ΣΑΣΤΙΣΜΕΝΕΣ
(Από τον καιρό που ήμουνα στην Αμερική και δούλευα στο εργοστάσιο)
Ένα πρωί. 0 καφές να βράζει
τo ράδιο να παίζει διαφημίσεις
ο ήλιος έξω μύτη να σκάζει
και συ τις μηχανές να ’χεις ν'αρχίσεις.
Σα νέφη απ' το βοριά κυνηγημένα
να τρέχουνε οι σκέψεις στο μυαλό σου.
Επάνω στο τραπέζι αφημένα
τετράδια, το πουλόβερ, το στυλό σου…
Να χύνετ’ ο καφές και να ξεχνιέσαι
με θύμησες της ζήσης περασμένες
στα χάη που σου λεν «μέσα μας. πέσε»
αρνήσεις να ψελλίζεις σαστισμένες.
(Στη Ρωρερκάρ που με φοβόταν, απάντηση σε ένα υποθετικό της γράμμα)
….πως θα προσπαθήσω δηλαδή να δημιουργήσω ένα περιβάλλον ήρεμο και ευχάριστο για σας.
Δεν ξέρω αν το ποίημα αυτό καταφέρνει να πει όσα πρέπει. Και ας είσαστε επιεικής στην κρίση σας γιατί και βιαστικά γράφτηκε και..."αδιόρθωτο" σας το δίνω (τώρα που αρχίσαμε να μιλάμε, έστω με γράμματα, νοιώθω λιγότερο ένοχος από πρώτα, να αφήνω ένα μου ποίημα να έρθει σε σας χωρίς δεύτερο κοίταγμα).
Ελα' το τζάκι αναμμένο στη γωνιά
και η ζεστή φλοκάτη δίπλα του στρωμένη
έλα' απ' την τόση που 'δειξά σου
απανθρωπιά
είμαστε τόσο και οι δυο μας κουρασμένοι...
Έλα. Απόψε απαλά θα σου μιλώ'
άκρη θα βάλω όποιαν άλλη θέλησή μου
κι ένα παιδάκι θα 'μαι εγώ καλό
κι ένα μωρό γλυκούλι εσύ μαζί μου.
Έλα, Απόψε τα όποια αγγίγματά μας
την τρυφερότη μοναχά θα υπηρετούν'
απόψε λες νεκρά πως θα 'ναι τα κορμιά μας
και μόνο οι δύο οι ψυχές μας θα μιλούν.
Έλα κοντά μου βελουδένια μου κυρά'
έλα κοντά μου απαλόχνουδέ μου κύκνε
και μες στης λίμνης μας τα ήρεμα νερά
τις απαλές ματιές σου μόνο απόψε ρίχνε.
Δες, τα φουσάτα σα μας βλέπουν του βοριά
φοβούνται με την ηρεμία μας να παλέψουν
καθώς φοβούνται τα πουλάκια το σποριά
κι άπελπα μένουνε ότι καρπό θα γέψουν.
Έλα και δώσε μου στο μέτωπο φιλί
κι ένα να δώσω εγώ στ' αβρό μικρό σου
χέρι
κι ας γίνουμε απόψε αγάπη μου απαλή
ένα που αγνότερο στη γη δε 'φάνη ταίρι.
Έλα. Την ακριβή σου αγνότητα εγώ
με τα ποθόπλαστα γραφτά μου έχω ταράξει.
Μα έλα-σχώραμε και άσε να οδηγώ
και σε και με στης ηρεμίας μας την τάξη.
Έλα καλή μου αφού η Μοίρα το ζητά.
Έλα. Οι άνθρωποι πολύ μικροί μετράμε
μπροστά σε κείνης τα αξεφεύγατα γραφτά
κι «όχι» σε ό,τι πει ας μη της απαντάμε.
Έλα αγάπη μου γλυκειά που ομορφιά
γεμίζεις όποιονε κοντά σου πλησιάζει.
Έλα Κι ας διώξουμε μακριά την ακεφιά
που και τους δυο μας τελευταία εξουσιάζει.
Έλα που γλύκα από το στόμα σου σκορπάς
κάθε που να μιλήσεις θα τ' ανοίξεις.
Έλα που φως γεμίζει ο τόπος όπου πας-
έλα το δρόμο της αγάπης να μου δείξεις.
Έλα κορμάκι μου απαλό καθώς φτερό,
έλα και γείρε απαλά στην αγκαλιά μου.
Έλα μαλλάκια μου χρυσάφι λαμπερό
φωλιά να κάνεις κάτω απ' τα δικά μου.
Έλα χειλάκι άταιρο στην πλάση εντός.
Έλα κι ανέγγιχτο κι αφίλητο θα μείνεις'
τη μήτρα ποιος θα ετολμούσε του παντός
σε βρόχια έρωτα να μπλέξει κι αέρα δίνης;
Έλα νεράϊδα εφηβικού παραμυθιού
που με τα λόγια σου οι vιοι αποκοιμιούνται
κι όταν το βάρος διώξουν του ύπνου του βαθιού
σ! αγάπης δρόμο τρέχουνε και ξεπερνιούνται.
Έλα μωρό μου συ γλυκό και τόσο αγνό.
Έλα και η αγνότη σου δεν κινδυνεύει.
Μέσα της ξένος της σα να 'μαι θα χαθώ
καθώς σκια στης νύχτας χάνεται τα ερέβη.
Γλυκό, αξιολάτρευτο, σεπτό μωρό
που γάλα ακόμα εσύ δεν έχεις αποκόψει,
πώς να σ' αγγίσω έτσι αβρό και τρυφερό
που ούτε να δω μπορώ την όλο φως σου όψη...
Του κόσμου του άσχημου σοφή νικήτρα
εσύ,
πώς όλα γύρω, πέρα, εντός μας
ομορφαίνεις-
σα μάγισσα καλή πώς σκόνη μια χρυσή
σκορπάς τριγύρω σου καθώς μόνο
διαβαίνεις…
Στολίδι εσύ όλου του κόσμου μας λαμπρό
απόψε θα στολίζεις μόνο εμάς τους δύο
και θα 'βρεις μέσα μου καί μέσα σου θα βρω
τη φλόγα που για πάντοτε διώχνει το κρύο.
Θεία κι ολόγλυκια-πανώρια μουσική,
έλα και στ' άϋλα φτερά σου ανέβασέ μας
και κράτησέ μας όλη αυτή τη νύχτα εκεί
και στου πρωιού το θόρυβο μόνο κατέβασέ μας.
Μη τα ίδια σου τα μάτια αγάπη μου αγαπάς'
στρέψε και δίπλα σου-θα δεις εκεί εμένα
να σ' ακλουθώ πιστά όπου ήθελε με πας-
μη αυτά τα μάτια σου για με τ' αφήνεις ξένα.
Προσκέφαλο να! κάνω εγώ πολυαπαλό
των δυο μου των χεριών την άδεια αγκάλη
και πάνω του να γείρεις λατρευτή μου σε
καλώ
το που μεθώ σα δω ανθένιο σου κεφάλι.
Στο σώμα μου επάνω ωραία θ' απλωθείς
όχι για κάποιου έρωτα τραχιού ταξίδι
μα στα ωραία τ' ανθολιβάδια να βρεθείς
άνθος εσύ ακριβό στ' άλλα του ωραία είδη.
Μπουμπούκι ακριβό μου εσύ, έλα κοντά
σε με που στρώση χρυσαφιά σου 'χω ετοιμάσει
κι ως για τον άνεμο την πόρτα που βροντά-
όποτε θες με μια ματιά σου θα ησυχάσει.
Γλυκιά μου με ό,τι έχω πάνω μου αγνό
μ' αυτό μονάχα σα θα 'ρθεις θα σε σκεπάσω
καθώς πουλάκι ανυπεράσπιστο μικρό
σκέπει απ' όλα τα κακά το πλούσιο δάσο.
Με απρόσμενα δειλές ματιές θα σε κοιτώ
μη κάποια πλέον θαρρετή θα σε προσβάλει
και στα δυο χέρια μου έτσι δα θα σε κρατώ
καθώς της νύχτας ο ουρανός το μαύρο σάλι.
Στο στήθος σου θα βλέπω εγώ μόνο το φως
που μου φωτάει ανεμπόδιστο το μάτι-
πόθους απόψε αυτό-δεν ξέρω πώς
μα να γεννά πιο ωραίο θα το 'μποδίζει κάτι.
Τα πόδια σου απόψε θα 'χουν σκεπαστεί
με μιας αγνότητας τα ευφρόσυνα τα ρούχα
και θα 'χει απόψε από μέσα μου χαθεί
κάθε που ως χτες για κείνα πάθος που 'χα.
Τα όμορφα τα μάτια σου θα με φωτούν
και θα με λούζουν απαλά-δε θα τυφλώνουν'
όπως το θες απόψε όλα θα γινούν
και όλα ήρεμα τριγύρω μας θ' απλώνουν.
Η γη στο χάος απορημένη θα σταθεί
και θα τρομάξουν πάνω της όλ' οι ανθρώποι
τους δυο μας βλέποντας κανείς να μην
ποθεί
μόνο να λάμνουμε μες σ' ένα φωτοκόπι.
Κι εσύ θα είσαι στη δική μου αγκαλιά
σαν που όσα βλέπουμε είναι μες στη φύση.
Και όλα συ θα 'χεις ξεχάσει τα παλιά
που τόσο σ' είχανε καλή μου ταλανίσει.
Ένα σταμάτημα στο γρήγορό μου βήμα
το γράμμα σου μ' ανάγκασε καλή να κάνω
και να ηρεμήσω καθώς τ' άγριο το κύμα
στη 8άλασσα ηρεμεί κάποτε πάνω.
Έλα αγάπη μου να ζήσουμε αυτή
τη νύχτα που μπορεί για μας να γίνει
πνοή, που αγγίζοντας την άμμο την καυτή
τη δρόσο που 'χει αυτή ανάγκη να της δίνει.
Έλα καλή μου' ο πόθος άφαντος-να, δες,
κι όλα προσμένουν ήσυχα τον ερχομό σου.
Απόψε όλες οι νεράιδες οι καλές"
τον δρόμο αγάπη μου ζηλεύουν τον δικό
σου.
……………………….
Ο Πύργος της Βαβέλ
Αδυναμία δε νιώθαν. Μια πλήξη μόνο φορές φορές,
αγέρωχοι για ό,τι εκάναν.Το μυαλό τους
καθόλου στροφές δεν είχε-όλα ίσια,
σαν τη γραμμή που έφτιαχνε
στον ουρανό ανεβαίνοντας, ο Πύργος.
KΙ αγαπημένοι αναμεταξύ τους.
Με κοινά τα όριά τους όλα
χωρίς προκατάληψη.
Ώσπου μια μέρα κάτι εφύσησε γύρω τους.
Μικρό, απότομο και σιγανό
σαν τίναγμα φιδιού προτού, πικρά, δαγκώσει.
Τους άγγιξε παντού.
To νιώσαν μ' όλες τις αισθήσεις τους.
T’ αυτί ετρόμαξε στον ξένον ήχο.
To μάτι έκλεισε για μια στιγμή
σα μιαν αυλαία θεάτρου που είχε ανοίξει
και δε φανέρωσε θεατές, ή καθώς φέρετρο
για να μη δείξει αποτρόπαιο κάτι
κλείνει. Και ριγήσαν τα κορμιά. Και μες στο οτόμα
παράξενα συσπάοτηκεν η γλώσσα.
Όταν
αφού τους διαπέρασε
η πνοή εχάθη
συνήλθαν ξένοι, άγνωστοι, εχθροί αναμεταξύ τους.
Με λέξεις ανυπότακτες.
Η ύπαρξή τους όλη ακατανόητη.
Και πλάϊ εκεί
αδημονία γεμάτος.
ένας μισοτελειωμένος Πύργος.
Και σκορπίστηκαν σ' όλη τη γη.
(Λε’ίπει το πρώτο τετράστιχο,
όταν βρεθεί θα μπει εδώ ή σε νέα εγγραφή)
Αχ ό,τι αισοανομαστε δεν πρεπεί να λέμε
μπορεί ο πλησίον να παρανοήσει
αντί να νελάμε πρέπει να κλαίμε
αν αυτό η παρέα της στιγμής απαιτήσει.
Δεν πρέπει ν’ αγκαλιάσουμε την Ιουλία
κι ας έχουμε χρόνια πολλά να τη δοΰμε'
να βάλουμε πρόωρα πρέπει τελεία
στην πρόταση που είχαμε σχεδιάσει να ποϋμε
Ω! Δεν πρέπει ν’ ανοίγουμε λεπτές συζητήσεις
γιατ' ίσως πληγεί ο πλησίον καιρίως΄
δεν πρέπει ν' ανοίγουμε τις καρδιές μας επίσης
ούτε όταν μιλάμε εναερίως,
Ας φεύγει ο πλησίον με γρήγορα βήματα
ας κλείνουν επάνω μας σαν τάφοι τα κύματα-
τά λόγια μας πρέπει να κρύβουν τα αισθήματα
πρέπει-αχ πρέπει-να τηρηθούν τα προσχήματα.
ΧΩΡΙΣΜΟΊ ΑΙΜΆΤΩΝ
Με κοίταξε καθώς δεμένος ήτανε στο μπράτσο της γυναίκας του.
Χωρίς να κινηθεί "κύττα τον…" είπε.
Μπλεγμένοι οι δυο τους σαν μια στήλη διπλή, στριφογυριστή, ασάλευτη, με
κοίταζαν καθώς ηγεμόνες ένα δούλο, που ξαφνικά, χωρίς τη θέση χου να
λογαριάσει στέκει μπροστά τους και τολμάει να τους μιλεί.
Ήταν η πρώτη μέρα που είχα έρθει από πολύχρονο, μακρινό ταξίδι, αφόρητα διψασμένος.
Και κείνος με κύτταζε ακίνητος, με μιαν έκφραση στο πρόσωπο ιερέα που θωρεί σατανά, ήρεμος όμως γιατί εγνώριζε καλά τη δύναμη του σταυρού, που με τη μορφή
παγόχτιστου θηλυκού στεκόταν δίπλα του, ευλογώντας με τη στάση του την αδιάφορη και με την πετρωμένη σε σύμπνοια έκφραση του προσώπου του, τη στάση του συντρόφου του.
Ο χώρος ήταν το νοσοκομείο για στηθικά νοσήματα.
Ήταν η στιγμή που το αίμα χωρίστηκε οριστικά.
Α-ΔΕΛΦΌΣ-Α-ΔΕΛΦΉ
α-δελφος-α-δελφή .
To άλφα όχι αθροιστικό
αλλά στερητικό είναι βεβαίως'
τα λεξικά δεν ξέρουνε τι λένε.
Και να οι στερήσεις του ανάδελφου:
Στέρηση ψεύτικης αγάπης,
συντροφιάς βιασμένης στέρηση.
στέρηση εντιμότητας πλαστής
στέρηση τεχνητής αλληλεγγύης.
Στέρηση ανοχής απατη\ής
κι ευαισθησίας νοθευμένης.
Στέρηση προαίρεσης κακής,
κυρίως όμως υποκρισίας στέρηση συμπιεσμένης κάτω από χαράς μιμήσεις
κι από λογοδιάρροιες.
Στέρηση βοήθειας υστερόβουλης,
στέρηση της ιδιαιτερότητας εκείνης
που η λέξη αδελφός
κάνει,
ψευδώς,
να εξυπακούεται και να εννοείται
στη σημασία τη δημώδη της.
Στέρηση μίσους,
στέρηση αηδίας,
στέρηση τεχνητής ευδιαθεσίας.
Στέρηση τέλος όλων κείνων που αποκτάς ξεπέφτοντας στη στέγη όποιου εχθρού.
Κι ακόμα
στέρηση χρημάτων υπεξαιρεμένων,
πραγμάτων χρήσης καθημερινής-
κλεμμένων-
στέρηση κατατρεγμού
και στέρηση μακρόχρονης
(και ευτελούς)
συνήθειας.
Στέρηση λοιπόν,
Έλειψη,
Αφαίρεση.
Απουσία, τόσων δεινών,
τόσων φραγμών
και τόσης δυστυχίας.
Στερητικό λοιπόν κάθε κακού το άλφα
που υποφερτή την έννοια αυτής της λέξης κάνει
ίδια καθώς η στέρηση αδερφού και αδερφής
κάνουν το βίο μας υποφερτόν
Εμείς τουλάχιστον έτσι το προσκυνούμε
και το δεχόμαστε και TO τιμούμε.
KPITH...
Κριτή, εσύ που κρίνεις τα γραφτά μου,
να ξέρεις ότι δε θα σκοτιστώ
αν άξιο συ μου κρίνεις το μιστό
ή με μανία τα πατήσεις χάμου.
Δε γράφτηκαν για σένα όλα τούτα.
Ανάγκη είχε για δόσιμο η ψυχή
και τα 'δωσε ως πιστός την προσευχή
κι όπως το δέντρο ξεχειλίζει φρούτα.
Γι αυτό κριτή σου λέω πως δεν αξίζει
με τέτοιες ιστορίες ν' ασχοληθείς'
και κάνε όπως κάνει ο καθείς
που βλέπει, προσπερνά και δεν αγγίζει.
Προσπέρνα. Μα σκοπό τέτοιο αν δεν έχεις
πρόσεξε: στ' άγγιγμά τους θα καείς
(κι αν όχι τότε θα 'σαι αδαής
και πάλι πρέπει απ' αυτά ν' απέχεις).
ΤΑ ΛΟΥΚΟΎΜΙΑ
15-6-05:
Εγώ: "Αύριο πάω Πάτρα! Τι θέλετε από κει;"
Άννα: "Λουκούμια!..Αστειεύομαι βέβαια..." (δεν αστειευόταν)
16-6-05. Παίρνω μερικά λουκούμια από Πάτρα να τα φάμε όλοι μαζί.
17-6-05. Να μη γράψω κι ένα συνοδό ποιηματάκι που να εξυμνεί την ομορφιά της Άννας; Να γράψω.
ΤΑ ΛΟΥΚΟΥΜΙΑ
(για την Άννα, αν και της παραπήγαινε.
Μα ήτανε η ανάγκη μου να νιώσω κάπου οικείος)
Ξέρω-θα με ρωτήσεις γιατί πήγα
και λουκουμάκια σου 'χω φέρει λίγα.
Γι αυτό και την απάντηση γραμμένη
την έχω από τα πριν ετοιμασμένη.
Καθώς παραξενιές έχουμε όλοι
σ' όποια κι αν ζούμε της πατρίδας πόλη
έτσι κι εγώ για γούστο και καπέλο
να τι παράξενα είχα πάντα "θέλω":
Στη ζήση αυτή μου ήθελα την άχαρη
να δω τη ζάχαρη να τρώει ζάχαρη.
Να δω τη γλύκα γλύκα να δαγκώνει
κι η μία από την άλληνε να λιώνει.
Nα δω ήθελα κλεισμένο ένα λουκούμι
σ' ένα γλυκύτερο απ' αυτό λαγούμι
και προσωπάκι ένα ευτυχισμένο
σαν από έρωτα λες λιγωμένο.
Να δω την ομορφιά που μας μαγεύει
να μη μιλάει αλλά να μας νεύει
καθώς τα δυο χειλάκια τα γραμμένα
θα 'ναι με ζάχαρη πασπαλισμένα.
Και τέλος γιατί θέλω στη γυναίκα
που σ' ομορφιά και χάρη παίρνει δέκα
κάτι κι εγώ να δώσω που ως τα τώρα
μονάχα κλέβω απ' αυτήνε δώρα.
(Το πρώτο και το δεύτερο ποιήματα που έγραψα στα Αγγλικά)
LESSON OF POETRY NUMBER ONE
In order to write a poem
the hand is not enough;
you have to have a head
with a mouth that doesn't laugh.
In order to write a poem
your soul must ever cry –
in order to write a poem ;
If not, don't even try.
THE DEVIL AND A WOMAN
The Devil. sitting on His throne up-there
He saw down here a woman coquettish and fair.
"That evil. dirty creature. will be mine"
He said "Before I count even to nine".
He takes His tools. His summons brings,
He bears all His strange and frightful things,
His slaves His servants His sons He calls-
His eye-sockets two red hot balls.
The woman "My Lord. my Master" says to Him
"My Lord. leave quiet Your faithful team-
Since from man to man You created me to go,
Then, I already am Yours. as far as I know».
ΑΗ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Αη-Δημήτρης. Επιτάφιος. Η σεμνή περιφορά
Τοσ' ωραία Επιτάφιος πρώτη μ' άρεσε φορά.
Γιατί σ' εν' απ' τα κορίτσια που κρατάγαν τ' άγια σκεύη Εξεχώρισα των μαύρων των ματιών σου τα ερέβη.
Με το κόκκινο φουστάνι το μετάξινο ντυτή
Συ δεν ήσουν σ' επιτάφιο αλλά σ’ Έρωτα γιορτή
Και ποιος λ(γη έστω λύπη για το θείο δράμα νοιώθει
Αν χορεύοντας μπροστά του περπατούνε χίλιοι πόθοι.
Ετσι και για μένα ήταν. Το κορμάκι το χυτό Διαγραφόταν απο κάτω από τ' άμφιο το λιτό
και με άφηνε να βλέπω τοα όμορφά σου ποδαράκια,
τη μεσούλα, τους γοφούς σου, την κοιλίτσα, τα στηθάκια.
Tα ματάκια σου κοιτούσαν έτσι αθώα το σταυρό
Που μπορώ τέτοι' αθωότη μόνο ψεύτικη να βρω.
Και κλεισμένα τα χειλάκια σε κατάνυξη μια τόση
Σαν η έκσταση να τά ’χε της Αγάπης μαρμαρώσει.
Μεγαλύτερο μαρτύριο το δικό μου η του Χριστού;
Μεγαλύτερη ευτυχία η δική μου η του πιστού;
Ποιός μπορεί να πει; Κανένας .Μόνο εγώ. Αλλά σωπαίνω
Και πεθαίνω κάθε μέρα και ποτέ δεν ανασταίνω
.
Αη-Δημήτρης-Επιτάφιος. Τι σεπτή περιφορά!
Ένα τέτοιον Επιτάφιο πρώτη έζησα φορά.
Και ας είχες τέτοιο πέψει ένα μαρτύριο πάνωθέ μου
Τόσο όμορφο μαρτύριο δεν εγνώρισα ποτέ μου-
και συχώρα με θεέ μου…
Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΠΑ
(όταν ήμουνα στην εξορία)
Αυτό το δανεικό μικρό βιβλίο
αυτή η ποιητική ανθολογία
ετούτο το ζεστό το πανδοχείο
στη νύχτα την αφώτιστη, την κρύα,
ετούτο το βιβλίο που επήρα
εχτές στη δημοσία βιβλιοθήκη
αυτή η φωτερή ανθοπλημμύρα
αυτά τα ονειρικά χερσαία φύκη-
ετούτο το μικρό βιβλιαράκι
τι ήχοι μες στα φύλλα του που ηχούνε
τι ανήκουστα θεριά-τι θείοι δράκοι-
τι τέρατα τυφλά το κατοικούνε!
Τι χρώματα εξαίσια-τι τοπία
τι κάστρα που υψώνονται εντός του
πώς σάρκινη προβάλλει η ουτοπία
χορτάτες πώς οι ύαινες του νόστου!
Και πως μες στις σελίδες του μια θέση
κρατεί και μια γωνιά για τον καθένα
και πόσο συμπονούν όποιον πονέσει
τα τόσα μυστικά που 'χει κρυμμένα!
Καθώς με κρύα χέρια ξεφυλλίζω
τα φύλλα τ' απαλά σαν περιστέρια
μέσα του άλλα μάτια αντικρίζω
και βλέπω να σαλεύουν άλλα χέρια'
και τρέμοντας τα χέρια μ' αγκαλιάζουν
κι ολόχαρα τα μάτια με κοιτούνε
και άυλα κορμάκια πλησιάζουν
το φίλο τον καινούργιο για να δούνε.
Και μέσα τους αφήνομαι και σ' άλλη
ζωή και κοινωνία φτερακίζω.
Και κει αναστηλώνομαι και πάλι
και πάλι προσπαθώ…και πάλι ελπίζω...
MIKPA
Δίχως τον ήλιο το ρολόγι μας θα 'τανε
μια παράξενη συσκευή
άγνωστο σε τι χρησιμεύουσα
πέρα από την ικανότητα του κατασκευαστή
να τοξεύει.
*
Χρωματιστά γονίδια αναπτερώνουν το ηθικό. Προσβλέπουμε σ' αυτά
και ευελπιστούμε
για χρωματιστές θύελλες το ολιγότερο.
*
Είμαι στο αυτοκίνητο στη θέση του οδηγού
με μια κυρία συνοδηγό.
Φορώ το μουστάκι μου, γίνομαι κουνέλι
και χειρονομώ.
Ύστερα βγάζω το μουστάκι.
*
Κρούμιο κρανίο το κύπελλο πάνω στο τραπέζι.
To χαρτί κιτρίνισε άγραφο.
*
Η γάτα μου δεν υπάρχει.
To μαρτυρεί η ράχις της όταν κυρτούται-
ίδιο ανάστροφο ύψιλον.
*
Ενα λεπταίσθητο είμαστε και φρούδο εργαλείο που η ανυπόμονη άγνοια επάνω του ξεσπά παιδιού, που παίζοντας, κολλά τα μέρη μας τα δύο
για λίγο έτσι μας κρατεί-κι απέ μας ξανασπά.
*
Τα όνειρά μας ψάχνουμε που χάθηκαν να βρούμε.
Βαδίζοντας ακούγονται κατ' απ' τα πέλματά μας
Ήχοι που κάνουν σπάζοντας εκεί τα όνειρά μας.
Κι εμείς συνέχεια ψάχνουμε.-.συνέχεια προχωρούμε.
*
Δηλαδή αν δεν υπήρχε η βαρύτης
ο ελέφας θα πετούσε σα σπουργίτης'
και φτερά δε θα φυτρώναν-για φαντάσου-
στους αλόγινους τους ώμους του Πηγάσου…
*
Μετά την αγάπη
πρέπει να διαφυλάξουμε τις μάσκες
για την επόμενη φορά.
*
ΛΕΣΛΥ
Γερή από έιτζ να 'ναι σα μαθαίνω
ο ανήσυχός μου ησυχάζει ο νους.
Όχι απ' αγάπη πως γι αυτήν πεθαίνω μα πρόπερσι ανταλλάξαμε ιούς.
*
Και τώρα ας γυρίσω το χαρτί
στην άγραφη πλευρά του'
και τώρα ας γυρίσω τη ζωή
στην όψη του θανάτου.
*
Κι αν ακόμα Προμηθέας Δεσμώτης ήμουν τα σπλάχνα μου δε θα επαρκούσαν
για τόσες μεταπτώσεις.
*
To σούρουπο έρπον καταφθάνει.
Ανύποπτα
αμετάτρεπτα
κυκλώνει τα δάχτυλα του απομεσήμερου.
Βάλτε με μέσα σ' ένα βαθύ
πουκάμισο κίτρινο
και δώστε μου μια ζώνη χορταρένια-
αμέσως γίνομαι Πρόδρομος Ιωάννης
και γυρίζω τον κόσμο δυο χιλιάδες χρόνια πίσω.
*
Κάθε Κυριακή πρωί οι άντρες ανεβάζουν τα παντελόνια τους,
οι γυναίκες αφήνουνε τη φούστα τους να πέσει στη θέση της
και παν στην εκκλησιά όπου μ' ευλάβεια ευχαριστούνε και δοξάζουνε τον Κύριο.
*
Μετά 'πο τόσα ηδύποτα
μας έδειξε ξετσίπωτα
τα κάλλη της τ' ανείπωτα-
εγώ δεν είδα τίποτα.
*
Καμιά φορά δεν ειν' νερό οι χοντρές σταγόνες
που μανιασμένα μαστιγώνουνε τη γη
αλλά τα δάκρυα των φτωχών που από αιώνες
συνάζονται και πέφτουνε απάνου μας μ'
οργή.
*
Όταν χωρίσουμε ας είναι αυγή προτού ο ήλιος να έχει βγει. Έτσι και πάλι θα καρτερώ
κάτι ωραίο ΚΑΙ φλογερό.
*
Οι σκέψεις που στριμώχνονται εντός μου
σαν ρόγες σταφυλιών ωριμάζουν'
και σκούρκοι απάνου τους διψασμένοι βόσκουν.
*
Αμφιβολία δε στέκει μια-τέκνα είμαστε δικά σου.
Κοίτα, δε βλέπεις μέσα μας Αδάμ τη μοναξιά σου;
ΔΥΟ ΚΟΡΙΤΣΙΑ
(Γιορτή βιβλίου στην πλατεία του Άρεος. Δίπλα στο περίπτερο των «ποιητών» της Τρίπολης, κάποιο περίπτερο κάποιας Δημόσιας Υπηρεσίας-γειτονιά. Και πίσω από τον πάγκο του περίπτερου καθισμένες «Το Γέλιο» και «Το Στήθος». Ας εξηγήσω: Στο ένα κορίτσι ένα διαβολικά ελκτικό γέλιο και στο άλλο το τέλειο στήθος.)
Δυο κορίτσια μου γελάνε-
άνθη ανοίγουν κι ευωδάνε
και μεθούν τη γύρω φύση
με χαράς γλυκό μεθύσι.
Δυο κορίτσια μου μιλούν
ρυάκια γάργαρα κυλούν
και TO αλλέγρο τους τραγούδι
δροσοστάλαχτο λουλούδι.
Κι αχ ζευγάρια δυο ματάκια
που ας γινόταν δυο λεφτάκια
να ερχόνταν από δω
και να βλέπαν ό,τι εγώ:
να 'δουν πόδια, να 'δουν χέρια
να 'δουν άσπρα περιστέρια
να !δουν χείλια και φιλιά
κι όλο μέλι αγκαλιά
και να νιώσουν τι μαρτύρια
τόσα κάλλη δίνουν μύρια
και ποινή να ξέρουν ποια
θα ' χουνε γι αυτό βαριά.
Και μετά ξανά πια μπαίνουν
στις τρυπίτσες πoυ ομορφαίνουν,
να μας βλέπουν από κει
όπως πάγοι πολικοί,
που κι οι γήινοι να λιώσουν
κείνοι δε θα τελειώσουν-
μ' ειρωνεία θα μας κοιτάζουν
και κρυφές ματιές θ' αλλάζουν.
Και στην Κόλαση μον' του Άδη
μεις θα βρούμε ίσως χάδι-
αν η θέρμη της η τόση
τα παγόβουνα θα λιώσει...
Βρε για δες τι πάει και κάνει
ο θεός μας-το φουστάνι!
βρε για δες πού οδηγεί
η όλο αιμάσσουσα πληγή:
με την όμορφη γιορτή
δυο γυναίκες ασσορτί,
και γι αυτές εγώ να γράφω
μ’ ένα πόδι μες στον τάφο...
ΣΤΟ ΚΟΡΊΤΣΙ ΜΕ ΤΟ “TOUCH”
Τι πήγες κι έγραψες
στο παντελόνι σου;
Και άλλοι στο 'πανε
ή το 'βρες μόνη σου;
Κι άλλο δεν ύπαρχε
μέρος να το 'γραφες-
γιατί στο πι' όμορφο
πήγες και το 'βαλες;
Κι αν θεονήστικος
κάποιος το διάβαζε
και χέρι πάνω του
υπάκουα θα 'βαζε,
θα 'φταιγε ο έρημος;
Όχι! Θα πλήρωνε
για κάτι που άθελα
θα τον επύρωνε.
Στο χέρι ας το 'βαζες
(εκεί ας σ' άγγιζαν).
Ή στον αστράγαλο
(τόσο δε θα 'σκυβαν)-
Μα ε κ ε ί το έβαλες-
προκλητικότατα-
και δε θα σου φερθούν
με ιπποτικότητα
οι νέοι ου μην αλλά
κι οι εσχατόγηροι,
που μόνη έγνοια τους
ειν' οι ποδόγυροι...
Άλλαξ' τα ρούχα σου
και μην κολάζεις μας
και τις καλές μη συ
κακαίνεις πράξεις μας.
Είμαστε άνθρωποι-
πλάσματα αδύναμα
και δεν ελέγχουμε
κάθε μας κίνημα.
Λίγο το χέρι μας
αν θα εξέφευγε
κάποιο μας μάγουλο
πολύ θα έκαιγε
και θα επόναγε
απ' το σκαμπίλι σου.
Άλλαξ' τα ρούχα σου-
είμαστε φίλοι σου!
Ένα "guess" να 'γραφες
εκεί τουλάχιστο
και το "touch" τ' άτιμο
για κείνες άφηστο,
που ή το γράψουνε
ή δεν το γράψουνε
δε θα γυρίσουνε
να τις κοιτάξουνε.
Άυτά για να ' χουμε
καρδιά σα 'ρχόμαστε
κι από ένα "ακούμπα με"
να μην καιγόμαστε.
Αλλιώς χωρίς φαϊ,
θα καταντήσουμε
πετσί και κόκκαλο-
και θα ψοφήσουμε.
Σώσε μας. Ξήλωστο
το "tauch" το άπονο
και πια δε θα ' χουμε
από σε παράπονο.
Τότε την τύχη μας
θα σιχτιρίζουμε
που ούτε ένα σου άγγιγμα
μεις δεν αξίζουμε…
Στο θάνατο του ξάδερφού μoυ Παναγιώτη,
(ενταγμένου στο κόμμα κουμουνιστή.
Πέθανε πενήντα πέντε χρονών.)
Πενηνταπέντε χρόνια πριν, πέθανες ξάδερφε.
Κι ήρθες στον Άδη-εδώ-πουλί πετάμενο.
Κι έβλεπες κάτω φίδια και σκουλήκια και σαλίγκαρους-
κι αχ! να γινόντανε κι αυτά πουλιά καλά που θα'ταν.
Μα δύναμη κι ας θα ’τανε για σένα ο θάνατός τους
ουτ' έναν τους δεν έστερξες να θανατώσεις:
ττέταξες μovo μ' όση δύναμη σου έδωσε
η πρώτη εκείνη πνοή που σ' έστειλεν εδώ.
Κι από το ύψος σου εκεί πάνω εζωγράφιζες
τα σάλια, τα σουρσίματα και τα φαρμάκια τους
και τους τα έδειχνες, μήπως ντραπούν κι αλλάξουν.
Κανείς δεν ένιωσε .Κανε ίς δεν ’ντράττη.
Κι έτσι ώσπου ήρθε η ώρα ξάδερφε να ζήσεις πάλι.
Κι έφυγες. Και μας άφησες μαζί τους.
Ο ξάδερφός σου
Γιώργης Χολιαστός
TO ΖΕΥΓΟΣ
Χτες, είκοσι οχτώ Ιούλη, βράδυ, μια αποκάλυψη!
Από Γιώτα Βήτα προς Κέννεντυ βαδίζοντας,
στο ύψος της πλατείας του Άρεος,
ένα ζευγάρι εβρέθηκε μπροστά μου.
Μεσόκοποι.
Ψηλός ευθυτενής και σοβαρός εκείνος
με πίσω του δεμένα απλά τα χέρια,
μπλούζα και παντελόνι ευπρεπή,
αμίλητος, στητός,
με βάδισμα ένα ευγενικό.
Εκείνη δεξιά του,
σεμνά κι αέρινα να τον κρατεί αγκαζέ,
ντυμένη πεντακάθαρο ένα ταγεράκι
ούτε φτηνό ούτε ακριβό,
ίδια κι αυτή σεμνή και σοβαρή,
κοντύτερη από κείνον (ως αρμόζει),
καλοφτιαγμένη,
βαδίζοντας άλλο χωρίς,
παρά τα πόδια μόνο να κινεί.
Ένα ζευγάρι
βγαλμένο από παλιές της Τρίπολης εικόνες,
που έχοντας τις τυπικές
τελειώσει υποχρεώσεις της ημέρας
για βόλτα βγαίνει,
σοβαρό και υπεύθυνο,
συνειδητά αποφεύγοντας τον συμφυρμό του
με σύγχρονους μπλαζέ
ή φωνακλάδες,
ή με κεινούς
που είτε κατά ζεύγη ή μόνοι
ισοπεδώνουν την κοσμιότητα,
το δρόμο ετοιμάζοντας
για να βαδίσει πάνω του
το άσκοπα κι ασύνειδα μοντέρνο.
Κι αμίλητοι-αλήθεια,
μια φράση μόνο,
μια λεξούλα,
κι όλη θα χάνονταν η εικόνα η μαγική.
Σίγουρος είμαι: στο σπίτι γυρνώντας
θα φορέσουν τις πιζάμες τους
θα φιληθούνε καληνύχτα
και στο κοινό μεγάλο τους θα πέσουνε κρεβάτι
σκεφτόμενοι πριν κοιμηθούν
ότι να κάνουν ίσως πάλι δε θα πρέπει
μια τέτοια βόλτα σ' ένα πλήθος μέσα
που τόσο αβάσταχτα έχει αλλάξει.
Με βία εσυγκράτησα
την ξαφνική μου πεθυμιά να προσπεράσω,
πίσω να στραφώ,
κι αφού έτσι αντιμέτωπός τους έρθω,
να τους ειπώ το πόσο με συντάραξεν
η εικόνα των αυτή.
Μα η δειλιά, ή όπως θέτε πέστε το αλλιώς,
το βήμα μου εκράτησε.
Ή πάλι ίσως φοβήθηκα μη δω στα πρόσωπά τους
το βάρος των αλλοτινών καιρών
και την ευθύνη
που πάραυτα θα μ' εξουθένωνε..
Και καθυστέρησα το βήμα ως να τους χάσω.
Εκείνα που περίπου θα τους έλεγα όμως,
τα γράφω εδώ.
Γιατί τι διάολο άλλο τήνε θέλουμε την ποίηση
αν οχι μέσα της για να ξερνάμε
ό,τι εντός μας κρατημένο θα μας σκότωνε;
Βαρηκοϊα
"Θεέ γιατί πάνω στη γη
να ζήσω μ' έχεις στείλει;"-
αυτό ασταμάτητα ρωτούν
τα δυο του ανθρώπου χείλη.
"ΔΙΚΟΙ ΣΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝΕ
ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΠΛΑΣΗΣ
ΚΑΙ ΣΑΝ ΚΑΙΜΕ ΝΑ ΣΤΑΥΡΩΘΕΙΣ'
ΓΙ ΑΥΤΟ! ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΥ ΜΟΙΑΣΕΙΣ!"
Μ’ ας απαντάει ο Θεός
με όλες τις φωνές Του-
ο άνθρωπος μόνο τις φωνές
ακούει τις δικές του.
"Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου"
(Λουκ.,13,12)
Στα όνειρά μας και στα παραμύθια
βλέπαμε θάματα κι ακούαμε μάγια'
κι ας ξέραμε ότι δεν ειν' αλήθεια,
μ' εκείνα γέμιζε η ψυχή μας η άδεια.
Κι η φαντασία ώρθωνε παλάτια'
κι ανήμερα θηρία ημερεύαν'
κι αφρόλευκα με μας πάνω τους άτια
με δράκους νικηφόρα αντιπαλεύαν.
Μα τώρα η ίδια η Ζωή μιλάει
με του Χριστού το θεόηχο το στόμα.
Και τ' όνειρο στην πέτρα ττελεκάει
και ύπαρξης στα μάγια δίνει χρώμα.
Μέσα στο Λόγο και στα θάματά Του
χειροπιαστή τώρα η Αλήθεια λάμπει'
κι όπου ηχήσει μόνο τ' όνομά Του,
ορθό το κύπτον, κρύσταλλα τα θάμττη.
0 ΘΕΟΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ
Πριν πάω για ύπνο κάθε βράδυ
παιδάκια μου καλά
το μάγουλό μου ένα χάδι
γλυκά γλυκά φιλά.
Η βραδυνη ειν' η προσευχή σας
τ’' όμορφο χάδι αυτό
που με καλεί κι εμέ μαζί σας
στον ύπνο να δοθώ.
……………………..
(το υπόλοιπο άβρετο μέχρι τώρα.
Αν στη συνέχεια το βρω,
το ποίημα θα μπει ολόκληρο.)
ΔΕΝ ΜΐΠΟΡΕΊ
Ωραίο λουλούδι αλλά δε μυρίζει.
Μα όλα να τα ’χει κανείς δεν μπορεί.
A! Πόσα η διαπίστωση αυτή που αγγίζει!
-"Ωραίο λουλούδι αλλά δε μυρίζει"…
Και για τις γυναίκες το ίδιο χωρεί
καθώς κάθεμιά σε μυαλό υστερεί:
Ωραίο λουλοϋδι αλλά δε μυρίζει …
Μα όλα να τα ’χει κανείς δεν μπορεί.
(για να γράψω κι ένα ποίημα της φόρμας αυτής)
Οι γλάστρες
(Η κυρία Ρωρερκάρ είχε γεμίσει την είσοδο της πολυκατοικίας με γλάστρες με υπέροχα φυτά και λουλούδια μέσα τους. Και κάθε χειμώνα τα έπαιρνε μέσα στο σπίτι της και κάθε καλοκαίρο τα έβγαζε έξω. Η πόρνη!)
Καλώς τες.
Ήρθατε
λάμποντας από ευτυχία
και την αιτία της σαλπίζοντας
με την εμφάνισή σας μόνο-
τόσο δε θα την φωνάζατε
ούτε αν είχατε όσο δυνατή φωνή.
Σας άγκάλιαζε για να σας μεταφέρει απ' το 'να δωμάτιο στ' άλλο.
Τη βλέπατε να τρώει,
να πλένεται,
να γδύνεται,
να κοιμάται.
Τα φυτά που κουβαλάτε μέσα σας
την έγνοια της όλη
το καλοκαίρι ολόκληρο είχαν.
Τα πότιζε, τα χάϊδευε, τους εμιλούσε.
Τ' άγγιζε ξεσκονίζοντας τα φύλλα τους.
Ίσως και τα φιλούσε.
Αν ένα φύλλο έβλεπε ξερό
για μία μέρα ολόκληρη στενοχωριόνταν.
Τα μάτια της γεμάτα απ' την εικόνα τους.
Σε κείνα το χαμόγελό της χαρισμένο.
Γλάστρες σάς μισώ.
Κι ως σε θωρώ μ' αγάπη ν' αγκαλιάζεις
Όλα, πλατιά, μ' ένα σου βλέμμα,
μοιάζεις
Σαν να τα έχεις όλα συ γεννήσει.
(το υπόλοιπο;)
ΤΑ ΧΆΔΙΑ ΠΟΥ ΔΕ ΜΟΥ ’ΔΩΣΕΣ (για όλες τις όμορφες γυναίκες και τα κορίτσια που αντάμωσα.)
Τα χάδια που δεν μου ’δωσες να γίνουν φίδια
Και στο κορμί σου να κρεμάσουνε στολίδια.
Και τ' "όχι" σου που τη ζωή μου καίει ακόμα
"Όχι" για σε να γίνει στης χαράς το στόμα.
(Όσα δεν μου ’δωσες φιλιά να σου τα δώσει
Ο χάρος που είθε απόψε πάνω σου ν' απλώσει
Και μες στην κρύα του τη χώρα να σε πάρει
Εκεί όπου ούτε γέλιο υπάρχει ούτε χορτάρι.)
Και οι ματιές που μου ’ριχνες οι φλογισμένες
Για να γελάς με τις δικές μου τις θλιμμένες
Κάθε της μια μαχαίρι αλύπητο να πέφτει
Στο στήθος σου που το δικό μου οχτρεύτη.
Και κάθε ηδονική στιγμή που ’χεις χωρίς μου-
Καρφί στην κάσα καθεμιά της ηδονής μου-
Πόνου ατέλειωτου αιώνες να σου γίνουν
κι έτσι χαμένη, χαμούς κι άλλους να σου δίνουν.
(σε μια γρηά που είδα μια μέρα
στους δρόμους του Λος Άντζελες)
Βγηκ' η γρηά ν’ αγοράσει τσιγάρα.
Δόντια σαν ξεδοντιάρα τσατσάρα
Κλαρωτό ένα φουστάνι φοράει
Και καθένας μαζί της γελάει.
Βρε γρηά, γιατί ακόμα καπνίζεις
Και Μελεάγριο δαυλί μας θυμίζεις;
Και γιατί σαν να ήσουνα νέα
Περπατάς,και σαν νάσουν ωραία;
Μα κοντά στα κουσούρια της όλα
Η γρηά μας κουφή είναι κιόλα
Κι όσο φτάνει στον Όλυμπο ο μπάτης
Τόσο φτάν' η φωνή μου στ’ αυτιά της..
Νάτην τώρα που στέκοντας κάπου
Με μανία τραβά προς τα κάτου
To φουστάνι της που ’χει ανέβει
Και δεινά για το σύμπαν χαλκεύει.
ΔΗΜΗΤΡΑ
(όταν η Δήμητρα μετακόμισε)
η δήμητρα έφυγε
ναι
ναι
η δή…η δήμητρα...
ποια δημητ...
άραγε υπήρχε μια δημητ...
υπήρχε
υπάρχει
δεν υπάρχει
ποια έφυγε
έφυγε…η...
έφυγ...
έφυ...δη...
έ...έ...έ...
η…έ…δημ...
τι είναι αυτά
έ…δη...
γράμματα
ποιος γράφει
έφυ...εγυ...ε...ώ...εγώ...
υπήρχε δ...
ποιος την είδε...
εγω...ε...γε...
υπήρχε τι θα πει
ποιος γράφει
εγ…ε…ε…γ...ώ...
δη…έφ...
μαύρες γραμμές πάνω στο χαρτί
μ αύ ρ ο χ αρ τ ί πάνω στις…
ποιος...
γράφει...
γραμμές
γραμ.. .έφυ.. .εγ.. .δημ... γρ... γράφω μαύρες γραμμές ποιος γράφει εγ…ε... υπάρχω
υπήρξα θα υπάρξω μέλλων χρόνος τι είναι μέλ,..
γράφω…δημ…υπήρ.. .έφ…μαύρες γραμμές
τι είναι γραμμή
τι είναι…
τι ειν...
τι ει...
ποιος γράφει
γραμμή
γ ρ α μ μ ή
γραμμή
γ ραμ…έφυγ...
ποιος γραμμή
γ
ρ
α
μ
μ
ή
η δήμητρα έφυγε
ήταν
δεν είναι…δεν ήτ...
γραμμή, χαρτί, μαύρο
δεν ήταν...
δεν είναι...δεν είμ...
δη...έφ...ήταν
κανάγιες ούτε ήταν ούτε έφυγε κανείς
κανάγιες κανάγιες κανάγιες
έφυγ...
κανάγιες...
ποιοι...
μιλώ...
ποιος
σε ποιους
αυτός
αυτός
ποιος
έφυγ...δημ...γρ...
ΚΑΝΑΓΙΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΣ!...
ΤΆΝΙΑ ΚΑΙ ΓΚΡΈΓΚΟΡΥ
(Ένα ζευγάρι ρουμάνων που γνώρισα στην Αμερική. Καλοί άνθρωποι. Ο Γκρέγκορυ βαριά διαβητικός. Η Τάνια ένα ντελικάτο άνθος )
-Έλα στο πάθος να καούμε
Έλα να πέσουμε βαθιά
Η και οι δυο να εξυψωθούμε
Η ζήση έτσι απαιτεί.
-Οχι δεν είν' αυτή της ζήσης
Η πολυπόθητη γιορτή
-Έλα να ζήσουμε αντάμα
Να μας φιλιώσει η συνήθεια
Κι όταν θα γίνει ένας σεισμός
0 ένας το χέρι να κρατούμε
του άλλου και πια να μη μας νοιάζει
Ούτε σεισμός ούτε φωτιά
-Οχι δεν είναι η συνήθεια-
όχι-της ζήσης η γιορτή
-Ελα λοιπόν μαζί να ζούμε
και να μαλώνουμε ολοένα
Κι όταν στο Κλήβελαντ θα φύγεις
προσκαλεσμένος από φίλους,
Να με καλείς μέσα στη νύχτα
Κι από τα σύρματα ν' ακούω
"Αχου! Μου λείπεις αγαπούλα
Τώρα με ποιόνε θα μαλώνω
Να ‘ξε ρ ες πόσο σ' αγαπώ…"
-Οχι δεν είναι η αγάπη-
Όχι- της ζήσης η γιορτή.
-Τότε τους δυο ας μας ενώσει
Του μαυροχάρου το μαχαίρι.
-Οχι ο Θάνατος δεν είναι
Της πικροζήσης η γιορτή
-Τότε η όμορφη η ζήση
Τάχατε πώς θα μας ενώσει;
-Ουτ' η αγάπη ούτ' η συνήθεια
ούτ' η παρέα η ταιριαστή
ούτε του γάμου το στεφάνι
ούτε το πάθος κι η λαχτάρα
Eίναι της ζήσης η γιορτή.
Τά τύμπανα που ανάκουστα χτυπάνε
Γιά τις δικές σου τις αισθήσεις
"Μονάξα, Θλίψη, Πόνος" λένε-
Να η γιορτή της ζήσης.
ΣΤΗΝ ΑΝΗΨΙΆ ΜΟΥ ΤΗ ΒΙΒΉ
Θυμάμαι όταν έφευγες ΚΑΙ πήγαινες στα ξένα
Τι θλίψη μέσα στην καρδιά ο χωρισμός μου εγέννα
Tι γκρίζα γύρω φαίνονταν και μαραμένα τα’ άνθη
πώς απ’τον λάμποντα ουρανό ο ήλιος του εχάθη
Λιανό κλωνάρι λυγαριάς ήτανε το κορμί σου
το τελευταίο σα μου ‘δινες πικραδερό φιλί σου.
Μεθυστική κι ευωδιαστή σαν πρωινή δροσούλα
αφέθηκες στα χέρια μου σσ θρόισμα-σαν πνοούλα.
■•■■ ■
Kι όλο απορώ πώς γέμιζες μικρή μου εσύ νεράιδα
την ύπαρξή μου που ήτανε δίχως εσένα άδεια
αφού άπελπα τα χέρια μου ως σ’ ‘εσφιξαν με πόνο
Καθένα τους αγκάλιασε τ’ άλλα πλευρά μου μόνο.
Πόλεμο!
(όταν πρώτα ανεφύη το θέμα Μακεδονίας. Τότε ακόμα ένιωθα νόστο και πίστευα σε πατρίδες. Στην εξορία.)
Της ζητιανιάς εζώστηκες έλληνα το δισάκκι
κι άρχισες πάλι τες κλειστές να κουρταλείς τες θύρες.
Που 'σαι να γίνεις, Σολωμέ, το άσφαλτό μας δοιάκι!
Κάλβε, να μας φλογίσουνε της αρετής σου οι λύρες!
Μα κι αν ο ξένος χλευασμό για δόσιμο κρατάει
κι αν μπρος του υποταχτικά σκύβεις κορμί και βλέμμα,
ούτε κι αυτός στο ζήτουλο το χέρι σου χωράει-
τ' ανοίγεις κι ολοπλήμμυρο ειν' από δόξα κι αίμα.
Να σε φυλάξουν από μιας τέτοιας ντροπής θωπεία
φρόντισαν οι γενναίοι σου και πέρφανοι προγόνοι:
ντροπή θα λόγιαζαν αυτοί την όποιαν επαιτεία
για χώμα που όπου το χτυπάς ελληνισμό ματώνει.
Έλληνα ζώσου τ' άρματα! Σε λοιδωρούν-δεν είδες;
Οι που μπορούν δε θέλουνε κι οι θέλουν δεν μπορούνε..
Με παρακάλια και μ' ευχές δε χτίζονται ΠατρΙδες
κι οι άλυσες δε λιώνουνε-ή πνίγουνε ή σπούνε.
Μη δικιοσύνη καρτεράς από την πόρνη Ευρώπη.
Η βρωμερή, μονάχο της έχει θεό το χρήμα.
Αρπάζουν μόνο έλληνα-δε δίνουν οι άνθρώποι'
κι άτολμα όποιος περπατεί θάνατος κάθε βήμα.
Έλληνα στ! άρματα! Ο φριχτός ο πόλεμος ζυγώνει.
Φέρτον εσύ. Μην άπραγος στέκεσαι καρτερώντας-
κόκκινο ο γύφτος το στραβό το σίδερο ισώνει
κι ο σκύμνος θέλει δάμασμα προτού μεστώσει λιόντας.
Νερό τρέχει στις φλέβες σου ή αίμα; Συλλογίσου:
σε κλέβουνε, σε αδικούν' τι άλλο περιμένεις;
Πού 'ναι η αντροσύνη σου; Πού πήγε η ορμή σου;
ΤΗ σκια δε νιώθεις τη βαριά της παρουσίας της ξένης;
Παλαιικοί μήπως αυτοί σου μοιάζουνε οι στίχοι;
Μήπως αυτές οι προτροπές σου φέρνουνε το γέλιο;
Του χαλασμού όταν θα βροντάν στ' αυτιά σου μέσα οι ήχοι
τότε το ποίημα μόνο αυτό θα στέκει ακόμα στέριο.
Τότε όλα τ' άλλα γύρω σου θα έχουνε γκρεμίσει
και μία θύμηση πικρή θα 'ναι η γλυκιά Βεργίνα
Κι απ' τα συντρίμμια της ισχύ κάποιος κι αλκή θα χτίσει
κι ο επόμενος ο στόχος του θα είναι η Αθήνα.
Στη φλούδα είναι οι έλληνες πάνω στη γη μονάχοι.
Μόνη φυλή, μόνη λαλιά, μόνη γραφή και Λόγος.
Όπου σταθούνε βρίσκουνε μπροστά τους την αμάχη
και ό,τι πούνε ή κάνουνε τους τ' ανταμοίβει ο ψόγος.
Ό,τι καλό είναι να 'ρθεί μον' απ' αυτούς θα να 'ρθει,.
Δε στέκει όντα λογικά να τρέφουν αυταπάτες.
Όμως αυτοί 'ναι οι έλληνες κι όχι οι αστείοι πάρθοι-
το χώμα μόνο, και νεκρούς, θα τους ιδεί τις πλάτες.
Ή μη το χρήμα της ΕΟΚ χάνοντας το περίσσιο
νομίζεις πως θα ζήμιωνες; Κουτός δεν είσαι-όχι
-όσα για ό,τι σου 'δωκε θα σου ζητήσει πίσω
κατακλυσμός θα μοιάζουνε μπροστά σε πρωτοβρόχι.
(Κι αν θες μια ακόμα συμβουλή, άκου την έλληνά μου:
Γρήγορα έξω απ' την ΕΟΚ! Η Αμερική προσμένει.
Καλλίτερη είναι η φιλιά ενός ιπποποτάμου
από μιαν έχθρα ανθρώπινη μες σε φιλιά κρυμμένη.)
Άνοιξε πόλεμο λοιπόν! Δείξε τη μάνητά σου!
Για να σωθεί ο τόπος σου η ώρα είναι το τώρα.
Αλλιώς ντροπή στις πριν γενιές θα έφερνε η γενιά σου.
To βήμα το σημειωτό άφηστο πια. Προχώρα!
ΘΌΔΩΡΟΣ
(Γνωριμιά ένα βράδυ σε ένα μπαρ. Νέος από κείνους που έχουν γνωρίσει τη ζωή από την καλή και από την κακή της. Καλό παιδί.)
Θόδωρος
Σφηνάκι από ποτά οχτώ.
(Μαύρη θάλασσα, σταγόνα ολάσπρη}
Καφενείο σχεδόν άδειο από πελάτες
γεμάτο με ζωή, περιπέτεια, υπευθυνότητα.
Κλείσε το στόμα σου ζωή-
τώρα μιλάει ο γιος σου.
(Μαύρη θάλασσα, σταγόνα ολάσπρη).
Η δύσκολη νιότη
oι γέροι οι αναξιοπρεπείς
Οι κυρίες που άλλα λένε άλλα θένε
η κοινωνία που όλο θέλει
και θέλει και θέλει και θέλει.
θύμησες
άλυσες στα ολόγερα φτερά.
Κι ο ανάποδος ο δάσκαλος, η πείρα
που εξετάζει πρώτα κι ύστερα διδάσκει.
Στρίβει το τσιγάρο του.
Ο καπνός σαν ΤΟΝ Καιρό καίγεται.
Μαζί του θα τελειώσει και n παλιά ζωή.
Χαμηλωμένα φώτα.
Έξω ερημία και βοριάς,
Η εκκλησιά η απέναντι ερημότερη.
Η παγωνιά τρύπες ανοίγει στις καρδιές.
Κυκλώνει η μοναξιά όλο TO κτίριο
κιόλας πριν ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ παραδομένο .
Ντόμπρα καρδιά, ψυχή μεγάλη,
λόγια αντρίκια.
Και μ’ ένα ΤΟΝΟ ούτε πικρόν ούτε θλιμένο,
σαν μια πέτρα
που από σεισμόν έχει κυλήσει
«ο άνθρωπος μόνος», λέει, γεννιέται,
μόνος ζει και μόνος του πεθαίνει.
Κερνάει καφε.
Ξαναστρίβει τσιγάρο.
Στις έντεκα φωνάζει την κοπέλλα:
Τι χρωστάμε;
Κι αφού σιγουρευτεί πως όλα ειν’ εντάξει
παίρνει κλειδιά, καπνό και το τηλέφωνο
κι απ' την καρέκλα του
(Μαύρη θάλασσα, σταγόνα ολάσπρη)
Τους γύρω χαιρετάει και βγαίνει.
Η μπάρα του γνέφει φιλικά. «Αύριο πάλι».
Καληνύχτα λιονταράκι πληγωμένο
σε μαλώματα με ύαινες και τίγρεις.
Αλλ’ αρκετά με τα παλέματα. Oι τόσες σου οι ουλές
φτάνουν για να σε δείχνουν νικητή.
Πληγές όχι άλλες.
Μια φωνή: ο Θόδωρος ζητάει TO μερίδιό του.
Ζωή κοίταξέ ΤΟΝ.
Δώστου το.
Άσε τους άλλους τώρα-
σειρά τους είναι-
ν' αποδείξουνε πως ξέρουν να παλεύουν.
Ναι Θόδωρε,
τo βραβείο είναι σε σένανε δοσμένο.
Στης υπόληψής σου κρέμαστο ΤΟΝ τοίχο
και προχώρα όχι σε μάχες,
μα σε δρόμους πια
με δίχως πέτρες και λακκούβες και παγίδες.
Η ζωή σου η άλλη σε προσμένει
(Μαύρη θάλασσα, σταγόνα ολάσπρη)
.
Γ.Χολιαστός
14 Γεγάρη 06
TO ΜΑΓΑΖΙ ΤΗΣ KYΡΊΑΣ ΒΙΒΉΣ
(το αγιασμένο από τα βήματα, τη φωνή,
τα αγγίγματα της κυρίας Ρωρερκάρ)
Μες στην ωραία μας τη γειτονιά
ένα κατάστημα-στολίδι ανθίζει
που δεν πουλάει λες παρά χαρίζει-
μία ολόφωτη ζεστή γωνιά:
Δήμητρος. Αριθμός; Δεν έχω δει.
Τι να τον κάνω; Ας ειπούμε τρία:
Ποιότητα, Ομορφιά, Ευαισθησία,
KΙ όλα μαζί του Ρέμπραντ μια σπουδή.
Ή αν το θέλετε ας ειπούμε δύο:
άριστη Ποιότητα και Ομορφάδα.
Ή θέλετ’ ένα; ιδού: μόνο Ομορφάδα,
στοιχείο του πίνακά μας σταθερό.
Ένα μεγάλο είναι μαγαζί
με μέσα του ολόλευκα δυο κρίνα
με ονόματα Βιβή και Κατερίνα.
Kι o τυχερός Aπόστολος μαζί.
Και πάν για ψώνια οι νοικοκυρές
και φεύγουν από κει χαρά γεμάτες
γιατί μαζί με τις φτηνές ντομάτες
και δυο κυρίες βρίσκουν ακριβές.
Και παίρνουν oι άντρες κάτι για να πιουν,
μα πριν να φύγουν έχουνε μεθύσει
με όσα δώρα εχάρισε η Φύση
στα δυο τα κρίνα που όλο ευωδούν.
Και να ψωνίσω κάτι πάω κι εγώ
και φεύγοντας, κρυφά τους έχω πάρει
την άφατή τους γλύκα και τη χάρη
που βλέποντας κι ακούγοντας τρυγώ.
Φορτώνω μελι από τη Βιβη
κουρσεύω άνθη από την Κατερίνα
και την ημέρα μου περνώ με κείνα
γεμάτη πια ομορφιά κι όχι θαμπή.
Κατάστημα ένα ωραίο, καθαρό,
που ό,τι ζητάς στα σίγουρα το έχει
και δε χρειάζεται κανείς να τρέχει
αλλού, μ' όποιον κι αν έκανε καιρό.
Και προθυμία και καλή καρδιά,
γρήγορη εξυπηρέτηση, ευγένεια,
και στους πελάτες όλη τους η ένια
ή είναι γυναίκες ή άντρες ή παιδιά.
Και πάντα μία λέξη ευγενική
έχει η Βιβή για κάθε της πελάτη'
κι απ’ τον Απόστολο, πίσω απ’ την πλάτη
ευχές ακούν οι άνθρωποι εκεί.
Ως για την Κατερίνα τη γλυκιά
τι να 'λεγα που αυτή τα λέει όλα
με μια σεμνή ματιά της φεγγοβόλα
που χίλια ζάχαρης φτιάχνουν σακιά.
Τι άλλο αλήθεια να ειπώ γι αυτό
της γειτονιάς μας τ’ όμορφο το στέκι
που όποιο κι αν κανείς έχει σεκλέτι
εκεί όταν μπει του φεύγει στο λεφτό,
ή γιατί βρίσκει εκείνο που ζητά,
ή απ’ της Βιβής το αβίαστο m γέλιο,
ή της γυναίκας νιώθοντας το τέλειο
την Κατερίνα μόνο σαν κοιτά;
Πηγαίνετε λοιπόν φίλοι καλοί
στο μαγαζί αυτό το ευλογημένο.
Μέσα εκεί θα έβρετε κρυμμένο
της ανθρωπιάς το σπάνιο το φιλί.
Τρυγήστε το. Θα ξαναβρείτε πού,
τέτοια να σας ζεσταίνει καλοσύνη,
που κάθε τι μέσα σ' αυτό ξεχύνει
ψυχή 'μερεύοντας, καρδιά και νου;
Μέσα στην έρημο τη σημερνή
όαση μια πού ολάνθιστη θα βρείτε;
Δροσό νεράκι πού αλλού θα πιείτε
στην Κόλασή μας την καθημερνή;
Κι αν δε σας ενδιαφέρει η ομορφιά
πηγαίνετε σ' αυτό για τις τιμές του
που είναι χαμηλές σα μανιφέστου
πιστά τηρούμενη γραμμή καμιά.
Κι ας λεν η φτήνεια τρώει τον παρά.
Ψέμματα! Τρίδιπλον μας τον γυρίζει
το μαγαζί αυτό, που ξεχωρίζει
μέσα στης Τρίπολης την αγορά,
Γεια σου κυρία Βιβή. Να ’σαι καλά,
να περιχείς με καλοσύνη πάντα
τα ψώνια που μας έβαλες στην τσάντα:
υποφερτά έτσι η ζωή κυλά.
ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΜΗΣ
(Κουμουνιστής, έχοντας υποφέρει από τους φασίστες. Ανοιχτόκαρδος, άδολος, άνθρωπος του δίνω, μυαλωμένος, σεμνός…τέλος ό,τι ένας κουμουνιστής είναι. Του το ‘στειλα ταχυδρομικά.)
Έχοντας το Μίμη στο μυαλό σου
πας να γράψεις Άνθρωπος
και κάτι σου τραβάει το χέρι
κι άθελά σου
βγαίνει του άλφα η γραμμή απ' το χαρτί
τον ανήφορο παίρνει
και στ' άστρα φτάνει.
Και όταν
φωτεινή,
κατέβει,
πας,
έκπληκτος πια
να συνεχίσεις νι
και γάμμα βγαίνει
και τέλος γράφεις Άγγελος.
Και πας να γράψεις άντρας
κι οι έγκυες οι μήτρες του άλφα σπάζουνε
και λέξεις άλλες βγαίνουν από μέσα τους
που πλημμυρίζουν το χαρτί-
λέξεις καθώς σεμνότητα
περφάνια,
λεβεντιά,
δόσιμο,
μπέσα,
σύνεση,
ευψυχία,
εγκαρδιότητα.
Και δυο φορές τον έχω μόνο δει όλες κι όλες.
Και σας χαρίζω μια ζωή μαζί του
στην ίδια πόλη
στους ίδιους δρόμους και στις ίδιες τις παρέες
κάθε ημέρα βλέποντάς τονε για χρόνια.
Κάποιοι το χάρισμα έχουνε σε μια στιγμή να βλέπουν
ό,τι άλλοι μιαν αιωνιότητα δε θα 'βλεπαν κοιτώντας.
Κύριε Μίμη Παπαντωνόπουλε
είμαι στην Αθήνα.
Δεν ξέρω γιατί σ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ήμουν γεμάτος από τη
σκέψη σου. Ίσως επειδή πρόσφατα έβλεπα τα βιβλία σου στην έκθεση βιβλίου της πλατείας του Άρεος.
Αυτό το ποίημα δεν είναι παρά μια προσπάθεια ν' αλαφρώσω λίγο από το βάρος της δικής σου σκέψης.
Γ. Χολιαστός
ΟΙΜΩΖΟΥΝ
Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε.
Και πλάθουμε και σπάζουμε, και κόβουμε,
Χτυπάμε, βασανίζουμε, πληγώνουμε-
Ανησυχούμε τα ήρεμα τα Πράγματα.
Ξεσπούμε πάνω τους
Τους ανικανοποίητους τους πόθους μας,
Τον πόνο, την ντροπή, την ευφυία,
To φόβο, την αλαζονεία μας.
Και αξεθύμαστοι, (παρολαυτά) πεθαίνουμε.
Και τα παιδιά μας παίρνουν τη σκυτάλη.
Και τα κακόμοιρα τα Πράγματα οιμώζουν
βλέποντας ότι συνεχιστές του έργου του
αφήνει της αγιωσύνης τους ο διαφθορέας.
ΙΛΑΝΙ
(Στην Ιλανί, την Εβραιοπούλα βοηθό του οδοντογιατρού μου.)
Ιλανί Ίλανί! 'Τι ωραία!
Ισραήλ και Ελλάδα παρέα.
Η Ελλάδα στην πολυθρόνα
Του Ισραήλ να τη λιώνει το γόνα…
Πρώτα σεις. Μεις μετά. Μα κι αν η ώρα
Της θρησκείας του Χριστού ήρθε τώρα,
κι αν επέρασε η σειρά μας
Την αξία δε χάνει ο αδάμας.
Τωυ Καιρών Λαμπροφόρων Μελλόντων
Η αυγή, Έργο θα ’ναι των όντων
που υφώσανε Παρθενώνες-
Που ΟΙ Ψαλμοί τους ηχούυ στους αιώνες.
Μα για τώρα ας υπηρετούμε
Τους ανθρώπους του τόπου όπου ζούμε.
Συ με νιάτα, πλούτο και κάλλος
Kι εγώ άσχημος, πένης, μεγάλος.
Ιλανί έχεις τακτ και ευγένεια.
Και σωστή γιά τον άρρωστο ένια-
Τυχεροί όσοι εκεί σα θα ‘ρθούνε
Απο σένανε θα βοηθηθούνε.
Τυχεροί γιατί ό,που αγγίσει.
Τη γιατρειά παρευθύς θα χαρίσει
To χεράκι σου και κανένα
Γιατρικό δε χρειάζεται ουτ' ένα.
Με κουβέντες σοφές και με λόγια
Που ’ναι βαλσαμο, μάννα κι ευλόγια
Ωρες δύσκολες γεφυρώνεις-
Κι όταν πρέπει τα λόγια διπλώνεις.
Μες στο γράμμα του πόνου κρυμμένα
Μυστικά δεν υπάρχουν γιά σένα.
Με ταχύτητα τα διαβάζεις
Και σε φως κι απονία τ' αλλάζεις.
Kαι δεν είναι καθόλου ένα ψέμα
To ενδιαφέρον που έχεις στο βλέμμα-
Όπως βρίσκεσαι κι όπως κινείσαι
Και καλή έτσι αυθόρμητα είσαι.
Τα παιδιά σου, τ' αγγόνια σου τάχα,
Θα ’χουν λίγη απ' αυτήνε μονάχα
Την ευγένεια που σε διακρίνει!
Η της μέλλει να σβήσει ΚΙ εκείνη
Ιλανί, στον καιρό μας ετούτο
Της ψυχής που όλον παίρνει τον πλούτο
Και τον ρίχνει μες στη χοάνη
Κι απολαύσεις και χρήμα τον κάνει;
KAλHNYXTA
Τας θερινάς εσπέρας εις την πλατείαν του Αρεος παρατηρεί τις νεάνιδας τέσσερες ή πέντε πέριξ τινός τραπέζης καθημένας, την ύπαρξίν των προσπαθούσαι με φωνάς να υποδηλώσωσιν. Εις τράπεζαν παράπλευρον ισάριθμοι κάθηνται ανιώντες νέοι, ενίοτε απευθύνοντες λόγους ανοήτους προς την ομήγυριν των νεανίδων. Εκείναι τότε την κεφαλήν των στρέφουσιν αποτόμως και οιονεί περιφρονητικώς προς την αντίθετον κατεύθυνσιν.
Νέοι και νεάνιδες αυνανίζονται κατά την διάρκειαν της συζητήσεως, πιστοί ορθόδοξοι χριστιανοί, ων η θρησκεία έχει αναγάγει εις αμαρτίαν τον έρωτα. Υποκατάστατον του πέους αι νεάνιδες κραδαίνουσιν τα φορητά τηλέφωνά των, ή τα σιγάρα με το στόμα των ροφούν. Αντί σπέρματος, δέσμαι ακτίνων γάμμα εκ των τηλεφώνων εκπορεύονται αίτινες, απείρως διαπλεκόμεναι, υψούνται έως των δορυφόρων, σκιάζουσαι το σεληνόφως, ενώ καπνοί από τα σιγάρα-πέη αιωρούνται οκνοί, αντίσταθμίζοντες την ταχύτητα φωτός των ακτίνων.
Πόρναι παρθένοι αι νεάνιδές μας, φανταστικοί επιβήτορες οι νέοι μας.
Γύρωθεν, από την οικουμένην πάσαν, φωναί ερωτικαί ηχούν, στίλβουσαι εις το σεληνόψως, ξίψη ηδονής εις τους αιθέρας καταλάμπουσιν, ύμνοι χαράς εξάλλου ακούονται. Γύρωθεν, ανά την οικουμένην πάσαν, ελευθερία θάλλει, ενώ οι νέοι και αι νέαι μας την ελευθερίαν των θαμμένην έχουν εις τας πτυχάς των φουστανελλών που φέρουσιν την εικοστήν πέμπτην Μαρτίου και εις τας στροφάς του εθνικού των ύμνου, όστις την δουλείαν των υμνεί.
Και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν.
Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου.
Σε γνωρίζω από την όψη της αγνείας την τρομερή.
Αλληλούια δόξα Σοι ο Θεός!
Μέγας ει Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου!
Εντός ολίγου θα γίνει περιφορά του δίσκου. Ό,τι έχετε ευχαρίστηση
για την αποπεράτωση του ναού.
θα πατάξωμεν την διαπλοκήν.
Θα επανιδρύσωμεν το κράτος.
Καληνύχτα σας έλληνες.
Γ. Χολιαστός
0 ΑΓΓΕΛΟΣ
Πέρασαν χρόνια χρόνια κι αλλα χρόνια.
0 άγγελος ήρθε
Με τα τεράστια κρυστάλλινα φτερά του
Όπως περνάει την άλλη μέρα ο γιατρός να δει τοn άρρωστο•
Κι αλαφροπέταγε κατ’ απ’ τα σύννεφα•
Πρώτος τον άγγελο τον είδε ο γεωργός.
Κι έτρεξε και το μήνυσε στην πόλη.
Βγήκανε όλοι από τα σπίτια τους και ξεχυθήκανε στους δρόμους•
Η αστυνομία τα ’χε χαμένα.
Η τάξη είχε διασαλευτεί.
Και "Ήρθε• δε μάς ξέχασε", ακουγες•
Η: "Δεν τον περίμενα έτσι. Πολύ απόμακρος".
Οταν ΚΙ o τελευταίος πολίτης βγήκε έξω ο άγγελος εστάθηκε.
Και φαίνονταν το στόμα του το διάφανο που ανοιγόκλεινε καθώς μιλούσε.
Και είπε:
«Και μεις ακόμα νιώθουμε χαρά
όταν το δημιούργημά μας προοδεύει"•
Και ακουγόταν η φωνή του αντηχώντας στον ουράνιο θόλο.
«Χτες ακόμα σας εγέννησε ο νους μου
πάνω στην πέτρα που επέταξα φηλά, παίζοντας, στην αυλή μου.
Και σκέφτηκα και γίναν ζώα και φυτά.
Ψάρια και σαύρες-πρόβατα κι ελέφαντες.
Και βρύα και πεύκα και μηλιές και κρίνα.
Και επειδή νου ο νους δε γίνεται να πλάσει
και επειδή έπρεπε να τρώτε
είπα να τρώνε τα φυτά το χώμα και τα ζώα τα φυτά•
Και σαν ανάμνηοη και σα σφραγίδα
της πράξης και της εξουσίας μου
έβαλα, μοναχά σε σας απόλα μυαλό,
έτσι που ό,τι αυτό γεννά λιγάκι να θυμίζει,
εμένα που σας έφτιαξα•
Κι αν κάπου η ουσία αας η γήινη
βοήθεια θέλει, να ’χετε το νου βοηθό σας,
να μην τρέχετε να βρείτε αλλού ό,τι σας λείπει•
Και επειόή μη όντας νους ήσαστε στο σκοτάδι
Τον ήλιο έφτιαξα να σας φωτά•
Και για να υποψιαζόσαστε το μεγαλείο
έβαλα πανω σας τ’ αστέρια,
στη φούχτα μου πιάνοντας και πετώντας λίγην άμμο
με του πάθους μου το φλογινο το χέρι•
Σε μας τους άγγελους κάποιες φορές αρέσει το παιχνίδι"
Και γέλασε.
Κι εν αντιβούισμα γλυκόηχο τ’ αυτιά έτερπε των ανθρώπων
"Και χαίρομαι να βλέπω ότι παίζετε κι εσείς
παιδιά και σεις δικά μου ευτυχισμένα•
Σπιτάκια χτίζετε
τραινάκια φτιάχνετε
αεροπλανάκια
ζώα μεγαλώνετε ώστε να μην κοπιάζετε κυνηγώντας.
Βλέπω καλά χρησιμοποιήσατε το νου σας-
Μικροί άγγελοι κι εσείς ευτυχισμένοι».
Και τα κρυστάλλινα τρεμίσανε φτερά, καθώς τοιμάζονταν και πάλι να πετάξουν.
"Παίξτε λοιπόν παιχνίδια μου αγαπητά.
Ζήστε τη λίγη σας ζωή•
Γελάστε.
0 ήλιος άσβηστος πάντοτε θα ’ναι.
Κι έχει στροφές η πέτρα μου πολλές να πάρει ακόμα
Στροφές τόσες, που φορές πολλές
θα ξαναγίνουν τα ίδια και τα ίδια παλι,
που τόσο βαρετά θα σας φανούν στο τέλος
που θα πείτε:
"Ω! Νου Δημιουργέ μας-Αγγελέ μας. Πάρε τη σκέψη σου από μας.
Να σβύσουμε…να πάμε…να χαθούμε…"
Παίξτε Χαρείτε•
Και τη μορφή μου όταν σμικρύνοντας ξανάρθω-Αύριο, Μεθαύριο, σαν θελήσω,
εύχομαι ίδια ευτυχισμένα να σας δω".
Και τα φτερά ανασκώθηκαν•
Μυριόστομη ακούστη τότε η κραυγή απ’ το συγκεντρωμένο πλήθος:
«Μη φεύγεις. Όχι. Στάσου. Σε χρειαζόμαστε•"
Στάθηκε•
"Με χρειαζόσαστε; Τί θέλετ’ από μένα; Κάτι δεν σας έδωσα;"
"Λυπήσου μας-πεινάμε".
"Πεινάτε; Αφθον’ η τροφή• Ποιά ζώα
είναι που σας στερούνε την τροφή σας;»
"Δεν είναι άλλα ζώα μ’ άλλοι άνθρωποιπ•
"Ανθρωποι παίρνουν την τροφή τ’ ανθρώπου; Ποιοι; ‘ξηγήστε μου.»
"Οι πλούσιοι"•
"Τ’ είναι πλούσιοι;"
"Εκείνοι που ‘χουνε το χρήμα".
"Και τ’ είναι χρήμα;"
«Μέσο ανταλλαγής στην αγορά των προϊόντων και στο πούλημά τους"•
"Γιατί θα πρέπει ν’ αγοράζετε και να πουλάτε;
Δεν εμπορούσατε να τρώτε φρούτα;
Ζώα να σκοτώνετε;
Η' απ’ τη γη να μασουλάτε ρίζες;"
"Μας είπαν πως το εμπόριο είναι πρόοόος•
Μας το ’παν όσοι να πουλήσουν είχαν.
Αυτοί που φτιάξανε το χρήμα.
Oι πλούσιοι,
Αυτοί είναι που μας κλέβουν το φαΐ μας και πεινάμε»
"Χέρια σας έδωσα• Σκοτώστε τους πλούσιους".
"Εχουν τα όπλα. Είναι oι δυνατοί. Θ’αντισταθούνε.»
"Σκοτώστε τους πλούσιους. Το αίμα τους χύστε".
«Εχουν λακέδες. Μπράβους πουλημένους. θα μας πολεμήσουν.”
"Χύστε το αίμα-το αίμα των πλούσιων!»
"θα πέσουνε πολλά κορμιά. Θ’ αποόεκατιστούμε"
«Το αίμα χύστε-το αίμα των πλούσιων!»
"θρήνους και γόους θα γεμίσει η γη.»
«Αφανίστε τους! Μη μείνει ουτ’ ένας! Ουτ’ ένας! Ουτ’ ένας! Αίμα! Αίμα! Αίμα! και πάλι αίμα!"•
«Μας λένε πως αυτό είναι ισότητα"• !
«Αίμα! Αίμα! Αίμα!»
«Μας λένε πως αυτό ειν' ελευθερία"
"Αίμα! Αίμα! Αίμα!"
"Μας λένε πως αυτό είναι Δικιοσύνη»
"Αίμα! Αίμα! Αίμα!"
Ακούγοντας αυτά oι πλούσιοι
διάταξαν τους χωροφύλακες ν’ανοίξουν τα μεγάφωνα ως το τέρμα
τα λόγια να σκεπάσουν του άγγελου.
Και λέγανε: "Κλείστε τ’ αυτιά σας. Δεν ειν’ ο άγγελος. Διαλυθείτε"
Μα τότε η φωνή του άγγελου τρομερή εγίνη,
που οι φτωχοί εχαίρονταν ν’ ακούνε
Και κατατρόμαζε τους μισητούς.
Και φύγαν ολοι εκείνοι και κρυφτήκανε (πού να κρυφτούν από τον άγγελο…)
Και χώθηκαν στα σπίτια τους
σαν κιόλας να ‘βλεπαν το αίμα τους-άλλη του άγγελου φωνή-να τους πνίγει.
"Χέρια σάς έδωσα- Αίμα! Σκοτώστε τους πλούσιους! Αφανίστε τους από τη γη! Εγώ σάς έπλασα για να ευτυχείτε!"•
"Αγγελε, μας λες να βάψουμε τα χέρια μας στο αίμα;"
"Σας λέω τον μόνο δρόμο για την ευτυχία σας. Σάς ζητώ, παιδιά μου εσείς, παιδιά μου να σκοτώστε-και ρωτάτε ακόμα;
Βλέπω μαχαίρια έχετε που κόβετε φωμί.
Αδράξτε τα και κόψτε το λαιμό κείνων που σάς το παίρνουν.
Τη σωτηρία σας φέρνω: Λεπίδι στων πλούσιων τους λαιμούς!
Βαμμένα είναι τα χέρια σας με το δικό σας αίμα. Ξεπλύντε τα στων μιαρών πλούσιων το αίμα•
Τους είδατε πώς κρύφτηκαν•
Εσάς φοβήθηκαν.
Όχι εμένα.
Εμπρός: ουτ’ ένας να μη μείνει!
θέλω στα χέρια σας να δω μαχαίρια!"
Και γέμισαν τα χέρια τους μαχαίρια
κι η ματιά τους θάνατο.
Κι ένας κουτός φτωχός, σήκωσε τη φωνή του:
"To ψέμα και το άδικο να βλέπω δεν μπορώ. Άγγελε, σε κοροΐδεύουν όλοι αυτοί• Ψωμί όλοι έχουμε να φάμε• Μάς λείπει μόνον η χαρά"•
Κι ακούστηκε για τελευταία φορά η φωνή του άγγελου:
«Το πρώτο το λαρύγγι που θα κόφτε
Του άμυαλου αυτού θέλω να είναι».
Κι ως να το πει, εκόπη το λαρύγγι•
Κατόπι ολ’ οι φτωχοί κινήσαν για των πλούσιων τα σπίτια•
Ψηλά
0 άγγελος φτερούγισε και χάθηκε αμέσως.
Κανείς δεν το κατάλαβε γιατί ο νους τους όλος
ήταν,
του άγγελου το θέλω ακολουθώντας
στα σπίτια να ‘μπουν των πλουσίων.
Και βάδιζαν με βήμα σταθερό
Οπλισμένοι
Και για όλα έτοιμοι.
ΕΚΕΊΝΗ
«Ποιητή σε βλέπω μοναχόν
να περπατείς τα βράδια,
Με συντροφιά μόνο Μουσών
κι όχι αγαπης χάδια.
Τη θλίψη που όλον σε κρατεί
έχω πολύ μισήσει
Τον έρωτά μου άσε να ‘ρθεί
και να τήνε τσακίσει.
Όπως εκείνης π' αγαπάς
μου μοιάζουνε τα μάτια-
τα που εντός τους περπατάς
νύχτια θυμίζουν πλάτια
Λ ν τ ο υ Κο ρ μ L ο ύ της ο ι ο μ ο ρ φ ι έ ς
σε έχουνε σκλαβώσει
και το κορμί ετούτο δες-
τις ίδιες θα σου δώσει.
Αν στ' όνειρό σου το γλυκό
το στήθος της γυρεύεις
παρ' το δικό μου ζωντανό
χωρίς να περιμένεις.
Την που γυρεύεις απ' αυτήν
ΚΑΙ Δεν τρυγάς χαρά σου
θα τήνε βρεις σε με καυτήν΄
πάρε με-είμαι δικιά σου.»
«Κι αν ίδια είσ' εσύ καλή
κι ωραία όπως εκείνη
κι αν ίσως ένα σου φιλί
το ίδιο μεθύσι δίνει
Κι αν ίδια δώρα σα θα ‘ρθείς
τo σώμα σου μου δίνει
και αν σα λούλουδο ανθείς
πες...πες μου, είσ’ ΕΚΕΊΝΗ;»
AΚΟΎΣA
(για τη Ντόρα)
M' αρέσουν οι ήσυχες στιγμές όταν μετά τη ζάλη
Με λιμανάκι ήσυχο μοιάζ' η μικρή σου αγκάλη-
λιμάνι που το τσάκισε με λύσσα η τρικυμία
Και λες δεν τ’ άφησε ζωής ελπίδα πια καμία.
Μαρμαρωμένες οι λευκές βαρκούλες του του μοιάζουν
ακίνητες τ' ακίνητα νερά καθώς χαράζουν
και το ραβδάκι που ζωή θα ‘ρχόταν να τους δώσει
έχει κι αυτό στα χέρια σου άτονα μαρμαρώσει.
Τα μάτια έχεις σφαλιστά-σον πράγμα εισ' αφημένη
Κάθε ανάσα σου γλυκιά σαν τελευταία βγαίνει
το πείσμα κι η σκληρότητα σ' έχουν εγκαταλείψει
μοιάζεις αχτίδα λευκωπή σε φλόγινη μια Δύση.
Τώρα η λάβρα σου ματιά κανέναν δεν κοιτάζει.
Άλλος κανείς δε χαίρεται το ακριβό σου νάζι
Τ’ άγρια τώρα τέρατα κοιμούντ' εντός σου όλα
κι άφοβα υψώνονται κι ανθούν τ' άνθη τα μυροβόλα.
Μέσα στην τέτοια σου αγκαλιά ‘συχάζει μου το αίμα
που λέω ας ήταν πάντοτε να ζω σ' αυτό το ψέμα:
Εγώ μες στην αγκάλη σου να έρχωμαι ικέτης
κι εσυ ανίσχυρη πολύ κι ακούσα να με σκέπεις.
ΜΑΡΊΑ
(Στη Μαρία)
Μαρία
πώς μπόρεσες να χωρέσεις τη ζωή μου όλη, μέσα στο φλιτζάνι του
καφέ που έπινες κάθε πρωί πριν πας στη δουλειά;
Πώς έκλεισες μέσα στο "ναι" και στο "ορίστε" τις διαθέσεις του κάθε
πρωινού μου και πού τις έβαλες φεύγοντας και δεν τις είδα, και
μένω τώρα άοπλος μπροστά στον ήλιο που απειλητικά κάθε πρωί
ανατέλλει;
Με τυφλά χέρια ψαχουλεύω τις ώρες μου, ίχνη χαράς αποζητώντας.
Μάταια. Με σένα μακριά όλα ανέβρετα. Πρέπει να 'σαι και συ εδώ.
Πρέπει να με κοιτάς στα μάτια, όχι για άλλο τίποτα-να δεις κάτι
κρυφό εκεί μέσα, να εξορύξεις συναισθήματα, να αναλύσεις χρώματα ή άλλα τέτοια- μα από αγάπη.
Πρέπει ν' ακούω απ' την κουζίνα την αναπόδραστην απόκρισή σου:
"Ναι Γιώργο!" στο κάλεσμά μου και πρέπει να γελάς κελαρυστά με
όλο αγάπης κατανόηση, όταν σου αποκρίνομαι: "Τίποτα, ήθελα ν'
ακούσω τη φωνή σου μόνο".
Πρέπει να σηκώνεσαι πρωί, ακοίμιστη όλη νύχτα, γιατί αγρυπνούσες
μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω.
Πρέπει να κοκκινίζουνε τα μάτια σου απ' το κλάμμα, σα δεις μια
τρίχα γυναικεία στο σακκάκι μου και να προσπαθείς να μου
κρυφτείς με κείνη την πανάρχαια δικαιολογία πως κάτι μπήκε στο
μάτι σου.
Πρέπει ν' ακούω τα μεγάλα ψέματά σου να μου λες, σίγουρη όντας
ότι τα πιστεύω.
Πρέπει να βλέπω στον καθρέφτη, χωρίς εσύ να ξέρεις, το ληστρικό
το βλέμμα που μού ρίχνεις όταν τα ρούχα μου φορώ μετά το
μπάνιο.
Πρέπει να μη μιλάς παρά για πράγματα άλλα κι όχι για ό,τι σε
καίει ,για να μη με θλίβεις.
Πρέπει να στέκεις δίπλα στην καρέκλα μου, για να βρίσκεσαι κοντά
μου, γιατί η άλλη καρέκλα είναι λίγο μακριά μες στο δωμάτιο.
Πρέπει όλα σου να σκούζουν "σ' αγαπώ", εκτός απ' τη φωνή σου να
το λέει, για να μη μου δημιουργήσεις υποχρεώσεις ανταπόδοσης.
Πρέπει το βλέμμα σου να πέφτει πάνω μου έχοντας εξαντλήσει τα
περιθώρια της λατρείας, έτσι που ν' αμφιβάλω-αν είναι δυνατόν!-για
την αλήθεια του.
Πρέπει όλ' αυτά να ξαναγίνουνε, σα μάγια, που χωρίς τους η αξία
της ζωής στο μηδέν της κουλουριάζεται.
Πρέπει να γίνουν όλ' αυτά για να μπορέσει πάλι ο κύκνος να 'βρει
τα φτερά του, οι μέρες τον χρόνο τους, το παράθυρο το άνοιγμά του.
Πρέπει να γίνουν όλα αυτά, γιατί αλλιώς, Μαρία, βυθίζομαι
αύτανδρος.
Γιατί αλλιώς, Μαρία, η άνοιξη χειμώνα ρούχα θα φορέσει.
Γιατί αλλιώς, Μαρία, το μέγα στόμα με καταπίνει.
Πού είσαι;
Η ΕΛΕΝΗ ME ΔΙΑΣΕΙΣΗ ΣΤΟΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ!
(στην Τραχιά. φούρνος με ξύλα. Μέσα του μια δροσερή κοπέλα. Τη δεύτερη φορά που πέρασα ήτανε στο νοσοκομείο με διάσειση από ένα κιβώτιο κόκα κόλας που έπεσε πάνω της στο σούπερ μάρκετ. Θα το αγόραζε, όμως δεν είχε χρόνο να της το κατεβάσουν οι υπάλληλοι και προσπάθησε μόνη της. Εργατικά, άδικα, δυστυχήματα)
Βρ’ Ελένη, βρε 'λενάκι,
γιατί μας λαχταρίζεις;
Δε σου 'φταναν καρδούλες-
και τις ψυχές ραγίζεις;
Εσένα δε σου πρέπει
να φτάνεις κόκα κόλες-
μονάχα να διατάζεις,
και να στις φέρνουν όλες.
Και στο νοσοκομείο
δεν ήθελες να κάτσεις!
Εμ βέβαια! Συ δεν είσαι
για αιμάτων εξετάσεις:
εσύ σε κάμπο μέσα
της Άνοιξης λουλούδι'
συ ρόδινο, δροσάτο
του Ρέμπραντ αγγελούδι.
Μα όταν είχαμ' έρθει
να δούμε την Ελένη,
αυτή στο Θριάσιο ήταν
με κεφαλή σπασμένη...
Κι όπως νεκρά τα ουράνια
μένουν με δίχως άστρα,
χωρίς σου ήταν κι ο φούρνος
σα δίχως άνθος γλάστρα.
Και τα παξιμαδάκια,
και οι τυροπιττούλες,
τα δάκρυα τα καυτά τους
υγραίναν τις σακκούλες.
Λοιπό' από δω και πέρα
οι κόκα κόλες τέρμα.
Τα ράφια σου από δαύτες
κάλλιο να μείνουν έρμα,
παρά να κινδυνέψεις
να πάθεις κάτι πάλι
και ζάλη να ξανά 'χεις
και πόνους στο κεφάλι.
Και πια όταν περνάμε
από το μαγαζί σου
να λέμε δυο κουβέντες
χαρούμενες μαζί σου,
κι οι λύπες να περνάνε,
να φεύγουνε οι πόνοι
και στης ζωής το θάμα
να μη μετράμε μόνοι,
αφού και συ θα είσαι
μέσα σ'αυτό υγιής,
ζάλη χωρίς να έχεις
και δίχως να πονείς.
ΑΝΑΠΟΔΙΈΣ
(Μοιράστηκε στο ποιητικό βραδινό που διοργάνωσα στην περιοχή της Άγιας Βαρβάρας. Για να δουν ότι κάποιος που, αντίθετα από όλους τους άλλους, ασχολείται με την ποίηση, υπάρχει περίπτωση, αυτός να είναι εκείνος που στο τέλος θα δικαιωθεί.)
Μια φορά ,κι έναν καιρό
ήταν ένας μπανταβός
που επήγαινε δυο πίσω
κι ένα βήμα τράβαε μπρος.
Που όταν μοίραζαν χρυσό
κείνος χώμα εζητούσε
κι αντί γλέντια και χαρές
λύπες μόνο αυτός τρυγούσε.
Κι όταν ήταν να μετρήσει
απ’ το ένα ως το δυο
κειος ανάποδα μετρούσε:
μείον ένα, μείον δύο.
Και στο γάϊδαρο επάνω
καβαλούσε προς τα πίσω
τη γαϊδαροουρά θαρώντας
για κεφάλι γαϊδουρίσο.
Τον εχθρό έλεγε φίλο
και τη γάτα ποντικό
και καλό ό,τι οι άλλοι λέγαν
κείνος ΤΟ ’λεγε κακό.
Του ελέγαν "στάσου όρθιος"
και αυτός ξάπλωνε κάτω
«Μείνε στον αφρό" του κάναν,
κείνος τράβαγε στον πάτο.
Έτρωγε αντίς τη ρόγα
το τσαμπί απ' το σταφύλι,
κι απ’ τ' αυγά έτρωγε τα τσόφλια
κι έλεγε τη νύχτα δείλι.
Κι έτσι επέρναγαν τα χρόνια
και-οι μήνες και οι μέρες
να τον λέει τον τοίχο τζάμι
και χλωρές πρασιές τις ξέρες.
Κι όλοι τονε κοροϊδεύαν
κι όλο πέτρες του πετούσαν
και ανάποδο τον λέγαν
και μαζί του εγελούσαν.
Κι ήρθε σύννεφο μια μέρα
κι ήρθε μια τρανή φοβέρα
κι ήρθαν του εχθρού φουσάτα
οργισμένα και φορτσάτα.
Και τους ντόπιους ενικήσαν
και.γινήκαν αρχηγοί τους
και για δούλους τους τους είχαν
κσι γελούσανε μαζί τους.
Kι αρχηγός τους ήταν κάποιος
που σκεφτόταν με τα πόδια,
τα φτερά που ’τρωε της χήνας
και τις φλύδες απ’ τα ρόδια.
Κι έψαξε στη χώρα όλη
κι έβγαλε βουλή φερμάνι
ποιος ανάποδα φερνόνταν
σύμβουλό του να τον κάνει.
Kι οι στρατιώτες του τον βρήκαν
και του τονε πήγαν πίσω
και του είπαν: "τούτος μόνο
το στραβό δεν τό 'λεγε ίσο"
Και τον κάνει σύμβουλό του
Kαι τον έκανε υπουργό του
και την κόρη του του δίνει-
διάδοχο του τον αφήνει.
Kι αρχηγός αυτός εγίνει
που ήταν δούλος μέχρι τότε,
ΟΙ ΑΠΛΟΙ όπως ξιφομάχοι
όταν χρίονται ιππόται.
Κι όσοι πριν τον κοροιδεύαν
"Βασιλιά», τώρα του λέγαν,
"θα πεθάνουμε-πεινάμε-
δος μας άχυρα να φάμε!"
{Γιατί ένιωσαν εντέλει
ότι ξύδι είναι το μέλι
η ειρήνη οτ' είναι μάχη
και κοιλιά πως είν' η ράχη).
Και του είπαν: «σχώρεσέ μας
για όσα σου ’χαμε ειπωμένα»
και, «δε σας σχωρνάω», τους είπε,
«γιατί ταίριαζαν σε μένα!»
Ο ΚΑΦΦΕΣ
Μέσα στης κάμαρας την ησυχία
Θόρυβοι κάτι αλαφροί έρχονται απ' τον καφέ του.
Μπορεί να πει πως κάποιος δαίμονας εμπήκε στο φλιτζάνι του
και κει τα μάγια του δουλεύει. Και αυτό
καλά θα ταίριαζε με τις μαγείες του καφέ, Και λέγοντάς το
από το απίστευτο θα ξέφευγε να πει
ότι το θρο' ακούει της διάχυσης της ζάχαρης
που στο πικρό μέσα διαλύεται υγρό.
Απίστευτο γι άλλους μονάχα-γιατί αυτός
φορές πολλές μες στη σιωπή
της μοναξιάς τους ήχους τους λεπτούς ακούει
καθώς αυτή μες στην πικρή
γλυκαίνοντάς τηνε διαλύεται ζωή του.
Κορμιά καί μάτια
(στις γυναίκες της Σοφοκλέους)
Ρε όμορφες γυναίκες μην κρυβόσαστε
μπροστά μας όταγ ξάφνου εμφανιζόσαστε-
μη θέτε αμέσως να εξαφανιστείτε
μπροστά μας κατά τύχη όταν φανείτε!
Αφήστε να θαυμάσουμε λίγο την ομορφιά σας
αφού και έτσι, φεύγοντας, πάλι όλη θαν' δικιά σας.
Τα χέρια μας, άλλα κορμιά τρυγάνε, που τα πάνε'
Όμως εσάς τα μάτια μας αφήστε να κοιτάνε.
.
Και τί θα επαθαίνατε αν λίγο σας κοιτάζαμε-
αν μόνο με το βλέμμα μας τα κάλλη σας ρημάζαμε;
Κι ακόμα, έστω αν, νοερά, για λίγο σας εγδυούσαμε, μήπως γι αυτό μαζί με σας στο σπίτι θα γυρνούσαμε;
Ή μήπως και TO κοίταγμα θέτε να το πουλήστε;
Πέστε μας! Πόσα;.. Όσα κι αν ευρώ θα μας ζητήστε αμέσως τα 'χετε. Λοιπόν ζητάτε μας!,. Ζητάτε!
...Ή μήπως μόνο τ' άγγιγμα κυρίες μου πουλάτε;
ΑΙ Κι αν αυτές που θέλαμε, πως και μας θέλουν ξέραμε!
Α! Κι αν όσες μας ήθελαν, πως τις ποθούμε ξέρανε!
Α! Τότε πόσο πιο εύκολα θα ήτανε τα πράγματα!
Πόσο θα ήταν περιττά κι άσκοπα τα κοιτάγματα!
Μα έτσι ή αλλιώς, αφήνετε κυράδες να σας βλέπουμε.
Με κάτι ωραίο γιατί κι εμείς το μάτι να μην τέρπουμε;
Και αν και σεις το θέλετε, καλώς-αν όχι, κάντε TO
στην Παρουσία τη Δεύτερη βήμα για να 'χετε άνετο
και μη με τρόμο σέρνετε μπρος στο θεό τα βήματα
γιατί της "περηφάνιας" σας πολλά ήτανε τα θύματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή, γιατί γεμάτες νάζι
εφεύγατε αν βλέπατε κανείς να σας κοιτάζει.
Εμπρός λοιπόν! θεία Χάριτι πόζες εμπρός μας παίρνετε σίγουρες ότι σ' Εκεινού το θείο "Πρέπει" στέργετε.
Κι άλλωστε τι κι αν πάνω σας τα μάτια μας βολτάρουνε;. Μη γκόμενα ειν' η θάλασσα εκείνων που σερφάρουνε;..
ΠΕΣΜΕΝΟΣ
Πεσμένος στη καρέκλα του μ' ένα βιβλίο στο χέρι μονολογούσε ο ποιητής των εικοσπέντε χρόνων:
"Άχου κι αυτή η ποίηση προβλήματα που δίνει!
Τώρα που καταπιάστηκα με τούτα, βλέπω ότι
θέλουν και τούτα κοίταγμα και κόπο και φροντίδα.
Όταν στους άλλους λέω πως η ποίηση μ' αρέσει
κι ότι αυτή με απασχολεί, πρέπει να δείχνω κιόλας
προόδους. αφού πρόοδο αλλού ποτέ δε δείχνω.
Πρέπει τα ρεύματα να δω της ποίησης ποια είναι
και δύο λόγια να μπορώ να πω για κάθε ποίημα
μεγάλο-τι αισθήματα, εικόνες, νόημα κρύβει,
ποιου είδους έχει τεχνική, ποιος το 'γραψε και πότε.
Να! Τώρα αναποφάσιστος μπροστά σ' αυτό τον τόμο
στέκω: μπορώ ολότελα να τον απαρατήσω
ή πρέπει έστω πεταχτά να τονε ξεφυλλίσω;
Βαριέμαι την ανάγνωση' μα πάλι πού το ξέρεις
μπορεί κανένας έξυπνος-κουτός μα την αλήθεια-
να με ρωτήσει: εδιάβασες AUDEN; θα πρέπει τότε
και ν' απαντήσω θετικά και να εκφέρω γνώμη
γι αυτό τον κύριο ποιητή. Λοιπόν θα πρέπει ένα
δυο το πολύ ποιήματα να δω απ' αυτό τον τόμο."
Είπε, εδιάβασε μετά τρεις τέσσερες σελίδες
κι ύστερα το βιβλίο του έκλεισε κι εκοιμήθη.
EPHMIA
(Σοφοκλέους. Όταν όλοι έλειπαν. Καλοκαίρι ’95)
Άδειασε η πολυκατοικία-
πού πηγατε όλοι;
Ακόμα κι ο κυρ-Παναγιώτης
λείπει απ' την πολη.
Φως πια δε φέγγει ούτε ένα
στις χαραμάόες.
Φύγαν παιδιά, φύγαν πατέρες, φύγαν μαμάδες.
Σιγά τις σκάλες ανεβαίνω
μήν ένα χτύπο,
μη μια φωνή κάποιαν ακούσω έστω απ' τον κήπο.
Όμως κανείς δεν αγροικιέται. Πού έχετε πάει;
To πόδι σας ποια σκαλοπάτια τώρα μετράει;
Μα δε φελάει όποια σκέψη.
Κι ως ανεβαίνω
τα βήματα μου λες μετράω σε σπίτι ξένο.
Και όταν παίρνω το μολύβι
και κάτι γράφω
μοιάζει σταυρούς σα να χαράζω
πάνω σε τάφο.
11-8-05,ώρα 10.20
ΟΙ ΓΛΑΣΤΡΕΣ
(της Ρωρερκάρ)
Χωρίς τα λούλουδα, χωρίς τις γλάστρες-
αγόρια αυτά και κείνες ξελογιάστρες-
πώς θα περάσουν δίχως τους οι μήνες;
πώς οι βραδιές οι άθλιες μας εκείνες;
Γέμιζε ο τόπος. Άδειος μοιάζει τώρα.
Τα πρασινούλια τους που 'ναι τα δώρα;
Γέμιζε την ψυχή μας η ομορφιά τους.
Άδειες κι αυτές-άδειοι και μεις κοντά τους.
Όχι! Καθόλου δεν παραπονιέμαι
και για παραπονιάρης ας περνιέμαι.
Όχι! Υποχρέωση κανείς δεν είχε!
Άλλαξε ύφος ζήτουλά μου στίχε!
Διόλου παράπονο! Μόνο ένα κλάμα
καθώς σαν κάτι χάσουμε που αντάμα
μ’ αυτό εζούσαμε. Ναι. Λίγα δάκρυα
στης καθημερινότητας την άκρια.
Λείψαν τα ποιήματα; Στο διά 'λο ας πάνε.
Άψυχες μουτζαλιές για με μετράνε.
Μα τα λουλούδια!.. Τ’ άνθια!.. Η δροσιά μας!,
Οι φίλοι!.. Η παρέα!.. Η χαρά μας!..
…Μα τι; μήπως κι η Ανοιξη ειν' για πάντα;
Ή πάντα στων παιδιών τον ώμο η τσάντα;
Όλα μια φεύγουνε μια ξαναρχόνται
και γέλιο-δάκρυ αλληλοξεπερνιώνται...
Μόνο παρακαλώ κυρία Σούλα
να τα προσέχετε τα καϋμενούλια
ώστε να τα 'χουμε του χρόνου πάλι.
Και λίγο που θα λείψουνε-χαλάλι.
Η ΑΣΧΗΜΗ
H άσχημη εγέρασε-αρρώστησε-πεθαίνει.
Μπρόστά της λίγο πριν σβυστεί κι η τελευταία αχτίδα
περνά η ζωή που έζησε μόνη και πικραμένη
χωρίς του έρωτα χαρά-χωρίς χαράς ελπίδα.
Χοροί που δεν εχόρεψε' αλλέες όπου δε 'διάβη'
χείλια που δεν εφίλησε' κορμιά που δεν εχάρη'
Ο θολωμένος της ο νους όσο βαθιά κι αν σκάβει
χαρούμενο κι ευφρόσυνο δε βρίσκει ουτ' εν' αχνάρι.
Αλλά ενώ του λύχνου της η φλόγα τρεμοσβήνει
το σκοτισμένο βλέμμα της καθώς πλανιέται πέφτει
σ' ό.τι γι αυτήν πάντα ήτανε δεύτερη πόνου κλίνη
και πάντα την επότιζε φαρμάκι-στον καθρέφτη.
Και να! Εκεί μία μορφή χαρούμενη αντικρίζει.
Μία γυναίκα όμορφη χαμογελάει εντός του.
Κι από λαμπράδα κι ομορφιά η υπαρξη της σφύζει
λες κι ένας ήλιος μαγικός τη λούζει με το φως του.
Και πόσοι άντρες γύρω της τηνε ποθούν ωραίοι!
Πως λιώνουν για ένα της φιλί…γία ένα θερμό της χάδι!..
Α! Πόσο είναι όμορφη! Τι δροσερά που πνέει
του θαυμασμού τους η δροσιά μες στο ζεστό TO βράδυ…
Η άσχημη επέθανε. Όμως το πρόσωπό της
από χαρά κι απ' ομορφιά τώρα λαμποκοπούσε
κι από ευτυχία που το στερνό αυτό χαμόγελό της
για ν’ απλωθεί επάνω του θαρρείς εκαρτερούσε.
ΈΚΑΤΣΕ
Έκατσε η φωτιά όλη τη νύχτα
τον κόσμο αφήνοντας μέσα στο κρύο-
έκατσε η φωτιά όλη τη νύχτα
και σου ’φτιαξ’ ένα κόκκινο φουστάνι.
Εκρύφτηκε ο ήλιος όλη μέρα
με δίχως φως αφήνοντας την Πλάση-
εκρύφτηκε ο ήλιος όλη μέρα
και σου ’φτιαξε ολόφωτο στεφάνι.
Η νύχτα σού εστόλισε δυο μάτια
κατάμαυρα και σου ’γινε η πέτρα
καρδιά' και λαμπερά μαργαριτάρια
η θάλασσα σου χάρισε για δόντια.
Και ύστερα σε μένα σ’ έχουν στείλει
άπονη σα Θεό κι υγρή σα Νύμφη
δλητήριο στο ποτήρι της χαράς μου
κι αγκάθι στο λουλούδι της ζωής μου.