζωσε»: Πολύ πιθανό. Όλα ριζώνουν από βουκαμβίλλιες έως και ζιζάνια.

 «Δεκάδες θίασοι»: (εννοείται το «παίρνουν μέρος στο φεστιβάλ») Αρκεί ο αριθμός των θιάσων που συμμετέχουν σε ένα φεστιβάλ θεάτρου; Δεν είναι απαραίτητο να είναι και καλοί θίασοι; Φαίνεται όχι. Δίδαγμα: εν τω πολλώ το εύ!

«Σπουδαία έργα»: Δεν υπάρχει αμφιβολία-και γιατί όχι; Ας πούμε ο θίασος της πρώτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου της Κολοπετινίτσας ανέβασε πέρυσι Βασιλιά Ληρ.

«Χιλιάδες αξιοπρεπέστατοι θεατές»: Γνωρίζει τόσο καλά έναν έναν από τις χιλιάδες αυτές ο υπογράφων, ώστε να είναι σίγουρος ότι αυτοί όλοι είναι αξιοπρεπέστατοι Και πώς άραγε μετράει ο κύριος Καράγιωργας την αξιοπρέπεια;


«Αμέτρητοι φίλοι»: Και μεις που νομίζαμε ότι αν οι φίλοι κάποιου μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, ο άνθρωπος αυτός έχει μεγάλο μερίδιο στην ευτυχία…

«Σπουδαίοι συγγραφείς»: Οι σπουδαίοι συγγραφείς ακολουθούνται απαραιτήτως και από καλή ερμηνεία των έργων τους;

«Καταπληκτικοί καλλιτέχνες»: Αν το έλεγε κάποιος άλλος, θα εξετάζαμε το θέμα.
«Αξέχαστα βράδια»: Σπαζοκεφαλιές- θα πρέπει τώρα να βρούμε ένα επίθετο για  τα βράδια των θεατών που είδαν θεατρικά έργα σε μεγάλες σκηνές της Ευρώπης...

«Κανένας δε θυμάται τι έφαγε και πού κοιμήθηκε. Όλοι κουβεντιάζουμε για το μεγαλείο του θεάτρου»: Δύο σχόλια-πρώτο, κάτι για πρώτη φορά παρατηρούμενο-το θέατρο προκαλεί αμνησία! Και δεύτερο, Ποιοι «όλοι»; Και «για ποιο μεγαλείο ποιανού θεάτρου»; Ερωτήματα που αυτόματα γεννιούνται έτσι διφορούμενα που εκσφενδονίζονται το «όλοι» και τα περι «μεγαλείου».

«Η φιλία δυναμώνει» Η δύναμη της φιλίας μόνο θα μπορούσε βέβαια να μεγαλώσει, αφού ο αριθμός δεν παίρνει άλλο μεγάλωμα όντας αμέτρητος. (Αλήθεια ποια, ποιων, η φιλία; Πώς δεν έτυχε μέσα σε τόσο πλήθος ανθρώπων να πέσω πάνω σε έναν από τους αμέτρητους;!)

«Κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι επιθυμούν να έρθουν στην πόλη μας»!
Εύχομαι η επιθυμία τους να πραγματοποιηθεί ώστε η πόλη μας να παψει να υποφέρει από την Κρίση. Το κύμα των επισκεπτών θα δώσει στην πόλη μας την παλιά αίγλη της και τον παλιό της πλούτο. Το γιατί οι άνθρωποι αυτοί επιθυμούν να έρθουν στην πόλη μας δεν αποκαλύπτεται, αφήνοντάς μας στην δίκαιη απορία μας. Και πώς μπαίνουν στα θεατρικά και τα τουριστικά;..

«Εμείς κονταροχτυπιόμαστε με τις δυσκολίες και ρωτάμε:
Ποιος θα μας ζωγραφίσει τα γκρίζα βράδια των απελπισμένων ανθρώπων;»
Εδώ σιωπώ. Πώς να σχολιάσεις με στοιχεία του κόσμου αυτού αυτό το εκτός αυτού του κόσμου κατασκεύασμα; Ούτε να το συνδέσω με το κείμενο δεν τολμώ.

«Γνωρίζουμε πως πρέπει να κάνουμε πολλά για να καταλάβουμε ότι μας λείπουν αρκετά»:
Αυτογνωσία αναιρούσα όλα τα προηγούμενα; Είναι φανερό όντως ότι δεν έχουν κάνει πολλά ακόμα. (Παρατήρηση: Ο αγνώστου προθέσεως και μεταβάσεως πληθυντικός ξαναχτυπά)

«Περπατάμε όρθιοι». Και οι πιθηκάνθρωποι.

«Το κανάτι έχει ακόμα καλό κρασί» Όταν η Φυσική Επιστήμη μπει για τα καλά στα χωράφια ττηε Μεταφυσικής, θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε και αυτ







Τόμοι έχουν γραφτεί για ασήμαντους ή όχι, ουδέτερους ή όχι, επιβλαβείς ή όχι ανθρώπους.
Για μένα δεν έγραψε κανείς.
Γι αυτό γράφω για τον εαυτό μου.









ΥΠΑΊΘΡΙΟΣ ΠΩΛΗΤΉΣ ΜΑΝΆΒΗΣ-
ΠΑΡΑΓΩΓΌΣ

Δεν έχει άδεια πωλητή.
Δε δίνει αποδείξεις
Κι έχει μια αδήλωτη πωλήτρια.

Κάθε περαστικός που κάποιος πλησιάζει
και λίγο είναι σοβαρός ή ίσως καλοντυμένος
τότε από φόβο μη και είναι εφοριακός
 σπεύδει κι ο χοντρός αγροτικός παραγωγός στον πάγκο
στην πωλήτρια δίπλα.
Και κάνει πως σκαλίζει τα σταφύλια…
ή πως τα φασολάκια ξεδιαλέγει…

Η καρδιά του δυνατά χτυπά, η πίεση
που αμέσως ανεβαίνει τον ζαλίζει
και κείνο το από σίδερο λες χέρι
πάλι σα μέγγενη πίσω απ’ το στέρνο τον αδράχνει.

Τόσο γλυκά είναι τα λεφτά
όπου γι αυτά να πάει κι η υγεία
κι η ησυχία κι η ζωή και η γαλήνη;

Τόσο γλυκά γι αυτόν θα είναι. 
Αλλιώς δεν εξηγείται
Που την παρανομία προτιμά.









ΟΜΙΛΊΕΣ ΔΉΜΑΡΧΟΥ ΚΟΡΊΝΘΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΥΘΥΝΤΉ (αν το ’πιασα καλά) ΤΟΥ ΘΈΑΤΡΟΥ «ΡΏΤΑ» ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΌ ΔΕΚΆΜΕΡΟ ΤΟΥ ΑΎΓΟΥΣΤΟΥ

Έσταζε η τιμή απ’ το γυαλί της τηλεόρασης
όταν ο δήμαρχος εδήλωνε πως ήτανε τιμή του
να γίνει πάλι φέτος η εκδήλωση του θέατρου «ΡΏΤΑ»,
και απαντούσε ο υπεύθυνος-ή κάτι τέτοιο-του θεάτρου
πως ήτανε τιμή του να μιλάει έτσι ο δήμαρχος.

Κι αφού αλληλοτιμήθηκαν κι αφού εψάλαν
ο ένας τ’ αλλουνού το εγκώμιο και το κλέος
απαριθμήσαν ύστερα και ονομάτισαν και τα σκουπίδια
που ο κόσμος θα θαυμάσει στη σκηνή του «ΡΏΤΑ».

Καλό είναι να γίνονται τέτοιες φανφάρες
για να δικαιολογεί την ύπαρξή του ο καθένας
από τους υμνητές και τους συντελεστές-
απ’ τους «εργάτες» ενός τέτοιου γεγονότος.

«Δρώμενο» και αυτό καθώς τοσ’ άλλα
που αν τα στίψεις ούτε δυο λεφτών
δε θα τρυγήσεις σοβαρότητα κι αξία.

Ας παίζουν τα παιδάκια τα παιχνίδια τους.
Πώς θα περνούσε άλλωστε η ώρα…

Γ. Χολιαστός














ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΕΣ

Τα καραβάνια θέλω να περνούν εμπρός μου
κι εγώ να είμαι έτοιμος
όποιο διαλέξω ν’ ακλουθώ
για να με πάει στις χώρες που ονειρεύτηκα.

Θέλω να μη με δένουν αλυσίδες
ανθρώπινες-
ανάγκης ή αισθήματος ή πόνου-
και να μπορώ θέλω το πόδι μου ν’ απλώνω
και όπου κάθε μου φορά ποθώ να πηαίνω.

Δε θέλω τίποτε να με κρατεί.

Κι ό,τι σαθρό και ψεύτικο
νομίζει ότι δεμένον μ’ έχει,
θέλω-
αδύναμο να με κρατήσει-
να με θωρεί αγέρωχον και σταθερόν
να το πατώ ή πέρα να το κάνω
για να βρεθώ εκεί που εδιάλεξα
κάθε φορά για να βρεθώ.
                           
Και αν ποτέ το πόδι δεν απλώσω
για να με πάει όπου ποθώ,
αυτό-πιστέψτε με-
καθόλου δεν μετράει.             









                                 ΣΥΝΟΜΙΛΊΕΣ

-Τώρα που αγαπηθήκαμε, Σεσίλια, πώς θα φύγεις;
-Θα φύγω;.. Θα ’φευγα!..Πριν μισή ώρα μόλις…Πριν σηκωθώ να πιάσω την εληά που ’πεσε απ’ το τραπέζι. Μα σύ με άρπαξες απ’τον καρπό γελώντας. «Κάτσε», μου είπες, «τώρα τρώμε!»……………….
……………………………………………………………………………
«Τώρα τρώμε!», μου είπες. Εγώ αντί να σταματήσω, βάζοντας όλοηνε τη δύναμή μου αντιστάθηκα, ενώ εσύ συνέχιζες να με κρατάς. Έτσι στροβιλιστήκαμε δυο τρεις φορές μες στο δωμάτιο.
-Πάει και το βάζο……………………………………….………………
…………………………………………………………………………..
πάει και το βάζο το αλαβάστρινο.
-Αχ-μου μάτωσες το χείλι μου... Και αμέσως μετά, κι ενώ αγωνιζόμασταν ακόμα, μετά ’πο ένα σκόνταμα βρέθηκα πιο κοντά σου, αγγίζοντας το στήθος μου το γόνατό σου. Ύστερα……………………………………..
……………………………………………………………………………..
σου λέω το πώς αγαπηθήκαμε-θα με αφήσεις να τελειώσω;
-Συνέχισε.
-Και τότε συ έσκυψες να με σηκώσεις.
-Μη δείχνεις τόσο παραστατικά, θα πέσεις από το κρεβάτι.
-Να λοιπόν, με σήκωσες και με φίλησες……………………………
…………………………………………………………………………
Κατόπιν πέσαμε ’δω πάνω ένα σώμα. Αυτό ήτανε……..................
…………………………………………………………………………
Και τώρα πώς μπορώ να φύγω;
-Ναι. Αυτό ήτανε. Όπως και συ, σιχαίνομαι τα γλυκανάλατα τερτίπια. Άρκεσε να πετάξω κάτω μιαν εληά, κάνοντας πως πετάχτηκε την ώρα που να την καρφώσω προσπαθούσα.
-Κι εγώ να κάνω πως εσκόνταψα.………………………………………
……………………………………………………………………………..
-Αυτό ήταν. Ναι. Μα στην ουσία όχι αυτό. Η γλύκα σου μονάχα, που όπως μέλι στάζει από πάνω σου.
-Ναι. Όχι αυτό. Τα πράσινά σου μάτια μόνο……………………………
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
                                                    -----















                       ΘΕΟΣ!

Θεός!, μού λένε.

Ναι, Θεός. Μα τ΄ είναι ο Θεός; ρωτώ.

Είναι αυτό που η ψυχή σου αγαλλίαση γεμίζει
μόνο που το σκέφτεσαι.
Αυτό σκοπός κι αιτία που είναι της ζωής σου.
Εκείνο που στις ώρες τις σκληρές σου
σ΄ αυτό προσεύχεσαι να σου τις απαλύνει
Αυτό τα βήματα σου που οδηγεί
κάθε λεφτό της άμοιρης ζωής σου,
Εκείνο που όλοι οι δρόμοι της ζωής
σ΄ Αυτό οδηγάνε.
Τέλος αυτό που όσο κι αν θα το ζητάς
ποτέ δε θα το έχεις, μού λένε.

Ήμουνα σίγουρος: Θεός
το γυναικείο είναι το στήθος.








Η Βιβή χαζογιαγιά

Αίνιγμα: χαζή δεν είναι
Ούτε μοιάζει με γιαγιά,
Αναμφίβολα όμως είναι
Τέλεια μια χαζογιαγιά.

Ποια ειν΄αυτή; Πώς τηνε λένε;
Μα,η Βιβή μας,που γι αυτήν
Η λαχτάρα για τ΄αγγόνια
Έρχεται απ΄όλα πριν.

Το εγγονάκι της-αχ!-βήχει!
Τι μεγάλη συφορά!
Φέρτε τσάγια και κουβέρτες!
Και γιατρούς! Και γιατρικά!

Η εγγονούλα της αν τρέχει
Κι αν πηδάει ο εγγονός,
Ένας μέγας την καρδιά της
Τρόμος έχει φοβερός:

Κι αν θα πέσουν και χτυπήσουν;
Κι αν το γόνατο ματώσει;
Α! Το αίμα της καρδιάς της
Ας μπορούσε αντίς να δώσει...

Αχ! Χαζογιαγιά Βιβή μας,
Μη για όλα ανησυχείς-
Τα παιδιά θα μεγαλώσουν
Ό,τι αν κάνεις κι ό,τι αν πεις.

Αλλ΄αυτή μυαλό δε βάζει
Και τ΄αγγόνια όλο ζητά
Να φροντίζει, να χαϊδεύει
Κι όλο να φιλάει γλυκά.

Αχ! Τ΄αυγά επαρασφίξαν-
Τα παιδιά τα τρων μελάτα.
Και για δες-τη γεμιστή τους
Δεν την έφαγαν ντομάτα.

Θε μου! Αχ! Θ΄αδυνατίσουν!
Ας προλάβει το κακό
Με κοτόσουπες, χαβιάρι,
Μπριτζολάκια κι αστακό!

Α! Τ΄αγνούλια τ΄αγγονάκια!
Κι α! Οι πρόθυμες γιαγιές:
«νο» ποτέ τους δεν ψελλίζουν
μοναχά φωνάζουν «γες»...

Τ΄άγγονάκια κλαιν; Η Φύση
Κλαίει με κείνα συντροφιά.
Θα θυμώσουν κάποια μέρα;
Ολη η γη έχει ακεφιά.

Κι αν σουφρώσει τ΄ αχειλάκι
Σε παράπονο κανένα,
Τα καλά όλου του κόσμου
Στη Βιβή τότε είναι ξένα.

Α! Χαζογιαγιά καλή μας,
Μη συνέχεια ανησυχείς,
Τα παιδιά καλά θα πάνε
Ό,τι αν κάνεις κι ό,τι αν πεις.

Το τηλέφωνο χτυπάει;
Όλα γύρω σταματάνε.
Μόνο χείλια δυο μιλούνε
Κι άλλα δύο απαντάνε.

«Γιαγια θέλω...» «Ναι χρυσοήλιε,
ναι φεγγάρι μου αργυρό,
ναι ψυχούλα των ανθώνε,
ναι τσαλίμι στο χορό!

Θα σου φέρω να σου βάλω
Στο χεράκι σου τ΄αβρό
Γη και Ουρανό κι αστέρια
Και του Νότου το Σταυρό...»

«Μα, γιαγιά, μια καραμέλα
εγώ θέλω μοναχά!..»
Μα η Βιβή μας δεν ακούει
Κι όσα του ΄πε κουβαλά.

Ε! Βιβή! Στα ΄γγόνια σου, όλα
Τα ΄χεις δώσει από παλιά.
Μη έγνοια βάζεις: θα ευτυχήσουν
Αφού σένα έχουν γιαγιά.






Πολλή δουλειά στο μαγαζί εκείνη την ημέρα.
Μέχρι που κλείσανε δε στάθηκαν.

Κλείνοντας,
«σήμερα πήγαμε καλά», της είπε.

Κι αυτό αλήθεια έπρεπε να ειπωθεί,
Ώστε το μερτικό της κι η συνήθεια να ΄χει,
μα κι η καθημερνότητα να ευμενιστεί.
Έτσι που, ύστερα απ΄ το γύρισμα στην πόρτα του κλειδιού
Να επιδοθούν ελεύθερα στον έρωτα
Που υπομονετικά περίμενε
Να μαζευτούνε κάμποσες χιλιάδες στο συρτάρι. Γιατί,
ο σοφός,
καλά γνωρίζει πως το χρήμα
του είναι δεκανίκι απαραίτητο-
έτσι που η κοινωνία τον έχει καταντήσει-
για να πορευτεί.






              Τα συγνεφάκια

Τα σύγνεφα παιδάκια κουρασμένα.
Ο κάμπος φιλικό ένα πανδοχείο .
Η νύχτα φτάνει. Ελάτε αγαπημένα.
Πολύ εκεί ψηλά θα κάνει κρύο.

Δέστε άλογα εδώ σιγουρεμένα,
που ξέγνοιαστα βοσκάνε δύο δύο.
Δέστε δεντράκια, λόφους, δέστε εμένα,
δέστε εν΄ απόβραδο εδώ κάτω θείο.

Ελάτε όμορφά μας συγνεφάκια.
Ελάτε ως ομίχλη ή σα βροχούλα
Ελάτε αγαπητά μας αδερφάκια.
Για όλα μας η γη γλυκιά μανούλα
και μακριά από κείνηνε αν είστε
θα λιώστε-θα μαράνετε-θα σβήστε.






ΤΟ ΞΑΝΑΖΩΝΤΆΝΕΜΑ ΤΗΣ ΜΆΡΩΣ

Χτες ξαναζωντανέψαμε τη Μάρω.

Δυο γέροντες –παιδιά μαζί της τότε
και μια γρiά –καλή της φιλενάδα
σκυμμένοι πάνω απ’ την παλιά φωτογραφία
με τ’ άσπλαχνα της μνήμης μας τα νύχια αρπάξαμε
και ζώσα πάλι φέραμε κοντά μας
την χρόνια πριν για μας χαμένη κόρη,
με τα μεγάλα της τα μαύρα μάτια
και το λεπτό σαν σανιδένιο της κορμί
με τα δυο στήθη τα μικρά και πετρωτά
να ξεπηδούν απ’ το κλουβί του θώρακά του
μεστά τροφής για κάθε πεινασμένο.

Δεν τόλμησα ούτε χτες να τα εγγίσω.
Το άφησα για όταν όλοι πάλι θα βρεθούμε
σε κάποιας γειτονιάς ξανά τη ζέστα
με όλα ίδια
πλην του δισταγμού,
που αυτός μονάχα
(που τόσα εδώ κάτω μας κρατεί)
εκεί
θα λείπει.






              ΤΟ ΚΟΥΝΟΎΠΙ
Ένα κουνούπι να! μπροστά μου.
Τις δυο παλάμες μου παράλληλες απλώνω
και φλάπ! έσβησε-πάει το κουνουπάκι.

Τι θορυβώδεις που είμαστε! Ενώ ο δικός μας
τόσο αθόρυβα έρχεται -ο θάνατος-
και τόσο εργάζεται διακριτικά
που αν ζει μονάχος του κανείς
τυχαία κάποτε
 θ’ ανακαλύψουν ότι πέθανε.

Και ακοή χωρίς καμιά  να ενοχληθεί.






    ΑΎΤΑΝΔΡΟ

Ό, τι χτίζει
κάποιος
βιαστικός πίσω του έρχεται
και το γκρεμίζει.

Ίσως να είναι ο χρόνος.
Ίσως τα χέρια τ' άλλα του.
Ή κι ίσως η φουσκονεριά από το μεγάλο πλοίο
που  αύτανδρο βυθίζεται κάθε πρωί.







    ΑΎΤΑΝΔΡΟ

Ό, τι χτίζει
κάποιος
βιαστικός πίσω του έρχεται
και το γκρεμίζει.

Ίσως να είναι ο χρόνος.
Ίσως τα χέρια τ' άλλα του.
Ή κι ίσως η φουσκονεριά από το μεγάλο πλοίο
που  αύτανδρο βυθίζεται κάθε πρωί.



             ΓΙΑ ΔΥΟ ΛΕΦΤΆ

Να συναντιέσαι με κάποιον
χρόνια πολλά ύστερ' από τότε που,
χωρίς ελπίδα να τον ξαναδείς
αποχαιρέτησες
και να βλέπεις στο πρόσωπό του την ευτυχία
που νιώθει ξαναβλέποντάς σε.

Ω!  τότε αιστάνεσαι κι εσύ αληθινά ευτυχισμένος.

Για δυο λεφτά-
ώσπου το ξάφνιασμα να περάσει
κι η μηχανή ν' αρχίσει πάλι να μετράει
τα συν, τα πλην, τα υπέρ και τα κατά,
η φωνή να γίνεται διστακτική,
το βλέμμα να λιποτακτεί
κι η ακοή να ελαττώνεται
όσο χρειάζεται
για την ερώτηση-
να μην απαντηθεί.





        Ο ΜΟΝΟΣ

Όχι που πίστευε ότι το σύμπαν ήταν ακατοίκητο-
δεν είχε τέτοια ιδέα.
Όχι ότι δεν έβλεπε μεγάλους και παιδιά
να χορεύουνε
με τις χρωματιστές τις φορεσιές και τα στολίδια τους
αρμονικά πιασμένοι χέρι χέρι.

Όμως ήξερε
πως όλοι εκείνοι με τα πόδια του χορεύουν.

Και όχι ότι δεν άκουγε τη μουσική
ή τον ήχο
που τα ποτήρια εκάνανε τσουγκρίζοντας.
Μα όλα γίνονταν πολύ μακριά  του
και ο ήχος τους
ήταν μονάχα μιαν ανάγκη για την ακοή
όπως για το μυαλό του η σκέψη.

Αυτόν
μια θάλασσα τον πήγαινε μες στα νερά της.
Και κείνο το ακρωτήρι πέρα ’κει,
το τόσο μακρινό σαν φαντασία,
έτσι που κύρτωνε, έμοιαζε
με του αγκώνα του το δρέπανο,
που μες στη σάρκινη φωτιά του έκλεινε
χορό και χορευτές,
ήλιους και σύμπαντα
και που ήταν πάντα έτοιμο
με μια του κίνηση
όλα όσα κύκλωνε
να τα θερίσει.

    ΑΎΤΑΝΔΡΟ

Ό, τι χτίζει
κάποιος
βιαστικός πίσω του έρχεται
και το γκρεμίζει.

Ίσως να είναι ο χρόνος.
Ίσως τα χέρια τ' άλλα του.
Ή κι ίσως η φουσκονεριά από το μεγάλο πλοίο
που  αύτανδρο βυθίζεται κάθε πρωί.



             ΓΙΑ ΔΥΟ ΛΕΦΤΆ

Να συναντιέσαι με κάποιον
χρόνια πολλά ύστερ' από τότε που,
χωρίς ελπίδα να τον ξαναδείς
αποχαιρέτησες
και να βλέπεις στο πρόσωπό του την ευτυχία
που νιώθει ξαναβλέποντάς σε.

Ω!  τότε αιστάνεσαι κι εσύ αληθινά ευτυχισμένος.

Για δυο λεφτά-
ώσπου το ξάφνιασμα να περάσει
κι η μηχανή ν' αρχίσει πάλι να μετράει
τα συν, τα πλην, τα υπέρ και τα κατά,
η φωνή να γίνεται διστακτική,
το βλέμμα να λιποτακτεί
κι η ακοή να ελαττώνεται
όσο χρειάζεται
για την ερώτηση-
να μην απαντηθεί.





        Ο ΜΟΝΟΣ

Όχι που πίστευε ότι το σύμπαν ήταν ακατοίκητο-
δεν είχε τέτοια ιδέα.
Όχι ότι δεν έβλεπε μεγάλους και παιδιά
να χορεύουνε
με τις χρωματιστές τις φορεσιές και τα στολίδια τους
αρμονικά πιασμένοι χέρι χέρι.

Όμως ήξερε
πως όλοι εκείνοι με τα πόδια του χορεύουν.

Και όχι ότι δεν άκουγε τη μουσική
ή τον ήχο
που τα ποτήρια εκάνανε τσουγκρίζοντας.
Μα όλα γίνονταν πολύ μακριά  του
και ο ήχος τους
ήταν μονάχα μιαν ανάγκη για την ακοή
όπως για το μυαλό του η σκέψη.

Αυτόν
μια θάλασσα τον πήγαινε μες στα νερά της.
Και κείνο το ακρωτήρι πέρα ’κει,
το τόσο μακρινό σαν φαντασία,
έτσι που κύρτωνε, έμοιαζε
με του αγκώνα του το δρέπανο,
που μες στη σάρκινη φωτιά του έκλεινε
χορό και χορευτές,
ήλιους και σύμπαντα
και που ήταν πάντα έτοιμο
με μια του κίνηση
όλα όσα κύκλωνε
να τα θερίσει.






-Βάλε κι αυτά…είπε στον σωφέρ
και του έδειξε ένα καλαθάκι με άνθη.
-Τίποτε άλλο έμεινε να φέρω κυρία; ρώτησε με σεβασμό ο σωφέρ.
-Όχι Παύλο. Κλείδωσε την πόρτα μόνο, του είπε.
Εκείνος κλείδωσε την πόρτα, γύρισε, της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου.
-Όχι Παύλο, δε θα έρθω, είπε εκείνη.
-Μα κυρία… ψέλλισε έντρομος ο σωφέρ.
-Πήγαινε Παύλο. Σ’ ευχαριστώ για όλα.
-Κυρία…
-Πήγαινε!
Ο σoφέρ, κάτωχρος και τρεμάμενος μπήκε στο αστραφτερό αυτοκίνητο και έβαλε μπρος χωρίς να ξεκινήσει κοιτάζοντάς την.
-Πήγαινε! του είπε σιγά αλλά αυστηρά και επιτακτικά εκείνη.
Εκείνος ξεκίνησε σιγά.
Αυτή, έβγαλε το πανάκριβο παλτό και το καπέλο της και τα πέταξε στην άκρη του δρόμου.
Βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα τώρα την έντυναν.
Έλυσε τα μαλλιά της, έκρυψε μ’ αυτά το πρόσωπό της και κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου απλώνοντας το χέρι ελεητικά.




ΤΥΦΛΌΣ

Διασταύρωση.
Κόσμος που περιμένει να περάσει.

Ανάμεσά τους μια κοπέλλα.
Ωραία.
Δροσερή.

Έβγαλα το μπαστούνι,
το εξεδίπλωσα.
Και με μισόκλεισα τα μάτια
και χτυπώντας
δεξιά κι αριστερά τη μύτη του,
την επλήσίασα.

«Παρακαλώ βοηθήστε με»,της είπα
μία το στήθος της κρυφά κυττάζοντας
μια τα πυκνά μαλλιά της.
«Βεβαίως!..Να! Πράσινο! Πιαστείτε πάνω μου...»

Πιάστηκα επάνω της...

Σαν εβρεθήκαμε απέναντι
σε μια που δεν υπήρχε πέτρα εσκόνταψα
και βρέθηκα φαρδύς πλατύς στο πεζοδρόμιο πάνω.

«Πέσατε!; Θε μου!..Είσαστε καλά;..»,
είπε με αγωνία κι ενοχή (και ποιος,
ιδίως γυναίκα,δε θα ένιωθε αίτια
της πτώσης του τυφλού που αυτή οδηγούσε...)

Έσκυψε,
με αγκάλιασε,
και με μεγάλον κόπο της με σήκωσε.

Όταν ξεκόλλησα από πάνω της
«είστε καλά;» μπόρεσε μόνο να ρωτήσει.

Τη διαβεβαίωσα πως «ναι».

Τότε μονάχα η καϋμένη
κι αφού εσιγουρεύτηκε
πως ισορρόπησα επιτέλουυς
εστράφη κι έφυγε.

Πέταξα το μπαστούνι.

Μ΄αγκάλιασε μία γυναίκα!
Θα φύγω απ΄τη ζωή ευτυχισμένος.

Γεια σας.







Ο ΠΥΡΕΤΌΣ

Το στεντ μου τα λιανά του ορθώνει ποδαράκια
γερά μες στις λαγόνιες αρτηρίες μου τα στηρίζει
κι αρχίζει να ουρλιάζει μυξοκλαίγοντας:
«Θέλω τη μαμά μου!
Τ’ αδέρφια μου ζητάω μες στη γη
τα λεύτερα και τα ζωηρά.
Τις λίμνες τις απέραντες της πίσσας θέλω
και τη γρανίτινη σκληρότητα
των πατρικών μου πετρωμάτων.
Εδώ-τι ζέστα ειν’ αυτή;
(μην είμαι -όπως μας έλεγαν- στην κόλαση;)
Κι αυτό το υγρό το πυρωμένο
που περιλούζει το παράξενο τώρα κορμί μου…
να είχε το χρώμα του χαλκού τουλάχιστον…
μα όχι, κόκκινο αγροίκο,
κόκκινο άγνωστο σε μένα είναι κι αυτό
καθώς τα πάντα μέσα εδώ
σ’ αυτόν το χώρο τον στενό κυλινδρικό
που απ’ ολούθε με κρατάει…
Θέλω τη μαμά μου!»

Και λέω εγώ: «έχω πυρετό»
και λέει ο γιατρός μου: «ειν’ η αντίδραση
η αλλεργική
της ενδοπρόθεσης».

Όλα καλά.

2-7-10


        ΑΥΤΌ  ΉΘΕΛΑ

Ένα σπιτάκι από τα τόσα
να ’ταν δικό μου
που συναντάω μες στο ταξίδι
το μακρινό μου

και κει να ζούσα προφυλαγμένος
απ’ τους ανθρώπους
που όταν θέλουνε σε πονούνε
με χίλιους τρόπους.

Κι όταν η ζωή μου θα έρθει η ώρα
 να τελειώσει
ζεστό ένα χέρι το κρύο μου κιόλας
κορμί να ζώσει

και στήθος ένα γαλακτοφόρο
να με ταγίσει
χαρίζοντάς μου το μέγα δώρο:
την αιώνια ζήση.



Ο ΙΣΘΜΌΣ ΣΤΗΝ ΚΌΡΙΝΘΟ

Τάχα κατάλαβα καλά; Ο Δήμος Λουτρακίου
θα περιλάβει τον Ισθμό; Η κάρα ποιου αχρείου
το σκέφτηκε; Και τώρα πια θα λέμε τον Ισθμό μας-
θου Κύριε-«του Λουτρακίου»; ή μη «της Περαχώρας»;

Τον Άϊφελ ο Σαρκοζί στη Λυών τον έχει πάει;
Το Κολοσσαίο ο Σίλβιο τον πήγε στη Βομβάη;
Ή μην οι αμερικανοί δώσαν της Βραζιλίας
της Νέας Υόρκης τ’ άγαλμα-το της Ελευθερίας; 

Δεμένοι άνθρωποι και γη, μα πιο δεμένα ακόμα
τα κτίσματα είναι που ‘χουνε ρίζες γερές στο χώμα.
Μα πιο κι από τα κτίρια, ρίζες οι λέξεις δένουν
που αιώνια σε Αγάλματα, Ισθμούς και κτίρια μένουν.

Κι αν τις χωρίσεις απ’ αυτά, εκείνες εγδικιούνται
καθώς ανέστιες, ξέριζες, χάνονται κι αποσβηούνται΄
κι οι ανθρώποι μένουν ορφανοί και η ζωή τους άδεια
κι ό, τι ωραίο στη ζωή κείτεται πια ρημάδια…

Αφήστε με την Κόρινθο τη λέξη «Ισθμός» δεμένη
και μη την κάνετε γι αυτόν σαν άγνωστη-σαν ξένη-
στη μνήμη την ανθρώπινη μη τη συνέχεια αρνείστε:
χιλιετηρίδων δέσιμο μη βάρβαρα έτσι λύστε.












             ΛΟΒΈΡΔΟΣ ΑΛΓΏΝ
                  ΕΝ ΒΕΡΡΟΊΑ

Μη απ’ την Αθήνα ξαναβγείς Λοβέρδο.
Φεύγει από τον Λίβανο το κέδρο;
Όχι, γιατί αν φύγει κι αρρωστήσει,
χώμα ποιο άλλο θα το ξαναζήσει;

Μη μακριά από την Αθήνα φύγεις΄
νοσοκομείων εκεί δε θα ’βρεις κτίρια-
παράγκες μόνο που όταν τις ανοίγεις
νεκρά και κρύα θυμίζουν κοιμητήρια.

(γνωστά αυτά, μα θέλαμ’, έτσι, εν τάχει,
κι η  Μαριλίζα να ’ριχνε το βέλος,
κι ως συ είπες νέτα: «σάλιο δεν υπάρχει»
να πει κι αυτή: «μάγκες, Υγεία τέλος!»

Κι ολ’ οι υπουργοί, καθείς αφού ωραία
και ευθαρσώς ειπεί το ποίημά του,
 ο λαός κι αυτοί να ζούνε πάντα ωραία
ξέροντας πως δεν πάει άλλο κάτου…)

Κι αν συ, Λοβέρδο, έχεις κινδυνέψει,
σκέψου υπουργέ μου, τι κάθε ημέρα
τραβάει, όποιος γυρέψει να κονέψει
απ’ την Αθήνα λίγο παραπέρα…

Όχι Λοβέρδο, μη μας φύγεις πάλι.
Τη σοβαρότητά σου έχουμε ανάγκη
για να ξεχνάμε το άθλιο μας το χάλι-
καθώς οι Ινδοί ξεχνιούνται με τον Γάγγη.















                   ΑΦΓΑΝΆΚΙ ΚΑΙ ΕΛΛΆΔΑ

Σαν την Ελλάδα εμέν’ αυτό μου μοιάζει το αφγανάκι
που έρημο κι ολόφτωχο στους δρόμους τριγυρνά
με αποφάγια ψάχνοντας να στυλωθεί λιγάκι
ενώ από δίπλα του η χλιδή αγέρωχη περνά.

Έτσι κι αυτή στις κραταιές του κόσμου μας πατρίδες
το χέρι απλώνει επαίτισσα παρακαλεστική
αναζητώντας μάταια να έβρει έστω ελπίδες
πως κάποτε θα έπαυε να είναι νηστική.

Και όπως το αμούστακο κι άμοιρο αυτό φτωχούλι,
πήγε από την έκρηξη που έκανε η Ταυ Νι Ταυ,
έτσι κι η Ελλάδα, παίζοντας με το φαί κρυφτούλι,
από τ’ αγκάλιασμα θα πάει του Δέλτα αυτή Νι Ταυ.






                   ΑΦΓΑΝΆΚΙ ΚΑΙ ΕΛΛΆΔΑ

Σαν την Ελλάδα εμέν’ αυτό μου μοιάζει το αφγανάκι
που έρημο κι ολόφτωχο στους δρόμους τριγυρνά
με αποφάγια ψάχνοντας να στυλωθεί λιγάκι
ενώ από δίπλα του η χλιδή αγέρωχη περνά.

Έτσι κι αυτή στις κραταιές του κόσμου μας πατρίδες
το χέρι απλώνει επαίτισσα παρακαλεστική
αναζητώντας μάταια να έβρει έστω ελπίδες
πως κάποτε θα έπαυε να είναι νηστική.

Και όπως το αμούστακο κι άμοιρο αυτό φτωχούλι,
πήγε από την έκρηξη που έκανε η Ταυ Νι Ταυ,
έτσι κι η Ελλάδα, παίζοντας με το φαί κρυφτούλι,
από τ’ αγκάλιασμα θα πάει του Δέλτα αυτή Νι Ταυ.

Γιώργης Χολιαστός













        ΑΥΤΌ  ΉΘΕΛΑ

Ένα σπιτάκι από τα τόσα
να ’ταν δικό μου
που συναντάω μες στο ταξίδι
το μακρινό μου

και κει να ζούσα προφυλαγμένος
απ’ τους ανθρώπους
που όταν θέλουνε σε πονούνε
με χίλιους τρόπους.

Κι όταν η ζωή μου θα έρθει η ώρα
 να τελειώσει
ζεστό ένα χέρι το κρύο μου κιόλας
κορμί να ζώσει

και στήθος ένα γαλακτοφόρο
να με ταγίσει
χαρίζοντάς μου το μέγα δώρο:
την αιώνια ζήση.










 
          -----


EPIΣΤΡΆΤΕΥΣΗ

Πήραν γραμμή απ’ το γκόβερνο κι ο σκάι κι ο αντένα
και τα σκυλιά τους άρχισαν τα καλοταϊσμένα
να ξιφουλκούνε αναιδώς κατά βυτιοφόρων
και οδηγών παράδοση να θέλουν ανευ όρων.

Και βγήκε και το βρωμερό αρκαδικό γουρούνι
που μπρος στην χωριατίλα του  ωχριούν ως και οι Ούννοι
και διάταξε να εμφανιστούν εμπρός του ως στρατιώται
οι οδηγοί των φορτηγών-ως οι αντάρτες τότε…

Κι είπαν οι χρυσοπλήρωτοι καφροδημοσιογράφοι-
που όσοι τους είναι, ν’ ανοιχτούν και τόσοι πρέπει τάφοι-
πως κινδυνεύει η πατρίς αν μείνει από βενζίνα,
περσότερο από τους φτωχούς που ρεύουν απ’ την πείνα.

Κι είπαν μπορεί οι πολιτικοί να κλέψαν κατά κόρον
όμως γι αυτό να κάνουμε δεν πρέπει τόσον ντόρον΄
μα τα λεφτά τους οι οδηγοί να θέλουν να γλιτώσουν…
πρωτοφανές! Πώς οι υπουργοί αλλιώς θα επιβιώσουν;..

Και βγήκε κι η χοντρόκολη του Αντένα  η κοκώνα
που ρίχνει με το πόδι της πύργο κλωτσώντας το ’να
(και που γι αυτό το χάλι της κανείς δεν τη βατεύει)
και την κυβέρνηση άρχισε να υμνεί και να χαδεύει.

Και όντας ανοητότερη και από βλήτο ακόμα
κι ένα χαζό απιθώνοντας χαμόγελο στο στόμα
είπε αυτό που άκουσε ότι δεν το πιστεύει:
βενζίνα ο ένας τ’ αλλουνού την σήμερον να κλέβει…

Και σεις προσμένετε οδηγοί τον Ρέππα να γαυγίσει
και δεν τον πιάνει ένας σας το στόμα να του κλείσει,
μον’ τον ακούτε άφωνοι και άπρακτοι και φρούδοι
σαν να μην είστε σεις καρπός, και να ’ναι αυτός το φλούδι.

Η πόρνη έδειξε η τιβι «κλέφτες» να τους φωνάζετε
λοιπόν; και σεις το άχτι σας έτσι-σαν όλους-βγάζετε;
Τα όπλα δε θα πάρετε; Και δε θα τους χτυπείστε;
συνταξιούχοι-δάσκαλοι- μαμόθρεφτοι σεις είστε;

Σεις μίλια καταπίνετε και δρόμους καταλείτε
και σ’ έναν μπρος φαύλο υπουργό άπραγοι θα σταθείτε;
Οι κλέφτες δίκιο έχουνε να κλέψουν κι άλλα ακόμα;
Δε θα σφραγίστε ούτε σεις  το απύλωτό τους στόμα;




              Ο ΛΑΌΣ ΜΟΥ

Να φωνάξω σε ποιον και ν’ ακούσει
τη ντροπή που στα στήθια μου κλείνω;
…Στο κενό θα την πω κι ας γνωρίζω
πως ματαίως μιλώ και σε κείνο:

«Το λαό μου οι φαύλοι τον κλέβουν.
Με άθλιους νόμους οι ίδιοι που φέρνουν
τον πετάνε στη λάσπη δεμένον
κι ό,τι έχει στις τσέπες του παίρνουν.

Το λαό μου οι φαύλοι ονειδίζουν.
Με υποσχέσεις που δεν τις τηρούνε
τον χορταίνουνε κι έτσι πρησμένον
για κοιλιόδουλο τον τιμωρούνε.

Το λαό μου οι φαύλοι πιο φαύλον
απ’ ό,τ’ οι ίδιοι τον έχουνε κάνει.
Και αυτός όλο κάτω τραβάει-
σκόνη γίνεται ό,τι κι αν πιάνει.

Λαέ κούφιε, λαέ κοιμισμένε,
μιαν υπόκλιση ακόμα και χάσου!
Και στον Άδη ζητούν Μαριονέτες:
στάδιο κι άλλο λαμπρό να! μπροστά σου!»

Γιώργης Χολιαστός






ΤΑ ΠΡΆΓΜΑΤΑ ΣΤΗ ΘΈΣΗ ΤΟΥΣ

Κανένας απ’ αυτούς δεν έχει δίκιο.
Τους τρεις τους σκότωσε ο Παπαντρέου
με το ίδιο βόλι που έριξε, ανοίκειο,
κι έκλεψε τα όνειρα κάθε μας νέου.

Κτήνη δεν είναι οι κουκουλοφόροι
το θάνατο να θέλουν συνανθρώπων.
Μ’ αντίς να είν’ άκαρποι κοντυλοφόροι
της ΠΡΆΞΗΣ διάλεξαν αυτοί τον τρόπο.

Και αν και ’μεις για το χαμό θρηνούμε
τριών ζωών και μιας ζωής ελπίδα,
θα  ’μασταν όμως κούφοι αν δεν πούμε:
σβήστε τον πλούτο με της φτώχειας τη λεπίδα!

Γιώργης Χολιαστός


 
 ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΌΡΟΙ ΚΑΙ ΜΑΓΑΖΆΤΟΡΕΣ

Λένε οι μαγαζάτορες των χρυσοφόρων δρόμων:
«Ιδεολογία δεν έχει αυτή η ορδή λίγων ατόμων
που σπάζει τις βιτρίνες μας! καίει το εμπόρευμά μας!
μας καταστρέφει!.. Δείτε εδώ: πάνε τα υπάρχοντά μας!»

Και του λαού οι στεναγμοί, πλούτου τους είναι ανάσες.
Κι είναι το χρήμα ατέλειωτο μες στις χρυσές τους κάσες.
Και στα χρυσά τα σπίτια τους γάλα και μέλι ρέει.
Και της αισχρής τους της χλιδής πλούσια είναι τα ελέη.

Και οι κουκουλοφόροι λεν: Στης πείνας ’μεις τα βρόχια.
Τα που έχετε, τα κλέψατε-πού αλλού;-από μας-τη φτώχια!
Γι αυτό κι η φτώχια το έχει σας με ’μας θα σας το κάψει
να ζεσταθεί απ’ την τρανή φωτιά όπου θ’ ανάψει.

Γιώργης Χολιαστός





νννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννννν








α.  
ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΈΣ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΌΝΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΉΣ

Θυμάμαι στο μπαλκόνι τον Τσαουσέσκου
σα βγήκε να μιλήσει στο λαό.
Φλόγα όπως σε ριπές αέρα φρέσκου
έτρεμε, ή σαν κύμα όλο νερό.

Και τους τρακόσους δολοφόνους είδα
να τρέμουν στα μπαλκόνια της Βουλής.
Ω! Της Λαϊκής Οργής Ιερή Λεπίδα!
γιατί τη Δίκια Πράξη ακόμα αργείς;




 β.
ΣΙΓΉ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΎ ΣΤΗ ΒΟΥΛΉ 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΜΈΝΟΥΣ ΤΗΣ ΜΑΡΦΊΝ

Ενός λεπτού σιγή η Βουλή
στη μνήμη των καμένων.
Μα αιώνια πρέπει της σιγή
εξαιτίας των κλεμμένων.   




γ.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΝΕΚΡΟΊ ΤΗΣ 5-5-2010

Πόσο ωραία όλα θα ’ταν
αν οι τρεις νεκροί λεγόνταν:
Κάρολος Παπούλιας ένας
Παπανδρέου Γιώργος δύο
και Πετσάλνικος ο τρίτος!





δ.
Ο ΆΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΏΤΗΣ
      ΔΊΠΛΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΉ

Μαύρη σημαία στον Άγνωστο!
Οξύμωρο το σχήμα
γιατί όλα του λευκά: κορμί,
στεφάνι του και μνήμα.

Ο Άγνωστος!.. Τι δε θα ’χανε
τα χείλη του να πούνε
μιας κι όλες βλέπει τις βρωμιές
όσων μας «κυβερνούνε»…




ε.
Ο ΦΑΣΊΣΤΑΣ ΠΑΥΛΌΠΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΆΛΤΕΡ
                     ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΕΙΣΌΔΙΑ

Απ’ το λαό εβούλιαζε η Αθήνα,
τρεις άνθρωποι στη Μάρφιν εκαήκαν,
γέμισε ο τόπος τραυματίες κι αίμα,
μες στη Βουλή διαδηλωτές εμπήκαν

…και ο Παυλόπουλος με τα δικά του…
Τα σάλια να του τρέχουνε ποτάμι
από το στόμα το ασυμμάζευτό του
το δίχως τελειωμό κι όλο δικό του,

μυαλό φασίστα, φάτσα παντογνώστη,
μπούρδες να λέει κάθε που «σχολιάζει»,
καρδιναλίων δέκα ύφος να ’χει
κι υστερικές κραυγές πάντα να βγάζει.

Τραμπούκος θα ’ταν πρώτος σε μια χούντα
ή στην οχταετία την Καραμάνλειο΄
και θα κρατούσε βέβαια και πιστόλι
(τώρα η γλώσσα του είναι μυδράλλιο…)







στ.
Ο ΣΓΟΥΡΌΣ (Ο ΝΟΜΆΡΧΗΣ) ΔΗΛΏΝΕΙ ΌΤΙ ΔΕΝ ΛΎΝΕΤΑΙ ΜΕ ΠΟΡΕΊΕΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΑΛΗΤΉΡΙΑ ΤΟ ΠΡΌΒΛΗΜΑ

Όχι θα περιμένουνε από σένα,
νομάρχη της δεκάρας, να τα λύσεις…
…και στα επόμενα επεισόδια να προσέχεις
το στόμα πριν ανοίξεις να μιλήσεις…





ζ.
 ΠΑΠΑΝΔΡΈΟΥ ΣΤΟΝ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗ: ΌΧΙ ΑΊΜΑ!

Όχι αίμα Παπανδρέου-πού είδες αίμα;
Τους τρεις αυτούς τους έκανες ψητούς!
Και μη από φόβο πεις πως λέω ψέμα-
η τρόϊκα δεν ευθύνεται γι αυτούς;..




η.
«Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΒΟΥΛΗ…»

Αυτό όλο μας λέγαν και μας λέγαν
ενώ με δάκρυ ψεύτικο εκλαίγαν
οι…απεργοσπάστες δημοσιογραφίσκοι
του πλούτου μεθυσμένοι το ουίσκι.

Ε, κατά πού ηθέλανε να πάει;
Η ώρα του έχει έρθει για να φάει,
και συνεπής ετράβαε κατά κει
όπως ο Αυγερινός προς την Αυγή.

Ας τον ταϊζουμε κι ας τον φυλάμε
σαν κόρη οφθαλμού, που όπου κι αν πάμε
στραμένη πάνω μας ειν’ η ματιά της
μην κάποιος μας και είναι τρομοκράτης.







θ.
ΟΜΙΛΊΑ ΠΑΠΑΝΔΡΈΟΥ ΣΤΗ ΒΟΥΛΉ ΤΗΣ 5-5-2010

Για ώρες ευθύνης μίλησες και για δημοκρατία
μα για τους κλέφτες τίποτα-λέξη δεν είπες μία.
Για ωμή ενέργεια μίλησες και δολοφονική
μα για τους κλέφτες μια σιωπή τόσο εκκωφαντική…
Για έθνος μίλησες πολύ, για πατριωτισμό,
μα τίποτα για των φριχτών επιόρκων τον εσμό.
Μισθούς μας είπες έσωσες και γλίτωσες συντάξεις
αλλά το τέλμα των κλοπών δεν είπες να ταράξεις.
Συμπάσχεις είπες με λαό, και κοψοσυνταξίτες
μα λέξη για όσους στη Βουλή καλύπτεις νεοχίτες.
Κανείς, είπες, δικαίωμα, ν’ ασκεί δεν έχει βία-
εσύ! που βιάζεις κτηνωδώς αιδώ και κοινωνία.
Μα να σ’ αφήσω. Πήγαινε να βγάλεις κι άλλους λόγους.
Και διόλου σε στιχουργικούς αξία μη δίνεις ψόγους.



ι.
ΠΑΤΡΊΣ ΕΝ ΠΟΡΝΕΊΑ ΘΝΉΣΚΟΥΣΑ

«Ποιος είναι αναμάρτητος
να ρίξει πρώτος πέτρα;
Τις ανομίες ολωνών
θα μπόρειε  ποιος να εμέτρα;

Από τον άθλιο βασιλιά
ως τ’ άμετρά μου πιόνια
στη χώρα ποιος δεν έκλεβε
τώρα και τόσα χρόνια;

Κι αφού ο λαός με πρόδωσε
ποιος μένει να με γιάνει
και όχι  πόρνη αλλά κυρί
α πάλι να με κάνει;..

Κανείς! Γι αυτό ελάτε μου
της γης οι πόρνοι όλοι!..
…και βιάστε με…και πάρτε με…
…δική σας είμαι όλη…»







ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΡΧΗΓΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ-
Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ

Και είναι απορίας άξιον πώς,
ο πρώτος ο πολίτης μας εγκρίνει
τα μέτρα που δε θέλει ο Λαός;
(…και άραγε το θέμα έτσι κλείνει;..)

Καλά , ο Λαός δεν είναι ο Παπούλιας;
Δεν είναι αυτός ο πληρεξούσιός Του;
Πώς χούγια γίνεται να έχει Πούλιας
αντίς να είναι ο Αυγερινός Του;

Το χέρι το Λαό που προστατεύει
πώς τώρα γίνεται να Τον χτυπάει
και όσους Τον σκοτώνουν να χαϊδεύει,
να τους καλόχει και να τους φιλάει;

Ο Πρόεδρος φρενάρει τους πολίτες
ή δυνατά το  γκάζι σανιδώνει-
σπρώχνει στη δυστυχία τους ψωμοζήτες
ή την αντίστασή τους δυναμώνει;

...Τουλάχιστο στα τόσα κούφια έπη
που θ’ ακουστούνε μέσα στο Συμβούλιο
ας ρίξει ο Πρόεδρος και λίγα «πρέπει»-
χωνευτικά για γεύμα ένα λουκούλλειο.
                             =====








                   ΖΉΤΗΜΑ ΜΕΣΤΏΜΑΤΟΣ

Όλα τα πράγματα στη γη αργούνε να μεστώσουν
και τον που έχουν προορισμό στη γη να ξεπληρώσουν.
Η ρίζα αργεί οδυνηρά να δώσει ανθούς και κλώνια.
Για να γενούν βασίλισσες θέλουν καιρούς τα πιόνια.
Με μιας μόν’ ώρας χιόνισμα τα όρη δε θ’ ασπρίσουν
και τα κορμιά θέλουν καιρό απ’ τον ήλιο να μαυρίσουν.
Θέλει καιρούς τα κάρβουνο για να δεθεί διαμάντι.
κι η Ποίηση δεν δόθηκε αδάκρυτα στον Δάντη.
Το μπουμπουκάκι όσο γλυκό, μ’ ακόμα δε μυρίζει.
Ο ήλιος ο κρύος το πρωί, το γιόμα τσουρουφλίζει.
Ο σκύμνος παίρνει τέρμινα ως να μεστώσει λιόντας
και η σοφία για να ’ρθει γερνάει περπατώντας.
Αχ! θέλει πάτημα πολύ να δώσει η ρόγα μούστο
κι οι κοπελιές πίκρα πολλή  ως να μεστώσουν μπούστο.
Θέλει αστραπές ο ουρανός; Όχι ως να συννεφιάσει.
Και δίχως ίδρωτα κανείς ψωμί δε θα χορτάσει.
Για να φουσκώσει ποίημα ψυχής προζύμι θέλει.
Η αγουρίδα με καιρούς γλυκό θα γίνει μέλι.
Θέλει καημούς ώστε να ‘ρθει του έρωτα το θάμα
και θέλει αιώνων σκοτεινιά να ’βγει στο φως το νάμα.
Ε! Έτσι είναι κι οι Πρόεδροι κάθε Δημοκρατίας-
θέλουν το χρόνο έστω μιας τουλάχιστον θητείας
για να μεστώσουν και να πουν τα λόγια τα σοφά τους
που τύφλα οι δέκα εντολές να έχουνε μπροστά τους.
Έτσι λοιπόν είπε ο σοφός κι έντιμος πρόεδρός μας
που έτρωγε χρόνια ως βουλευτής και ως πολιτικός μας
κι απ’ το φαί μεγάλωσε κι έπηξε το μυαλό του
κι αντάξιο έγινε πολύ ενός Πολίτου Πρώτου,
πως όλοι ξέρουμε γιατί εδώ έχουμε φτάσει
(που λίγο έλειψε να  ’χαμε των πληρωμών μας στάση),
πως πρέπει να συλλάβουμε κάθε φοροφυγάδα
να σώσουμε αν θέλουμε την έρμη την Ελλάδα,
πως πρέπει στις συναλλαγές να έχουμε διαφάνεια,
και με σοφία περισσή κι ορθοφροσύνη σπάνια
ότι το «πόθεν», δήλωσε, το «έσχες» ακλουθάει.
Αλήθεια η σοφία του σκληρά καρύδια σπάει!-
ποιο άλλο θα εμπόρειγε μυαλό, στην οικουμένη
τόσο να βλέπει καθαρά; Σε ποιον είναι δοσμένη
τέτοια ικανότητα- με δυο ή τρεις εκεί φρασούλες
τόσα πρωτάκουστα να λέει που ευθύνης αναγούλες 
να φέρνουν κι εντιμότητας σ’ αυτόν που τις ακούει;
Ω! καμπανούλες ηχηρές τόσο ποιος άλλος κρούει!..
Αλλά γι αυτό τον κάναμε και Πρώτο μας Πολίτη
και στο Λευκό τον βάλαμε-που λεν κι οι ΗΠΑ-σπίτι-
ώστε απερίσπαστος εκεί να σκέπτεται αδιακόπως
που ό,τι εν τέλει και να πει να μη το λέει ασκόπως
μ’ αυτό να είναι χτίσης νιας το στέριο αγκωνάρι
που όλα θα φέρει τα καλά και τα κακά θα πάρει.
Όχι, να μη κανείς θαρρεί πως άδικα πληρώνεται
(δηλαδή τι πληρώνεται, απλά χαρτζιλικώνεται).
Λοιπόν, οι χαμερπείς εμείς ας μεταρσιωθούμε
από τα λόγια, που-όλβιοι!-τύχη έχουμε ν’ ακούμε
και ας δημιουργήσουμε την ευτυχή Ελλάδα
αγνοώντας ότι χέστηκε στ’ αλώνια η φοράδα.



              Ο ΛΑΌΣ ΜΟΥ

Να φωνάξω σε ποιον και ν’ ακούσει
τη ντροπή που στα στήθια μου κλείνω;
…Στο κενό θα την πω κι ας γνωρίζω
πως ματαίως μιλώ και σε κείνο:

«Το λαό μου οι φαύλοι τον κλέβουν.
Με άθλιους νόμους οι ίδιοι που φέρνουν
τον πετάνε στη λάσπη δεμένον
κι ό,τι έχει στις τσέπες του παίρνουν.

Το λαό μου οι φαύλοι ονειδίζουν.
Με υποσχέσεις που δεν τις τηρούνε
τον χορταίνουνε κι έτσι πρησμένον
για κοιλιόδουλο τον τιμωρούνε.

Το λαό μου οι φαύλοι πιο φαύλον
απ’ ό,τ’ οι ίδιοι τον έχουνε κάνει.
Και αυτός όλο κάτω τραβάει-
σκόνη γίνεται ό,τι κι αν πιάνει.

Λαέ κούφιε, λαέ κοιμισμένε,
μιαν υπόκλιση ακόμα και χάσου!
Και στον Άδη ζητούν Μαριονέτες:
στάδιο κι άλλο λαμπρό να! μπροστά σου!»
                                -----
ιμότητα..ποδοσφαιρ., ηθοποιοί κλπ…
-μιλάνε (οι πολιτικοί) και κοιτΆΝνε όχι να λύσουνε το πρόβλημα αλλά τι επίδραση, τι αποτέλεσμα,  θα έχουν τα λόγια τους στον πολίτη…πώς τα λόγια τους θα έχουν
οι πολιτικοί διαχειρίζονται την εξουσία, δεν την ασκούν, επειδή δεν είναι ειδικοί, σπουδαγμέοι,….
πολυσυλλεκτικότητα…(Θεοδωράκης…, Μάνος…κλπ)
Διαφημιστές ή «επικοινωνιολόγοι»…
λογική(3), συνα’ίσθημα(2), ορμές(1)-η διαφήμιση λειτουργεί αντόθετα…(γυμνή κοπέλλα κλπ)
οι πολίτες που κρίνονται είναι καταδικασμένοι στην αφάνεια: ψηφίζονται όσοι  βλέπουμε τις φάτσες τους στις αφίσσες καθημερινά προεκλογικά…(οσά ιλιγγιώδη…)







Όλοι οι κλέφτες , δηλαδή όλοι οι υπουργοί, οι πρώην υπουργοί, οι βουλευτές, οι πρώην βουλευτές και όσοι τρώνε μαζί τους, πιάστηκαν από το «Αβέρωφ» για να στρέψουν αλλού το μυαλό των ελλήνων, μακριά από τις βρωμιές τους. Μία άγνοια κι ένα σφάλμα στην ενέργειά τους αυτή. Η άγνοια: οι έλληνες δεν έχουν μυαλό-γιατί λοιπόν αυτοί τους φοβήθηκαν; Και το σφάλμα: τόσοι πολλοί που είναι και τόσο απελπισμένα που πιάνονται από το καράβι, αυτό θα βουλιάξει και τότε από πού όλοι αυτοί οι αισχροί θα πιαστούν;

Γιώργης Χολιαστός





Πέραν του ""ΑΒΈΡΩΦ", ΑΞΊΕΣ, ΑΝΆΓΚΕΣ", και τα εξής:
Είμαι σίγουρος ότι όσοι πέθαναν για την πατρίδα πάνω στο πλοίο ή ακόμα και οι που πολέμησαν χωρίς να χαθούνε πάνω απ' αυτό, χάρηκαν τη γιορτή για δύο λόγους. Πρώτα επειδή είδαν τις θυσίες τους να πιάνουν τόπο, δηλαδή οι έλληνες να είναι ευτυχισμένοι και να γιορτάζουν τόσο πλούσια. Και ύστερα επειδή τους δόθηκε η ευκαιρία να συνυπάρξουν με καλλίγραμμα κορίτσια, κοιτάζοντάς τα μάλιστα από κάτω...Πόσα άϋλα χέρια άραγε αγκάλιασαν αυτούς τους ζωντανούς πειρασμούς...πόσα καυτά χάδια θα δόθηκαν στα πιο κρυφά μέρη των λαχταριστών κορμιών...πόσοι αναστεναγμοί ηδονής θα ξεχύθηκαν από τα για δεκαετίες φραγμένα στόματα...
Να γίνονται τέτοια-να γίνονται αυτές οι (έστω και ασυνείδητες)προσπάθειες απελευθέρωσής μας από το παρελθόν για να μπορέσουμε να δοθούμε στο Μέλλον.

Γιώργης Χολιαστός



“Το μεγάλο μας τσίρκο”-μυξοκλάμματα και διαλυτικές μνήμες αντί ξεσήκωμα και μακελλειό. Το γυμνάσιο Μολάων θα ανεβάσει το έργο (άλλο κατάντημα, της Παιδείας αυτή τη φορά)! Γιατί όχι; Μυξοκλαίμε και ανειρευόμαστε όλοι πάλι, ας μάθουμε και στα παιδιά μας την εκτόνωση δια του θεάτρου, γιατί πού να τα βάζεις με τους βουλευτές και τους δημοσιογράφους…








«ΑΒΈΡΩΦ», ΑΞΊΕΣ ΚΑΙ ΑΝΆΓΚΕΣ

Λοιπόν στο «Αβέρωφ» έγιν' ένα πάρτι.
Ε και; Αυτός έπρεπε να ’ναι λόγος
τόσα να ειπωθούν και να γραφτούνε;
Οι άγγλοι τη σημαία έχουν βρακί τους-
λοιπόν; είναι απάτριδες οι εγγλέζοι;
Η Αγιασοφιά ως και τζαμί έχει γίνει-
δεν είναι το άστρο της Ορθοδοξίας;
Γίνονται δεξιώσεις στους στρατώνες
στις εκκλησές γινόνται πανηγύρια-
λοιπόν εχάσαν οι πιστοί την πίστη
και οι στρατιώτες σας τη γενναιότη;
Φτύσανε το Χριστό και τον εβρίσαν-
έχει απ’ αυτό Θεός να είναι πάψει;
Όργια οι παπάδες κάνουν κάθε τόσο-
λοιπόν δεν τους φιλάμε πια το χέρι;
Αν οι που τώρα βοούν για τον «Αβέρωφ»
φωνάζαν ίδια για των βουλευτών σας
τις τόσες τις κλεψιές που έχουν κάνει,
τότε καλά θα κάναν να φωνάζουν.
Μα όχι! τους εμάρανε η αξία
που τάχα έχει για κείνους ο «Αβέρωφ»,
ενώ ο νους τους είναι μ’ όσα λένε
ν’ απασχολήσουν το λαό, κι εκείνος
τις βρωμερές τις πράξεις να ξεχάσει
που κάνουν βουλευτές και υπουργοί του.

Παιδιά, σεις απ’ αυτά παρθένοι που είστε,
πετάξτε τις αξίες. Τις ανάγκες!
Υπηρετείστε, νέοι, τις ανάγκες!
Οι αξίες τα μαχαιροπήρουνα είναι
για να σας κομματιάζουν οι αχρείοι
και να σας καταπίνουν λίγο λίγο.
Όχι οι αξίες αλλά οι ανάγκες
είναι, που αν μπορέστε να καλύψτε,
θα ζήσετε ευτυχείς μέσα στον κόσμο!

Μα και γιατί ολ’ αυτά για τον «Αβέρωφ»;
Γιατί έκανε αυτό που είχε καθήκον;
Ή μήπως γιατί μόνο αυτό το πλοίο
έκανε κάτι, ενώ τ’ άλλα όλα
ήτανε νούλες και τα θαλασσώσαν;
Ή μήπως επειδή έφερ' απ’ το Κάϊρο
τον Παπαντρέα, για να μας πουλήσει
δεμένους χεροπόδαρα στους Άγγλους
με αντίτιμο πρωθυπουργός να γίνει;
Λέει, λευτέρωσαν με τον «Αβέρωφ»
μισή από τη σημερνή Ελλάδα.
Και που τη λευτερώσανε τι τρέχει;
Την πήρανε, τη φάγανε, την τρώνε…
ποιο κέρδος ο λαός είχε από τούτο
ώστε να δίνει αξία στον «Αβέρωφ»;
Τον φτιάξαν τον «Αβέρωφ», λέει, κάποιοι
που ευεργέτες έκτοτε τους λένε.
Και επειδή αποφασίσαν κάποιοι
λίγα από τα κλεμμένα τους να δώσουν
γιατί εσάς αυτό να σας δεσμεύει-
το τι οι λεφτάδες μεταξύ τους κάνουν-
συμφέροντα άνομα υπηρετώντας-,
γιατί αυτό εσας να ενδιαφέρει;;


Φίλοι, αν θέλετε να φκιάστε χώρα
περήφανοι για κείνηνε που θα ’στε,
ξεχάστε τις αξίες! Τις ανάγκες!
Υπηρετείστε, φίλοι, τις ανάγκες!
Οι αξίες τα μαχαιροπήρουνα είναι
εσάς για να ξεσχίζουν οι αχρείοι
και να σας καταπίνουν λίγο λίγο.
Κάτω οι αξίες! Τις ανάγκες φίλοι
με την ορμή σας όλη θεραπέψτε
ώστε ευτυχείς να ζήσετε στον κόσμο!

Γιώργης Χολιαστός










(ΚΙΤΛΊΔΗΣ…)



Χορεύουν χορούς φτερωμένες οι ξένες
και παίρνουν μαζί τους ψηλά την ψυχή μας
σε κίνημα ένα χεριού και κορμιού τους.
Και βλέπουν οι έλληνες οι «χορογράφοι»
και λένε: «Αυτό; Να! Κι εγώ θα το κάνω!»
και βρίσκουν ανόητες κάποιες «κυρίες»
και πώς να κλοτσάνε γερά τις μαθαίνουν
και πώς χοντροειδώς να υψώνουν το χέρι
που πάει απ’ το σώμα τους να ξεκολλήσει
και πώς τα παχιά να κινούν κρέατά τους
βαριά σέρνοντάς τα σε θεάτρων το πάλκο.

Μιλούν στο λαό τους οι ηγέτες οι ξένοι
με γλώσσα που όλοι στη χώρα εννοούνε
και με πειστικό, σοβαρό έναν τρόπο-
μιλούνε σταράτα, χωρίς να φωνάζουν.
Κι υψώνουν

Μιλούν με φωνές βροντερές οι δικοί μας


Μα ο καραμανλής γιατί να κλέψει;
Έκλεψε ο θειος του όχι για κείνον μόνο


Λένε οι απ’ αυτό έχοντες συμφέρον:
«Είμαστε απόγονοι αυτών που ζούσαν
στον τόπο αυτό προτού χιλιάδες χρόνια.
Κι είν’ ένδοξο και το δικό μας κράτος
όπως το κράτος ένδοξο ήταν κείνο.»
Ξέρετε κράτη όπως η Ινδία,
το Ισραήλ, το Ιράκ, το Ιράν, η Κίνα,
η Ιταλία,η Αίγυπτο, η Ρωσία…
που τότε ήταν ισχυρά αλήθεια,
μα που και σήμερα δύναμη έχουν
ίδια ή πιότερη απ’ την πρωτινή τους-
που είναι λαοί με κότσια-που κρατάνε
την ίδια δόξα σήμερα όπως τότε
και που ρυθμίζουν τις δικές τους τύχες
αλλά και που του κόσμου επηρεάζουν
κι όχι που μυξοκλαίνε για βοήθεια
κι από αισχρούς ανθρώπους κυβερνιούνται.
Ξύπνα λαέ αν θέλεις να επιζήσεις-
ανύπαρκτους κι αστείους ξέχνα προγόνους
και μες στα χέρια σου πάρ’ τη ζωή σου…

Ποιο άλλο κράτος έχει έναν γελοίο-
έναν ηλίθιο τύπο που ντυμένον
με τα εθνικό του έλληνα τα ρούχα
του ίδιου του λαού σας σατιρίζει
την τέλεια υποταγή στους άθλιους κλέφτες
απ’ της τιβί σας το γυαλί το κοίλο;
Και δεν το κάνει για να σας ξυπνήσει
και να ξεσηκωθείτε και να βγείτε
στους δρόμους όπλα φονικά κρατώντας
μα-με τον τρόπο του-για να χωνέψτε
ότι αυτή σας ήτανε η μοίρα
κι αδιαμαρτύρητα να τη δεχτείτε…



Πάτε σ’ αγώνες με την Εθνική σας
κι ενώ είναι η χειρότερη απ’ όλες
ύμνους και σεις υψώνετε για κείνη
και όταν χάσει-που ειν’ όλο χαμένη-
εσείς τα βάζετε ή με την τύχη,
ή με τον διαιτητή που άδικος είναι,
αντίς να πείτε «ναι! είμαστε χάλια!»
και όλο νεύρο ν’ ανασκουμπωθείτε
και άξια μια Εθνική άλλη να φτιάξτε.
Είστε λαός εσείς για ν’  απαιτείτε
ίσος με άλλους λαούς να θεωρείστε
που ξέρουν το σκοινί τους ως πού φτάνει
και όλο πιο πολύ και το μακραίνουν;


Οι άλλοι λαοί το λόγο τους σα δίνουν
θα τον κρατήσουν πλην αν θα πεθάνουν.
Εσείς μ’ ένα σκοπό δίνετε λόγο:
για να μπορείτε να τόνε πατάτε.
Είστε λαός εσείς για ν’  απαιτείτε
ίσος με άλλους λαούς να θεωρείστε
που είναι «ναι» το «ναι» τους κι «όχι» τ’ «όχι»;..

Χλεύη και όνειδος μονάχα υπάρχει
για σας στων άλλων λαών μέσα τη σκέψη.
Κι ως να ξυπνήστε και να μη σας βλέπουν
να ζητιανεύετε ελευθερία,
να κυβερνιέστε από παληανθρώπους,
σε καθεστώς δικτατορίας να ζείτε
που την νομίζετε Δημοκρατία,
τόσο περσότερο θα σας οικτίρουν
και θα σας έχουνε κι αυτοί για δούλους
‘όπως στους ντόπιους είσαστε αφέντες.





Εμπρός! Ανοίξτε το ραδιόφωνό σας!
Τι ακούτε; Θα σας πω εγώ τι ακούτε:
Μονάχα δυο σταθμούς-της Εκκλησίας
έναν, και του ποδόσφαιρου τον άλλον.
Μ’ αυτούς  τους δυο σταθμούς σας νανουρίζουν
μ’ αυτούς τους δύο σας αποβλακώνουν
μ’ αυτούς τους δυο σταθμούς σας μαστουρώνουν,
και ύστερα σας κλέβουν…σας  σκοτώνουν…

















   ΚΏΣΤΑΣ ΤΖΑΒΆΡΑΣ

Ρε Κωστάκη τι φατσούλα
γελαστή και πονηρούλα!
Τι παχούλια μαγουλάκια
και τσαχπίνικα ματάκια!

Τι κορμάκι φουσκωμένο
λες αέρα γεμισμένο!
Τι λαιμούλης χοντρουλός
σε μπουκάλι σαν φελλός!

Και τι γέλιο σαν παιδάκι
που ανθεί στο στοματάκι
είτε ακίνητος μιλάς
ή μιλάς καθώς κυλάς!

Α! Φασίστας αν δεν ήσουν
κι είχες φέρει να μιλήσουν
οι Κωστάκηδες οι δυο
που τα κάναν ρημαδιό,

ίσως γλίτωνες στην άλλη
Κρίση, που ρχεται Μεγάλη:
του Λαού, που διερευνά
ποιος τον έχει να πεινά.

Γιώργης Χολιαστός







Οι ξένοι βλέπουνε τις απεργίες,
βλέπουνε τα κλεισίματα των δρόμων,
βλέπουνε των σχολών τις καταλήψεις
κι αναρωτιούνται πώς-γιατί όλα τούτα,
ενώ στις χώρες τους αυτά γινόνται 
χωρίς να κακοπάθουν οι πολίτες,
χωρίς συγκοινωνιών παρακωλήσεις
ή κλείσιμο σχολείων και τα τέτοια.
Δεν ξέρουν οι καημένοι οτ’ η Ελλάδα
από ληστές και κλέφτες «κυβερνιέται»
κι ότι σ’ αντάλλαγμα για τις κλεψιές τους
αφήνουν οι πολιτικοί τον κόσμο
(λαό που έχουν πάψει να τον λένε)

να κάνει ό,τι θέλει ένας στον άλλο,
αρκεί σ’ εκείνους να μη χέρι βάλει
και τα κλεμμένα τους ζητήσει πίσω.
Έτσι κι εκείνοι κάνουν ό,τι θέλουν,
θα πει τρωγόνται αναμεταξύ τους.
Κι έτσι ενεργόντας την εντύπωση έχουν
πως ειν’ ελεύθεροι, γιατί αυτό δείχνει
που ό,τι θέλουν –οι αστείοι- κάνουν.
Και δεν γνωρίζουν πως η ελευθερία
ποτέ στους πεινασμένους δεν πηγαίνει
καθώς δεν αγαπά η δημοκρατία
και τη σκλαβιά ποτέ δεν συντροφεύει.

Και ο πρωθυπουργός της δυστυχίας
των άμυαλων και άσωτων ελλήνων
δόστου με το τσουβάλι λόγους βγάζει
για τις θυσίες μιλώντας των ελλήνων
(καλά που δεν τις λέει κι αυτοθυσίες…)
και πως η χώρα πια το δρόμο βρήκε
στην ευτυχία που τηνε πηγαίνει,
ενώ η δυστυχία πιο κει γελάει
και μ’ ανοιχτή αγκαλιά μας καρτεράει.

Ψάχνουν οι υπουργοί να βρουν ποιοι είναι
όσοι κρυβόνται πίσω απ’ τις κουκούλες 
και σπάζουνε και καίνε και ρημάζουν.
Και δεν μπορούνε. Αλλ’ από την άλλη
και ο λαός ψάχνει να βρει ποιοι είναι
αυτοί που αίμα κι ίδρωτα του πίνουν
και πίσω κρύβονται από την κουκούλα
του υπουργού, του βουλευτή κι ακόμα
των μπράβων τους και των παλληκαριών τους
(βιομήχανων και δημοσιογράφων
και λυμεώνων καρεκλοκενταύρων
και συγγενών και φίλων και κουμπάρων)
και ούτε αυτοί μπορούνε-οι καημένοι!
Κι ας έχει ο λαός δύναμη τόση
που όλους μεμιάς μπορεί να εξοντώσει΄
μα δεν το κάνει΄ μεγαλύτερη είναι,
από τη δύναμη, η βλακεία που ’χει.

Ο Αγγέλου, ο Ρουσόπουλος κι οι άλλοι
ξέρουν πολλά για τους ανακριτές τους
κι απ’ όπου να σκεφτείτε «τους κρατάνε»,
γι αυτό κι εκείνοι δε θα τους «καρφώσουν»
κι όλοι τους τελικά θα βγούνε λάδι.
Το ίδιο και ο Άκης ο ωραίος
γερά κι αυτός «κρατάει» τους κριτές του.
Γι αυτό και έλληνα-κουτέ λαέ μου,
μην περιμένεις κάτι να προκύψει
για να πληρώσουν οι εγκληματίες.
Αλά τι κάνω και σε συμβουλεύω,
μιας και καλά κι εγώ και όλοι ξέρουν
ότι απ’ τα πριν συ έχεις συγχωρήσει
όλους τους κλέφτες τους πολιτικούς σου.
Τι λέω τώρα «έχεις συγχωρήσει»…
απλά, εσύ ούτε χαμπάρι πήρες
πως σ’ έκλεψαν και το αίμα σου σού ήπιαν-
τόσο καλός σαν, λες, να μην υπάρχεις.

Ωραία: Να σε κλέβει ο Παυλίδης.
Και ο Ρουσόπουλος. Και ο Μαντέλης.
Μα να σε κλέβει και ο κουτο-Άκης
ένας λιμοκοντόρος της δεκάρας;
Ο Άκης ο «ωραίος», της Αμύνης
ο υπουργός που αν άκουγε για τούρκο
επάνω του -ο ψόφιος- εχεζόνταν;
Ο Μουσολίνι των σοσιαλιστάδων;
Ο σοβαροφανής, που ο Αντρέας
τον πήρε κι υπουργό τον είχε κάνει
για να ’χει και η Βόρεια η Ελλάδα
κάποιον εκπρόσωπο στο φαγοπότι;
Μα να σε κοροϊδεύει και ο Άκης;…

Και τόσα χρόνια οι σοσιαλιστές σου
που ο κλέφτης τους επάσαρε το «έσχες»
δεν είχαν δει πως το γδέρνει το Δημόσιο;
Έπρεπε να ‘βγει κάποια εφημερίδα
(άλλοι αισχροί και κείνοι κλέφτες)
να πει αυτά που ολ’ η Ελλάδα ξέρει
και τότε να «σκεφτούνε» οι πασόκοι
να ερευνήσουνε του Δον Ζουάν σας
τα βρώμια και μαύρα τα ξέφτια;

Αυτοί ‘ναι των κομμάτων σας οι πρώτοι!
Αυτά τα βρώμια είναι κόμματά σας!
Αυτοί ‘ναι όλοι οι αισχροί οι βολευτές σας!
Να τους χαιρόσαστε γιατί σας πρέπουν.
Γιατί αν δεν σου πρέπαν θα τους είχες
στείλει απ’ όπου ήρθανε αμέσως
στην πρώτη που εκάμαν κουτσικέλα.
Μυαλό αλήθεια δε θα πρέπει να ’χεις
ούτε αξιοπρέπεια, αισθήματα ούτε.
Ένα ον άβουλο κι υποταγμένο
όλη σου είναι η αξία που έχεις.
Γιατί αυτιά και μάτια έχεις. Ούτε
τα χέρια σου πιασμένα ίσως είναι.
Και ούτε όπλα φονικά σου λείπουν.

Μυαλό λοιπόν! Μυαλό λαέ σου λείπει.
Ένα ρομπότ που προγραμματισμένο
στην υπακοή και στη δουλεία είσαι,
ένας λαός ντροπή της γης, που ως στρέφει
ανάμεσα στ’ αδέρφια της αστέρια,
εκείνα ειρωνικά τηνε κοιτάζουν
για το κατάντημα ενός παιδιού της,
που ως τ’ άλλα σαν ζωή να ’χουν δε ζούνε,
παρά κι αθάνατα είναι πεθαμένα.
Απόφαση ας το πάρουνε πια όλοι-
και πιο εγώ που κι άλλα έχω γνωρίσει
έθνη, λαούς, κράτη στη γη επάνω
και μου ’δωσε η φύση την κατάρα
μυαλό να έχω και σωστά να κρίνω-
πως οι έλληνες ποτέ δε θα εκδικήσουν
το αίμα που τους έχουνε πιωμένα.
Ότι ποτέ τους δε θα κινηθούνε
σε κείνους που τους έχουνε για σκλάβους.
Ελλάδα αλήθεια στη γη πάνω είσαι
η πρώτη στην ανείπωτη βλακεία.

Κάνει ο παπαντρέου-και μαζί του
όλη η κλίκα που σε «κυβερνάει»
μάτσο τις διαπιστώσεις κάθε μέρα
και πάνω σου ορμητικά τις ρίχνει
λες και τον έβαλες εκεί για να ‘βρει
για τη φριχτή κατάντια σου ποιος φταίει
κι όχι για να σε βγάλει απ’ αυτήνε.
Και σου κατηγορεί τους κερδοσκόπους
και μύδρους προς Βρυξέλλες εκτοξεύει,
τη Νέα Δημοκρατία καταγγέλλει,
επίορκους και φαύλους εντοπίζει,
κι εν τέλει με τον άδικο τα βάζει
τον κόσμο έτσι που φτιαγμένος είναι.
Κι αυτός μετά απ’ αυτά όλα τι κάνει;
Διορθώνει τίποτα; Όχι βεβαίως-
πώς με τον εαυτό του να τα βάλει
αφού όπου κι αν χτυπήσει για να σπάσει
το σάπιο και το βρώμιο και το άθλιο,
τον εαυτό του θα ‘βρισκε αποκάτου
είτε σαν υπουργό, είτε σαν μέλος
και του ΠΑΣΟΚ, μα και του άθλιου όλου
του οικοδομήματος, που οι λεφτάδες
έχουνε στήσει ώστε να μη κάποιος
την εξουσία τους αμφισβητήσει.
Και πια τι κάνει ο πρωθυπουργός σου;
ΠΡΕΠΟΛΟΓΕΊ! Αυτό και μόνο κάνει.
Μιλάει και στους χρόνους όλους κλίνει
ρήματα ισοδύναμα του ΠΡΈΠΕΙ
μιας και το ίδιο-κρίμα!-αυτό το «ΠΡΕΠΕΙ»
δεν κλίνεται και πουθενά δε βγάζει
έξω απ’ τη φρούδα επανάληψή του.
Κι ας κρύβει μέσα του τόσες ελπίδες
αλλ’ ανεκπλήρωτες κι αυτές όπως το ίδιο,
που πουθενά ποτέ δε «μεταβαίνει».
Και όχι μόνον ο πρωθυπουργός σου
αλλά και όλοι οι πολιτικοί σου
«πρέπει» φωνάζουν απ’ τα παραθύρια
που η τιβί προθύμως τους ανοίγει,
«ΠΡΕΠΕΙ» φωνάζει κάθε σαλτιμπάγκος
σαν τον ζορίσουνε ν’ αρθρώσει κάτι,
«ΠΡΈΠΕΙ»








την πλουτοκρατία, δεν κατηγορεί παγκόσμιες κερδοσκοπικές συνομωσίες, δεν καταγγέλλει τους εγχώριους επίορκους, τα κόμματα, το ΔΝΤ, το διευθυντήριο των Βρυξελών κ.λπ. Όλα αυτά οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην γνωστή ακινησία ...
που ισχυρίζεται ότι φταίει ο κακός καπιταλισμός και εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γιατί έτσι είναι ο άδικος κόσμος.



Γ… ΤΟ…ΦΙΛΌΤΙΜΌ ΜΑΣ…

Τα φώτα που μας φέγγαν, τα χαρίσαμε
στους ξένους, ο καθένας τους για να ’δει.
Κι ουτ’ ένα για μαγιά δεν εκρατήσαμε.
Γι αυτό στο μαύρο είμαστ’ εμείς  σκοτάδι.

Γιώργης Χολιαστός






Ονόματα μπροστά σου παρελαύνουν
κρατώντας διαφθοράς μαύρες σημαίες
και συ χειροκροτείς βλέποντας μόνο
τα καλογυαλισμένα τους παπούτσια
κι ακούγοντας τις μπάντες που παιανίζουν
κι όχι τους στεναγμούς της δυστυχίας
που το λαό στα δίχτυα της τυλίγει.
Τι μεγαλοψυχία έλληνά μου!




Οι επιτροπές για διαφθορά πληθαίνουν
μα αποτελέσματα διόλου δε φέρνουν
και συ: «τιτάνιο αλήθεια έχουν έργο»,
λες, «ο θεός δύναμη ας τους δίνει».


Οι δημοσιογράφοι σου αραδιάζουν
ό,τι τους έχουνε διατάξει εκείνοι
την προδοσία τους που χρυσοπληρώνουν
κουτσομπολιά, ληστείες, μοντελάκια,
κι αφήνουν έξω αυτό που είναι ταγμένοι
να ανακαλύπτουνε και να προβάλουν.
Και συ τα φώτα της οθόνης βλέπεις
κι αρχίζεις ατελείωτους καυγάδες
για το αν έρωτα έκανε η τάδε
ή αν απλά έξω βγαίνει με τον δείνα
κι αν τα ελληνικά του Παπαντρέου
καλυτερεύουνε μέρα τη μέρα.
Χαζέ, μικρονοϊκέ, βλάκα λαέ μου
άθυρμα υπουργών και βουλευτών σου!

Κι ακούς να λέγονται λέξεις και φράσεις
που, αμόρφωτος, δεν τις καταλαβαίνεις,
μα που κουνάς το άδειο σου κεφάλι
σαν τάχα να ’χεις πλήρως εννοήσει-
και είναι ν΄ απορεί κανείς τι χώρα
είναι αυτή όπου οι διοικούντες
άλλη μιλάνε γλώσσα απ’ το λαό της΄
αλλά είναι κι αυτό μια ιδιομορφία
του ευφυούς λαού αυτής της χώρας
κι είναι μια διαφορά του από τις τόσες
που έχει αυτός απ’ τους λαούς που λέει
κουτόφραγκους και αμερικανάκια.
Και είναι φυσικά ολ’ η εξυπνάδα
στου έλληνα το τσερβέλο μαζεμένη
που πλέον χώρος δεν υπάρχει άλλος
να μπουν εκεί η τάξη, η νομιμότη,
η ανιδιοτέλεια, ο σεβασμός του άλλου,
κι η εργατικότητα κι η σωφροσύνη.
Ω! Εξυπνάδα! Ελλήνων μόνον ταίρι!
Δώρο της Φύσης που στα μάτια λάμπεις
μόνο των τετραπέρατων ελλήνων
που όλοι έξυπνοι είναι με πατέντα!
Δώσε και μένα τέτοια μια εξυπνάδα
όλα καθώς εκείνοι να τα βλέπω
ρολόϊ να βλέπω να δουλεύουν όλα
μες στην που πλέει στη χαρά πατρίδα
και που πλαντάζει από ευτυχία!
Για να ’μια πια κι εγώ καθώς εκείνοι
έξυπνος και να μη-ο κουτός-νομίζω
πως όλα είναι στραβά σ’ αυτό τον τόπο!

Τα λεφτά τον κόσμο πλέον κυβερνάνε
κι όπου θέλουνε αυτά τον οδηγάνε.
Με αυτά ένας λαός μεγαλουργεί
ή να ζει να συνεχίσει δεν μπορεί.
Κι όλοι οι άνθρωποι μιας χώρας προσπαθούνε
λίγο χρήμα να μπορέσουνε να βρούνε
και μ’ αυτό είτε φτωχά είτε πιο φτωχά
να επιζούν μέσα στον άχαρο ντουνιά.

Και, λαέ ελληνικέ και συ το ίδιο.
Λίγα χρήματα πασκίζεις ν’ αποκτήσεις
ώστε ανθρώπινα στη γη πάνω να ζήσεις.

Αλλά γνώμη έχουν άλλη εκείνοι όπου
λυμεώνες και ολετήρες ειν’ του τόπου.

Ο Πρώτος σου απ’ όλους τους πολίτες
βγαίνει και τι να γίνει «πρέπει» λέει-
κάτι που και οι κότες σου το ξέρουν
και δεν το λεν γιατί έχουν λίγη τσίπα
και δεν τη στέργουνε την κοροϊδία.
Και τον ακούς εσύ και τον θαυμάζεις.
«Μπράβο του ο τίμιος ο Πρόεδρός μας!
Ακόμα μια πενταετία να μείνει!»
Και μέσα του αυτός στα γέλια σκάει
με την ανοησία που σε δέρνει-
που αγράμματον εσένανε κρατάει
ενώ αυτός τις κόρες του σπουδάζει
στα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια.




Κι όλο «πρέπει» τσαμπουνάει ο Παπανδρέου
κι όλο «πρέπει» ο Κωστάκης μπεμπεκίζει
κι οι υπουργοί κι οι βουλευτές που ’χεις ψηφίσει
μόνο «πρέπει» λέει καθείς όπου καθίσει.
Και του «θα» στα ουράνια χαίρεται η ψυχή του
που παιδί ένα έχει βγάλει αντάξιό του
και την ίδια τη δουλειά με κείνο κάνει.
Και γελάς εσύ με μπρίο και καμάρι
που το «θα» δε λένε πια οι πολιτικοί σου
και γελάς όπως ο βλάξ ο Μανωλιός
που τα ρούχα του τα έβαλε αλλιώς.




Τα λεφτά στη Σοφοκλέους σου επήραν
αλλά συ δεν τους εθύμωσες καθόλου
μόνο έσκυβες τα κέρματα να πάρεις
που απ’ τις χάσκουσες τις τσέπες τους επέφταν.



Κι η δουλειά σα να ‘ναι όλων τους να λένε
όπου παν κι όπου σταθούνε μόνο «πρέπει»,
τους ακούς με σοβαρότητα και δέος.
Κι ενώ «πρέπει» από το στόμα όλο βγάζουν
μα το χέρι τους στην τσέπη σου το βάζουν
και σου παίρνουν ό,τι χρήματα σου μένουν.




Κι η βροχή σε πλημμυράει των τόσων «πρέπει»
και σα να ‘σουν μηχανή λαμαρινένια
μπαίνει μές στις πιο μικρές σου χαραμάδες,
κάθε κύκλο και γωνίτσα σου λαδώνει
και να! πάλι καλαδείς ευτυχισμένα
τόσα «πρέπει» που σου έχουν χαρισμένα.
Η ευκτική για σένα όλη ειν’ η ζωή σου
κι ειν’ ο παρατατικός ο θάνατός σου.



Μές σε σκάνδαλων το βάλτο σ’ έχουν ρίξει
και συ ένα καλαμάκι πήγες κι ήβρες
και μ’ αυτό αέρα λίγον ανασαίνεις
για να μη απ’ ασφυξία πας και πεθάνεις
και αυτοί ποιον πάλι θα ‘χουνε να κλέψουν;


Σου λενε πως εισ’ έλληνας. Το χάφτεις
και πας στις εκκλησιές κεριά κι ανάφτεις
που ένδοξους προγόνους τόσους έχεις.
Κι οι Σλάβοι μέσα σου χορό έχουν στήσει
κι οι τούρκοι το μυαλό σου κυβερνάνε
κι οι βούλγαροι κι οι ενετοί κι οι άλλοι-
όσων σπορά μπασταρδεμένη υπάρχεις-
δεν ξέρουνε για κλάμα ή για γέλιο
αν είναι το που εφτιάξανε χαρμάνι.


Κι όπως τραβάς στα μιαρά των υπουργών γραφεία
για μια θεσούλα κλαίγοντας του γιου σου ή της κόρης
έτσι και στα κανάλια τους τα βρωμερά πηγαίνεις
δίκιο εκεί μέσα για να βρεις σα δικαστήρια να ’ναι.
Και οι παλιάνθρωποι αυτοί, οι δημοσιογράφοι
μια δεύτερη κυβέρνηση έχουνε πλέον γίνει
ίδια με κείνην σε βρωμιές, σε διαφθορά και απάτες.
Κι η μια την άλληνε βοηθά για να σε  κατακλέψουν
και ατιμώρητοι μετά να μείνουνε δια βίου
γιατί ο πολύς πρωθυπουργός, όποιος αυτός κι αν είναι,
«τους έστειλε στο σπίτι τους» ήσυχα για να φάνε
όσα σεμνά και ταπεινά σου έχουνε σουφρώσει.
Και στο αναγγέλουν σαν βαριά να είναι τιμωρία
πως όσοι κλέψανε, μαζί θα πάρουν τα κλεμμένα
και με ταξίδια και χαρές και ζώντας μες σε βίλες,
θα τα χαλούν χωρίς ποτέ κάπου να δώσουν λόγο.
Και όπως τ’ οχταπλόκαμο χταπόδι όταν πεινάει
ένα πλοκάμι του γοργά και λαίμαργα θα φάει,
έτσι και συ ο κουτεντές και ο πολυκλεμμένος
δεν τρως τις σάρκες των κλεφτών μ’ αυτές για να χορτάσεις
μα των παιδιών σου για να μη την ησυχία ταράξεις
των δολοφόνων και κλεφτών που σου ’πιανε το αίμα.




Να ο φασίστας σου ο Χαρδαβέλας
να ο Αυτιάς το τσόκαρο του Άλτερ,
να ο Παπαδάκης σου ο καραγκιόζης,
να ο ινστρούχτορας ο Πρετεντέρης,
να η παγοκολώνα σου η Τρέμη
βασίλισσα σφηκοφωλιάς αντάξια,
να ο σαλιάρης ο Παυλόπουλος σου
που μια βλακεία πετάει κάθε μέρα,
να η μικρόνους Παναγιωταρέα,
να κι όσοι εδώ από μένα είναι γραμμένοι
κι όσοι δε γράφτηκαν, γιατί πολλοί ’ναι.
Να οι χρυσοπληρωμένοι σου χαφιέδες
λαέ, που όπως κάθε υπουργός σου
έτσι καθένας απ’ αυτούς σε κλέβει
και καλοζεί απ’ τον δικό σου ιδρώτα.







όπως τα’ αδέρφια ολοζωής μισούνται αναμεσό τους.







Χορεύουνε τα σκάνδαλα εναγύρω
κι αντί στο Ζάλογγό τους να τα στείλεις,
χαζά χοροπηδάς και συ μαζί τους.
Και να οι περιουσίες που φτιαχτήκαν
σε βουλευτηλικιού ένα μόνο χρόνο!
Να! οι αγορές σπιτιών με το τσουβάλι
να! στρέμματα χρυσά φτηνοπαρμένα
να! οι βίλες οι πανάκριβες που βγαίνουν
όπως μετά βροχή τα μανιτάρια
να! νυφικά εκατό χιλιάδες το ’να
να! οι εξαποδώ οι εταιρίες
να! η χλιδή-να! ο πλούτος ο κλεμμένος.

Και συ τ’ ακούς και όπως τα πουλάκια
πάνω σε ιπποπόταμους καθόντας
σιχαμερά τσιμπολογούν τσιμπούρια,
έτσι κι εσύ πετάς ολόγυρά τους
κι απ’ τις ευθύνες τους τούς καθαρίζεις
και καθαρούς τους αποδίδεις πάλι
στης δυστυχίας σου τον φαύλο κύκλο.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Κι οι υπουργοί όχι μονάχα κλέβουν,
μα και σκοτώνουν-μιας και τα λεφτά σου
πάνε στις τσέπες τους αντί σε έργα,
αντί στους τόπους της δουλειάς ασφάλεια,
αντί των πλοίων και σιδηροδρόμων
τ’ αναίμακτα να χτίζουν δρομολόγια.
Και συ; Εσύ τους βλέπεις μετά κάθε
που εκείνοι έκαναν δολοφονία
να βγαίνουν και ανενδοίαστα να λένε
ότι «ΕΔΕ διετάχθη παραχρήμα»
και ότι «μέτρα θα ληφθούν έτσι ώστε
ποτέ να μη ξανασυμβούν παρόμοια».
Κι αν και αυτά στα έχουν ειπωμένα
χίλιες φορές, μα συ με χαίνον στόμα
τους βλέπεις και πιστεύεις ό,τι λένε
και ήσυχος πηγαίνεις στη δουλειά σου
μετά ’πο την κηδεία των δικών σου
που μες σε δρόμους και μες σ’ εργοστάσια
την τελευταία αφήσανε πνοή τους
που δροσερό αγεράκι είναι για κείνους
που με τον πλούτο για όπλο τους σκοτώσαν.









Δε βασανίζουν τώρα το κορμί σου
με κνούτα, με τροχούς και με τανάλιες
αλλά στοχεύουνε μες στο μυαλό σου
με διαφημίσεις και γελοία «σόου».
Οι δημοσιογράφοι σου μπορούνε
να πουν ό,τι θελήσουν, αρκεί μονάχα
ενάντια στις κλεψιές να μη μιλήσουν.
Και συ ακόμα, το δικαίωμα έχεις
να πεις όποια ιδέα σου κατέβει,
έξω από κείνες που ενάντιά τους στρέφουν
αυτούς που την κλεψιά δεν την αντέχουν.
Και σ΄ έχουν μάθει να πιστεύεις ότι
το κράτος δεν δικιώνεται να κλέβει
μα το δικαίωμα να κλέβουν το ’χουν
οι ιδιωτικές μεγαλοεπιχειρήσεις,
λες και αυτές το χρήμα δεν το κλέβουν
απ΄το λαό σαν που το κράτος κάνει.
Κι έτσι αν κάποτε έφτιαχνες το κράτος
και κείνο έπαυε τελείως να κλέβει,
όλα σου τα κλεμμένα τότε θα ’ταν
στων επιχειρηματιών τις τσέπες-
θα πει όχι και πάλι στις δικές σου.





 Και τώρα που για πτώχευση πηγαίνεις
κι ούτε να φας δεν έχεις κακομοίρη
αυτοί επιτροπές σκαρώνουν τάχα
για ομόλογα, για ζήμενς, βατοπέδι,
και κάνουν πάλι τα ίδια και τα ίδια:
Κωλυσιεργούν, τσακώνονται από πάνω
από το πεινασμένο το κορμί σου,
συμψηφισμούς ακόμα τώρα κάνουν,
και αναλώνονται σε κείνα μόνο
που θα τροφοδοτήσουν τα κανάλια.
Και πάλι κάποιο πόρισμα θα βγάλουν
«ίξεις αφίξεις, τρία και δύο πέντε,
μου δίνεις και σου δίνω» και τα τέτοια,
και να! κανείς τιμωρημένος πάλι,
να! τα λεφτά μες στων κλεφτών τις τσέπες,






Και όλοι ενώ γνωρίζουν στην Ελλάδα
ποιοι είναι οι κλέφτες κι ο καθένας πόσα
έχει απ’ του κράτους τα λεφτά κλεμμένα,
κανένας δεν κινείται να τους πιάσει
και μες στη φυλακή να τους σταυλίσει
και να τους πάρει τα κλεμμένα πίσω.



Και νοιώθεις να ’σαι τρισευτυχισμένος
ν’ ακούς να λέει ο πρωθυπουργός σου
ότι μαζί στο δρόμο προχωράτε
κάνοντας και οι δυο βαριές θυσίες
για της πατρίδας σας τη σωτηρία.
Αλλά τι λέω-αυτό καλά το ξέρεις
εσύ, που συναντώντας μες στο δρόμο
τον πρόεδρο της κυβερνήσεώς σου
τον σταματάς με δάκρυα στα μάτια
και τον παρακαλείς: «Ω! Μη διστάζεις!
Να! Κόψε τους μισθούς μου! Η Ελλάδα!
Η Ελλάδα να σωθεί κι εγώ ας πάω!..»
Φιλοπατρία που σε δέρνει αλήθεια!










Ο ποιητής, μην μπορώντας να ζήσει
μακριά της, αυτοκτόνησε την 17 Μάη
του 2009, αφήνοντας ένα σημείωμα
όπου έγραφε μόνο:
«Μην της το πείτε-δε θα τη νοιάξει.»

Ήμασταν φίλοι.










Βεβαίως. Αφού σ’ έχουν συνηθίσει
με Βουγιουκλάκες για ηθοποιούς σου
με Καστρινό-Φλερύ για χορογράφους,
με άθλιο σινεμά και θέατρο νούλα,
με «δρώμενα» που αν τα στύψεις όλα
ούτε σταγόνα Τέχνη δε θα βγάλεις,
με τηλεόρασης καρικατούρα
πια έμαθες στ’ ανύπαρκτα ή στα μέτρια
και που δεν έχεις δε σε νοιάζει Υγεία
ουτ’ η Παιδεία διόλου δεν σου λείπει.
Και καραγκιόζης συ, στέκεις αντίκρυ
από λαούς γεμάτους με ζωντάνια,
λαούς με εργατικότητα, συνέπεια,
λαούς που ξέρουν από πού κρατιόνται,
που έχουν εργοστάσια και αγρότες
κι όχι τεμπέληδες και συντεχνίες,
λαούς μπροστά γερά που περπατάνε
στις ίδιες τους δυνάμεις στηριγμένοι
κι όχι μ’ ΕΟΚ και ΝΑΤΟ δεκανίκια,
λαούς που τους αντρώνει η περηφάνεια
και όχι το ψευτοπαίνεμα με λόγια,
λαούς που έχουν σύνορα και φράχτες
που μέσα τους κανείς δεν μπαίνει ξένος
κι όχι Αιγαία που έχουν και που εντός τους
οι γείτονες χορό έχουνε στήσει,
λαούς που οι ξένοι τους υπολογίζουν
και δεν τους έχουνε για να γελάνε,
λαούς ισάξιους με κεινούς σε κότσια
που δόξα δεν μετράνε αυτήν που όλοι
κερδίζουν στους αντρόφονους πολέμους
μα κείνη που κερδίζουν στην ειρήνη
με εργατικότητα, ιδρώτα κι αίμα.


Λαούς πολιτικούς κι ηγέτες που έχουν
κι όχι αντρείκελα αμερικάνων
και γάλλων και εγγλέζων κι όποιων άλλων-
ηγέτες που μιλάνε όπως ίσοι
με όποιους μεγάλους άλλους κι αν βρεθούνε.
Ηγέτες που όταν τους χτυπά στην πλάτη
κάποιος Ζισκάρ ή Σαρκοζί κανένας
δεν χαίρονται βραβείο σαν να πήραν
ούτε χεσμένοι εδώ μας ξαναρχόνται,
τρανοί κι αυτοί θαρρώντας πως εγίναν.
Ηγέτες όπου δεν εκλιπαρούνε
και δεν ακκίζονται πόρνες σαν να ’ναι
ούτε σαν κίναιδοι-που είναι-κουνιόνται
και ως τ’ αυτιά τους δεν ανοιούν το στόμα
σε κάποιο αστείο που ο Μεγάλος είπε
σαν από κάτω του να είναι κιόλας
και κατακόκκινοι να ευχαριστιόνται
ζητώντας ένα βλέμμα να τους ρίξει
ο αμερικάνος πρόεδρος για να ’χουν
να λένε και να δείχνουν και-οι γελοίοι-
να εξαργυρώνουν τι φρικτό!- με ψήφους.






Τι αστείο να βρω
που να μην το ’χει πει
πριν κανένας-
που απ’ το μαύρο υγρό
να μην έχει γραφτεί
όποιας πένας΄

Όχι-αφότου στο φως
έχει βγει το ΠΑΣΟΚ
το γελοίο
πάει καλιά του σαφώς
κι  όχι, νιξ, νο και γιοκ
κάθε αστείο.
















ΤΟ ΘΈΑΤΡΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΣΕΛΊΔΑΣ
                 ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ
(Όταν ο Καραμανλής ζητούσε συναίνεση)
ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ
(μόνος στο γραφείο του, βαδίζοντας νευρικά πάνω κάτω)
Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συναινούνε. (το ίδιο δυο φορές ακόμα πιο γρήγορα κάθε φορά) Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συναινούνε. Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συναινούνε. Ορίστε! Όλοι ξέρουνε γραμματική. Τα ρήματα! Όλοι τα ξέρουνε. Πού η δυσκολία για συναίνεση; Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε, συναινείτε…
(Μπαίνει ο Παπανδρέου)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Εσείς, συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
(επεξηγώντας τα λόγια του με μιμική)
Εσείς…ΕΣΕΙΣ…συναινείτε;
ΠΑΠ
Εσείς…συναινείτε!
ΚΑΡ
Εσείς…εσείς…
(στον εαυτό του)
Δεν ξέρει τη γλώσσα καλά ο κακομοίρης…
(απελπισμένος)
Πρόσεξε. Πες μαζί μου…μαζί μου! Συναινώ…
ΠΑΠ
Συναινώ…
ΚΑΡ
Συναινείς…
ΠΑΠ
Συναινείς…
ΚΑΡ
Έτσι μπράβο!..Συναινεί!
ΠΑΠ
Συναινεί.
ΚΑΡ
Συναινούμε…
ΠΑΠ
Συναινείτε…
ΚΑΡ
Συν-αιν-ού-με… Συν-…
ΠΑΠ
Συν…
ΚΑΡ
…αιν…
ΠΑΠ
…αιν…
ΚΑΡ
…ου…
ΠΑΠ
…είτε!
ΚΑΡ
(έξαλλος)
Όχι –είτε!  Ούμε!..ούμε…ούμε…
ΠΑΠ
…Ούμε…ούμε…ούμε…
ΚΑΡ
(με ελπίδα)
Μπράβο! Όλο μαζί;...
ΠΑΠ
ουμεουμεούμε!
ΚΑΡ
Όχι αυτό! Το προηγούμενο! Συν και αιν και ούμε;…
ΠΑΠ
Συναινείτε!
ΚΑΡ
(ουρλιάζοντας προς την πόρτα)
Σπηλιωτόπουλε!
(μπαίνει ο Σπηλιωτόπουλος)
Δε μου λες, η ονομαστική πληθυντικού δεν διδάσκεται;
ΣΠΗΛΙΩΤΌΠΟΥΛΟΣ
Πώς το λέτε αυτό κύριε πρωθυπουργέ; Κλέβουμε, τρώμε, σουφρώνουμε, ληστεύουμε, πίνουμε αίμα, κάνουμε σκάνδαλα, είμαστε διεφθαρμένοι , κατέχουμε…τόσες ονομαστικές  πληθυντικού...
ΚΑΡ
(αγριοκοιτάζοντάς τον )
Καλά καλά, πήγαινε…
(Ο Σπηλιωτόπουλος βγαίνει. Στον Παπανδρέου, με μια τελευταία αμυδρή ελπίδα, εξουθενωμένος)
Συναινούμε.
ΠΑΠ
(ήρεμα)
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Καλά Γιώργο. Βγαίνοντας πες του Αλαβάνου να έρθει.
(Βγαίνει ο Παπανδρέου και μπαίνει ο Αλαβάνος. Με όλη την προσοχή του στα χείλη του Αλαβάνου)
Συναινείτε;
ΑΛΑΒΑΝΟΣ
Όχι. Εμείς μόνο συν-
ΚΑΡ
Εντάξει Αλέκο. Βγαίνοντας στείλε τον Καρατζαφέρη.
(Βγαίνει ο Αλαβάνος μπαίνει ο Καρατζαφέρης)
ΚΑΡ
Εσύ Γιώργο από γραμματική τα πας καλά. Πες μου, συναινείτε;
ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ
Εμείς μόνο αινούμε Πρόεδρε. Την πατρίδα.
ΚΑΡ
(Κάνει μια κίνηση να του επιτεθεί. Συγκρατείται)
Κι εσύ και η πατρίδα σου… Τσακίσου από δω και πες της Αλέκας να ‘ρθει.
(Βγαίνει ο Καρατζαφέρης. Ο Καραμανλής στον εαυτό του)
«συν» ο Αλαβάνος, «αινούμε» ο Καρατζαφέρης, αν τους βάλω μαζί τους δύο, θα έχω το συναινούμε!
(το ξανασκέφτεται)
Αν όμως το μίγμα εκραγεί;-άστο καλλίτερα, δε μου χρειάζονται τώρα κι άλλες εκρήξεις…
(Μπαίνει η Αλέκα)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΑΛΕΚΑ
Με τι;
ΚΑΡ
Καλά, πήγαινε.
(βγαίνει η Αλέκα. Στέκει μπροστά στον καθρέφτη. Βλέποντας μέσα στο είδωλό του)
Συναινείτε;
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΛΉ ΑΠΌ ΤΟΝ ΚΑΘΡΈΦΤΗ
(νυσταγμένο)
Δεν πάμε για ύπνο; Νύσταξα.
ΚΑΡ
(με παράπονο)
Μα γιατί δεν συναινούνε;
ΤΟ ΕΪΔΩΛΟ
Δεν έχουν πάρει όλοι στέρεα Παιδεία όπως εσύ…Πάμε.
ΚΑΡ
Πάμε.
(μαζεύει τα χαρτιά του και βγαίνει)

                        ΑΥΛΑΙΑ

Γιώργης Χολιαστός

………………………………………………………










Γιώργης Χολιαστός











1.    ΣΤΟΝ ΔΗΜΉΤΡΗ ΠΑΤΜΑΝΊΔΗ,
ΤΟΝ ΑΥΤΌΧΕΙΡΑ ΤΟΥ ΟΑΕΔ
ΤΟΥ ΡΈΝΤΗ
Φίλε μου, που ούτε τ’ όνομά σου
τα ΜιΜιΈ μας δε μας είπαν
(αφού σε λιώσαν, κάθε σου ίχνος
έπρεπε βέβαια να εξαφανίσουν)
ποιος ξέρει πώς σου εφερόνταν
οι βρωμοέλληνες-οι ντόπιοι…-
και κάθε μέσα σου σκοτώσαν
ελπίδα που κρατεί στη ζωή τους νέους.…
Κι όλοι ειδικοί ευθύς εγίναν.
Και ακοινώνητον σε είπαν,
με σχιζοφρένεια σε φορτώσαν,
και στη βρωμιά τους πάλι ξαναπήγαν.
Του αγνού λαού σου οι αξίες
στην πόρνη Ελλάδα δε μετράνε
οι έλληνες-άλογα κτήνη-
τις θάφτουν-τις σκοτώνουν-τις πατάνε.
Ειρήνη ας έχεις όπου είσαι.
Κλώνο σου εδώ έναν αφήνεις.
Κι ως δεν θαρρώ ούτε να πεθάνω
ακόμα απ’ τη βρωμιά τους υποφέρω.
Γιώργης Χολιαστός







ΟΙΚΟΛΌΓΟΙ ΠΡΆΣΙΝΟΙ

Ψηφείστε Οικολόγους. Σας συμφέρει.
Θα ‘σαστε κερδισμένοι από χέρι
ανθρώποι τέτοιοι αν σας κυβερνήσουν-
όλα σας τα προβλήματα θα λύσουν.

Δουλειά θα ‘χετε όλοι Κι ο καθείς σας
κέρας Αμάλθειας θα ’χετε μαζί σας.
Κι ιδού με λίγα λόγια τα ωραία
που θα γινούν με πράσινους παρέα:

Δουλειά θα έχουν όλοι. Ο καθένας
θα εκτρέφει στο χωράφι του λεαίνας
και μες στο σπίτι του θα περποιείται
όποιο φυτό ή ζώο φανταστείτε.

Η ανεργία σας τέρμα επομένως.
Μα κι όποιος έρχεται στη χώρα ξένος
το ίδιο κι αυτός-απλά και νέτα σκέτα
θ’ αναλαμβάνει από μια καρέτα.

Ένα ένα τα εργοστάσια θα κλείνουν
το περιβάλλον σας να μη μολύνουν
και μη τους πελαργούς της Θράκης βλάψουν
ή το μεγάλωμα των δέντρων πάψουν.

Και δέντρα θα γεμίσουνε τη χώρα
ου μην μα και θηρία σαρκοβόρα
τα πάντα που άνω κάτω θα τα κάνουν
λες οι πολιτικοί σας δε σας φτάνουν.

Και (το θυμήθηκα όταν είπα «πάντα»)
γεμάτη θα ’ναι η τι-βι μας πάντα
κι η έγνοια θα ’ναι όλη των ελλήνων
το σεξ όχι αυτών αλλά εκείνων.

Και κάθε που ένα πάντα θα γ.....
η χώρα σε χαράς θα πλέει μεθύσι
και όταν θα σωθεί ένα βατράχι
σωσμό η ευτυχία σας δε θα ’χει.

Γιώργης Χολιαστός


       ΜΆΙΚΛ ΤΖΆΚΣΟΝ 25-6-09

Με φιγούρες κομψές, γεωμέτρισσες
το τραγούδι-τις νότες σου έντυσες.
Και ψόγος από κάποιον πριν σε βρει
σε πήρε ο που αεί γεωμετρεί.

Γιώργης Χολιαστός



«ΜΆΡΜΑΡΑ ΚΑΛΟΎΝ ΜΆΡΜΑΡΑ»
(Σαμαράς στα εγκαίνια του Μουσείου)

-Αλό! Αλό! το μάρμαρο το ελληνικό μιλάει!
Λαμβάνετε-λαμβάνετε μάρμαρα της Αγγλίας;
-Τι θέλεις;-σε λαμβάνουμε πολύ καλά μάι ντήαρ.
-Θέλουμε να μας έρθετε. Μας λείψατε πολύ.
-Από μακριά σου στέλλουμε γλυκό ένα φιλί
μα όμως δεν ερχόμαστε.
- Σας θέλει ο λαός.
-Όχι ο λαός! Μια δεκαριά πολιτικοί μονάχα
για να ειπούν: «Τα φέραμε τα μάρμαρα-ιδού τα!»
και τουρισμό να φέρουνε που κι απ’ αυτόν να φάνε-
οι έλληνες πολιτικοί μέχρι κι εδώ βρωμάνε.
-Ελάτε! Ήλιο έχουμ’ εδώ που από κει πιο λάμπει.
-Βλακείες! Λάμψη έχει αυτός σ’ όλη τη γη την ίδια.
-Εδώ ανήκετε-όχι εκεί-εδώ είστε γεννημένα.
-Πατρίδα, όπου τον αγαπούν, μετράει για τον καθένα.
-Ελάτε. Η Μελίνα μας πολύ σας αγαπούσε.
-Άλλους αυτή αγάπαγε και σ’ άλλους εδινόταν.
Φτηνή αυτή, ακριβά εμείς. Άλλο να πεις τι έχεις;
-Τι να ειπώ…ότι πολύ η Ελλάδα μας σας θέλει;
-Πες της να θέλει πράγματα που το Λαό βοηθάνε:
Υγεία, όχι Διαφθορά, Παιδεία, όχι Ρεμούλα,
Δυναμική Πολιτική, Ελπίδα, Αξιοπρέπεια,
πρωθυπουργό υπεύθυνο και όχι φανφαρόνο,
χωροφυλάκους ζωντανούς, υπάλληλους χορτάτους...
-Τα θέλει, όμως δεν μπορεί να τα ’χει η κακομοίρα.
-Να έβρει τους πολιτικούς, όπου με νου και γνώση
η Σέχτα όσα προσπαθεί, άοπλα αυτοί να κάνουν.
-Πού να τους βρει…όλοι κλέβουνε και φτύνουν την Ελλάδα.
…Καθήστε ’κει, καλά είσαστε, ποτέ να μην ερθείτε.
Κάλλιο εκεί και ζωντανά ή εδώ και να χαθείτε.

Γιώργης Χολιαστός








ΕΓΚΑΊΝΙΑ ΜΟΥΣΕΊΟΥ ΑΚΡΌΠΟΛΗΣ

Βέβαια θα πάω κι εγώ. Για να θαυμάσω
τα που στερούμαστε ωραία τώρα.
Να δω φεγγοβολούσα την Παιδεία,
μια ροδοκόκκινη να δω Υγεία,
Διοίκηση αδιάφθορη μια να χορτάσω-
να δω στα ράφια του Μουσείου όσα
θα ’πρεπε ζώντα να ’ναι στη ζωή μας,
την σήμερα άθλια και κακόμοιρή μας.
Και κάτι πέτρες για να δω, που κάποιοι,
άγνωστοι κι άσχετοί μας τόσο, εφτιάξαν
κι ο Τουρισμός εκεί τις έχει μάσει
τους ξενοδόχους για να καλοπιάσει.

Γιώργης Χολιαστός

















Κύριε γεωργιάδη

Εκτός απ’ τα βιβλία που διαβάζεις
κι οίησης πλήρης μας παρουσιάζεις,
υπάρχουν Άδωνι βιβλία κι άλλα:
λεπτά, λεπτότερα, μικρά, μεγάλα…

Και όλα εκείνα-τ’ άλλα τα βιβλία-
ταυτότητα δεν έχουνε καμία
με τα δικά σου- άλλες ιστορίες…
άλλες ιδέες και φιλοσοφίες…

Κι ανοίγουνε στα πνεύματα άλλους κόσμους,
απ’ τους δικούς σου εκτός-τους αποκόσμους.
Και αν πασκίζεις να τους αποκλείσεις
αυτοί ’ναι ’κεί όσο κι αν συ γαυγίσεις.

Κι αν θα ’χε απ’ τα βιβλία αυτά κονόμα
κανείς, θα μπόρειγε (και συ ακόμα)
χιλιάδες εκπομπές γι’ αυτά να κάνει
με κέρδη που ο νους σου ούτε που βάνει.

Μη το λοιπόν απόλυτος τόσο είσαι-
μα κι ούτε ίσως να το προσποιείσαι,
γιατί σ’ αμφότερες τις περιπτώσεις
είσαι Άδωνί μου ήρως βλακείας τόσης…

Τη στάλα των ιδεών όπου πρεσβεύεις
σ΄ωκεανό μη την αναγορεύεις-
μάλιστα που αυτή ’ναι μία στάλα
που μες στου Χτες μουχλιάζει την μπουκάλα...

Γιώργης Χολιαστός







Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είπε ότι πρέπει οι αίτιοι της Κρίσης να πληρώσουν και όχι οι εργαζόμενοι!

Τι καλός ο Πρόεδρός μας! Να τον ξαναέχουμε! ΞΈΡΕΙ τι ΠΡΈΠΕΙ να γίνει! Μεγάλους και μικρούς γύρω μου ακούω να λένε το ίδιο πράγμα-πραγματικά ο κύριος πρόεδρος αντιπροσωπευει το Λαό! Ό,τι λέει ο Λαός λέει και κείνος!

Θα μου πει κανείς ειρωνεύεσαι; Τι θα ήθελες να πει; Όχι, δεν ειρωνεύομαι, όμως δεν θα μπορούσε, αν ήταν κακός Πρόεδρος, να πει ότι πρέπει οι εργαζόμενοι να πληρώσουν την κρίση; Τις προάλλες που είπε ότι ΠΡΈΠΕΙ να καταπολεμηθεί η φτώχεια, δεν θα μπορούσε να πει, αν ήτανε κακός Πρόεδρος, ότι η φτώχεια πρέπει να εξαπλωθεί και να βαθύνει;

Είμαστε τυχεροί! και χρωστάμε μεγάλη χάρη στον καραμανλή που έκανε Πρόεδρο έναν "πρεπολόγο" όπως λέω εγώ εκείνους που έχουν το χάρισμα να ξέρουν τι ΠΡΈΠΕΙ να γίνει! Φαντάζεστε έναν Πρόεδρο που να μην ήξερε τι ΠΡΈΠΕΙ κάθε φορά να γίνει; Μπρρρρρ...φρίκη με κατέχει σε μια τέτοια σκέψη και μόνον.... Ας τον έχει καλά κι αυτόν και τον καραμανλή ο Θεός!

Γιώργης Χολιαστός









Ας γίνουμε σοβαροί φίλοι!
Μην ακούτε ανεύθυνες φωνές.
Ας πάψουν μερικοί να ζητάνε αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών.
Με το νόμο αυτόν σε ισχύ η Ελλάδα διπλασιάστηκε, μεγαλούργησε σε τρεις μεγάλους πολέμους, απόκτησε ζηλευτή Παιδεία και Υγεία, έγινε σεβαστή σε όλη την ανθρωπότητα, μπήκε στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης, έκανε άψογους Ολυμπιακούς αγώνες, ανάδειξε δύο Εθνάρχες και πάει  για τρίτον, ανάδειξε τρεις διαχρονικές Οικογένειες-πρότυπο δημοκρατικότητας και μόλις προχτές εγκαινίασε το Μουσείο της Ακρόπολης, κόσμημα της Οικουμένης, ντροπή του Λούβρου και του Ερμιτάζ, που, από φθόνο, επίσημοι προσκλημένοι στα εγκαινιά του δεν ήρθαν.
Γιατί να αλλάξουμε κάτι;  Το καλλίτερο δεν είναι εχθρός του καλού;  Και ας μη ξεχνάμε φίλοι και το των αρχαίων ημών προγόνων «Κάτθανε Διαγόρα-ουκ ες Όλυμπον αναβήσει». Ας μην είμαστε αχόρταστοι. Γίνεται να κάνουμε  λαμπρότερη την Ελλάδα από όσο είναι-και ποιος μας λέει ότι κάπου δε θα στραβώσει το πράγμα (όλα είναι πιθανά) αν μπούμε σε, επιτρέψτε μου- παράλογες δοκιμές;...
Δέστε! Δέστε πόσο ωραία κάθονται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με τον πρωθυπουργό μας και τα λένε-τέτοια σιγουριά, τέτοια υπευθυνότητα, τέτοια σύμπνοια μεταξύ Εκτελεστικής Εξουσίας και Λαού, τέτοια ήρεμη Δύναμη θέλετε να την σύρετε ποιος ξέρει πού με νέα δόλια νομοσχέδια που κανείς δεν ξέρει τι δεινά ενδέχεται να φέρουν στον τόπο;
Ας βροντοφωνάξουμε λοιπόν όλοι στους υπεύθυνους φίλοι μου: ΚΆΤΩ ΤΑ ΧΈΡΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΝΌΜΟ ΠΕΡΊ ΕΥΘΎΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΏΝ!

Γιώργης Χολιαστός







Αλμούνια φέξε λίγο εδώ.
Φέξε το χάλι μου να δω.
Πρωθυπουργός ήμουν τρανός-
Αμούνια! Ρίξε λίγο φως!
Έσβυσα όλα τα κεριά
που εφωτίζαν λίγο
Αμμούνια φέξε 'δω μεριά
να βλέπω για να φύγω!
Τις πόρτες όλες μη μου κλεις-
φέξε και κάνω ό,τι μου πεις!
Στους έλληνες πες πως αυτό
το τέλος μου δε θα 'ναι-
αν φύγω οι βιομήχανοι
μόνοι τους πώς θα φάνε;
.................................









Τι λογικό έγινε στην Ελλάδα που θα γινόταν και το Μουσείο;
Ως για τα αγάλματα του Έλγιν, να γιατί οι άγγλοι δε μας τα δίνουν-λένε οι Άγγλοι:
«Η Ελλάδα όπου να ’ναι παύει να υπάρχει. Τουρκία, Αλβανία, Βουλγαρία, Μακεδονία, τη διαμελίζουν και την καταλούν. Ποιος ξέρει την τύχη των αγαλμάτων σε μια τέτοια αναμπουμπούλα;
Οι έλληνες κλέβουν ένας τον άλλο και την ίδια την πατρίδα τους, γιατί όχι και τα αγάλματα;
Οι τρομοκράτες αλωνίζουν. Αστυνομία δεν υπάρχει. Μια βόμβα στο αφύλακτο Μουσείο είναι ό,τι πιο εύκολο για όποιον το θελήσει.
Οι ίδιοι οι υπουργοί πούλησαν την πατρίδα τους, στα αγάλματα θα κόλωναν;
Τα Ολυμπιακά έργα ρήμαξαν μετά τους Ολυμπιακούς. Την ίδια τύχη θα έχει και το Μουσείο μετά τα εγκαίνια.
Ποιος τομέας του Δημόσιου δεν έχει ρέψει στην Ελλάδα; Η Ολυμπιακή όλοι γνωρίζουμε ότι μετά την αγορά της από το ελληνικό Δημόσιο χαντακώθηκε.
Οι έλληνες είναι οι καραγκιόζηδες της Οικουμένης και οι καρπαζοεισπράκτορες της Ευρώπης. Πώς ένας τέτοιος λαός θα κάνει το σωστό;
Οι έλληνες ψηφίζουν και ξαναψηφίζουν εκείνους που τους κλέβουν και τους σκοτώνουν. Για την διαφύλαξη τέτοιων αριστουργημάτων όπως τα αγάλματά μας, δεν εξυπακούεται ένας λογικός φύλακας;»
Και έχουν δίκιο.

Γιώργης Χολιαστός












ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΥΣΕΊΟ
Καραμανλής από το μικρόφωνο:"Ο θείος μου τόφτιαξε!"
Παπανδρέου από το μικρόφωνο: "Ο μπαμπάς μου τόφτιαξε!"
Ο Λαός χωρίς μικρόφωνο, ομιλεί μη ακουόμενος: "Καθίκια, εγώ τόφτιαξα με τα λεφτά μου και με το μπιστόλι σας στο κεφάλι μου επειδή δεν  ήθελα να το φτιάξω-εγώ θέλω ψωμί κι όχι παλιόπετρες."

Γιώργης Χολιαστός



Όταν πέθανε ο ιδιοκτήτης, στο σπίτι έμπαινε κι έβγαινε όποιος ήθελε. Κάποτε ο δήμαρχος έβαλε μέσα στο σπίτι έναν αλήτη νε μένει και να το προσέχει το σπίτι.
Αυτή είναι με δυο λόγια η ιστορία της Ελλάδας, όπου: "Ιδιοκτήτης" οι (αρχαίοι) έλληνες, "όποιος ήθελε" διάφοροι λαοί, "δήμαρχος" οι Μεγάλες Δυνάμεις, "αλήτης" όσοι έτυχε να μένουν στην Πελοπόννησο και στην Αθήνα την περίοδο που οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν να διώξουνε τους τούρκους από αυτόν και "σπίτι" Πελοπόννησος συν Αθήνα.
Από πού κι ως πού λοιπόν ζητάνε μερικοί(τρομάρα τους...) πίσω τα αγάλματα;!;;
Και ο Έλγιν δεν έκλεψε, έσωσε από τους κάφρους "έλληνες" τα αρχαία που πήρε.
Το Μουσείο είναι το καμάρι όσων τρώνε από αυτό (κυβέρνηση, βουλευτές,πολιτικοί και παρατρεχάμενοί τους) και οι ανόητοι. Ο Λαός ούτε το θέλησε ποτέ ούτε το ζήτησε.
Και ακόμα μάθετε όλοι εσείς που θέλετε Μουσεία, ότι τα Μουσεία δεν σας κάνουν πνευματικά πολιτισμένους. Μια κοινωνία έχει Πνευματικό Πολιτισμό μόνον όταν τον δημιουργήσει η ίδια. Γιατί ο Πνευματικός Πολιτισμός δεν κληρονομείται-αντίθετα από τον Υλικό.
Γιώργης Χολιαστός










Αυτό το μουσείο είναι η αποθέωση της δημοκρατίας, γιατί μπορεί να συμμετέχει σε αυτό ο πολίτης. Ποτέ άλλοτε δεν έχω νιώσει αυτή τη δημοκρατική ευεξία, όπως μέσα στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης».
Το Βήμα 
Ο Γιάννης Σακελλαράκης





Το μουσείο της Ακρόπολης είναι ένα κερασάκι πάνω στην τούρτα από σκατά που λέγεται Ελλάδα. Το μέγα αυτό μειονέκτημά του το κάνει απαράδεκτο.
Να στείλουν οι Άγγλοι τα γλυπτά σε μια τέτοια χώρα;-μόνο και μόνο γιατί αυτοί που τα ζητάνε θέλουν να μεγαλώσουν τα έσοδα από τον τουρισμό; Όχι. Εδώ αυτά θα είναι ξεκομμένα από οτιδήποτε άλλο εκτός από την χρησιμοποίησή τους για το χρηματικό κέρδος.  Ένας λαός κάφρων (που μάλιστα δεν έχει καμία σχέση με κείνον που ζούσε εδώ πριν δυόμισυ χιλιάδες χρόνια εκτός από το ότι μένει στον ίδιο τόπο) να διαχειρίζεται τέτοια αριστουργήματα;..
Τα προϊόντα του Πνευματικού Πολιτισμού αποκτούν σκοπό και προορισμό μόνον όταν υπάρχουν σε χώρες με Πνευματικό Πολιτισμό, όπως η Αγγλία. Και ο Πνευματικός Πολιτισμός δεν κληρονομείται. Μία κοινωνία έχει Πνευματικό Πολιτισμό μόνον εφόσον τον παράγει. Και οι έλληνες εκτός από αμορφωσιά και σκάνδαλα δεν παράγουν τίποτε άλλο.

Γιώργης Χολιαστός




Απευθείας μετάδοση λοιπόν. Και θα λένε οι επεξηγητές: "Κοιτάξτε αυτό το συνολάκι΄οχτακόσια τριανταδύο παιδάκια δεν κάνανε Χριστούγεννα... Δέστε εδώ: από αυτό τον Ερμή χτίστηκαν δύο βίλλες και βγήκε ένα νυφικό... Η αίθουσα αυτή έφτιαξε πενήντα χιλιάδες περισσότερους φτωχούς...Για να στεγαστεί μόνον αυτός εδώ ο Έρωτας,  πέντε χιλιάδες νιόπαντρα ζευγάρια δεν είχαν πού να στεγάσουν τον έρωτά τους..."
Και όλα αυτά για κάτι ξένα μάρμαρα...



Και από τις τηλεοράσεις μας θα παρακολουθήσουμε τα εγκαίνια του Μουσείου. Και θα λένε οι ξεναγοί: "Σ' αυτή την αίθουσα βλέπετε τη φτώχεια που δέρνει τους εργάτες που έφτιαξαν το Μουσείο. Εδώ θαυμάστε τα παιδιά που πέθαναν από πείνα-και νεκρά τα καλά μου δεν είναι όμορφα; Το βάθρο για τοάγαλμα ετούτο φτιάχτηκε από τη στερεοποίηση του ιδρώτα των αλβανών. Εκείνο από τα δάκρυα των πακιστανών. Αυτό εδώ είναι πολυπολιτισμικό: Μπαγκλαντές,Ιράκ, Τυνησία, Ιράν..."




Καθισμένοι στη φτωχική αυλή του βλέπαμε στον κομπιούτερ την πατρίδα του, τη Γεωργία.
Έτρωγε τα γλυκά που του πήγα απολαμβάνοντάς τα.
«Μπορώ μη τρώω…αλλά γκλυκά όλο θέλω όσα έχω…»
Τετραγωνισμένο πρόσωπο, αδρά χαρακτηριστικά, ψηλός και δυνατός. Μου θυμίζει τον Στάλιν. Ο Στάλιν πιο γεμάτος. Δεν δείχνει να έχει καμιά περηφάνια για την κοινή του καταγωγή με αυτόν.
Μορφωμένος. Χορογράφος και χορευτής στην πατρίδα του ήρθε να δουλεύει για δεκαπέντε ευρώ όλη την ημέρα στους άξεστους έλληνες.
Δεν παραπονείται.
Μου βρίσκει και μου δείχνει στον κομπιούτερ του χορούς γεωργιανούς και ρώσικους.
Υπέροχο θέαμα όλο χάρη και όμορφο και θεμιτό νάζι από τις κοπέλες και αντρίκια δύναμη και αγωνιστικότητα από τους άντρες.
Μια μύγα κάθεται μια επάνω στα πρόσωπά μας μια επάνω στο στήθος της χορεύτριας.
Τα έντομα, που μας υπενθυμίζουν πάντοτε ότι υπήρχαν πριν από εμάς και ότι θα υπάρχουν και μετά.
Ο Νταβίντ μου δείχνει την εκκλησία της Κολχίδας. Εκατό μέτρα ύψος, χωρητικότητα πέντε χιλιάδες άτομα «μέσα μόνο…» Κι εμείς περηφανευόμαστε για το μέγεθος του Άγιου Παντελέημονα.
Μου δείχνει τα ποτάμια της Γεωργίας με τα αλλόκοτα ονόματά τους. «Όλα πάει Μαύρη θάλσα και ένα Κασπί…Μεγάλα ποτάμι και πολύ πολύ γρήγορο…»
Βλέπω τα ποτάμια στον χάρτη και τα νιώθω να κινούνται, να τρέχουν ορμητικά μέσα μου και να με δροσίζουν στο καυτό απόβραδο.
Οι χορεύτριες ντυμένες τα πολύχρωμα ρούχα της πατρίδας τους και ανεμίζοντας πανέμορφα μαντήλια. «Μαντήλι!», του λέω, δείχνοντάς του ένα μέσα στη μικρή οθόνη.
Γεμάτος άδολο ενθουσιασμό: «Μαντήλι! Και Γεωργία μαντήλι λέμε!...»
«Γιατί άραγε λέμε και οι δύο το μαντήλι μαντήλι;» τον ρωτάω. Αφού καταλάβει τι εννοώ, με απόφαση και σιγουριά αρχίζει να μου μιλάει για την αργοναυτική εκστρατεία. Μου δείχνει την Κολχίδα και το Βένι, συνοικία της Κολχίδας όπου, χωρίς καμία αμφισβήτηση, εκεί πήγαν και έδρασαν οι αργοναύτες.
Από κει ίσως το «μαντήλι», συμπεραίνει. Δεν συμφωνώ, όμως πολύ μου αρέσει η ιδέα της γεφύρωσης μιας τέτοιας χρονικής και εδαφικής απόστασης με μια λέξη…
«…Ιάσων…ήρθε πάρει το χρυσόμα…το golden…πώς λένε…το golden…Βένι!» (Ψάχνει αμίλητος υπομονετικά στον χάρτη, το βρίσκει) Εδώ ήρθαν! Πήραν γυναίκα Μεντέα…Χίλια εννιακόσα ογδοντα δύο ήρθαν έλληνες Κολχίδα με ίδιο καράβι…»
Περιττό να του πω ότι δεν έχουν οι σημερινοί έλληνες καμία σχέση με τους έλληνες τους τότε. Η φήμη δεν υποχωρεί σε καμία λογική.
Δέκα παρά είκοσι. Σηκώνομαι και με αλαφρή αλλά και βαριά καρδιά τον αφήνω. «Είναι ώρα να πας να πάρεις την Άννα.»
Σηκώνεται. Χαιρετιόμαστε. «Χτες είχα οικογένεια γιορτή…εγώ σαράντα οκτώ χρόνια…» Φεύγοντας μου το λέει…Του εύχομαι χρόνια πολλά και βγαίνω στην κάψα και στην ελληνική βρωμιά.

















Γιάννος και Μήτρος συζητούν και τα δικά τους λένε
κι οι έξυπνοι μ’ αυτά γελούν και οι ανόητοι κλαίνε.



-Ρε Μήτρο γιατί μου ’φτασες πρωί πρωί τρεχάτος
και μάλιστα περίφροντις και απορία γεμάτος;
-Πώς να μην είμαι Γιάννο μου; Και να γιατί απορώ;
Με γράμμα του ο Ρουσόπουλος προς τον πρωθυπουργό
του είπε πως στις εκλογές δε θα ’ναι υποψήφιος!
Πες μου Γιαννάκο μου εσύ γιατί εγώ ειμ’ ηλίθιος:
γιατί μας το ’κανε αυτό; ποια είναι η αιτία;
-Αλήθεια με την τόση σου Μητρούση μου βλακεία-
και παρ’ αυτήν…- απάντηση δε γίνεται να δώσεις.
Άκου λοιπόν. Ο φίλος μας αφού τα ’χει τσεπώσει
και την του νόμου ελπίζοντας τσιμπίδα να γλιτώσει
σου λέει: «ας φύγω μόνος μου προτού με κυνηγήσουν
και όσα ως τώρα έφαγα πίσω μου τα ζητήσουν.
Και τσαμπουνάω πως έφυγα γεμάτος αξιοπρέπεια
κι ας είμαι όλος σκεπαστός από ανομίας λέπια.
Γι αυτό έφυγε Γιαννάκο μου- Κατάλαβες;
                                                                     -Ναι Γιάννο,
Μα ερωτήσεις μια ή δυο ακόμα θα σου κάνω:
Δεν έπρεπε προς το λαό το γράμμα του να στείλει
αντί για τον πρωθυπουργό-τουτέστιν δεν οφείλει
λόγο να δώσει στο λαό και στη δικαιοσύνη;
Και Γιάννο μου, όποιος το λοιπόν κλέψει απ’ το Δημόσιο
με γράμμα ένα βδελυρό προς κάποιονε ανόσιο
έτσι για όλα πια ξοφλά τα βρώμια που ’χει κάνει;
-Ρε Γιάννο, αφού έμαθες μέχρι και το «τουτέστι»
και το ‘χεις φέρει ως εδώ κι ας κάνει τόση ζέστη,
τότε είμαι σίγουρος πολύ ότι θα εννοήσεις
όσα απαντώντας θα σου πω σ’ αυτές τις ερωτήσεις.
Λοιπόν χαζέ και άσκεφτε και κουτεντέ μου φίλε
άκου και πλέον στ’ άχρηστα τις απορίες σου στείλε.

Με τέτοιον βλάκα κι άχρηστο λαό που ’χει η Ελλάδα-
χώρα που ένα η συννεφιά κι εννιά κάνει η λιακάδα-
κάποιος να στείλει γράμμα αρκεί κι ας είναι και στο διά’λο,
αυτό ο λαός το θεωρεί πράγμα πολύ μεγάλο
και λέει μέσα του «αυτός είναι γραμματισμένος.
Ξέρει τι λέει. Αχ! Τι καλός! Δε φταίει ο καϋμένος!...»
Και λέει «τι άλλο να ’κανε; Να ‘στελνε δεν μπορούσε
σ’ εκατομμύρια έλληνες γράμματα- θ’ αρρωστούσε-
γι αυτό στου λαού τον εκλεκτό ένα έχει στείλει γράμμα
και φως φανάρι-πια μ’ αυτό διορθώθηκε το πράγμα.»
Ως για το αν έτσι εξοφλά τις όποιες του βρωμιές
έτσι το πράγμα Μήτρο μου γίνεται για γενιές.
Έρχονται κι αφού το άμοιρο Δημόσιο κατακλέψουν
πως παραιτούνται ύστερα λεν και πάνε να χωνέψουν.
Ή αν το κόμμα απ’ τις κλεψιές που κάνανε χωλαίνει
εκείνο εν δόξει και τιμή στο σπίτι τους τούς στέλνει
ή δεν τους βάζει πάλι, απλά, στην βρωμερή του λίστα
ενώ ο λαός κοιμάται, ή γλαρώνει από τη νύστα.
Κατάλαβες Μητρούση μου ή πάλι να στα πω;
-Κατάλαβα και μ’ έκανες Γιάννο μου να ντραπώ
που τέτοιος είμαστε λαός. Και, Γιάννο, η Ζαχαρέα
δεν ήτανε γυναίκα του που έλεγε τα νέα;
-Ήτανε.     
              -Κι επιτρέπεται σε τέτοια μία θέση
να ’ναι η γυναίκα εκεινού που κόμμα κουμαντάρει;
Αυτό είναι τάχα φυσικό ή σ’ όλους τάχα αρέσει
και κάλτσες δεν τη στείλανε στο σπίτι να μαντάρει;
-Μήτρο Ελλάδα ειν’ εδώ. Θα πει μια χώρα νούλα
που έχει φτιαχτεί από βρωμιά κι άδικο και ρεμούλα.
Για εδώ είναι παράξενο όχι ό,τ’ είναι τίμιο
μα ό,τι αλλού θα ήτανε άτιμο κι επιζήμιο.
Γι αυτό σαν την πατρίδα μας άλλη δεν είναι χώρα.
Γκέκε;
            -Ναι, γκέκε Γιάννο μου. Όμως ας φύγω τώρα
για να σ’ αφήσω ήσυχον όσα είπαμε να γράψεις.
Και μη για βλάκα κι άχρηστον Γιάννο με περιγράψεις.
-Ρε Μήτρο μου, ό,τι και να πω για σένα κι ό,τι γράψω
φίλο να σ’ έχω κι αδερφό ποτέ μου δε θα πάψω.
Κι αν κατηγόριες άσωστες για σε έχω στα γραφτά μου,
μα Μήτρο μου ξέρεις καλά πως σ’ έχω στην καρδιά μου.
-Σ’ ευχαριστώ Γιαννάκο μου. Και φεύγω όλος χαρά
σφαλιάρα εσύ που σήμερα δε μου ’δωσες καμιά.
Για πάντα τις σφαλιάρες σου Γιάννο θα σταματήσεις;
-Ναι, τις βλακώδεις σου κι εσύ αν πάψεις ερωτήσεις.
-Ωχ! Κι άλλο ξύλο πρόκειται ο άμοιρος να φάω.
-Ναι αλλά Μήτρο μην ξεχνάς ότι σε αγαπάω…

(Κι οι δύο φίλοι χώρισαν κι οι δύο βλαστημώντας
μα κι ο ένας τους τον άλλονε πάντοτε αγαπώντας.)













«Το μεγαλύτερο αγαθό της πατρίδας μας είναι το φυσικό της κάλλος.»
Πρόεδρος Δημοκρατίας


Επιτέλους η παραδοχή από τα πιο υπεύθυνα ανεύθυνα χείλη ότι για ηθικό, πνευματικό, πατριωτικό, πολιτισμικό κάλλος, ούτε λόγος να γίνεται.
Για το φυσικό κάλλος που δεν είναι επίτευγμα του ανθρώπου αλλά της Φύσης, μπορούμε να επαιρόμαστε. Κάλλη για τα οποία είναι υπεύθυνος ο έλληνας δεν υπάρχουν στην Ελλάδα.
Ας φροντίσουμε λοιπόν για το φυσικό κάλλος (λες και το κάλλος της Φύσης έχει τη δική μας ανάγκη για να υπάρξει-ή ότι το κάλλος της φύσης είναι συνάρτηση της ανθρώπινης προσπάθειας.…)
Ε λοιπόν, το «κάλλος» αυτό κύριε Πρόεδρε, εγώ δεν θα το προστατεύσω συστρατευόμενος. Γιατί όλα τα δάση και όλοι οι δρυμοί να καούν, δεκάρα δε θα δώσω. Επειδή ούτε στον ύπνο μου αυτά δεν τα έχω δει, αφού χρήματα ποτέ δεν είχα για να πάω ως αυτά. Αν ένα άστρο εκραγεί στα μάκρη του σύμπαντος εσείς θα ενδιαφερόσασταν κύριε Πρόεδρε; Μακρύτερα από όσο είναι το άστρο αυτό από τη γη είμαι εγώ από τα δάση και από σας και τις «προτροπές» σας.








Στο σπίτι του, μεσημεριού ώρα ο Μήτρος πάει
και του Γιαννιού τη σφαλιστή την πόρτα του χτυπάει.
Κι όταν ο Γιάννος έξω βγει αγουροξυπνημένος
μ’ αυτά τα λόγια του μιλεί ο Μήτρος ξαναμμένος:

-Γιάννο μου μη σου βρίσκεται λεξοτανίλ κανένα
ή ένα βάλιουμ ή ταβόρ ή έστω ένα ντεπόν;
- Ρε Μήτρο έτσι εσένανε σ’ έχουνε μαθημένα
που αχαιρέτητα έρχεσαι και μου μιλάς;..Λοιπόν;..
- Γιάννο μου καλημέρα σου και σου ζητώ συγνώμη
μα τρέμω τέτοπιαν εκδοχή και να σκεφτώ ακόμη.
Πες μου, έχεις Γιάννο κάτι τι απ’ ό,τι σου ζητάω,
ή λάθος πόρτα εχτύπησα και άνθρωπο ρωτάω;
- Στάσου ρε Μήτρο-ποια εκδοχή; Πες μου να καταλάβω.
Πες γιατί αν δεν εξηγηθείς να σου μιλάω παύω.
- Όχι Γιαννάκο μου, μη αυτό το κάνεις να χαρείς΄
τέτοια ώρα να με βόηθαγες μόνον εσύ μπορείς.
Και για να μη πάλι ρωτάς αμέσως σ’ απαντάω-
έχω δυο μέρες να χαρώ, να κοιμηθώ, να φάω,
από την αγωνία μου μη δε νικήσει ο Σάκης!
και χίλιες λάμες την καρδιά μού σκίζουνε οσάκις
κάποιος ειπεί ότι μπορεί και να μην έρθει πρώτος.
-Με άλλα λόγια είσαι βλαξ βαρέως και αδιορθώτως.
- Γιατί με βρίζεις Γιάννο μου που αγαπώ το Σάκη;
Ή είμαι ο μόνος; Κοίταξε τριγύρω σου λιγάκι
οι έλληνες όλοι άφησαν και τις ευρωεκλογές,
και σκάνδαλα, και διαφθορά και υπουργών κλεψιές
κι όλοι τα μάτια στρέψανε στη Μόσχα-στη Ρωσία-
εσένα δε σου κάνει αυτό εντύπωση καμία;
-Μήτρο μου πάντα οι έλληνες με τα φτηνά ασχολούνται
με κείνα διασκεδάζουνε, ονειρεύονται, κοιμούνται.
- Φτηνός ο Σάκης Γιάννο μου; Εγώ ακριβόν τον βρίσκω
κι όποιου στοιχήματος αν θες παίρνω εγώ το ρίσκο
πως πρώτος θα ‘ναι στη σειρά της νίκης-αμφιβάλλεις;
- Όχι, μα το ίσο ας κρατώ ενόσω εσύ θα ψάλλεις.
- Τι ίσα; τι ψαλσίματα; Εδώ η τιμή μας παίζεται
και συ κι οι όμοιοί σου Γιάννο μου αυτό το κοροϊδεύετε;
- Καλά. Μα πες μου Μήτρο μου, τι σ’ έχει τόσο κάνει
να θεωρείς ότι πουλιά στον αέρα ο Σάκης πιάνει;
- Γιάννο, δεν είδες πώς πηδά επάνω στη σκηνή;
- Στο ύψος αγωνίζεται; Δεν είδα εγώ σκοινί.
- Με κοροϊδεύεις Γιάννο μου. Το πήδημα επάνω
του το ζητάει ο ρυθμός του τραγουδιού του Γιάννο…
- Κι ο ψύλλος Μήτρο μου πηδά βραβεία όμως δεν παίρνει.
- Ναι αλλά είδες πώς μπροστά χαριτωμένα γέρνει;
- Εδώ η Ελλάδα έγειρε και πέφτει όπου να ‘ναι,
του Σάκη τα γερσίματα για σένανε μετράνε;
- Μα Γιάννο μου ο Σάκης μας; Το Όνομα; Ο Θρύλος;
- Μήτρο το Θεό να ευλογάς καλός μου που είσαι φίλος
αλλιώς αν τέτοια έλεγες γι αυτόν τον άθλιο τύπο
εκτός απ’ της καρδούλας σου θα ’νιωθες κι άλλον χτύπο:
του αγριεμένου μου χεριού στον σβέρκο σου επάνω
για ώρα, δίχως διάλειμμα ή διακοπή να κάνω.
- Μα Γιάννο μου ο Σάκης μας δεν είδες πώς κουνιέται;
Πώς το κορμί του μια μπροστά και μία πίσω σειέται
και το μπλουζάκι του κι αυτό πώς το ρυθμό ακλουθάει
και μία πίσω και αυτό και μια μπροστά πετάει;
Και τ’ ότι κάνουν σαν τρελές γι αυτόν οι ελληνίδες
ούτε αυτό για σε μετρά; Ή ούτε αυτό το είδες;
- Και επειδή τα τσόκαρα της άμοιρης Ελλάδας
(που έπρεπε ένας σύγχρονος να τα τρωγε Καιάδας)
φωνάζουν και βουρλίζονται το Σάκη όταν κοιτάνε
πρέπει αυτές κι οι έλληνες οι άλλοι ν’ ακλουθάνε;
- Μα Γιάννο, ο Σάκης βρέχτηκε επάνω στη σκηνή!
Ούτε αυτό εσένανε πια δεν σε συγκινεί;
- Ναι;! Δε μου το ‘χες πει αυτό! Αν βράχηκε εντάξει!
- Βλέπεις Γιαννάκο μου; Αυτό τη γνώμη σου έχει αλλάξει!...
- Ρε βλάκα, ρε χαζόπραμα, ρεζίλι τω σκυλιώνε,
ρε κουτεντέ, ρε ντενεκέ, ρε κούφιε φανφαρόνε,
ρε όποιος, βλάκα, βρέχεται θα πει πως κάτι τρέχει;
Τότε καθείς θα έτρεχε το σώμα του να βρέχει
και πρώτος θα ‘βγαινε παντού έναν κουβά κρατώντας
που θα καμάρωνε κι αυτός μέσα του δόξα κλειώντας.
- Γιάννο μου, όμως, σήμερα, του τελικού τη μέρα-
δεν άκουσες πρωί πρωί τι βγήκε στον αέρα-
ο Σάκης, κι άλλο ένα κουμπί της μπλούζας του της άσπρης
θα ξεκουμπώσει! Τότε πια και συ θα γίνεις λάτρης
του θείου κορμιού περσότερο που τώρα θα φανεί
θειότερου απ’ τη θεία του-την άφταστη φωνή.
- Θα ΄θελα μ’ ένα Μήτρακα βαρύ βαρύ σφυρί
την κεφαλή σου να ’σπαζα φίλε μου την ξερή
να δω τι κλείνει μέσα της: άχερα ή σκατά;
Μα πάλι να την έκλεινα με προσοχή μετά
γιατ’ είσαι ο καλλίτερος φίλος μου δυστυχώς
και δίχως σου θα ένιωθα μονάχος κι ορφανός…
- Γιαννάκο μου να! μα το ναι, μου ‘ρχεται να δακρύσω
που ό, τι κι αν σου τσαμπουνώ με θέλεις πάλι πίσω…
Μ’ άκου και τούτο που θα πω κι ύστερα αποχωρώ.
Τελειώνοντας ο Σάκης μας τον σπάνιο του χορό,
στην τελευταία πρόταση από τ’ άγιο του τραγούδι
καθώς σε βάθρο στέκεται πάνω σαν αγγελούδι,
το βάθρο στόμα μέγα ανοί’ και ω! θαυμάσια θέα!
η ελληνική εμφανίζεται μέσα του η σημαία.
Έτσι δε διαφημίζουμε τη χώρα μας; Για πες!
-Γιάννο μου πως οι έλληνες παραείναι ρατσιστές
δε χρειαζόταν να το πει αυτό κανένας Σάκης.
Σε ρατσισμό είναι η Ελλάς όχι μονάχα αυτάρκης
μα κάνει και εξαγωγή σε όλη την υφήλιο.
Ανύπαρκτη όντας όπου αλλού κάτω από τον ήλιο,
γυρεύει έξω να ειπεί κι εκείνη πως υπάρχει
κι ας μη κανένας τηνε βρει όσο πολύ κι αν ψάχει.
Ρίζες μην έχοντας κι αρχή, προγόνους, ιστορία,
μην έχοντας πολιτισμό ή άλλη καμιάν αξία,
με νάζι τη σημαία της εδώ και κει γυρίζει
κι ως κράτος να τηνε δεχτούν οι άλλοι κλαψουρίζει.
Κι όλοι οι λαοί τη φτύνουνε και την περιγελούνε
και ολοσφιχτά κουμπώνονται να φτάνει σαν τη δούνε
και την Ελλάδα θέλουνε να ’χουνε στο πλευρό τους
όχι σαν σύντροφο μα σαν τον γελωτοποιό τους.
-Γιάννο μου μελαγχόλησα με όσα τώρα μου είπες.
Κι αν είχα ερχόντας λύπη μια , τώρα έχω χίλιες λύπες.
Ας μ’ άφηνες Γιαννάκο μου τουλάχιστο να ελπίζω
πως όντας ίσως έλληνας κάτι κι εγώ αξίζω…
- Φίλε μου, τώρα ξέροντας τι είναι η Ελλάδα
από αυτήν καλλίτερα θα έχεις μια λιακάδα-
μιας και ατός του τίποτα δεν έχει ο λαός σου χτίσει,
ας χαίρεσαι για ό,τι απλά σου δίνει η κυρα-Φύση.
-Γιάννο μου μού άλλαξες μυαλά μ’ αυτή μας τη συζήτηση.
Κατάλαβα οι έλληνες πως είμαστε για λύπηση
κι ότι αξία δεν έχουμε καμία μες στην πλάση…
όμως ο διάολος μπορεί, το πόδι του να σπάσει
και-σχώρα με Γιαννάκο μου-ο Σάκης πρώτος να ‘ρθει;
- Αχ, η ξερή καφάλα σου ποτέ της δε θα μάθει.
Μα ρε Μητρούση φίλε μου τόσο σε αγαπάω
που από δω και ύστερα κι εγώ το Σάκη πάω.
Κι άντε μωρέ, χαζούτσικος ας είσαι, την ευχή
κι εγώ σου δίνω, νικητής ο Σάκης σου να βγει.














1.    ΣΤΟ ΛΑΌΣ
ΛΑΌΣ, διαλαλείς πως είσαι ο μόνος
που τους τα ψέλνεις μέσα στη Βουλή.
Ε και; Να κάνει τι μπορεί όποιος λόγος;
Χωρίς φτερά είναι αυτός πουλί.
Μπορεί ο λόγος χρήματα να πάρει
και να μοιράσει στο φτωχό λαό;
Με λόγια τι αγοράζεις στο παζάρι;
Ούτε κερί ανάβεις σε ναό.
ΛΑΌΣ, του κόσμου τα παιδιά πεινάνε.
Οι άρρωστοι πεθαίνουνε στο δρόμο.
Τρέχουν τα χρέη΄ οι δανεισμοί πετάνε
Η κρίση απελπισιά γεννάει και τρόμο.
Και συ αισχρέ, μας λες πως τους τα ψέλνεις…
Στα ψούιβιψ μας και συ και όποιος άλλος
παρλάρει στη Βουλή της οικουμένης,
όσο κι ας ειν’ μικρός κι όσο μεγάλος.
Μα ΚουΚουΈ, ΠΑΣΟΚ, ΝΟΥ ΔΟΥ, ΣΥΡΊΖΑ,
λόγια μας έχουνε όλοι χορτάσει.
Λεφτά δε βλέπουμε. Κι ειν’ όλα γκρίζα
όσα στο στόμα τους έχουνε πιάσει.
Βρώμιε ΛΑΌΣ, τα λόγια ψήφους φέρνουν
σε κείνους που τα λένε. Όμως φτώχεια
και δυστυχιά σε μας και μίσος σπέρνουν
καθώς Φθινόπωρο τα πρωτοβρόχια.
Μάζεψ’ τα λόγια σου Καρατζαφέρη
κι όλων των βουλευτών σου το μπλα μπλα-
Ήρωας δεν είναι όποιος λόγια ξέρει
μα όποιος με τα έργα του μιλά.
Μα συ τα έργα των κουκουλοφόρων,
των απεργών και των Αμυνομένων
ζητάς να σταματήσεις-άνευ όρων-
με ομιλιών τα λόγια οργισμένων.
Εμείς ΛΑΟΣ, για λόγια έχουμε σφαίρες
που σε κορμιά κι όχι σ’ αυτιά βυθίζουν
και μετρημένες κάνουνε τις μέρες
όσων μας κυνηγάνε και μας βρίζουν.
Κι αυτές θα κάνουν ό,τι σεις, γουρούνια,
δεν κάνατε όλα σας μες στη Βουλή
με των τροπολογιών σας τα μιλιούνια
ή με ενοχή σας μία σιωπηλή:
το χρήμα θα μοιράσουμε σε όλους
όσους δουλεύουν μες στη χώρα αυτή
και πληρωμή όσοι το ’κλεβαν ως τώρα
θα ’χουν μια σφαίρα στην κοιλιά καυτή.















ΣΤΗ «ΦΡΆΞΙΑ ΜΗΔΕΝΙΣΤΏΝ» ΚΑΙ ΣΤΗ «ΣΥΝΩΜΟΣΊΑ ΠΥΡΉΝΩΝ ΤΗΣ ΦΩΤΙΆΣ»

Ο χριστιανισμός θα πάει την ανθρωπότητα δέκα χιλιάδες χρόνια πίσω.
(Γκαίτε)
Η εκκλησία είναι η μεγαλύτερη ληστρική οργάνωση πάνω στη γη.
(Ο ίδιος)

Δεν τις γκρεμίσατε τις εκκλησίες
μας δείξατε όμως τι να γίνει πρέπει.
Κάνατε την αρχή-κι αυτό μετράει.
όλοι όσοι σκέφτονται σας ακλουθούν.

Κάθε κερί που καίει σ’ εκκλησία
και μια ζωή δυστυχισμένη κάνει.
Κάθε λιβανωτός το νου ζαλίζει
κι αυτός σωστά να δει άξιος δεν είναι.

Το Θεό τονε σκοτώνουν οι εκκλησίες
και καθενός την πίστη λοιδωρούν.
Δεσμεύουν…φυλακάνε…αλυσοδένουν…
τη λεφτεριά της σκέψης καταλούν…

(Λυσσάξαν τις φωτιές σας να ιδούνε
αυτοί που τρώνε απ’ τις εκκλησές-
και με το στόμα ως πάντοτε γεμάτο
ωρύονται κι απειλούν όσο μπορούν.)

Οι εκκλησές όταν καούνε όλες,
τότε ο φτωχός θα ζήσει ανθρωπινά,
τότε το Νους φτερά τρανά θ’ απλώσει
κι όλα στην πλάση θα ’ναι γιορτινά!

Γιώργης Χολιαστός






ΣΤΟΝ ΔΗΜΉΤΡΗ ΠΑΤΜΑΝΊΔΗ,
   ΤΟΝ ΑΥΤΌΧΕΙΡΑ ΤΟΥ ΟΑΕΔ
         ΤΟΥ ΡΈΝΤΗ
Φίλε μου, που ούτε τ’ όνομά σου
τα ΜιΜιΈ μας δε μας είπαν
(αφού σε λιώσαν, κάθε σου ίχνος
έπρεπε βέβαια να εξαφανίσουν)

ποιος ξέρει πώς σου εφερόνταν
οι βρωμοέλληνες-οι ντόπιοι…-
και κάθε μέσα σου σκοτώσαν
ελπίδα που κρατεί στη ζωή τους νέους.…

Κι όλοι ειδικοί ευθύς εγίναν.
Και ακοινώνητον σε είπαν,
με σχιζοφρένεια σε φορτώσαν,
και στη βρωμιά τους πάλι ξαναπήγαν.

Του αγνού λαού σου οι αξίες
στην πόρνη Ελλάδα δε μετράνε
οι έλληνες-άλογα κτήνη-
τις θάφτουν-τις σκοτώνουν-τις πατάνε.

Ειρήνη ας έχεις όπου είσαι.
Κλώνο σου εδώ έναν αφήνεις.
Κι ως δεν θαρρώ ούτε να πεθάνω
ακόμα απ’ τη βρωμιά τους υποφέρω.

Γιώργης Χολιαστός




              ΓΙΑΤΊ ΔΕΝ ΞΈΡΩ…

Γιατί δεν ξέρω ΛΆΟΣ σαν ακούω
από τη φρίκη μου τα δόντια κρούω
κι έχω μερμήγκια σ’ όλο το κορμί.
Άραγε ποια να είναι η αφορμή;

Μήπως και είναι που όλους τους φασίστες
έχει μαζέψει και τους αριβίστες
κι αυτοί δηλητηριάζουν το λαό;
Βεβαίως θα μπορούσε να ‘ναι αυτό.

Μην είναι που εξυμνούνε την Ελλάδα
που κάποτε υπήρξε και που αράδα
λεν πως συνέχεια είν’ αυτή εκεινής;
(τι ακούει αλήθεια σήμερα κανείς!..)

Μη γιατί μούχλα όλοι τους μυρίζουν;
Μη στη Νου Δου που ύδωρ και γη χαρίζουν;
Μη που είναι γόνοι των φρικτών Χιτών
και των μιαρών ταγματασφαλιτών;

Ή γιατί ακούνε Μαρξ κι ανατριχιάζουν
και Ζέρβα υμνούν και Μεταξά δοξάζουν;
Μπερδεύομαι…τι τάχα να  μου φταίει
κι ο ουρανός μου αν τους ακούσω κλαίει;

Θα ‘ναι που σ’ ένα Σκιάς ο ΛΆΟΣ ρόλον
στερεί από τους έλληνες το φως τους-
Θα ‘ ναι που είναι των ελλήνων όλων
ο εαυτός ο άλλος, ο κρυφός τους!

Γιώργης Χολιαστός










ΣΤΟΝ ΚΎΡΙΟ ΓΚΙΟΥΛΈΚΑ
ΠΟΥ ΜΊΛΗΣΕ ΣΉΜΕΡΑ ΣΤΟ ALTER
Κύριε Γκιουλέκα μας τα είπατε φαρσί.
Χωρίς να έχετε καθόλου πιει κρασί,
ήρθατε και μας είπατε τι ΠΡΈΠΕΙ!
(ευρώ γεμάτη η ακριβή σας τσέπη)
Μας είπατε πώς να! λίγο αν αργούσαν
αυτοί οι κουκουλοσκέπαστοι να δρούσαν,
μπορεί και να τους είχατε συλλάβει
(πόσοι στη βίλα σας δουλεύουν σκλάβοι;)
Κάνατε ευχές, σχολιάσατε το θέμα,
και με στηλό το ηλίθιο σας το βλέμμα
καρφώσατε και κάποιους υπουργούς σας
(σε ποιο απ’ τα γιωτ σας να ‘ταν τάχα ο νους σας;)
Μια σάτιρα εξεκίνησα να γράψω-
κύριε Γκιουλέκα αλήθεια-να σας θάψω-
μα δεν μου έβγαινε κύριε Γκιουλέκα
(πόσα από τη Μονή; γύρω στα δέκα;)
Δε μου ’βγαινε-την έχει ξεπεράσει
το τραίνο που η Νου Δου έχει εγκαινιάσει:
κανείς ματαιοπονεί ό,τι κι αν γράψει…
(στολή χιτλερική έχετε ράψει;)
Σε ύψη εφτάσατε την ειρωνεία
και χαντακώσατε την Κοινωνία.
Ούτε και συ άλλο έχεις να προσφέρεις.
(Α! Να σας ζήσει κι ο Καρατζαφέρης!..)
Γιώργης Χολιαστός


          ΊΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΒΆ
Έχουν λυσσάξει με την αποχή
λες και μικρή ή μεγάλη μια βροχή
ο ουρανός δε στέλνει και τις δύο.

Κι αντί Νου Δου –ΠΑΣΟΚ να πουν αντίο
στην εξουσία την άνευρή τους πια
υπόστεγα ονειρεύονται πλατιά.

Μωροί δυνάστες, δούλοι του παρά,
είτε είστε δεξιά είτε αριστερά
τόπο θα κάντε στην ευθεία τώρα

που άλυγη και σκληρή μπήκε στη χώρα
για να ισιώσει κάθε τι στραβό,
μακριά από αποχές, ψήφους, σταυρό.




Καλό σου ταξίδι φίλε.
Σεβαστά τα συλλυπητήρια του ανθρώπου Μαρκογιαννάκη. Απορριπτέα όμως σαν υπεύθυνου για την αστυνομία. Γιατί έπρεπε να σε είχε εκπαιδεύσει σωστά.
Να γινόταν αιτία ο άδικος-άδικος θάνατός σου να αλλάξουν τα πράγματα; Δυστυχώς δεν θα γίνει. Και νιώθω πως λέω πράγματα άσκοπα, γιατί κανείς δεν πρόκειται να το κάνει.
Μα πρέπει να τα πω. Κι αν εκτός από τη λύπη μας μπήκαν εδώ κι αυτά τα κριτικά λόγια, συχώρεσέ μας από κει που βρίσκεσαι. Μα το κάνουμε για να μη θρηνήσει κι άλλος πατέρας το παιδί του και η αστυνομία άλλον ένα λεβέντη της και φύλακα της ασφάλειάς μας.
Και άκου και το άλλο, που μας το έφερε στην επιφάνεια η λάβα που καίει τα στήθη μας για το χαμό σου: ο Μαρκογιαννάκης είπε ότι η αστυνομία θα σταθεί στο πλευρό της οικογένειάς σου. Σωστό. Σωστότερο όμως θα ήτανε η Πολιτεία να φροντίζει γι αυτό και να μην θεωρείται ελεημοσύνη ό,τι αποτελεί ιερό καθήκον.
Συμπάθησέ με. Είπα πολλά. Εσύ κράτα το “καλό σου ταξίδι φίλε”.
Γιώργης Χολιαστός
  

     ΣΤΟΝ ΣΠΎΡΟ ΘΕΟΔΏΡΟΥ

Φίλε-αδερφέ μου αδικοχαμένε,
σε όλα τα δειλά κι άναντρα ξένε,
χέρι ένα σ’ έχει κόψει βιαστικό
για ένα καπρίτσιο του περαστικό…

Δε μέστωσες-σε Φθινοπώρου αγέρι
των παιχνιδιών του δεν εγίνεις ταίρι.
Η Άνοιξη αλλουνού δεν έχει αφήσει
αντίζηλού της χέρι να σ’ αγγίσει.

Μη μας κακιώνεις που σε τραγουδάμε-
είναι κρασί της λύπης που μεθάμε΄
κι είναι που αύριο η Ζωή θα κλέψει
την που όλη μας σε σέ είναι τώρα σκέψη.

Γιατί μικροί εμείς είμαστε κι αστείοι-
αχτίδα που γοργά, πριν λάμψει, δύει.
Μα στων Ηρώων το Πάνθεο που Συ θα ‘μπεις
από ήλιους χίλιους πιότερο θα λάμπεις.

Γιώργης Χολιαστός












Γιώργης Χολιαστός







ΏΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΏΡΑ ΒΟΥΛΉΣ!
«Για μία ώρα η Βουλή θα μείνει στο σκοτάδι.»
Ε τι; Για νέο μας το λεν; Διακόσα χρόνια τώρα
μες στο σκότος ζει αυτή και πλέκει μες στο βράδυ
μαζί της σκοτεινιάζοντας κι ολόκληρη τη χώρα.
Απ? τη στιγμή που φτιάχτηκε, στο Μαύρο είναι κρυμμένη.
Μαυρίλα έχουν στην ψυχή οι βουλευτές της όλοι,
μαύρο μυαλό, μαύρα όνειρα, στα μαύρα είναι ντυμένοι
και χρήμα μαύρο κουβαλούν στο μαύρο πορτοφόλι.
Άκου θα κλείσει η Βουλή βράδυ οχτώ τα φώτα!
Μα κλειώντας φώτα ολοζωής εκείνη διασκεδάζει:
φώτα Παιδείας?Πνεύματος?και σαν του Κουίκ μια κότα
όταν βαριέται να τα κλει?ε τότε?μας τ? αλλάζει?

Το κράτος; Ποιο κράτος; Η Ελλάδα είναι ένα συνοθύλευμα φυλών, αυτών που ζούσαν εδώ όταν οι Μεγέλες Δυνάμεις αποφάσισαν να διώξουν τους τούρκους.
Έδωσαν λοιπόν οι Μεγάλες Δυνάμεις τον τόπο αυτόν στους κοτζαμπάσηδες να τον εκμεταλλεύονται, με τον όρο ότι Αυτές θα είχαν την τελευταία λέξη στην Οικονομία και στην Εξωτερική Πολιτική του.
Κι έτσι έγινε κι έτσι γίνεται.
Το κανονικό όνομα της Ελλάδας είναι: ΕΚΔΥΠ («Ελλάδα Κράτος Δανεικό Υπό Προθεσμίαν»)

Ως για τον Μάρτυρα Θεοδώρου, αυτό:
     ΣΤΟΝ ΣΠΎΡΟ ΘΕΟΔΏΡΟΥ

Φίλε-αδερφέ μου αδικοχαμένε,
σε όλα τα δειλά κι άναντρα ξένε,
χέρι ένα σ’ έχει κόψει βιαστικό
για ένα καπρίτσιο του περαστικό…

Δε μέστωσες-σε Φθινοπώρου αγέρι
των παιχνιδιών του δεν εγίνεις ταίρι.
Η Άνοιξη αλλουνού δεν έχει αφήσει
αντίζηλού της χέρι να σ’ αγγίσει.

Μη μας κακιώνεις που σε τραγουδάμε-
είναι κρασί της λύπης που μεθάμε΄
κι είναι που αύριο η Ζωή θα κλέψει
την που όλη μας σε σέ είναι τώρα σκέψη.

Γιατί μικροί εμείς είμαστε κι αστείοι-
αχτίδα που γοργά, πριν λάμψει, δύει.
Μα στων Ηρώων το Πάνθεο που Συ θα ‘μπεις
από ήλιους χίλιους πιότερο θα λάμπεις.

Γιώργης Χολιαστός




  ΑΝΤΏΝΙΟΣ ΝΕΚΤΆΡΙΟΣ ΣΆΒΒΑΣ

Την ύπαρξη ενός Κράτους διεφθαρμένου
νεκροί αστυνομικοί τη συντηρούνε.
Κράτος, παράγινε η διαφθορά σου!
Και οι νεκροί προστάτες μας πληθαίνουν…

Κι έξω που χήρες κι ορφανά γεμίζει
το Σώμα που απ’ όλα πιο αξίζει,
μα όμως κι οι πολίτες δίχως δάκρυ
στης τραγικής στέκουν σκηνής την άκρη.

Τόσο πολλά τα θύματά σου, Κράτος,
που θρήνου δάκρυ δεν μας έχει μείνει.
Κι όπως βουβός ο πόνος ο μεγάλος
και τα δυο μάτια μας στεγνά απομένουν.

Να ’ταν το στέρεμα του δάκρυου ψέμα
κι ένα ποτάμι αυτό γοργά να δείξει,
που τον φριχτό φονιά-εσένα Κράτος!-
να ’ρθει και, ανταριασμένο, να σε πνίξει!..

Γιώργης Χολιαστός


Καρατζαφέρης: Ο Καραμανλής δεν έβαλε το δάχτυλο στο δοχείο με το μέλι…

     ΔΆΧΤΥΛΟ ΣΤΟ  ΜΈΛΙ
Γιατί να βάλει ο Καραμανλής
το χέρι του στο μέλι,
αφού του κάδου έτσι πιο πολύ
θα γίνονταν το μέλι,

μιας κι ο Κωστάκης στάζει από παντού
το μέλι της ρεμούλας
που και από ΕΡΕ κι από Νου Δου
άρπαξε ο φαταούλας;

Και αν στο πόθεν έσχες  λιγοστά
περιουσιακά δηλώνει
είναι στην τσέπη μόνο όσα βαστά
ψιλά για να πληρώνει.

Τ’ άλλα, τα κλεψιμέϊκα τα πολλά
στο θείο τα ’χει δώσει
να του φυλάει όμορφα και καλά
η Ντόρα ως να τον διώξει

(τραβώντας για δυνάστης στη Βουλή
με ύφος του λέει βοδίσιο:
«Θείε, μού τα κρατάς μία στιγμή;
Πάω να κυβερνήσω…»)

Και όταν πίσω πάει τον καρτερούν
δυο δισεκατομμύρια
ενώ το Λαό τον τυραννούν
ισάριθμα μαρτύρια.

Πατρίδα μου αχ! Πολύ σε αγαπώ
που όλα μοιράζεις δίκια:
που τίποτα δε δίνεις στον φτωχό
και όλα στα καθίκια.

Γιώργης Χολιαστός






ΝΤΌΡΑΣ ΑΠΆΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΊΑ

Τι λες καλέ που θα παραιτηθώ!

Παραιτήθηκε ο Σημίτης που κατάκλεψε τη χώρα;
Ή ο Παπουτσής που πήρε στο λαιμό του ογδονταδύο;
Μη ο Άκης που ’χει βάλει ’κατομμύρια στην άκρη;
Ή εκείνοι που εμπήκαν στην πολιτική σαν λέτσοι
και που πάμπλουτοι εγινήκαν σε δυο τρία χρόνια μέσα;
Ή αυτοί που μπήκαν πλούσιοι στη Βουλή και κροίσοι εβγήκαν;
Παραιτήθη ο Νεονάκης; Ο Παυλίδης; Όσοι εφάγαν
απ’ τα Ομόλογα; Ή εκείνοι που από το Χρηματιστήριο
για του πλούτου τα σαλόνια βγάλαν μόνιμο εισιτήριο;
Παραιτήθηκαν εκείνοι που τα Ίμια επουλήσαν;
Οι πασόκοι κι οι νουδίτες που ερήμαξαν τον τόπο;
Παραιτήθηκε ο μπαμπάς μου; ο Καραμανλής; Ο Αντρέας;
Παραιτήθη ο Βουλγαράκης ή ο βλαξ Παπαντωνίου;
Αν οι κλέφτες παραιτούνταν τότε ποιος θα κυβερνούσε;
Ε λοιπόν δεν παραιτούμαι. Στο υπουργείο μου θα μείνω.
Κι ως και για πρωθυπουργίνα θα με φάτε όλοι στη μάπα.
Και γι απόδειξη ετούτων όπου τώρα δα σας λέω
θα ιδείτε πως των ίδιων-σας, των ηλιθίων-ελέω
θα ξανάβγω βουλευτίνα και θα γίνω υπουργίνα
και μαζί με όλους κείνους όπου ίδιοι είναι με μένα
θα δουλεύω τους κλεμμένους και θα τρώω τα κλεμμένα.

Τι λες καλέ που θα παραιτηθώ.

Γιώργης Χολιαστός



ΝΤΌΡΑ     ΑΠΟΡΟΎΣΑ 

Γιατί άφησα να φύγει
ο Καραβέλας με ρωτούν.
Να τους είπω δεν ηξεύρω
κι ό,τι θέλουν ας σκεφθούν.

Μ’ αν ουδόλως δεν ηξεύρω
τι εις αυτούς ν’ αποκριθώ,
ένα ξεύρω-πως την Ζήμενς
σαν τρελή την αγαπώ.

Και λεσβία αν δεν τυγχάνω
με γυναίκες να περνώ-
μα ω! τη Ζήμενς τη λατρεύω:
κι ας γερνάει-κι ας γερνώ.

Μη γιατί μας εβοήθει
εις τους Ολυμπιακούς;
Μη γιατί κι εκείνη ηγάπα
βιομηχάνους κι υπουργούς;

Μη γιατί μου είχε κάνει
κάποια κάποτε δωράκια-
όχι τίποτε σπουδαίο-
κάμποσα εκατομμυριάκια;

Μη γιατί τον αδελφό μου
διόλου δεν τον ενοχλούσε
τα γραμμάτια όταν εκείνος
να πληρώσει εξεχνούσε;

…Μα ποιον ρόλο στην αγάπη
δώρα παίζουνε κι ευρώ;..
…Τι να είναι-τι να είναι…
δεν μπορώ -όχι!- να το βρώ…

Γιώργης Χολιαστός




           ΕΚΛΟΓΈΣ ΕΦΤΆ ΙΟΎΝΗ

Τι ο καψερός να κάνω στου Ιούνη τις εφτά;
Για την παραλία να πάω δεν υπάρχουνε λεφτά.
Με τη γκόμενα να βγω; Γκόμενα πού να βρεθεί
που λεφτά θέλει να φάει, να βολτάρει, να ντυθεί…
Να ψαρέψω θα ‘ν’ καλά. Μα πού βάρκα ν’ ανοιχτώ;
Και με τι λεφτά να πάω σε ξενύχτι να ριχτώ;
Να μου είχανε αφήσει λίγα οι άθλιοι ευρώ
κάτι πιο φτηνό να κάνω θα βρισκότανε θαρρώ.
Τηλεόραση; Στραβώνει. Να βολτάρω; Τρε μπανάλ.
Και δεν άρχισαν ακόμα ούτε και τα φεστιβάλ.
Πού να πάω στου Ιούνη τις εφτά; Να κάνω τι;
Να το ρίξω στο τσιγάρο-να το ρίξω στο πιοτί;
Κάτι θα ‘βρω για να κάνω και την Κυριακή αυτή
στης Ελλάδας τα κιτάπια που αποφράδα θα γραφτεί.
Ένα μόνο δε θα κάνω-να βρεθώ στην κάλπη εμπρός-
στο χαμό μου δε θα πάω-ας ερθεί να μ’ έβρει αυτός.

Γιώργης Χολιαστός










                    ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟΊ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΊ

Καραμανλής:
Ελληνίδες Έλληνες
Κλέψαμε! Κλέψαμε με την ψυχή μας. Και τι δεν έχουμε να επιδείξουμε: Ομόλογα, Ζήμενς, Βατοπέδιο…Εμείς δεν υποσχόμαστε ελληνικέ λαέ. Εμείς πράττουμε. Είμαστε αντάξιοί σου ελληνικέ λαέ. Ψηφίζοντάς μας ψηφίζεις τη σάρκα από τη σάρκα σου.
Με τη νίκη!

Παπανδρέου:
Ελληνικέ λαέ
δεν είμαστε στην Κυβέρνηση για να δείξουμε κι εμείς ανάλογη δράση με της Νέας Δημοκρατίας. Όμως θυμήσου τα δικά μας όταν ήμασταν στην Εξουσία-Φάγαμε από τρία πακέτα Ντελόρ, φάγαμε από αεροδρόμιο, μετρό, Ολυμπιακά έργα. Και η κορωνίδα της κλεψιάς μας-το Χρηματιστήριο! Ψήφισέ μας και σού υποσχόμαστε να αλλάξουμε την Ελλάδα. Όχι μικροκλοπές! Από Χρηματιστήριο και πάνω!
Με τη νίκη



Παπαρήγα:
Σύντροφοι, συντρόφισσες
Ο Γερμανός-μη σας ξεγελάνε-είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου του ΚΚΕ. Μας προβοκάρουν όμως-δε θέλουνε να ακουστούνε οι άλλες κλεψιές μας γιατί τότε δε θα ξέρουνε πού να κρυφτούν. Γι αυτό και δε θ’ αφήσουμε εισαγγελέα να πλησιάσει στον Περισσό. Αυτό δε σου λέει κάτι; Γεια σας σύντροφοι και συντρόφισσες.
Με τη νίκη




Τσίπρας
Ελληνικέ λαέ
νομίζω έχω το δικαίωμα να σου ζητήσω να με κρίνεις επιεικώς λόγω του νέου της ηλικίας μου και της απειρίας μου στο άρπαγμα. Σου υπόσχομαι όμως, αν μου δώσεις ένα διψήφιο νούμερο, να ξεπεράσω τις υποσχέσεις μου και τις προσδοκίες σου-θα κλέψω με όλη την ορμή της νιότης μου.
Με τη νίκη.





Καρατζαφέρης:

Ελληνικέ λαέ
Εγώ πάντοτε ήμουν ειλικρινής μαζί σου. Και είμαι από κείνους που παραδέχομαι τα λάθη μου. Ναι λοιπόν-και θα ήτανε μάταιο να το κρύψω-, έδωσα ένα εκατομμύριο στο Ταμείο των Φτωχών. Μέα κούλπα. και ποιος δεν κάνει λάθη; Όμως μην ξεχνάς ότι προερχόμαστε από τη Νέα Δημοκρατία, το παραδοσιακό Κόμμα της κλεψιάς. Εμπιστέψου μας! Δεν θα σε απογοητέψουμε!
Μα τη νίκη.




                     ΛΑΌΣ ΚΑΙ ΚΩΣΤΆΚΗΣ
-Γιατί την πόρτα έκλεισες Κωστάκη της Βουλής;
-Γιατί, λαέ μου, έμπαζε και θα πουντιάζαμε όλοι:
και η αντιπολίτευση μα κι η κυβέρνησή μου.
Κι αντιπολίτευση καλά. Μα αν κρύωνε η Νου Δυο μου
τότε η Ελλάδα ολόκληρη θα ‘πεφτε στο κρεβάτι.
-Και τι έμπαζε Κωστάκη μου;
-                                                    Κυρίως Δικογραφίες.
Και Σκάνδαλα και Διαφθορά κι Ομόλογα και Ζήμενς.
Καταλαβαίνεις-ανοιχτή αν έμενε ακόμα
όλοι θα πλευριτώναμε. Γι αυτό την έχω κλείσει.
-Μπράβο Κωστάκη μου. Κι εγώ που όλο εξυπνάδα είμαι
σε νιώθω και σ’ ευχαριστώ. Και για να σ’ ανταμείψω
εφτά Ιούνη εσένανε θα πάω να ψηφίσω.
-Γι αυτό λαέ μου σ’ αγαπώ:σου μοιάζω και μου μοιάζεις.

Γιώργης Χολιαστός




Το θέατρο της μιας σελίδας

                                 ΛΑΌΣ ΔΙΚΆΖΩΝ
Πρόσωπα: Λαός, κατηγορούμενοι (Μητσοτάκης, Σημίτης, Παπανδρέου, Καραμανλής, Ντόρα, Κυριάκος)

Λαός
Κύριε Επίτιμε ποτέ, κλέψατε στη ζωή σας;
Μητσοτάκης
Ποτέ μου κύριε δικαστά-εγώ μόνο τα πήρα.
Λαός
Αθώος. Σεις, εκλέψατε ποτέ κύριε Σημίτη;
Σημίτης
Εγώ; Ποτέ αγαπητέ-τα έχω πιάσει μόνο.
Λαός
Αθώος. Μήπως κλέψατε κύριε Καραμανλή μου;
Καραμανλής
Εγώ; Ο τόσον ηθικός και στέρεας Παιδείας;
Λαός
Αθώος. Και παρακαλώ-να λείπουνε τα γέλια!..
Και σεις; Μήπως εκλέψατε κυρία Ντόρα ίσως;
Ντόρα
Εγώ μονάχα εψώνιζα χωρίς λεφτά στη Ζήμενς.
Λαός
Αθώα. Και σεις αγαπητέ κύριε Παπανδρέου;
Παπανδρέου
Δεν ξέρω… Αλλά καλού κακού  ρωτήστε τη μαμά μου.
Λαός
…Αθώος… Για έλα δω κι εσύ ρε νιάνιαρο Κυριάκο-
Πες μου έκλεψες; Κι αν ναι, νωρίς δε βγήκες στο κουρμπέτι;
Κυριάκος
Εγώ να σ’ έκλεβα Λαέ; Πώς κάτι τέτοιο σου ‘ρθε;
Ποτέ! Μον’ ό,τι αγόραζα ξέχναγα να πληρώνω.
Λαός
Όλοι αθώοι.  Πηγαίνετε.
(Βγαίνουν όλοι γελώντας. Μόνος)
                                             Ορίστε: όλοι αθώοι!
Αχ! Οι συκοφαντίες σας παλιοεφημερίδες!
Το Δίκιο αν δε σκεφτόμουνα μόνος μου ν’ αποδώσω,
η αμφιβολία θα μ’ έτρωγε ποιος ξέρει πόσο ακόμα…
Και να! Κανείς δεν έκλεψε! Μου το ’πανε οι ίδιοι!
Αυτοί αν δεν ξέρουν τότε ποιος; Αγνοί πολιτικοί μου!...
Και τώρα ήσυχος πολύ από χαζές ιδέες
τραβώ στην κάλπη όλο χαρά να τους ξαναψηφίσω!

Γιώργης Χολιαστός







Η ΝΤΌΡΑ ΣΤΗΝ ΚΌΡΙΝΘΟ

Αυτή γελούσε-δε μιλούσε:
σε κάθε λέξη κι ένα χάχανο.
Και γυάλιζε και πλατυνόνταν
η φάτσα της το λάχανο.

Τον Πήγασο υποκαθιστώντας-
άλογο αυτός, αλόγα εκείνη-
νερό «δεσμεύτηκε» να φέρει
ώστε η Κόρινθος να πίνει.

Ανάμεσα σε δυο προτάσεις
τη Γεωργία αναδιαρθρώνει
και τάκα τάκα το Εμπόριο
στον έβδομο ουρανό σηκώνει.

Έλεγε αυτή, χαζογελούσε,
και οι φασίστες από κάτου
κάτι πανάκια μπλε κρατώντας
καθένας τους και το χαβά του.

Ντόρα πνιγμένη μες στο χρήμα
και μες στο αίμα βουτηγμένη
τάχα ποιο τέλος μετά τόσα
εγκλήματα σε περιμένει;

Γιώργης Χολιαστός





                         ΊΔΙΟΙ ΚΑΙ ΧΕΙΡΌΤΕΡΟΙ
«Μας βάζουν στο ίδιο τσουβάλι όλους-λένε πως όλοι κλέβουμε. Όμως δεν είμαστε όλοι ίδιοι.»
(οι πολιτικοί στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις)


«Δεν είμαστε ίδιοι όλοι μας».  Είσαστε όμως κύριοι.
και μάλιστα χειρότερος ο ένας απ’ τον άλλον.
Και κλέφτες και παλιάνθρωποι και κτήνη κι αλητήριοι΄
ου μην αλλά και ψεύταροι εκ των πολύ μεγάλων.

Μπορεί από το φόβο τους κάποιοι να μη σουφρώνουν.
Σημαίνει αυτό όμως πως κλεψιά δεν κάνανε καμία;
Τότε πού βρήκαν τα λεφτά-και κείνα που δηλώνουν
αλλά και κείνα σε κρυφά όπου φυλάν ταμεία;

Πού-που αυτός που εργάζεται οχτάωρο για χρόνια
δεν έχει ούτε δεύτερο σακάκι να φορέσει;
Πού-που λεφτά για διακοπές σε ήλιους ή σε χιόνια
ποτέ ο τίμιος δουλευτής δεν είχε να διαθέσει;

Όποιος δεν κλέφτει, ή άλληνε ωφέλεια δεν έχει
από κεινούς που κλέβουνε, τότε στο λαό μπρος πάει
και ξεμπροστιάζει τους μιαρούς. Κι αυτό αν δεν τ’ αντέχει
την κλίκα κάνε των κλεφτών αμέσως παρατάει

και πια μπροστάρης στου λαού γίνεται την πορεία
που έχει για τέρμα της αγνή κι αθώα μια κατάσταση-
αθώα από διαφθορά, κλοπή και αλητεία:
που η νικήτρα τέρμα της είναι η επανάσταση.

Μα κτήνη ειν’ όλοι οι βουλευτές κι ολόπαχα γουρούνια.
Και πίνουν το αίμα του λαού και στον ιδρώ του πλένε.
Και είναι μέσα στη βρωμιά χωμένοι ως τα μπούνια.
Κι είναι οι χειρότεροι απ’ αυτούς οι που δεν κλέβουν λένε.

Γι αυτό και μες στα λίπη τους λεπίδι θα βυθίσει
και τη ζωή από το σαπρό κορμί τους θα χωρίσει΄
Και τότε μια θα χτίσουμε περήφανη πατρίδα
που κάθε θα ’ναι της παιδί του ήλιου της μι αχτίδα.

Γιώργης Χολιαστός





          ΚΑΡΑΜΑΝΛΉΣ ΟΜΙΛΏΝ

Πολύ κουνάς τα χέρια σου Καραμανλή
τη σκέψη σου για να βοηθήσεις τη θολή:

Τ’ απλώνεις, τα μαζεύεις ή τ’ ανοίγεις,
σ’ αόρατο κάτι γύρω τα τυλίγεις,
με τις παλάμες τους ευθειασμένες
γραμμές ευθείες χαράζεις, τεθλασμένες,
μπροστά σου κάθετες τις πας,
στο έδρανο τις ακμές τους ακουμπάς,
σαπάνου τις γυρνάς σε απορία,
μπροστά τις τείνεις σε διαμαρτυρία,
χωρίς ποτέ ν’ αγγίξει η μια την άλλη
και πάλι τις ανοίς, τις κλείνεις πάλι
και ολ’ αυτά γιατί; Για να μας πεις
πως τίποτα δεν έχεις να μας πεις…

Και πάνω στην καρέκλα σου κουνιέσαι
και πίσω  μια γυρνάς, εμπρός πετιέσαι,
γέρνεις μπροστά το χοντρουλό κορμί σου,
κρατάς για λίγο την αναπνοή σου,
σα για να δείξεις ότι δίκιο έχεις
και τ’ άδικο σε πνίγει-δεν τ’ αντέχεις…

Φουσκώνεις το κτηνώδες πρόσωπό σου
το στόμα σου συστρέφεις το άπληστό σου
το μάτι το μικρό σου όλο γουρλώνεις
τους γύρω σου θαρρώντας  πως τυφλώνεις,
και κρέμονται τα μάγουλά σου όλο
κι όλο η γλώσσα σου πάει πολυβόλο
που το λαό με κείνο σημαδεύεις
και τον πληγώνεις και τονε πεθαίνεις…

Καραμανλή ποιος τάχα θα σε μάθει
εκδικητές ο τρόπος σου πως πλάθει
εσένα κάποτε που θα πληρώσουν
(αν μέχρι τότε δε σ’ αρπάξει η Δίκη
και πάνω σου όλη Της ξεσπάσει η νίκη… )

Γιώργης Χολιαστός








ΕΛΛΙΠΉΣ ΕΠΙΜΈΛΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΊΑ
 (συνέντευξη ΚΚ σε Πρετεντέρη)

-Και όλο αυτό το σκάνδαλο κύριε Καραμανλή
που όλους μας επτόησε ασύνηθα πολύ
τι τέλος πάντων ήτανε; Θα μάθουμε ποτέ;
-Το Βατοπέδιο βέβαια εννοιείτε αγαπητέ!..
-Μάλιστα. Το μαντέψατε και δη μετ’ ευκολίας.
-Απλώς δεν το χειρίστηκα μετά επιμελείας!
-Έτσι, απλά; Και τέλειωσε νομίζετε το θέμα;
-Βεβαίως. Τα θα θέλατε; Να βλέπατε και αίμα;
Ήτανε μια των υπουργών μικρή απερισκεψία.
-Μα Πρόεδρε πουλήσατε τη γη την Ελληνίδα
σε μια Μονή. Τουλάχιστον έτσι εγώ το είδα
-Γιάννη μου όπως κι αν το δεις κι ό,τι γι αυτό κι αν πεις,
απλά η εποπτεία μου λίγο ήταν ελλιπής.
-Το λέτε τόσο φυσικά ωσάν να είναι σύνηθες
πρωθυπουργοί να φέρονται ως βλήτα και χαίνιδες.
-Οι κάλπες χώρας  μιας λωλής με ηλιθίους κατοίκους
δεν είναι διόλου ασύνηθες τέτοιους  να εκλέγουν τύπους.
Τι λες, πάμε να φύγουμε να πιούμε ένα ποτό;
-Πάμε. Με ό,τι άκουσα θέλω κι εγώ να πιω.

Γιώργης Χολιαστός











                ΑΠΟΧΉ ΚΛΠ

Η αποχή απ’ τις κάλπες δε μετράει.
Μετράει εκλογές να μην υπάρχουν.
Μετράει στου Λαού τα χέρια να ‘ναι
ο Νόμος κι η Εξουσία και η Τάξη.

Τότε όλα θα ‘ν’ ελεύτερα και δίκια
κι όλα θα βρουν τη θέση τους στον κόσμο.
Κι η ευτυχία τότε του Ανθρώπου
θα έχει απ’ Όνειρο Αλήθεια γίνει.

Τότε. Και μ’ ολ’ αυτά ποια έχει σχέση
όποια αποχή απ’ όποιο τόσο αστείο
καθώς η κάλπη και οι εκλογές τους-
αυτών των ηλιθίων υπανθρώπων;

Γιώργης Χολιαστός




          ΟΙΚΟΛΌΓΟΙ ΠΡΆΣΙΝΟΙ

Ψηφείστε Οικολόγους. Σας συμφέρει.
Θα ‘σαστε κερδισμένοι από χέρι
ανθρώποι τέτοιοι αν σας κυβερνήσουν-
όλα σας τα προβλήματα θα λύσουν.

Δουλειά θα ‘χετε όλοι Κι ο καθείς σας
κέρας Αμάλθειας θα ’χετε μαζί σας.
Κι ιδού με λίγα λόγια τα ωραία
που θα γινούν με πράσινους παρέα:

Δουλειά θα έχουν όλοι. Ο καθένας
θα εκτρέφει στο χωράφι του λεαίνας
και μες στο σπίτι του θα περποιείται
όποιο φυτό ή ζώο φανταστείτε.

Η ανεργία σας τέρμα επομένως.
Μα κι όποιος έρχεται στη χώρα ξένος
το ίδιο κι αυτός-απλά και νέτα σκέτα
θ’ αναλαμβάνει από μια καρέτα.

Ένα ένα τα εργοστάσια θα κλείνουν
το περιβάλλον μας να μη μολύνουν
και μη τους πελαργούς της Θράκης βλάψουν
ή το μεγάλωμα των δέντρων πάψουν.

Και δέντρα θα γεμίσουνε τη χώρα
ου μην μα και θηρία σαρκοβόρα
τα πάντα που άνω κάτω θα τα κάνουν
λες οι πολιτικοί μας δε μας φτάνουν.

Και (το θυμήθηκα όταν είπα «πάντα»)
γεμάτη θα ’ναι η τι-βι μας πάντα
κι έγνοια θα ’ναι όλη των ελλήνων
το σεξ όχι αυτών αλλά εκείνων.

Και κάθε που ένα πάντα θα γ…..
η χώρα σε χαράς θα πλέει μεθύσι
και όταν θα σωθεί ένα βατράχι
σωσμό η ευτυχία μας δε θα ’χει.

Γιώργης Χολιαστός














Ο Μήτρος πάει πρωί πρωί στου φίλου του το σπίτι
με απ’ τη δροσιά κρυώνοντας να τρέχει του η μύτη
ξυπνάει το Γιάννο και μ’ οργή κι αδύναμη μανία,
για τον Πρόεδρό μας του μιλά που είναι στην Δανία.

- Γιάννο μου απόψε ούτε λεφτό ο έρμος δεν κοιμήθηκα
κι αυτή ‘ν’ η αιτία που πρωί πρωί σου κουβαλήθηκα-
θέλω Γιαννάκο φίλε μου κάτι να σε ρωτήσω
και μη χωρίς απάντηση με στείλεις Γιάννο πίσω.
Μα προ παντός Γιαννάκο μου το χέρι μη σηκώσεις
και στον χοντρό και μαλακό σβέρκο μου προσγειώσεις.
-Λέγε ρε Μήτρο. Σήμερα δε θα σε δείρω ολότελα.
Ίσως τ’ αφήσω γι αύριο ή για πολύ αργότερα.
-Σ’ ευχαριστώ Γιαννάκο μου που τόσο είσαι καλός
εκτός απ’ το που κι έξυπνος τυγχάνεις ασφαλώς.
Πες μου λοιπόν Γιαννάκο μου χωρίς χρονοτριβή
πού της Δημοκρατίας μας ο Πρόεδρος κατοικεί;
-Στο μέγαρό του Μήτρο μου όπως το λενε όλοι.
-Και σε ποια αυτό το μέγαρο Γιάννο μου είναι πόλη;
-Μα στην Αθήνα βέβαια. Κι αυτή στη γη επάνω.
-Επρόλαβες τη δεύτερη ερώτησή μου Γιάννο.
Κι αφού λοιπόν πάνω στη γη ο Πρόεδρος εδρεύει
δεν ξέρει γιατί η έρημη Ελλάς δεν προοδεύει
κι ανάγκη έχει να ρωτά από τη Δανία πέρα
γιατί δεν παίρνουμε κι εμείς ενέργεια απ’ τον αέρα;
Στον Άρη ζει κι ως Αρειανός να ήταν απορεί
πίσω γιατί κι όχι εμπρός η Ελλάδα προχωρεί;
Δεν ξέρει για την άφθαρτη του έλληνα τεμπελιά;
Για την που αθεράπευτη τον δέρνει ανεμυαλιά;
Για τις κλοπές; Τα σκάνδαλα; Όλων τη διαφθορά;
Κι αν αιολικών τού χτύπησε πάρκων η διαφορά
που ’χει η Ελλάδα απ’ τη σωστή και πρόσβαρη Δανία,
μόνο γι αυτά τον Πρόεδρο τον τρώει η αγωνία;
Γιατί και γι άλλα ο σεβαστός Πρόεδρός μας δεν ερώτησε-
για την Παιδεία, τη Γεργία, για Υγεία που αρρώστησε,
για την Αλιεία, για Τουρισμό, για την Οικονομία,
για θάψιμο Πολιτισμού, για τέρας Εκκλησία;
Καθένα τους από αυτά θαρρεί καλά βαδίζει,
ή την αιτία γι αυτωνών το χάλι το γνωρίζει,
και στον Πρόεδρό μας έμενε μονάχα η απορία
γιατί ανθούν τα αιολικά τα πάρκα στη Δανία;
Δεν ξέρει ότι η πατρίδα μας σε όλα ειν’ εσχάτη-
κάτι που όλοι ξέρουνε σ΄όλης της γης τα πλάτη
κι ότι η Δανία αντίθετα πρώτη μετράει σ’ όλα
κι όλο μηνύματα παντού σκορπάει φεγγοβόλα-
κι ότι είναι δημοκρατική, πολιτισμένη χώρα-
τα ξέρουν όλοι Γιάννο μου-τι να στα λέω τώρα-
ας πούμε τη μικρότερη πως έχει διαφθορά
και ότι κλέφτης βουλευτής σ’ αυτήνε δε χωρά,
ή ότι η πιο κατάλληλη πόλη είναι η Κοπεγχάγη
κάποιος να ζήσει απά’ στη γη μες στ’ αστικά τενάγη;
Και έχοντας στο στόμα του γεύση ίσως μια πικρή
τη χώρα αυτή ο Πρόεδρος τη βάφτισε μικρή!
Τότε ποια χώρα θα ‘λεγε ο Πρόεδρος μεγάλη;
Αυτά Γιαννάκο-ερώτηση καμιά δεν έχω άλλη.
-Μήτρο μου αν είσαι συ χαζός και χάνος εναλλάξ,
όμως εγώ Μητρούση μου δεν είμαι διόλου βλαξ.
Γι αυτό και για τον Πρόεδρο δε θα εκφέρω κρίση.
Έτσι το ήθελε αυτός κι έτσι έχει αυτός μιλήσει.
Πρόεδρος είναι-μην ξεχνάς-όλων μας των ελλήνων
κι όταν το στόμα του μιλά μιλάει το στόμα εκείνων.
Αν ό,τι είπε Μήτρο μου εσένα δε σ’ εκφράζει
όμως αυτό άλλον έλληνα κανέναν δεν πειράζει.
Κι είδες πως κιχ δεν έκανε κανένας έλλην άλλος
είτε μικρός είναι αυτός είτε πολύ μεγάλος
όλοι τους τον αφήνουνε να λέει ό,τι φτάνει
μιας και να λέει μόνο μπορεί μα όχι και να κάνει.
-…Με είπες βλάκα Γιάννο μου ή έτσι εγώ ενόμισα;
-Ειτ’ έτσι Μήτρο μου ή αλλιώς γλαύκα στο Άστυ εκόμισα.
Μ’ αν σ’ είπα, να! Το λόγο μου τον παίρνω πάλι πίσω.
Δεν είσαι βλαξ μα κουτεντές-σ’ αρέσει να ελπίσω;
-Ναι Γιάννο μου, το κουτεντές πολύ γλυκό μου φαίνεται
και διόλου αυτό δε μ’ ενοχλεί και δε μου κακοφαίνεται.
Γεια σου Γιαννάκο κι αύριο θα σου ξανάρθω πάλι.
-Γεια σου΄ μα βιάση Μήτρο ας μη γι αυτό έχεις μεγάλη…











ΣΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΈΣ ΠΟΥ ΤΌΣΟ ΕΙΡΗΝΙΘΚΆ ΔΙΑΔΉΛΩΣΑΝ ΦΈΤΟΣ ΤΟ ΔΕΚΈΜΒΡΗ ΚΑΙ ΠΟΥ ΤΌΣΟ ΓΛΥΚΆ ΚΑΙ ΕΥΓΕΝΙΚΆ ΜΙΛΆΝΕ ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΎΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΕΝΤΕΎΞΕΙΣ ΤΟΥΣ


Μόνο που δεν επέσατε
στα γόνατα ρε φίλοι-
και μόνο που δε φάγατε
σαν πρόβατα τριφύλλι…

Μόνο που δε φιλήσατε
ποδιές κατουρημένες
καθώς δειλά προφέρατε
λέξεις υποταγμένες...

Η Ελλάδα κατακλέβεται
απ’ τους πολιτικούς σας,
και σας να δείξτε ευγένεια
στους φαύλους είναι ο νους σας.

Βγαίνετε και κλαιγόσαστε
ότι δε σας ταϊζουν
και κείνοι από μέσα τους
χλευάζουν κι ονειδίζουν.

Με πιάτου ένα φαγητό-
πού θε’ μου έχετε φτάσει!..-
μπορεί ένας κλέφτης υπουργός
όλους σας ν’ αγοράσει....

Λες και δικό σας το φαϊ
δεν είν’ που χλαπακιάζουν,
και πρέπει να επαιτήσετε
για να σας το μοιράζουν.

Τέτoιο ετούτο τον καιρό
κατάντια έχετε δείξει.
που ουτ’ έναν οι κουβέντες σας
δεν έχουνε αγγίξει.

Τα ίδια σας βλέπετε να τρων
αυτοί τα κρέατά σας,
και τους εκλιπαρείτε σεις
για εν’ απ’ τα κόκαλά σας...

«Σοσιαλιστή» έναν υπουργό
βρήκατε,και χαιρό ’στε!!!
Μπράβο σας! Κι εις ανώτερα!
Αετοί μου!..Δεν πιανό ’στε!!!...

Και πια,σας φταίνε οι βουλευτές-
δε σας ακούνε λέτε...
Μα όμως εξεχάσατε:
πρέπει και να τους κλαίτε...

Και πως τραβάτε είπατε
ένα σωρό μαρτύρια
(Κρίμα...πώς έγινε αυτό;
Βρε πράματα μυστήρια!...

Σεις τόσες τα ’χετε φορές
αυτά όλα ειπωμένα-
Πώς και οι υπηρέτες σας
Δεν τα ’χουν καμωμένα;)

Και τα λεφτά που δόθηκαν
στην κάθε μια Σχολή σας
δεν ξέρετε πού πήγανε...
Γκαρντάσια μου, άφερίμ σας!..

Μα μη σας γνοιάζει. Μία δυο
συνέντευξες ακόμα
και στο δικό σας τα λεφτά
θα έρθουνε το στρώμα...

Μον’ λείψατε να έχετε
μαζί σας και λιβάνι.
Και θυμιατό. Και άμφια.
Για δοκιμάστε...πιάνει!..

Όσο για ύφος...(δεν μπορεί
να πει το στόμα ψέμα),
κλαψούρικο ήταν αρκετά!
Και νερωμένο το αίμα!

Και θέλετε, αν καλάκουσα,
πολλές πορείες να κάντε.
Βλέπω ψηλά στοχεύετε,
δεν είστε άντε άντε...

Μία πορεία το λοιπόν
ακόμα ετοιμάστε
και θα σας σεργιανούν αυτοί
ενώ εσείς θα κοιμάστε...

Σφραγίδα κράτους θέλετε
δυο λόγια για να πείτε!...
Στους δρόμους θα σας έκοφτε,
ψοφοδεείς!, να βγείτε,

και φοβερά ν’  αστράψετε-
τα νιάτα όπως μπορούνε-
που ως και τ’ αστέρια όταν σας δουν
κι εκείνα να κρυφτούνε;...

Μα μια σταγόνα είστε και σεις
στο έλος που λεν Ελλάδα.
Μαύρη καπνιά από της σβυστής
της λευτεριάς της δάδα.

Της τύχης σας είστε άξιοι-
της ατυχιάς σας ήτοι:
μην ξεσηκώνεστε-μπορεί
ν’ ανοίξει καμιά μύτη...

Και ο …σεμνός σας πρύτανης
ωραίο σάς ήταν ταίρι!
Μα μπρος! η φιέστα τέλειωσε-
φιλήστε του το χέρι

και πέστε του τού αναρχισμού
θα βγάλτε τη σημαία
και θα ’ναι πάλι στο εξής
όλα όμορφα κι ωραία.

Και πια καθείς στο σπίτι σας
ωραία ωραία καθήστε,
τα χέρια σας σταυρώσετε
κι απ’ το θεό ζητήστε.

Έτσι θα πάρτε πιο εύκολα
εκείνα που ζητάτε
πόρτες ατσάλινες παρά
με άνθη να χτυπάτε.

Πιο, έτσι, θα΄ναι πιθανό
να σας ακούσει κάποιος,
απ’ όσο είναι ένας νεκρός
να ζωντανέψει, σάπιος.

Μα φίλοι μου, ή λαθέψατε
ή έχετε κακομάθει-
αυγά κανένας με πορδές-
πασίγνωστο- δε βάφει.

Στεφάνια αν θέλετε χρυσά
το Δίκιο να σας πλέξει,
δεν είναι «ζητιανέψετε»,
«αρπάξτε!» είναι η λέξη!

Για να φλογίσει, φίλοι μου,
ο ήλιος της Πατρίδας
θέλει-αλίμονο!-κορμιά
στη ρίζα κάθε αχτίδας.

Δε θέλει ζητιανέματα
και σαχλοκαταλήψεις.
Δε θέλει κανακέματα
και γλύψιμο όπου φτύσεις.

Δε θέλει μέσα χώσιμο
του κεφαλιού στην άμμο΄
δε θέλει με κακομοιριά
και με ραστώνη γάμο.

Δε θέλει «σας παρακαλώ»,
δε θέλει «ελεήστε!..»
Θέλει έργα. Θέλει πόλεμο.
Θέλει ζωές να σβήστε.

Θέλει στα μάτια φλόγισμα.
Θέλει στο χέρι αξιότη.
Θέλει την άκρατην ορμή
της νεολαίας την πρώτη.

Δε θέλει με τους άδικους
κουβέντα πουλημένη.
Δε θέλει λόγια όμορφα
κι έκφραση μια θλιμμένη.

Ελευθερία φέρετε!
Αυτός ειν’ ο αγώνας!
Αν όχι, σκλάβους θα σας βρει
κι ο άλλος ο αιώνας.

Αλλιώς σας μυκτηρίζουνε
και σας οικτίρουν όλοι-
και οι φτωχοί κι όσοι έχουνε
γεμάτο πορτοφόλι.

Όλων το ντρόπιασμα είσαστε
σεις τότε των ελλήνων
μιας και μιλάτε στ’ όνομα
μα και στη θέση εκείνων.

Κανόνες δημοκρατικούς
μη θέτε να τηρείτε
όταν με ανύπαρκτους μιστούς
και με υποτέλεια ζείτε;

Αν ναι, να τη χαιρόσαστε
τέτοια δημοκρατία.
Μα ό,τ’  είναι Ανθρώπινο,
σχέση μ’ εσάς καμία.

Κανόνες που εθέσπισαν
οι φαύλοι αν ακλουθάτε,
μες στο τσουβάλι τους δετοί
σε λίγο θα μετράτε.

Μα φαίνεται πως το ’χετε
Φίλοι μου αποφασίσει
τα μάτια σας στη λογική
καθείς σας να τα κλείσει.


Μπάτε στο Σύστημα λοιπόν
κι εσείς , καλοί μου φίλοι:
η που σ’ αυτό σας οδηγεί
ορθάνοιχτη ειν’ η Πύλη.


Δε σώζεται αδέρφια μου
η χώρα με τα λόγια
ούτε με μια που θα ’ρχονταν
από ψηλά ευλόγια.

Λοιπόν τραβάτε στο καλό
και στην καλή σας ώρα.
Με νέους ως σας-όχι, δε ζει
μα θάβεται μια χώρα.

Ξίφος εδώ χρειάζεται
και όχι δεκανίκι.
Με νέους άπραγους κι ωμούς
ποτέ δε θα ’ρθει η νίκη.

Ίσως φιλόσοφοι πολύ
μια μέρα εσείς να γίνετε,
μα του Αγώνα τη φωτιά
φίλε μου, έτσι τη σβήνετε.

Κι αν σ’ όλες μέρος λάβατε
τις που ’γιναν πορείες.
γι αγρίους είναι μόνο αυτό
καλοί μου ιστορίες.

Τους πλούσιους και τους ισχυρούς
αν δεν ταρακουνήστε,
ούτε ο αγώνας, ούτε συ
τίποτα θα κερδίστε.

Το κράτος τους συθέμελα
να τρέμει αν δεν το κάνετε
ζήτουλες όλοι  έζήσατε,
ζήτουλες θα πεθάνετε.

Αγκάθι αν πολύαλγο
δεν είστε στο πλευρό τους
τότε νερό είστε γάργαρο
για τον νερόμυλό τους.

Στην άκρια η πέτρα αν δε βαλθεί
άβατος μένει ο δρόμος.
Αν δεν σκοτώσεις το θεριό
δε σταματάει ο τρόμος.

Και με πορείες σαν αυτήν
που έκανες τις προάλλες,
των φοιτητών το κίνημα
κατρακυλάει τις σκάλες.

Τον λιόντα , μον’ του κυνηγού
η σφαίρα θα τον χάσει.
Τα ξόανα τώρα ειν’ άχρηστα΄
ένας ο Θεός: Η ΔΡΑΣΗ!

Νέε, κάτσε στην καρέκλα σου
και γράφε στον κομπιούτερ.
Και για να μην κουράζεσαι
κάνε πορείες με σκούτερ…

Μ’ από τα νιάτα δε ζητά
ο λαός μακάριον ύπνο΄
ζητάει γεύμα γιορτινό
κι ίδιο για όλους δείπνο.

Δε θέλει να κρυβόσαστε
πίσω από τα βιβλία.
Θέλει ακράτηγη ορμή.
Κι η βία θέλει βια.

Αλλιώς και σάς εμπαίζετε
τους ίδιους, και το λαό σας,
που έχει κάνει δίκιο του
το δίκιο το δικό σας.


Μα να τελειώνω. Έγραψα εγώ
λόγια εδώ φλογάτα,
μετά τα «γράψατε» κι εσείς,
κι ούτε ζημιά ούτε γάτα.

Λοιπόν αντέστε κάνετε
κι άλλη καμιά πορεία,
κι αφήστε όσους μάχονται
να γράφουν Ιστορία.




ΚΛΕΊΣΙΜΟ ΒΟΥΛΉΣ
Κι αφού σιγούρεψε ότι κανείς
στη φυλακή δε θα ’μπει βουλευτής
μετά άφησε λυτή τη Δικιοσύνη
να κάνει τη δουλειά της πια και κείνη.

Γιώργης Χολιαστός



Κασίμης: "Ό,τι δεν ειπώθηκε δεν είναι καμωμένο"!

Κασίμης στον Βελόπουλο για το μακεδονικό αεροπλάνο:

Τι το ’πες ρε Βελόπουλε; Αν δεν το είχες πει
χαμπάρι ποιος θα το ’παιρνε; Ζημίωσες τη χώρα!
Τώρα όλ’ η γη το έμαθε πως το αεροπλάνο
που ’φερε τον Μιλόσοσκι έγραφε «MACEDONIA»…

Καραμανλής
Πες τους τα μωρέ Θόδωρε! Ν’ αγιάσει σου το στόμα!..
(Θα το ‘χουνε οι Θόδωροι λόγια σοφά να λένε)
Έτσι η αντιπολίτευση και μ’ όλα τ’ άλλα κάνει:
Για τα ομόλογα αν κανείς δεν είχε βγάλει βρώμα
ποιος άλλος θα το μάθαινε πλην από μας τους κλέφτες;
Κι αν για τη Ζήμενς μας κανείς δεν είχε μιλημένα
ποιος άλλος θα το ήξερε πλην του Χριστοφοράκου;
Ρουφιάνοι που προδίνουνε στον άθλιο το λαό
ό,τι οι σπουδαίοι κάνουμε μείς-εμείς! οι κυβερνώντες!;..
Κοιτάτε ρε τις βρώμες σας κι αφήστε τις δικές μας…
Είπαμε μεις κάτι για σας απ’ ό,τι έχετε κάνει;
Πέσαμε τόσο χαμηλά καθώς η αφεντιά σας;
Μπερδέψαμε μεις το λαό με τα υψηλά μας κόλπα;
Αχάριστοι! Γιατί μωρέ αυτό το ’χετε κάνει;
Κλέψατε, σας εκρύψαμε. Κλέψαμε μεις, το λέτε!
Που ειν’ η συναδερφότητα των βουλευτών ; Πού είναι
η άγια συν-τροφικότητα (όνομα εδώ και πράμα)
ν’ αλληλοκαλυπτόμαστε οι δυο μας στις κλεψιές μας;
Σ’ αυτή η δημοκρατία μας να φτάσει την κατάντια
ποτέ δεν το περίμενα. Και σας πρωθυπουργός σας-
που παναπεί σαν αρχηγός της Κρατικής Μαφίας-
σας προσκαλώ: καλύψτε μας-βοηθήστε μας και σώστε
όσους και τώρα κλέβουνε και δε θα μετανιώστε:
όταν και σεις με το καλό κυβέρνηση γινείτε
κι αφού σας παραδώσουμε ό,τι έχει απομείνει
κλέψτε όσα θέλετε και σεις και -δω είμαστε, θα δείτε
πως προδοσιά από μέρους μας καμία δε θα γίνει.

Γιώργης Χολιαστός














ΥΠΟΥΡΓΌΣ ΥΓΕΊΑΣ-ΓΙΑΤΡΟΊ-
ΝΟΣΟΚΌΜΕΣ-ΆΡΡΩΣΤΟΙ-
ΝΟΣΟΚΟΜΕΊΑ

Έλληνα αρρώστησες; Εχάθης!
Γιατί μες στα νοσοκομεία
γιατρειάς ελπίδα δεν θα έχεις
έστω κι αν θέση βρεις καμία.

Δίχως ευθύνη νοσοκόμες,
γιατροί που άφαντοι είναι όλοι
και που ορατοί γίνονται μόνο
αν θα μυρίσουν πορτοφόλι,

και υπουργός που όλο εγκαίνια
νοσοκομείων άδειων κάνει
κι ισορροπίες τηρεί μονάχα
ώσπου αισίως να…την κάνει…

Γελοίε κι άμοιρε έλληνά μου
κοίτα φτωχέ μην αρρωστήσεις
γιατί ούτε σάλιο σου αφήσαν
κακόμοιρε, για να «τα φτύσεις»…






ΠΕΤΡΟΎΛΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΟΎΛΕΣ

Η Πετρούλα κάθε βράδυ
πρόσωπο, φωνή αλλάζει,
κι όλο σειέται και λυγιέται
και τους άνοες διασκεδάζει.

Έτσι κι οι πολιτικοί μας
βάζουν πρόσωπο άλλο κάποιο
και αφήνοντας στην πάντα
το ορίτζινάλ τους σάπιο,

πόζες παίρνουνε γελοίες
και ακκίζονται ολοένα
 λέγοντας συνέχεια λόγια
ψεύτικα και διεφθαρμένα.

Μια Πετρούλα ο καθείς τους
πορνικά φέρονται πλήρως
λέγοντας τα λόγια εκείνα
που οι χαζοί ποθούν απείρως.

Κι ενώ είναι κουμπωμένοι
ως απάνω στο λαιμό τους
τώρα ημίγυμνοι χορεύουν
ξεγελώντας το λαό τους.

…Με πολιτικούς Πετρούλες
και με τα που παίρνουν μέτρα
οικονομική μια τώρα
μαγειρεύεται η Καζέρτα.






ΟΙ ΑΠΟΡΟΎΝΤΕΣ ΞΈΝΟΙ,
H ΑΝΆΔΕΛΦΗ ΕΛΛΆΔΑ, H
ΚΡΊΣΗ ΤΗΣ , O ΛΑΌΣ ΤΗΣ ,
ΤΟ ΤΈΛΟΣ ΤΗΣ.

Όσοι μυαλό στην κεφαλή
έχουνε κι όχι άχυρο
κι ένα κρατούν στην κεφαλή
πάντ’ ανοιχτό παράθυρο,

«Γιατί δεν εξεγείρονται»,
λένε, «ο λαός ενάντια
σε κείνους που τους έφεραν
σ’ αυτήνε την κατάντια-

έξω να βγουν, να σπάσουνε,
να κάψουν, να ρημάξουν,
τα σάπια ν’ αφανίσουνε
και νέα γερά να φτιάξουν;»

Το λεν γιατί δεν ξέρουνε
πως όλοι στην Ελλάδα
ένας τον άλλον κλέβουνε
αντρόπιαστα κι αράδα.

Και αφού κλέβει κι ο λαός,
«με μούτρα τι;», ρωτάει,
«θα πω εγώ στον άλλονε
εμέ να μη μαδάει;»

Γι αυτό και, φίλοι γνωστικοί
που ζείτε σ’ άλλες χώρες
κίνηση ευθεία μην ψάχνετε
να βρείτε στις αιώρες:

αυτές θ’ ανεμοδέρνονται
συνέχεια πάνω κάτω,
κι όταν-ως τώρα-σπάσουνε,
θα ’ναι για πάντα ΚΆΤΩ…

Γιώργης Χολιαστός








   ΧΡΥΣΑΦΙ

Δεν ξέρω αν είστε σεις. Μα όποιοι να ΄ναι
χρυσάφι για τον τόπο μας μετράνε-
ανασασμό απ΄τη βροχή μάς δίνουν
και την ντροπή μας λίγο την ξεπλύνουν.

Με τις χειροβομβίδες που πετάνε
με Λευτεριάς κρασί λες μάς μεθάνε,
κι οι ήχοι που οι σφαίρες τους αφήνουν
στις πίκρες της ψυχής Χαρά ξεχύνουν.

Ας τους φυλάει ο θεός της Αναρχίας,
την ησυχία για να χαλούν της Βίας.
Και είθε όσο πάει να πληθαίνουν,
να γίνουν γρήγορα Ταξιαρχία,
κι οι εξουσιαστές που τότε θα πεθαίνουν
να μη χωρούν στου Χάροντα τ΄Αρχεία.