Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Για ημερολόγιο

16-8-09
(μάλλον 17 του μήνα γιατί η ώρα είναι δωδεκάμισυ το βράδυ)
Μίλησα σήμερα με κάποιον! Ήτανε όταν πήγα κάτω τα σκουπίδια. Γυρίζοντας κάποιος έμπαινε στην πόρτα μαζί μου. Κρατούσε ένα πλαστικό δοχείο κρασί. Μου είπε ότι το φέρνει από το χωριό και ανεβαίνοντας με το ασανσέρ )αυτός τρίτο όροφο) κουβεντιάσαμε!
Αυτή είναι η κατάθλιψη-το να μη μιλάς για μέρες με κάποιον. Αυτό είναι τα γηρατειά. Κλείσιμο μέσα, μη επαφή με ανθρώπους, μαράζωμα, θάνατος. Αν δεν προλάβει να με σκοτώσει πρώτα το ανεύρυσμα.





ΓΙΩΡΓΗ ΧΟΛΙΑΣΤΟΥ

(από το βιβλίο του «Ο ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ ΕΚΤΥΠΩΤΗΣ»)

Μία μικρή παρέκκλιση



Ναι, είναι μια μικρή παρέκκλισις...
αυτός ο τρόπος της γραφής-των παρακάτω ποιημάτων.
Ναι, είναι, όμως η πορεία δεν αλλάζει έτσι κι
αλλιώς.
Κι αυτός ο δρόμος στο Χαμό τραβάει.
Η παρέκκλισις μπορεί λοιπόν ν' ανοίξει νέο δρόμο, παράλληλο, με διαφορά μόνο του τρόπου του βαδίσματος πάνω σ' αυτόν.
Να πάω aπ’ αυτόν λοιπόν ή στον ίδιονε να
συνεχίσω;
(αυτονοείται πως αν συνεχίσω εδώ
τα νοήματα βαθαίνουν)
Ποιος θα μου πει-ποιος θα μου δώσει μία γνώμη;
Κανένας δε μιλάει.
Μα και να μιλούσε με τι γνώσεις θα γνωμοδοτούσε;
Μου λένε να πάω μαζί τους.
Μα θεέ μου ,να κάνω τι;
("Κουράστηκε η καρδιά μου να ζητάει")
Ότι μ' απόμεινε με τα δόντια το κρατώ
για ν' αγοράσω το εισιτήριό μου να περάσω.
Αυτοί όλοι έχουν πράγματα να δώσουνε γι
αντίτιμο.
Δεν τους περνάει από το νου,
πως δεν περνούν αυτά εκεί.
Έχουνε σπίτια, βίλλες, κόττερα, στρέμματα ελιές και πορτοκάλια. ημέρες ξεγνιασιάς και ηδονής, εκατομμύρια.
Τύχη αγαθή τέτοιο κάτι να μην αποκτήσω μ'
έκαμε.
Γιατί θα είχα επαναπαυτεί.
Μου λένε να πάω μαζί τους.
Μα αυτοί τις νύχτες έχουν ύπνο.
Μα αυτοί όταν βρέχει λένε με μια σιγουριά:
βρέχει.
Μα αυτοί δεν ξέρουν πόσο απέχει ο
άνθρωπος από τον εαυτό του.
Μα αυτοί δεν ακούν τα ρυάκια να μιλούν.
Νιώθουν τη θλίψη των πεσμένων δέντρων;
Έχουν ραγίσει με το κλάμα τους αυτοί
το κρύσταλλο της νύχτας;
Πια με τι γλώσσα εγώ μαζί τους να μιλήσω;
Και τότε τι θα δώσω στους κριτές μου σαν
απόδειξη
πως γνώριζα από τότε που εζούσα-
στην τύχη ότι δεν ήμουν αφημένος
παρά προετοιμαζόμουνα
έστω και μόνο για το δεύτερο
να γίνω άξιος βραβείο;
Λοιπόν, να επεκτείνω την παρέκκλιση; (Αρκετά εξαρτώνται απ' αυτό)
Θα δω...










(Είμαι ο τάδε, γεννήθηκα εκεί,
εκεί μεγάλωσα, εκεί πήγα σχολείο, λέγομαι έτσι ακριβώς,
ο πατέρας μου ήταν...
μέναμε στον...
φύγαμε όταν...
Ουφ! Αντί τέτια να εξηγείς
κάθε που κάποιον ανταμώνεις
ας παν οι γνωριμιές καλιά τους.
Η νύχτα τίποτα δε με ρωτά
κι ο αγέρας ως τον δέχομαι με δέχεται.)









α. Τρίπολη
Ax! Τρίπολη με τα βραχιόνια σου υψωμέγα στον σταχτί ουρανό!
Αχ! Τρίπολη με τρεις σταγόνες μάραθο στου λαγηνιού τον πάτο!
Ax! Τρίπολη!
Κτίρια μαβιά-δρόμοι κλεισμένοι!
Τα παιδιά σου τραγουδούν στα στέκια των αγάδων.

Για μάτια πράσινα όλα τα δέντρα σου μιλούν.
(Στην Τάκα πλένεις τα ρηχά σου πόδια, Στους αγέρηδες τα λόγια σου σκορπάς}.
Αχ! Τρίπολη! Με τo θάνατο στους στενούς σου δρόμους
και τις μαύρες κορδέλες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια τους.
(Ένα ποτάμι πίσσας σε κυκλώνει
και μέσα του το πέτρινο κορμί σου ανασαίνει)
Ax! Τρίπολη! Με όνομα από τρεις χάντρες τσιγγάνικες
και με μαλλιά τα πεύκα της Δεξαμενής σου!
(Στα πηγάδια σου τρελές γυναίκες
πνίγονται.
Ρόπαλα βάφουν μ' αίμα τις αυλές σου).









β. Νάσια

-Ποιητή γιατί για μέγα oλa τα τραγούδια σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Αχ! Για του ποταμιού τις δάφνες
και για της ιτιάς τα μυτερά κλαδιά εγώ τραβάω.
Στο χωράφι με τις καλαμιές
τρεις θεριστάδες νιούτσικοι
τη Νάσια την καλή αντιπερνάνε:
-Κυρά μου ax! To ποτάμι δρόμο άλλαξε και δε θα το 'βρεις!
-Ποιητή γιατί για μένα όλες οι θλίψες σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Εγώ είμαι στον πλατύ ουρανό δοσμένη
κι εκεί αλαφρά πηγαίνω.
Τρεις άγγελοι ανταμώνουν την ωραία Νάσια
στον ανοιχτό το δρόμο τ' ουρανού.
-Κυρά μου αχ! Να μάθει ότι έρχεσαι
ο ουρανός τραβήχτηκε στον πύργο του
μ' όλα τ' αστέρια του μαζί.


-Ποιητή γιατί για μένα όλοι οι χτύποι της καρδιάς σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
To άσπρο αίμα μου ντυμένη
για το νεραιδοπάλατο ενώ τραβώ
σέρνοντας βάρος πίσω μου στο χώμα πάνω
ης σκονισμένες σου κραυγές.
Τρία πουλιά τη φωτεινή τη Νάσια
στου παλατιού το έμπα καρτερούν.
-Κυρά μου το παλάτι αχ! κλειδωμένο!
Kαι στη χρυσή του κλειδαριά ταιριάει
μονάχα το κορμί το χαρισμένο!

-Ποιητή γιατί με θέλεις μες στην αγκαλιά σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Ενώ ιδέα είμαι κι αερικό.
Εγώ
απ' τα ποιήματά σου μέσαθε περνώντας
πνοή τους δίνω
και για το πεπρωμένο μου τραβώ.
Ax! Mιαν αχτίδα από σβυσμένο αστέρι αγάπησες.
Αχ! Για το χάρτινό μου ψέμα εγώ τραβώ.
-Εγώ τ' αστέρι σου είμαι το σβυσμένο.
To χάρτινό σου ψέμα ειμ' εγώ.
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα).





γ. τσιγγάνα
(Ας ξαναδώ αυτό το ποίημα πριν το δώσω.
Την καρέκλα του Άλλου βάζω απέναντί μου
και στη δικιά μου κάθομαι εγώ.
-Κοιτάξτε, λέω, το τρίτο ποίημά μου εδώ.
Τι λέτε για τον πρώτο στίχο; Είναι ποίηση αυτή
τα στήθη έτσι ανοιχτά στήθη να λέγωνται-
να δείχνονται πες-
και να ρωτιέται η τσιγγάνα ποιος της το χαϊδεύει;
Στην άλλη κάθομαι καρέκλα,
ύφος παίρνω κριτικού εμβριθούς
και
-Ισως, λέω,
πράγματι θα 'τανε καλλίτερα
εκείνο το «χαιδεύει» να 'φευγε.
Ας πούμε να το λέγατε "ορίζει"-ποια η γνώμη σας;
Όχι πως κι έτσι είστε εν απολύτω τάξει ποιητική,
μα ορισμένως κάπως έτσι ο στίχος στέκει.
Πάω στην καρέκλα μου.
-Σα δίκιο να 'χετε.
Λοιπόν ας το αλλάξω». Άλλο τι
σ' αυτό το ποίημα θσ διορθώνατε;
Αλλάζω θέση.
-Να σας πω...
To άνοιγμα των ποδιών των γυναικείων
κάπως χυδαίο δε σας μοιάζει και φτηνό;
Αφήστε
που λέγεται σε κάθε άπρεπο ανέκδοτο,
κάτι που και κοινό πολύ το κάνει
έξω από χυδαίο.
Ίσως το άνοιγμα, να πούμε, των γονάτων...
Πάλι δεν ξέρω...σεις τι λέτε; Μήπως
για κάποιο λόγο που πιο κάτω θα χρειαζόσασταν
τόσο να δείχνατε θα θέλατε ωμός;
Σεις ξέρετε…
Παίρνω τη θέση μου απέναντι.
-Κι εγώ το έβλεπα, μα ήθελα
και όπως τη δική σας μία γνώμη. Για τα υπόλοιπα τι λέτε;
Στην άλλη την καρέκλα βρίσκομαι.
-Καλά μου φαίνονται αλήθεια.
Η άνοιξη ειναι αλαφριά-μια ίδέα-δε βαραίνει,
όπως θα νόμιζε κανείς σε πρώτη ανάγνωση,
τα φύλλα που καθένα κι από μία δέχονται.
Κι ούτε κανείς κουτός δε θα φανεί
νο σας ρωτήσει τόσες άνοιξες πού βρήκατε
(κι αν θα βρεθεί, βεβαίως τον αγνοείτε).
Δεν έχει φαίνεται η τσιγγάνα σας αγόρι.
Μα δεν της χρειάζεται αφού έχει φτάσει
στην τέτοια ταύτισή της με τη φύση. Πάλι
μπορεί σα σύμβολο κανείς να την δεχθεί
της παραδοσιακής τσιγγάνικης ελευθερίας
που κάπως ξένη είναι για μας.
Αν πάλι δεν είν' έτσι,
και η τσιγγάνα σας
δε βρήκε ακόμα ταίρι
ΚΙ ας το θέλει,
ΤΗΝ περηφάνια έτσι δε δείχνει πάλι ΤΗΝ τσιγγάνικη
και το αγέρωχο της λυγερής φυλής της;
«Και τι σε νοιάζει εσένα και ρωτάς;»
θα ήτανε υποθέτω η απόκρισή της
σε μιαν ακόμα σας ερώτηση…
Και θα 'ΧΕ δίκιο,. Όμως και σεις
δίκιο έχετε και σταματάτε να ρωτάτε.
Ύστερα, νιώθοντας μονάξα ένα πλάσμα μέσα σ' ένα ποίημα
τη μοναξά μετριάζει του ποιητή του.
Όχι, εντάξει όλ’ αυτά νομίζω είναι.
Στην άλλη ΤΗΝ καρέκλα μου πηγαίνω.
-Αυτή τη γνώμη έχω κι εγώ.
Σε κάθε όμως περίπτωση ευχαριστώ
για τις καλές σας συμβουλές.
Σας έχω χάρη.

Και δίχως πια να μετακινηθώ:

-Παρακαλώ. Καθόλου. Νιώθω τόσο
ένα μαζί σας, που έτσι πάρτε το,
σα γα μιλούσατε με ΤΟΝ εαυτό σας.
Nα συμπληρώσω θα 'θελα όμως
ότι αυτή η στάση της τσιγγάνας
είναι κι η στάση η προαιώνια
του θηλυκού προς το αρσενικό-
στάση εχθρική και μίσους,
στάση-αντίδραση σε κάτι απ' έξω,
που με τη βiα επιβλημένο είναι,
κάτι που επιβεβαιώνει
σαν λεκτική τουλάχιστον απέχθεια
το αναμφισβήτητο το γεγονός).






-Τσιγγάνα μου τα στήθη σου αυτά ποιος τα
ορίζει;
-Ο αγέρας που απ' ολούθεν έρχεται κι
ολούθε πάει.
-Τσιγγάνα μου τα γόνα σου τα σφαλιxτά
ποιος σου τ' ανοίγει;
-To νερό του ποταμiού που πάει απ' το βουνό
στον κάμπο.
-Και ποιος είν' ο καλός σου εσύ τσιγγάνα μου
μικρή;
-To ρόδο με μιαν άνοιξη σε κάθε πέταλό του.






δ. Κύριε...
Κύριε,
Ο ουρανός με βλέπει ως τον βλέπω;
Η γη ακούει τα πατήματά μου τα δειλά;
Την ψυχή μου η ψυχή των Πραγμάτων
τη νιώθει,
ως εγώ τη δική τους νιώθω την ψυχή;
Ή μη το περπάτημά μου στη γη πάνω
εγώ μονάχα το γνωρίζω;
Κύριε,
ξέρεις πως υπάρχω;





ε. απιστία
Ανοιχτή πληγή στο σώμα τ' ουρανού το
φεγγάρι.
Η μαυρομάτα η νιόπαντρη εβγήκε
τ' απλωμένα της τα ρούχα να μαζέψει.
Τρεις νέοι έξω από την πόρτα της περνούνε.

-Νια μου κυρά, τα ρούχα κι αν μαζέψεις
μα η ευωδιά τους τον αγέρα έχει μυρώσει.
-Αγέρας είναι κι ας μυρώνεται.

-Νια μου κυρά τα ρούχα σου, που τα 'δα μόνο,
την καρδιά μου μάτωσαν.
-Καρδιά είναι κι ας ματώσει.


-Νια μου κυρά το σώμα μου άναψε ολόκληρο
για σένα.
-To βράδυ ο άντρας μου βαριοκοιμάται, Θα
'χω την πόρτα μου μισανοιχτή.




ΣΤ. ο νιος τραγουδιστής
-Σε τούτο το χωριό ήξερα έναν νιο
τραγουδιστή.
Πού έχει πάει μικρή μελαχρινή κοπέλα μου;
-Είναι αυτός εδώ, μα η φωνή του
στ' ουρανού τα πλάτια τραγουδάει.
-Και ποιος ακούει στον ουρανό
τα θλιβερά τραγούδια του κοπέλα μου;
-Τ αστέρια με τα λαμπερά τ' αυτιά τους.
Και το φεγγάρι, με το μαντήλι η γη να του
κρατάει, γύρω της αυτό χορεύει.
-Αχ! Και πού τον έχουνε θαμένον;
-Στου τζίτζικα το φράκο μέσα το λευκό και
χρυσαφένιο
και στο λαιμό του πεθαμένου του αηδονιού







ζ. Αν, Κύριε
Αν, Κύριε,
ήθελες να φτιάξεις έναν κόσμο
για να γέμιζες το γύρω σου κενό
θα 'ταν όπως ετούτος ο δικός μας;
Μια κούπα θα 'τανε, γεμάτη θλίψη,
με όντα μέσα της
έρμαια σε κάθε κουταλιού ανακάτωμα,
έτσι που ανεμοστρόβιλοι απελπισιάς
να τα τσακίζουν κάθε λίγο;
Και θα τυραγνούσε μιαν άγνοια βασανιστική-
της έννοιας και του προορισμού τους-
το κρίνο, τη λαμπρίτσα και την πέτρα;
Και όλος θα όδευε αυτός ο κόσμος προς το
τέλος του
χωρίς κανείς να ξέρει αν αυτό
μια νέα αρχή για κάτι άλλο θα 'ταν;
Και
Κύριε
θα μας έδινες αυτιά
που την απάντησή σου
στις ερωτήσεις μας αυτές
να μην ακούνε;









η. απορίες
Υπάρχει μία μουσική
που την ψυχή κι όχι τ' αυτιά μας τέρπει,
Υπάρχει μία μουσική
πιο μαγική από κύλισμα ρυακιού
mo θελκτική από τζίτζικα τραγούδι.
Κάποτε θα την ακούσουμε;
Υπάρχουνε κοιλάδες πιο λαμπρές
από τις ομορφότερες της γης.
Υπάρχουνε ασύγκριτα ψηλά βουνά
και ποταμοί γαλάζιοι ατελείωτοι.
Κάποτε θα τους δούμε;
Υπάρχουν αίστησες που εμείς δεν έχουμε-
που με αυτές
πιότερα αμέτρητες φορές
απ' όσα τώρα νιώθουμε θα νιώθαμε,
ίδια καθώς περσότερο μια αχτίδα του ήλιου
τη ζέστα μες στον ήλιο νιώθει,
παρά σα φύγει μακριά.
Και τάχα θα 'vaι o θάνατος
σ' αυτά που θα μας πάει
τ' ανείδωτα κι ανάκουστα και μαγικά,
ή η αχτίδα είμαστ' εμείς η μακρυσμένη
που του ηλιού αόριστα θυμάται τη φωτιά,
κι οριστικά χαμένη πια στου σύμπαντος τα
μάκρη
μόνο που δύναται είναι να τη νοσταλγεί;









θ. Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
με λευκό δέρμα και χέρια βελουδένια,
με το πρόσωπο το αθώο σαν αυγή
και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα,
στην αγορά εβγήκε
και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της.
-Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη.
-Εγώ πριν από έναν ποιητή;
-Χωρίς την ομορφιά σου
η ποίηση δε θα τραγουδούσε.
-Δίχως την ποίηση
θα πέθαινε μαζί κι η ομορφιά μου.
Μα κιόλας,
η ψυχή,
με εικόνες είχε πλημμυρίσει
ακτών μαγευτικών,
γλυκόλαλων νηρηίδων
και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας
ερωτικών πλασμάτων.

ι. σκοπός και μέτρο
-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου
φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να
πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
να κλείσω άσε μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά θεός μου κι η Σκληρότη.
-Άδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου,
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον πόνο να σου δώσω που σκοπός
και μέτρο είναι της γήινης ζωής σου.








ια. τ’ αλογάκια
Τα μάτια σου χρυσάφι και νερό. Καστανός τα μαλλιά σου αφρός.
Τ' άλογα στέκουν ανυπόμονα.
To τρέμισμα κοιτάζω των κλαδιών σου.
Χείλια σου, στήθος και λαιμός παιχνίδια στου άνεμου το χάδι.
Στο δέντρο χέρι δεν απλώνω.
Τ' άλογα έρωτα οσμίζοντας φρουμάζουνε με ταραγμένο το αίμα.
Μαγνήτης σαν το χέρι μου να είναι
μονάχος του ο καρπός σου εντός του πέφτει.
Αχ! Έρωτα που τελειωμό δεν έχεις!
Τ' άλογα τρέχουν γύρω γύρω τρελαμένα.
Σφιχτά κλεισμένη μες στο χέρι μου γυρνάς μαζί τους.
Φέρνω στο στόμα και δαγκώνω τον καρπό.
Μες στον αφρό τους βουτηγμένα
κάτω πάνε τ' αλογάκια.








ιβ. αγριοτριαντάφυλλο
Αντάρτης χωρίς ταυτότητα.
Πρίγκιπας χωρίς περγαμηνές ευγένειας.
Λαχτάρα όλο ο ταξιδιώτης πάνω σου γέρνει.
Ο πραματευτής αγέρας
τ' αγκάθια σου ακριβά πληρώνει
για ΤΟ άρωμα που από σε φορτώνει
και τριγύρω θα μοσχοπουλήσει.
Αγριοτριαντάφυλλο!
Λεύτερο από φράχτες
κι αμόλυντο από φώτα σαλονιών!
Αγριοτριαντάφυλλο!
Συντρόφι εσύ των στιλβωμένων αστεριών
τις ξάστερες τις νύχτες του χειμώνα!







ιγ. σταυροδρόμι

Αυτός που πηγαίνει λέει: δεξιά ,αριστερά.
Αυτός που έρχεται λέει: αριστερά, δεξιά.
Και δίκιο δίνεις και στους δυο
αγαθέ πανάρχαιε δικαστή
σε νόμους τέσσερους ακλόνητους
στεριωμένε.
Στράβωνα σκίσε τις περγαμηνές σου, Αινστάιν, ξαναζεσταμένη ειν’ η σοφία σου.







ιδ. σανγκουίνι
Να δώσω ένα στην αγάπη μου να τη
ζεστάνω.
Γιατί το χιόνι ως μέσα στην καρδιά της έχει
μπει.
Κάθε του φέτα μια παλλόμενη καρδιά.
Οι ίνες του αίματός του χτενισμένες όλες
προς τη φορά των ζωογόνων του αρτηριών.
Τρέμοντας TO κορμί του μαχαιρώνω.
Ο Θεός της αγάπης ας με συχωρέσει-
πρέπει να δώσω ένα στην αγάπη μου.
Να τη ζεστάνω.







ιε. ήλιε χρυσέ
Χρυσέ ήλιε με το χρυσάφι σου κλεμμένο από την καρδιά μου…
Θα σε κλείσω μέσα στο μαύρο της ντουλάπι.
Για πάντα.
Να γίνω ό,τι μου 'χει απομείνει.
Τότε
σε κάθε κενό στροβίλισμά μου
γύρω από τα στήθη της αγαπημένης μου
ο επιμένων δορυφόρος της θα είμαι
που κάποτε θα πέσω πάνω της
με τις κρυφές αχτίδες σου να τήνε κάψω.
Χρυσέ ήλιε με TO χρυσάφι σου κλεμμένο από τη χαρά μου…







ιστ. πριν τελειώσει ο πόλεμος

-Γιατί γυρίζεις πίσω φανταράκι μου;
Ο εχθρός είναι μπροστά.
-Πάω, προτού τελειώσει ο πόλεμος να τήνε πάρω λάφυρό μου.
-Να πάρεις ποιάνε λάφυρό σου φανταράκι μου;
-Για την αγαπημένη μου μιλάω.
-Πόλεμος γίνεται, αγάπες συ έχεις στο μυαλό σου φανταράκι μου;
-Έτσι, που αν σκοτωθώ,
μαζί μου να πεθάνει,
και μαζί να πάμε στο αποχωρητήριο του
σχολείου
όπου δεκατετράχρονα κορίτσια στα
διαλείμματα
παίζουν τον έρωτα με τους συμμαθητές
τους.
-Αχ! Φανταράκι μου! Ο θεός
ΤΟ τέτοιο φέρσιμο δεν TO ΣΧΩΡΝΑΕΙ.
-Γι αυτό κι αλλαξοπίστησα,
και πέος ένα διογκωμένο
μες σ' ένα σπαρταρώντας δαχτυλίδι αιδοίου
είν' ο θεός μου.













ιζ. με μαχαίρι
Mια δυσοίωνη οργή εκπηγάζει
από το σακατεμένο μου κορμί
Πού είναι η γλυκιά η νοσοκόμα;
Μήπως σε λάθος πόλη αποπειράθηκα;
Μη το νοσοκομείο της δεν είναι που
εφημερεύει;
Ή τ' ωράριό της άλλαξε με άλλην
και άλλη κάποια θα μου βγάλει
τα κολλημένα στις λιωτές μου σάρκες
ρούχα,
και άλλη κάποια θα με ακούσει
τη μόνη λέξη που 'μαθα μες στη ζωή να λέω,
και ας την είχα μαθημένα μόνο
για να την ψιθυρίσω στο δικό της μέσα αυτί;
"Πονάτε;"
Ερώτηση γιατρού σε πολυτραυματία
ετοιμοθάνατον...
Σ’ άλλη περίπτωση θα του ’λεγα πολλά. Μα
τώρα
μόνο να πω μπορώ: "Πού είναι ΑΥΤΗ;"
Ο γιατρός στους νοσοκόμους:
"Πιο γρήγορα! Πεθαίνει!”
Σ' ακούω γιατρέ της κακιάς ώρας.
Τα λένε αυτό μπροστά σε κείνον
που αληθινά πεθαίνει;
Ξανά εγώ τη δύναμή μου όλην βάζοντας:
"ΠΟΥ EINAΙ AYTH;"
"Σώπα, Έρχεται"
Ο νοσοκόμος, ανοίγοντας την πόρτα του
χειρουργείου:
«Για ποια λέει;»
0 γιατρός: "Ποιος ξέρει...
Τότε είναι που δεν άντεξα
και τους άφησα τους αλιτήριους.
Και πήγα εκεί όπου οι λέξεις παύουν να
'χουνε φωνή.
Σιωπή και χιόνι γύρω.
Όχι χιόνι.
Πέπλα πάλλευκα.
Και το σώμα μου ακέριο,
Ώστε ζωή μετά το θάνατο λοιπόν;
Μα τι…μα πώς…μα…να! ΕΚΕΙΝΗ!
Ξεπροβάλλει μέσα από κάτι
σα μιαν αδιόρατη χαραματιά των πέπλων.
Στέκω βουβός σε τέτοια μέσα μια σιωπή υπερισχύοντας οι καλοί μου τρόποι.
Μα όλη σκούζει η ύπαρξή μου.
Σπάει εκείνη τη σιγή και με φωνή σα μελωδία: "Μίλα", μου λέει, "εδώ,
μόνο όσοι αγαπούν-
μονάχα αυτοί μιλούνε."
"Σ' αγαπώ."
"Λες να μην το ξέρω;"
"Κι εσύ;.."
«Τρελαίνομαι για σένα.»
"Τότε γιατί εκεί με απόφευγες…όμως καλά-κι εσύ είσαι πεθαμένη;"
"Όχι. Ολοζώντανη, Όπως και συ."
"Εκεί…εκείνος ήτανε ο θάνατος;"
"Ναι"
"Καλά το έλεγα εγώ λοιπόν, Αλλ' ας τ'
αφήσουμε αυτά. Γλυκιά μου Ρωρερκάρ
θέλω μαζί σου
να κάνω εκείνο που δεν ήθελες στη γη"
"Mη λες δεν ήθελα.
Δεν έπρεπε.
Μα εδώ καταργημένα όλα τα πρέπει.
Και πια μη χρησιμοποιείς ψευδώνυμο"
«Γλυκιά λοιπόν.»
"Ναι. Για σένα. Και για πάντα."
Το χέρι της εσήκωσε
κι ένα βελούδινο ροζ παραπέτασμα
μας απομόνωσε.
Τάχα από ποιον;
Μια κίνησή της άλλη βιαστική
κι ένα κρεβάτι στήθηκε μπροστά μας.
Για μια στιγμή τον πόθο η έκπληξη έδιωξε απ' τη ματιά μου.
To είδε.
Και για να μου δείξει
πως όλα γίνονταν καθώς κι οι δυο τα θέλαμε,
το χέρι μου 'πιασε,
απαλά στο κρεβάτι με οδήγησε
και πλάι μου έπεσε αλαφρά, αφού πρώτα
με μίαν άλλη όλο ανυπομονησία κίνησή της
από τα ρούχα όλα της απαλλάχτηκε.
Και κει
στριφογυρίζοντας σαν λυσσασμένοι στο
κρεβάτι πάνω,
οι δυο μας γίναμε ένα τόσο,
που για τους δυο μας ένας μόνο ανάπνεε.
Και σ' έναν ύπνο έπειτα βυθίσαμε
που απ' αυτόν εκείνη μ' έβγαλε
για να με πάρει γελαστή απ' το χέρι
και να με πάει σ' ένα χώρο
απ' όπου βγήκα ολόλευκος κι εγώ
και έχοντας κι εγώ φτερά
λευκά και κείνα κι απαλά κι αιθέρια.

"Έτσι θα είμαστε οι δυο από δω και πέρα.
Κι έρωτα όλο.
Σαν έμαθα πως έπεσες απ' τον γκρεμό
αφήνοντας κείνο το γράμμα,
δεν άντεξα και νιώθοντάς σε πεθαμένον
ήρθα εδώ αμέσως.
Μα όπως είδα, πρώτη.
Χωρίς εσένα η ζωή θα ήτανε μαρτύριο.
Σε λάτρευα καθώς και συ.
Μα οι συνθήκες εκεί πέρα...
η κοινωνία, τα παιδιά, ο φόβος της αγάπης...
δε γίνονταν
ούτε να ξέρεις ότι σ' αγαπώ.
Μα τώρα έλα,
πάμε στα γλυκά του έρωτα ακρογιάλια
και στις γλυκές του τις πηγές
και στης αγάπης τις γλυκές φωλιές
φτιαγμένες για όσους ένιωσαν πως έρωτας
είναι ο θάνατος ο ίδιος."
"Δε θα χωρίσουμε ποτέ!"
"Εδώ κουτούλη μου δεν έχει χωρισμό.
Εδώ είν' η αιωνιότητα
και όπως μέσα της θα μπεις
έτσι και μένεις."
...Με σώσανε οι αχρείοι. Τώρα κείτομαι
σ' ένα κρεβάτι πάνω,
ζαλισμένος,
γεμάτος γάζες και ήμερες πληγές.
Δοκιμάζω το χέρι μου-δεν έχει δύναμη να σηκωθεί.
Λίγο πιο ύστερα
που κάπως η αδυναμία κι η ζάλη θα 'χουν φύγει
έρχομαι οριστικά Γλυκιά,
με μαχαίρι
τον άχρωμο σωλήνα κόβοντας του ορού,
έτσι που ολότελα να ξαιματώσω.





ιη. τελετουργίες
"Θέλεις;"
"Θέλω."
"Γιατί λοιπόν μου φεύγεις;"
"Qt ρίζες μου με σπρώχνουν μακριά σου'
"Τις ρώτησες γιατί;"
"Μου είπαν γιατί πρέπει να λέει το στόμα όχι,
τα μάτια σε ντροπή να ’ναι
κατεβασμένα,
ενώ την ίδια ώρα θα διαλέγω
τον πιo όμορφο και δυνατό
απ' όσους με ζητούνε."
"Αλλά με θέλεις.-δε θα πει: με διάλεξες;"
"Ναι, μα και πάλι πρέπει
όλα να γίνουν δύσκολα για σένα."
"Για να ’ναι μεγαλύτερη η χαρά της ένωσης;"
"Όχι, δε γνιάζονται οι ρίζες για χαρές.
Μον' θε ’νε να πλαντάει το σπέρμα από τον πόθο
για να ’χει μεγαλύτερην ορμή,
κι ο σπόρος που θα σπείρει να ριζώσει,"
"Μα ούτε συ ουτ' εγώ παιδί ζητάμε να
γεννήσουμε.
Λοιπόν έλα."
"Έρχομαι. Οι ρίζες ας με συχωρέσουνε."
"Τ’ άνθος σου εγώ θα δρέψω μόνο."











ΙΘ. ταυτότης επιθυμιών
-Καλή σου όρεξη κυρά μου στα φασόλια σου.
Αν φασολάκι εγίνομουν
και καρφωνόμουν στο πηρούνι σου
στου στόματος σου τη γλυκιά φωλιά θα μ' έβαζες;
-Φαί θα ήσουν και θα σ' έβαζα.
-Και πηρουνάκι αν εγινόμουν
θα με ρουφούσαν έτσι τα χειλάκια σου;
-Θα 'σουνα πηρουνάκι και θα σε ρουφούσαν.
-Κυρά μου για ένα όνομα μη σε καυμό με
ρίξεις.
Φασόλι πες με και το στόμα σου ας με γέψει.
-Λωλό μού μοιάζεις αγοράκι μου άγουρο.
-Και πηρουνάκι πες με και τα χείλια μου έλα πιες.
-Του κόσμου πώς την τάξη εγώ ν' αλλάξω αλανάκι μου γλυκό;
-Με κολυμπήθρες τα ματάκια σου τα
ολόμαυρα
και αγιονέρι το καυτό μου TO αίμα.
-Κιόλας σε βάφτισα γλυκό μου αγόρι. Όμως τον άντρα μου που οργώνει πέρα,
πώς να τον ειπώ;
-Μπαξέ που ένας διαβάτης του 'κοψε ένα ρόδο.
-Αχ! Άντρα μου μπαξέ
πάει το τριανταφυλλάκι σου.









κα. ο χορός
Μικρή η ζωή κι ο πόθος μας μεγάλος.
Όλα τριγύρω σου γλυκό χορό μέσα στην άνοιξη έχουν στήσει.
Χόρεψε και συ γλυκό κορίτσι!
Όλα τριγύρω σου γλυκό χορό έχουν στήσει.
Και τ' αγριολούλουδο κι ο λόφος κι η
λαμπρίτσα.

Όλα τρελά χορεύουν μες στην άνοιξη.
Χόρεψε γλυκό κορίτσι!
Γύρους με το φουστάνι σου απ' αστέρια
φέρνε
να ζαλιστεί ο ουρανός, στη γη να πέσει
και το φεγγάρι σου να δει κι εδώ να μείνει,

Όλα τριγύρω σε τρελό ρυθμό γυρνούνε.
Μικρή η ζωή κι ο πόθος μας μεγάλος.
Χόρεψε μαζί μου γλυκό κορίτσι.








ΕΡΩΣ
Έρως δεν είναι τ' ανοιγόκλεισμα στο μάτι του πάνω βλέφαρού μας για το κάτου;
 Έρως δεν είναι χου κισσού το σφιχτοπλέξιμο γύρω από το κορμί κάθε πλατάνου;
Έρως δεν είναι το αστροβόλημα της νύχτας και το ξανάβγαλμα του ήλιου το πρωί;
Έρως δεν είναι το τσιμέντο μες στα τούβλα που υψώνει ένα ένα κτίρια τόσα;
Έρως δεν είναι το τραπέζι αυτό που γράφω, που αν δεν ήτανε, τα μόριά του θα φεύγαν όπως πάνε τα πουλιά;
Έρως δεν είναι του καρφιού το κράτημα στον τοίχο;
Έρως δεν είναι το κουμπί το ρούχο που κρατεί;
Έρως δεν είναι η Άνοιξη που ανοίγει τα λουλούδια;
Έρως δεν είναι του ηλιού η αγάπη για τη γη μας και κείνης το στροβίλισμα τριγύρω από κείνον;
Έρως τ' αστέρια δεν κρατάει καλά ραμμένα στο ύφασμα πάνω τ' ατλαζένιο τ' ουρανού;
Της πέτρας έρωτας δεν είναι η μυριαιώνια η συνοχή κι η μάζωξη κι η αγάπη;
Τ' είναι που την καρέκλα σου δετή κρατεί κοντά στο δίπλα της τραπέζι;
Τ’είναι το σπίτι μας που δεν γκρεμάει από συντρίμμια κάτου να μας θάψει;
Η αγάπη των δοντιών σου το 'να τ' άλλου το κόσμημα δεν είναι αυτό που φτιάχνει που τόσο αυτόν που το κοιτάει ζαλίζει;
To πάτωμα τους τοίχους αν κρατάει μ' έρωτα μόνο δεν το κατορθώνει;
Έρως δεν είναι η ζωή που ζούμε αφόντας γίναμε κι ώσπου χαθούμε;
To κυνηγάρικο σκυλί δεν είναι με το κυνήγι του ερωτεμένο που έτσι αλύπητα το κυνηγάει;
Το φως που αχτιδωτά τραβάει πέρα, αγάπη δεν κρατεί σ' ευθεία μια;
Η ζακετούλα σου έρωτας δεν είναι το σωματάκι σου έτσι όπως ζώνει;
Γη κι ήλιος μ' έναν έρωτα δεμένοι ζευγαρωτά στο διάστημα δεν πάνε;


Μια έκρηξη αν σκορπίζει όλα γύρω, έρωτα για το χώρισμα δε δείχνει;
Δεν ειν' ερωτεμένος με τον τόπο ο οδοιπόρος, του προορισμού του;
Και το μπινγκ μπανγκ το μέγα έρως δεν είναι που αναγκεμένος απ' τη σύναξή τους πέρα δεν έκανε ό,τι τον φτιάχνει καθώς χωρίζουν οι ερωτεμένοι για να βρεθούν μαζί σε λίγο πάλι κι άλλες ν' αρθρώσουν έρωτα λεξούλες;
Έρως TO σύμπαν όλο δεν κατέχει για το απλωμά του, όπως και τη θύρα για το άνοιγμά της και το κλείσιμό της;
Έρως δεν είναι του νερού τ’ αυλάκι;
Του αυτιού μου έρωτας για τη φωνή σου;
Έρω δεν έχει των ματιών σου η φλόγα για των ματιών μου το καυτό το τζάκι;
Μ' έρω δεν είναι που το βάδισμά σου πάει και φριχτά το νου μου  βασανίζει;
'Ερω δεν έχει η θλίψη των ματιών μου με τις χρυσές αχτίδες των δικών σου;
To ξέραμα έρωτας δεν ειν' της λάβας που πέλαα πλάθει και βουνά και νήσους;
Έρως της σπίθας δε φωτάει το δρόμο το στρώμα το μπαμπάκινο να φτάσει κι όλο το σπίτι να το λαμπαδιάσει;
Έρω δεν έχει η σόλα με το δρόμο και παιχνιδάκια φίνα δεν του παίζει μια να του φεύγει μια να ξαναπάει;
Κι αυτόν, αν έρωτας δεν τον κτείχε δε θα μας πέταγε με δίχως λύπη μακριά του-στα χορτάρια και στα βράχια;
Δίχως τον έρω θα ’φεγγεν ο λύχνος το σκότος, εραστή του αν δε τον νιώθει;
Θα χώριζαν ποτέ οι γαλαξίες αν έρως δεν τους είχε πέρα σπρώξει για να βρεθούνε μ' άλλους άγνωστούς τους;
Θα δέχονταν η πόρτα το κλειδί μας αν έρωτας θερμός δεν τη δονούσε για την ψυχρή του σίδερου ουσία;
To κρύο θα ’ψυχε ποτέ τον πάγο αν το νερό TO κρύο δεν αγαπούσε;
To χρώμα θα χρωμάτιζε τον τοίχο;
Θα 'θελε η καρδιά μου ναν' δική σου;
Τα μάτια μου θα τα 'θελγε η θωριά σου;
To χέρι σου η αφή μου θα ποθούσε;
Τα χείλη μου θα ψάχναν τα δικά σου;
Θα έγραφα ποτέ αυτά τα λόγια συ αν δεν ήτανε να τα διαβάσεις;
Θα σμιγανε ο βράχος με το κύμα;
Θα ταίριαζε στο ψάρι το λεμόνι;
Του άνθους η μυρωδιά με τ’ άρωμά σου;
Και το σφυρί θα ζήταγε τ' αμόνι;
Ο Χρόνος, τη ζωή μας θα μαδούσε γυμνά τα κάλλη της αν δεν ποθούσε;
Κι η φύση θα σε γέμιζε με χάρες αν απ’ το κοίταγμά σου δε μεθούσε;
Πες μου, λαιμούς θα στόλιζε χρυσάφι χρυσού αν έρωτα δεν 'νειρευόνταν;
Του' το μολύβι που κρατώ θα μπόρειε πα' στο χαρτϊ να γράψει αν δεν πλαντούσε το μαύρο να δεθεί με το λευκό της;

Τάφοι θα δέχονταν της ζήσης ράκη αν τα συντρίμμια μας δεν αγαπούσαν;
Στα δάση μέσα τα δροσά βαθύσκια θα ταίριζαν πουλάκια στα δεντρά τους αν έρως δεν τα ζύγιαζε στα κλώνια;
Θα 'βρισε χελιδόνι τη φωλιά του που χρόνο ένα πριν είχεν αφήσει αν έρωτας δεν του 'δειχνε το δρόμο;
Του' το βιβλίο τώρα που διαβάζεις θα είχε τάχα μέχρι εσένα φτάσει αν τα χεράκια σου δεν αγαπούσε κι αν μες στα γράμματά του δεν εκλειούσε τον έρωτα που από σένα φεύγει, σε μέν έρχεται, σε ζωγραφίζει, και σαν εικόνα σου σε ξαναβρίσκει;
Ο έρως, που τη ζήση μου ορίζει, στη γειτονιά θα μ' έστελνεν ετούτη αν μέσα της δεν ήσουν συ καλή μου προσμένοντάς με για να μ' αγαπήσεις;
To χρήμα θα 'θελε το πορτοφόλι;
Οι τόσες μέρες τη ζωή μας όλη;
Τα χείλια θά 'στεργαγ το κοκκινάδι;
Τα χέρια θα ποθούσαν άλλα χέρια ν' αγγίσουν, να χαδέψουν, να ζεστάνουν;
To χρήμα θα 'θελε η φιλαργυρία;
Θα ζήταγε το ξόδεμα η σπατάλη;
Η λαιμαργία όλο θα πεινούσε;
Η αρετή θα σ' έσκεπε σα μάνα;
Σα χάδι θα σε τύλιγε η κομψότη;
Η γλύκα πάνω σου θα είχε δέσει;
To Θείο θα ζητούσε στη μορφή σου να ιδωθεί, καθρέφτης του αν δεν ήσουν;
Η ωραιότη θα περνούσε τόσα, αφόντας πλάστηκε, όρη και δρόμους για να 'ρθει και στο σώμα σου επάνω την ιδεατή σφραγίδα της να βάλει;
Η γοητεία θα γινόταν ταίρι κάθε σου κίνησης και βλέμματός σου αν έρως δε την έσπρωχνε σε τούτο;
Χώρια το χέρι απ' το κορμί μας θα ’ταν και τo κεφάλι μας απ' το λαιμό μας αν έρως δεν ετράβαε το 'να στ' άλλο.
Τα μήλα σ' αχλαδιές πάνω θα δέναν και μυγδαλιές θα εκαρπίζαν ρόδια.
Αέρας τον αέρα δε θ' αγαπούσε κι η γη ατμόσφαιρα τότε δε θα ’χε.
To νάτριο αν το χλώριο δεν ποθούσε θα 'χαμε αλάτι για το φαγητό μας;
Και τι άλλο παρά έρως οδηγάει και την κατσίκα προς τον τράγο-πάει;
Τι άλλο παρά έρως συνταιριάζει το κρύσταλλο δετό κι αυτό δε σπάζει;
Κι αν τη ματιά μου η κλειστή σου πόρτα σαν το μαγνήτη δεν τηνε τραβούσε θα 'ξερα εγώ κάθε γωνιάς το ρόζο και κάθε μιας σανίδας τα νερά της;
Η απουσία σου αν αταίριαστη ήταν με τη μεγάλη που με δέρνει θλίψη, θα εθλιβόμουν που μακριά μου είσαι;
Κι αν η χαρά τη θλίψη ερωτευόνταν ο ευτυχέστερος δε θα 'μουν όλων με τη χαρά σου η θλίψη μου να δένει;
Κι ο έρως δε με κάνει να σου γράφω και να σου τραγουδώ τραγούδια τόσα, που σαν καθένα τους στολίδι που 'ναι γύρω από σένανε πάντα γυρνάνε και να σε ξαναπλάσουνε γυρεύουν κι όληνε να σε φέρουνε σε μένα και πια να σε κρατώ σε κείνα μέσα και να μπορέσω και ξανά να ζήσω;
Κι ο έρως μακριά μου το φιλί σου δεν το κρατεί για να με βασανίζει;
Όλα γλυκειιά μου αγάπη έρωτας είναι-πώς να μη σ' αγαπούσα θα γινόνταν αφού έρωτας κοντά σου μ' οδηγάει...






ΣΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΈΣ ΠΟΥ ΤΌΣΟ ΕΙΡΗΝΙΘΚΆ ΔΙΑΔΉΛΩΣΑΝ ΦΈΤΟΣ ΤΟ ΔΕΚΈΜΒΡΗ ΚΑΙ ΠΟΥ ΤΌΣΟ ΓΛΥΚΆ ΚΑΙ ΕΥΓΕΝΙΚΆ ΜΙΛΆΝΕ ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΎΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΕΝΤΕΎΞΕΙΣ ΤΟΥΣ


Μόνο που δεν επέσατε
στα γόνατα ρε φίλοι-
και μόνο που δε φάγατε
σαν πρόβατα τριφύλλι…

Μόνο που δε φιλήσατε
ποδιές κατουρημένες
καθώς δειλά προφέρατε
λέξεις υποταγμένες...

Η Ελλάδα κατακλέβεται
απ’ τους πολιτικούς σας,
και σας να δείξτε ευγένεια
στους φαύλους είναι ο νους σας.

Βγαίνετε και κλαιγόσαστε
ότι δε σας ταϊζουν
και κείνοι από μέσα τους
χλευάζουν κι ονειδίζουν.

Με πιάτου ένα φαγητό-
πού θε’ μου έχετε φτάσει!..-
μπορεί ένας κλέφτης υπουργός
όλους σας ν’ αγοράσει....

Λες και δικό σας το φαϊ
δεν είν’ που χλαπακιάζουν,
και πρέπει να επαιτήσετε
για να σας το μοιράζουν.

Τέτoιο ετούτο τον καιρό
κατάντια έχετε δείξει.
που ουτ’ έναν οι κουβέντες σας
δεν έχουνε αγγίξει.

Τα ίδια σας βλέπετε να τρων
αυτοί τα κρέατά σας,
και τους εκλιπαρείτε σεις
για εν’ απ’ τα κόκαλά σας...

«Σοσιαλιστή» έναν υπουργό
βρήκατε,και χαιρό ’στε!!!
Μπράβο σας! Κι εις ανώτερα!
Αετοί μου!..Δεν πιανό ’στε!!!...

Και πια,σας φταίνε οι βουλευτές-
δε σας ακούνε λέτε...
Μα όμως εξεχάσατε:
πρέπει και να τους κλαίτε...

Και πως τραβάτε είπατε
ένα σωρό μαρτύρια
(Κρίμα...πώς έγινε αυτό;
Βρε πράματα μυστήρια!...

Σεις τόσες τα ’χετε φορές
αυτά όλα ειπωμένα-
Πώς και οι υπηρέτες σας
Δεν τα ’χουν καμωμένα;)

Και τα λεφτά που δόθηκαν
στην κάθε μια Σχολή σας
δεν ξέρετε πού πήγανε...
Γκαρντάσια μου, άφερίμ σας!..

Μα μη σας γνοιάζει. Μία δυο
συνέντευξες ακόμα
και στο δικό σας τα λεφτά
θα έρθουνε το στρώμα...

Μον’ λείψατε να έχετε
μαζί σας και λιβάνι.
Και θυμιατό. Και άμφια.
Για δοκιμάστε...πιάνει!..

Όσο για ύφος...(δεν μπορεί
να πει το στόμα ψέμα),
κλαψούρικο ήταν αρκετά!
Και νερωμένο το αίμα!

Και θέλετε, αν καλάκουσα,
πολλές πορείες να κάντε.
Βλέπω ψηλά στοχεύετε,
δεν είστε άντε άντε...

Μία πορεία το λοιπόν
ακόμα ετοιμάστε
και θα σας σεργιανούν αυτοί
ενώ εσείς θα κοιμάστε...

Σφραγίδα κράτους θέλετε
δυο λόγια για να πείτε!...
Στους δρόμους θα σας έκοφτε,
ψοφοδεείς!, να βγείτε,

και φοβερά ν’  αστράψετε-
τα νιάτα όπως μπορούνε-
που ως και τ’ αστέρια όταν σας δουν
κι εκείνα να κρυφτούνε;...

Μα μια σταγόνα είστε και σεις
στο έλος που λεν Ελλάδα.
Μαύρη καπνιά από της σβυστής
της λευτεριάς της δάδα.

Της τύχης σας είστε άξιοι-
της ατυχιάς σας ήτοι:
μην ξεσηκώνεστε-μπορεί
ν’ ανοίξει καμιά μύτη...

Και ο …σεμνός σας πρύτανης
ωραίο σάς ήταν ταίρι!
Μα μπρος! η φιέστα τέλειωσε-
φιλήστε του το χέρι

και πέστε του τού αναρχισμού
θα βγάλτε τη σημαία
και θα ’ναι πάλι στο εξής
όλα όμορφα κι ωραία.

Και πια καθείς στο σπίτι σας
ωραία ωραία καθήστε,
τα χέρια σας σταυρώσετε
κι απ’ το θεό ζητήστε.

Έτσι θα πάρτε πιο εύκολα
εκείνα που ζητάτε
πόρτες ατσάλινες παρά
με άνθη να χτυπάτε.

Πιο, έτσι, θα΄ναι πιθανό
να σας ακούσει κάποιος,
απ’ όσο είναι ένας νεκρός
να ζωντανέψει, σάπιος.

Μα φίλοι μου, ή λαθέψατε
ή έχετε κακομάθει-
αυγά κανένας με πορδές-
πασίγνωστο- δε βάφει.

Στεφάνια αν θέλετε χρυσά
το Δίκιο να σας πλέξει,
δεν είναι «ζητιανέψετε»,
«αρπάξτε!» είναι η λέξη!

Για να φλογίσει, φίλοι μου,
ο ήλιος της Πατρίδας
θέλει-αλίμονο!-κορμιά
στη ρίζα κάθε αχτίδας.

Δε θέλει ζητιανέματα
και σαχλοκαταλήψεις.
Δε θέλει κανακέματα
και γλύψιμο όπου φτύσεις.

Δε θέλει μέσα χώσιμο
του κεφαλιού στην άμμο΄
δε θέλει με κακομοιριά
και με ραστώνη γάμο.

Δε θέλει «σας παρακαλώ»,
δε θέλει «ελεήστε!..»
Θέλει έργα. Θέλει πόλεμο.
Θέλει ζωές να σβήστε.

Θέλει στα μάτια φλόγισμα.
Θέλει στο χέρι αξιότη.
Θέλει την άκρατην ορμή
της νεολαίας την πρώτη.

Δε θέλει με τους άδικους
κουβέντα πουλημένη.
Δε θέλει λόγια όμορφα
κι έκφραση μια θλιμμένη.

Ελευθερία φέρετε!
Αυτός ειν’ ο αγώνας!
Αν όχι, σκλάβους θα σας βρει
κι ο άλλος ο αιώνας.

Αλλιώς σας μυκτηρίζουνε
και σας οικτίρουν όλοι-
και οι φτωχοί κι όσοι έχουνε
γεμάτο πορτοφόλι.

Όλων το ντρόπιασμα είσαστε
σεις τότε των ελλήνων
μιας και μιλάτε στ’ όνομα
μα και στη θέση εκείνων.

Κανόνες δημοκρατικούς
μη θέτε να τηρείτε
όταν με ανύπαρκτους μιστούς
και με υποτέλεια ζείτε;

Αν ναι, να τη χαιρόσαστε
τέτοια δημοκρατία.
Μα ό,τ’  είναι Ανθρώπινο,
σχέση μ’ εσάς καμία.

Κανόνες που εθέσπισαν
οι φαύλοι αν ακλουθάτε,
μες στο τσουβάλι τους δετοί
σε λίγο θα μετράτε.

Μα φαίνεται πως το ’χετε
Φίλοι μου αποφασίσει
τα μάτια σας στη λογική
καθείς σας να τα κλείσει.


Μπάτε στο Σύστημα λοιπόν
κι εσείς , καλοί μου φίλοι:
η που σ’ αυτό σας οδηγεί
ορθάνοιχτη ειν’ η Πύλη.


Δε σώζεται αδέρφια μου
η χώρα με τα λόγια
ούτε με μια που θα ’ρχονταν
από ψηλά ευλόγια.

Λοιπόν τραβάτε στο καλό
και στην καλή σας ώρα.
Με νέους ως σας-όχι, δε ζει
μα θάβεται μια χώρα.

Ξίφος εδώ χρειάζεται
και όχι δεκανίκι.
Με νέους άπραγους κι ωμούς
ποτέ δε θα ’ρθει η νίκη.

Ίσως φιλόσοφοι πολύ
μια μέρα εσείς να γίνετε,
μα του Αγώνα τη φωτιά
φίλε μου, έτσι τη σβήνετε.

Κι αν σ’ όλες μέρος λάβατε
τις που ’γιναν πορείες.
γι αγρίους είναι μόνο αυτό
καλοί μου ιστορίες.

Τους πλούσιους και τους ισχυρούς
αν δεν ταρακουνήστε,
ούτε ο αγώνας, ούτε συ
τίποτα θα κερδίστε.

Το κράτος τους συθέμελα
να τρέμει αν δεν το κάνετε
ζήτουλες όλοι  έζήσατε,
ζήτουλες θα πεθάνετε.

Αγκάθι αν πολύαλγο
δεν είστε στο πλευρό τους
τότε νερό είστε γάργαρο
για τον νερόμυλό τους.

Στην άκρια η πέτρα αν δε βαλθεί
άβατος μένει ο δρόμος.
Αν δεν σκοτώσεις το θεριό
δε σταματάει ο τρόμος.

Και με πορείες σαν αυτήν
που έκανες τις προάλλες,
των φοιτητών το κίνημα
κατρακυλάει τις σκάλες.

Τον λιόντα , μον’ του κυνηγού
η σφαίρα θα τον χάσει.
Τα ξόανα τώρα ειν’ άχρηστα΄
ένας ο Θεός: Η ΔΡΑΣΗ!

Νέε, κάτσε στην καρέκλα σου
και γράφε στον κομπιούτερ.
Και για να μην κουράζεσαι
κάνε πορείες με σκούτερ…

Μ’ από τα νιάτα δε ζητά
ο λαός μακάριον ύπνο΄
ζητάει γεύμα γιορτινό
κι ίδιο για όλους δείπνο.

Δε θέλει να κρυβόσαστε
πίσω από τα βιβλία.
Θέλει ακράτηγη ορμή.
Κι η βία θέλει βια.

Αλλιώς και σάς εμπαίζετε
τους ίδιους, και το λαό σας,
που έχει κάνει δίκιο του
το δίκιο το δικό σας.


Μα να τελειώνω. Έγραψα εγώ
λόγια εδώ φλογάτα,
μετά τα «γράψατε» κι εσείς,
κι ούτε ζημιά ούτε γάτα.

Λοιπόν αντέστε κάνετε
κι άλλη καμιά πορεία,
κι αφήστε όσους μάχονται
να γράφουν Ιστορία.

            -----



ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Γεωργίου Χολιαστού




Ο Βαλτάσαρ ήτανε ο ένας από τους τρεις μάγους που προσκύνησαν το μικρό Χριστό. Χρόνια πολλά μετά ο Βαλτάσαρ, καθισμένος ίσως δίπλα σ' ένα τζάκι, διηγείται στον εγγονό του τα γεγονότα εκείνης της ημέρας.
Ο Βαλτάσαρ διηγείται στον εγγονό του
Πηγαίναμε οι τρεις μας. Για ημέρες
επάνω στης καμήλας μας τη ράχη
με την υπομονή δώσαμε μάχη
και της ερήμου τις φρυγμένες ξέρες.

Και κάποια νύχτα εφάνηκε το αστέρι.
Ήταν καθώς σκυμμένοι από χρόνια
το 'δαμε, στα ιερά και προαιώνια
μέσα βιβλία, στης Περσίας τα μέρη.

Τώρα στ' αλήθεια μας εφανερώθη.
Κι ενώ ήτανε λαμπρό σαν ήλιοι χίλιοι
για μας σα γλυκερό ήτανε καντήλι-
κανένα μας το μάτι δεν 'τυφλώθη.

Και με απαλή μι' αγνότη και μια χάρη
λαμπρόφεγγε. Κι η νύχτα ήταν δικιά του.
Κι έλουζεν όλα πάνου κι όλα κάτου.
Και η ψυχή μας 'λάφρωσε' κι εχάρη.

Και λες χορεύοντας και τραγουδώντας
σαν κοριτσόπουλο ερωτεμένο
τραβούσε μπρος το τρισευλογημένο
πίσω του άλαλους κι εμάς τραβώντας.

Και πια δε νιώθαμε καθόλου κόπο.
Και τ' άστρι τ' ωραιότερο κι απ' τ' άνθη
πάνω από μια σπηλιά πήγε κι εστάθη
τον άγιο έτσι δείχνοντας τον τόπο.

Στον θεοσύναχτο μπήκαμε χώρο.
Μα σα μηχανικά μπροστά στα πόδια
που μωρουδίστικη χύναν ευώδια
καθένας μας απόθεσε το δώρο.

Γιατί και νους και σώμα και ψυχή μας
αμέσως δέσμια εγίνανε στο βρέφος-
δέσμια καθώς είναι η βροχή στο νέφος
και η ζωή κι η βλάστηση στη γη μας.

Και μεις οι τρεις,που σ' όλη μας τη ζήση
με μυστικά μεθάμε τ' ουρανού μας,
εμείς όπου αλάθητα το νου μας
με γνώση και σοφία έχουμε ασκήσει,

εμείς, σ' αυτό το βρέφος μι' άλλη γιε μου
είδαμε, θεια Φύση θρονιασμένη
που είθε όλην της τη μεστωμένη
την ευλογιά να νιώσω μέσαθέ μου:

έτσι καθώς τα ροδαλά χεράκια-
τ' αγνά, κινούσε, εκείνα εμεγαλώναν
θεριεύανε, γιγάντωναν, απλώναν
(τα’ άγια Του, τα μικρούλικα χεράκια!)


και μία φτιάχναν αγκαλιά μεγάλη
τρανότερην απ' την ουράνια εκείνη
που 'βλεπες μέσα στοργικά να κλείνει
τον κόσμο μας κι αυτός ζεστά να πάλλει.

Κι ως τα ποδάκια πλέκανε τα δυο Του,
λες ότι κιόλας είχε βγει στη στράτα
κι όπου πατούσε τα κακά φευγάτα
και αντρειωμένο τώρα το καλό Του.

Και όταν η βουλη Του-α! η βουλή Του!_
το γιορτινό Της άπλωνε το χέρι,
το "ναι" του αδύνατου γινόταν ταίρι
και ο παλμός συντρόφι του ακινήτου.

Και στις βραγιές του απείρου του ζοφώδους
κόσμοι επλάθονταν, ήλιοι εγεννιόνταν,
το φως δοξαστικά εμφανιζόνταν
κι έρρεαν ποταμοί λάβας φλογώδους.

Και μες στου βρέφους τα ματάκια όπου
μιαν εσοβάρευαν, μια παιχνιδίζαν,
έβλεπες αγριόκρινα κι ανθίζαν
η ευτυχία κι η χαρά του ανθρώπου.

Κι έβλεπες πειρασμών άγριες ερήμους
να γίνονται ολοπράσινες οάσεις'
κι έβλεπες πεθαμένων αναστάσεις
και ύμνους άκουες εορτασίμους.

Κι άκουες τη φωνή την εξαισία
να συμβουλεύει και να παροτρύνει
και την εθαύμαζες που φλόγα εγίνει
εκεί-στην επί Όρους Ομιλία.

Και μες απ' τα χειλάκια Του να βγαίνει
άκουσα μια φωνή, που αναγάλλια
όμως και φρίκη μου 'φερε ως αγάλια
στη νύχτα απλώνονταν την αγνισμένη:

«Έίμαι το Φως. Και Είμαι η Αλήθεια.
Όποιος θελήσει και Μ' ακολουθήσει
αυτός στο σκότος δε θα περπατήσει
αλλά στα φώτα της ζωής τα πλήθια.
Για σας η γήινη ζωή Μού εδόθη.
Τη Θεία διδασκαλία Μου δεχτείτε
και γίνετε έτσι άξιοι να μπείτε
στη Βασιλεία για σας που ’θεμελίώθη.

Κι αν θα διαλέξετε να Με σκοτώστε
σκοτώστε Με' μα εγώ κι απ' το σταυρό Μου
απ' τον Πατέρα θα ζητώ Θεό μου
σταυρό γι αυτό εσείς να μη σηκώστε».

…Σκέφτομαι γιε μου και γελώ με μένα-
πήγα κρατώντας δώρα μες στα χέρια
σ' Αυτόν που δώρα, γη, ουρανούς κι αστέρια
μ' ένα Του Λόγο μόνο έχει πλασμένα".




TO ΒΟΔΙ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ
Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που μ' αξίωσες
να δω το γιο Σου.
Και αν δεν έχει το γλυκό το βόδινο
το πρόσωπό Σου
και αν δεν έχει όπως περιμέναμε
τέσσερα πόδια
μα η ψυχή του ολόλευκη και πάναγνη
καθώς στα βόδια.
Πολύ Εσύ καλλίτερ' από μένανε
ξέρεις τι πρέπει.
Εσύ που η ματιά Σου η ολοκάθαρη
όλα τα βλέπει.
Και ξέρεις πως απάνω στο χωμάτινο
της γης το τόπι
τα πλάσματα που σωτηρία θέλουνε
ειν' οι ανθρώποι.










_. Τα ευαγγέλια μάς λένε ότι ο Ιωσήφ ήθελε να διώξει τη Μαρία όταν είδε πως ήταν έγκυος χωρίς να έρθει σε επαφή μαζί του. Και ενώ εβασανίζονταν από την ιδέα αυτή, είδε ένα όνειρο.
To όνειρο του Ιωσήφ
Ο Ιωσήφ κοιμήθηκε, Σκέψεις θανατερές
το απλοικό παιδεύουνε μυαλό του.
Κι όταν αποκοιμήθηκε-πέθανε κάλλιο πες-
ηρθ' ένας άγγελος μες στ' όνειρό του.

Κι ήταν you αγγέλου τα φτερά λευκότερα απ' το φως'
κι ο Ιωσήφ στον ύπνο του εταράχτη'
κι ήτανε σαν τρισμέγιστος ν' ανάτειλε λαμπρός
ήλιος κανείς από μια κρύα στάχτη.

Και σοβαρή μία φωνή εβγήκε απ' τα λεπτά
κι ευγενικά του άγγελου τα χεΐλη
όπως το Μέγα Έλεος βγαίνει από τα σεπτά
τα χείλη Εκείνου που τον είχε στείλει:

"Μην τρέμεις-έναν άγγελο βλέπεις Ιωσήφ εδώ.
Απ' το θεό στη γη στάλθηκα κάτου'
κι ειν' έργο μου μοναδικό να λειάνω την οδό
για να διαβεί το Άγιο Θέλημά Του.

Και είναι Θείο Θέλημα, Ιωσήφ, να γεννηθεί
ο Λόγος του Θεού από τη Μαρία'
είναι σε μήτρα μέσα μια θνητή να σαρκωθεί
του γένους των θνητών η σωτηρία.

Κι ειν1 η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
μέσα της το Άγιο Πνεύμα να καρπίσει.
Κι ειν' η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
τον μόνο του θεού Γιο να γεννήσει.

Αυτός, το σπόρο που κρατεί για κάθε Αληθινό,
για κάθε ΩραΙο και για κάθε Μέγα,
Αυτός που όλα κυβερνάει από τον ουρανό-
Αυτός, το Άλφα όλων και τ' Ωμέγα,

Αυτός που εφύτεψε το Φως σrou Σκότους την καρδιά
και άνθίσανε οι Ήλιοι και οι Μέρες,
Αυτός που εσκόρπισε στης γης τη ράχη την πλατιά
ζώα κι ανθρώπους και φυτά κι αγέρες,

Αυτός το σπόρο εδιάλεξε να στείλει της Ζωής
μες στης Μαρίας τη μήτρα την αγία'
κι αυτή 'ναι η ενανθρώπιση της Θείας της Πνοής
κι αυτή 'ναι η Ένσαρκος Οικονομία.

Σήκω και στη γυναίκα σου στάσου Ιωσήφ κοντά
και όπως πριν σκεπτόσουν μη τη διώξεις-
στα σπλάχνα της των Προφητών μέσα η φωνή βοά
κι οι σάλπιγγες ηχούν της Θείας Δόξης.

Λοιπόν μη βασανίζεσαι, Μη σκέψεις αλγεινές
παιδεύουν το καθάριο το μυαλό σου'
ειν' η Μαρία Υψηλή μέσα στις ταπεινές-
ειν' αειπάρθενος η σύντροφός σου!•

Εξύπνησε ο Ιωσήφ. Και με φωνή απαλή
"Σ' ευχαριστώ Θεέ μου" φιθυρίζει΄
και στη Μαρία πάει κοντά κι αγγελικό
στα βλογημένα Της μαλλιά φιλί χαρίζει.








Προσευνή μικρού παιδιού
Όταν ήσουνα Χριστούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ' τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;

Ζήταγες απ' τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ' άρεσε και Σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλλες;

Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" Σ' ακούω να μου λες,
γιατί αφού Θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.

Μα εμένα-δες Χριστέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ' ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.

Αχ! Χριστούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ' αυτές που 'χετε σεις.

Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"

Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και Σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.




Σαν περιβόλι
Καθώς Θεέ τους βόλους του
μικρό παιδί κρατάει
και Συ μες στην παλάμη Σου
ίδια κρατείς την Πλάση.

Κι όταν γυρίζεις να τη δεις
από χαρά μεθάει΄
κι όταν μια λέξη θα της πεις
ανθεί σαν περιβόλι.



Χιλίων
Τι κι αν τις εντολές όλες τηρήσω
τι κι αν πιστέψω και μετανοήσω-
αφού έχω σκέψη και βουλή δική μου
σίγουρη έχω εγώ την Κόλασή μου.


Αφού βαδίζω κόντρα στον αέρα,
τη νύχτα αφού εγώ την κάνω μέρα,
την πέτρα αφού απ' τον τόπο της την παίρνω
και όπου ο νους μου ορίζει τηνε φέρνω-
αφού αντίθετα ενεργώ στη Φύση αντιστρατεύομαι το Θείο Μεθύσι'
αφού χαλώ την Τάξη των Πραγμάτων
Χιλίων είμαι άξιος θανάτων.



Διαπιστώσεις
Όχι πως κάνω κριτική Θεέ μου στη βουλή Σου,
μα έχω μια διαπίστωση τα χρόνια τούτα κάνει:
κάθε χρονιά και πιο αργεί να έρθει η γέννησή Σου
ενώ όλο και πιο γρήγορα η σταύρωσή Σου φτάνει.


Λογίκή προσευχή
Παράλογος δεν είμαι Θε μου
(θυμάσαι; εικόνα Σου κι ομοίωσή Σου!)
γι αυτό κι η προσευχή μου λογική θα είναι.
Δε Σου ζητώ καλούς να κάνεις τους ανθρώπους'
να μη φοράνε μόνο μάσκες καλωσύνης.
Δε Σου ζητώ να μη πατούν τα πόδια τ' άνθη'
τ' άνθη όμως Θε μου να μη νιώθουν πόνο.
Κι ούτε οι πόλεμοι να σταματήσουν'
μόνο τα όπλα ας έχουν πάνω τους ζωγραφισμένο
εν' άστρο.
μια λαμπρίτσα, ή, Θεέ μου,
(που 'ναι ίδιο)
τη μορφή Σου.



Θα δεις
Όλα γύρω μου μου λένε
να γελάσω-γα χαρώ.
Όταν όμως άλλοι κλαίνε
τότε Θε μου δεν μπορώ.

Κάνε Θε μου πρώτα εκείνους
χαρωπούς και πια θα δεις-
ευτυχίας θ' ανθίζω κρίνους
απ’ τα βάθη της ψυχής.


To άγγιγμα του θεού
Όσα χτυπήματα η ζωή
Θεέ μου κι αν μας δίνει
καθένα του με τον καιρό
περνάει-ξεχνιέται-σβήνει.

Εν' άγγιγμα όμως από Σε
πάντα δικό μας μένει-
με φως το νου μας πλημμυρά
και ΣΤΗΝ ψυχή μας δένει.









θεός και Χρόνος
Τάχα οι άνθρωποι το Χρόνο εβρήκαν,
τον πήρανε, τον κόψανε κομμάτια
και λένε στην ουσία του πως μπήκαν
και πως γνωρίσαν μήκη του και πλάτια.

Κι αν όμως οι πολλοί έτσι νομίζουν
με τη μεγάλη που τους δέρνει άγνοια,
ο Χρόνος, για όσους πράγματι γνωρίζουν
στη Θείαν αναπαύεται τη Διάνοια.



Δεν είναι
Απ' τη ζωή αν γατζώνομαι
σα γάτα πα' σε δέντρο
που να γλιτώσει απ' του σκυλιού
πασκίζει τα σαγόνια,

δεν είναι γιατί μέσα της
φτηνές χαρές γυρεύω'
δεν είναι τόπους για να δω
ή πλούτη να μαζέψω.

Απ' τη ζωή αν γατζώνομαι
δεν είναι για να ζήσω-
είναι για να 'χω τον καιρό,
Θε μου, να Σε γνωρίσω.






Κατάκτηση
Άραγε πώς θ' ακούγεται η φωνή μας
στα Θεία Σου τ 'αυτιά;
Αστείοι και μεις κι αυτή μαζί μας
και θα γελάς πλατιά.

Μόνο τα Πνεύματα με Σε μιλάνε
κι αυτά μονάχα ακούς'
τα λόγια μας εμάς χαμένα πάνε
κι ας τα γεννάει ο νους.

Μα 'γω έψαξα και βρήκα τη μονιά Σου
και κει Σε καρτερώ.
Έλα! Και κάψε με με τη Φωτιά Σου!
Ζώσε με με Καιρό!

To ξέρω πως με νιώθεις-δε Σ1 αγγίζω
με ανάρμοστη φωνή'
δεντρί πανώριο είσαι και θροίζω
του κλώνου σου κλωνί.


Η λύση
Με κράζει το πουλί
κοντά του με καλεί'
το δρόμο αναμετράω:
μακριά μου-δε θα πάω.

Στον ουρανό εν' αστέρι
μου άπλωσε το χέρι
μα ό,τι και να κάνω
μακριά μου-δεν το φτάνω.

Μα να ο Θεός που πλάι,
μαζί μου περπατάει
κι όλα, πουλιά κι αστέρια
κρατεί στα δυο Του χέρια



Με σιωπή
Και όλα όταν διαβάσω τα βιβλία
και όλους αν ακούσω τους σοφούς
στην ίδια μένω πάλι απορία,
στο ίδιο πάλι σκότος του ο νους.

Ούτε την πιο μικρή δεν έχω ιδέα
για την ουσία Σου ή τη Μορφή-
κάθε υπόθεση που κάνω νέα
στην αίσθηση άφταστη είναι κορυφή.

Και πώς να Σου μιλήσω; Σε ποια γλώσσα;
Σε λέξης ποιας το νόημα να χαθώ;
Ποια να Σε κλείσει Εσένα εικόνα ζώσα
και πώς, Θεέ, να Σου προσευχηθώ;

Αλλ' αγαπώ αυτή μου την τυράγνια
κι αγάλλομαι γι αυτή μου την ντροηή:
το Θείο το γνωρίζεις με την Άγνοια
και του μιλάς μονάχα με Σιωπή.



Προσευχή ευσεβούς μελλονύμφου κόρης
Ας γίνει ο γάμος μου Θεέ
δεντρί που θα καρπίσει
κι όλες τις χάρες της ψυχής
στα κλώνια του ν' ανθίσει:
την άγια του έρωτα χαρά,
την άκοιμη φροντίδα,
και του παιδιού την ευλογιά-
του κόσμου την ελπίδα.

Και να 'ναι η ένωση αυτή
πάνω Σου στηριγμένη-
να φέγγει απ' την ανάσα Σου,
το Φως Σου ν' ανασαίνει.

Και μες στο Χάος του Σήμερα
που όλα έχει ρημάξει
να πλέκει αυτή αθόρυβα
του Αύριο την Τάξη.




Παναγία
Παντάνασσα. Οδηγήτρα. Ελεούσα.
Επίσκεψις των καταπονουμένων.
Πανάχραντος. Πανύμνητος. Θεομήτωρ.
Μεσίτρια των χριστιανών. Η ελπίδα
Απελπισμένων. Η Αλουργίς η Θεία.
Άσπιλος. Ουρανών Υψηλοτέρα.
Πηγή Ζωής. Περίβλεπτος. Θεοφόρος.
Αχειροποίητος. Χαρά των ζώντων.
Πάνσεπτος. Προστασία αδικουμένων.
Άφλεκτος Βάτος και Λαβίς Πυρφόρος.
Πάναγνος. Χερουβίμ Ενδοξοτέρα.
Αμαρτωλών Εγγυήτρια. Πλατυτέρα....
Κι απλά για όλους μας: η Παναγία.




Σαν όνειρο
Τρανός καβαλάρης σε άλογο ολάσπρο
βοήθα να γίνω μια μέρα Χριοτέ μου.
Και μέσα να ζω σε πεντάμορφο κάστρο
που δε θα φοβάται ορμή όποιου ανέμου.

Και να 'ναι η ζωή μου το στέριο το κάστρο
και να 'ναι τα γκέμια ο άσφαλτος νους μου
και να 'ναι η ψυχή μου το άτι το αιθέριο
που δίνει φτερά στους θνητούς λογισμούς μου.

Και όταν η ώρα η άγια θε’ να 'ρθει
το άτι για πάντα το κάστρο ν' αφήσει,
σαν όνειρο να 'ναι παιδάκι που πλάθει
αφού χορτασμένο στον ύπνο βυθίσει.


Ενοχές
Κάθε το χέρι μου ή ο νους
που σ' αμαρτία απλώνει
θαρρείς καρφί κρατεί Χριστέ
και Σε ξαναοταυρώνει.

Και τότε τρέμω σύγκορμος
και σιωπηλά σπαράζω
και νοερά κάθε φορά
τη Θεία Σου Χάρη κράζω

και, ή την ψυχή μου, της ζητώ
απ' το σώμα να χωρίσει,
ή να την κάνει τους φρικτούς
φονείς Σου ν' αγαπήσει.


Προσευχή σώφρονος νέου
Κι αν μηχανές η γη έχει γεμίσει
που ολημερίς μιλούν αντί για μας,
εγώ ανθρώπινη ποθώ μια ζήση-
Συ θέλω στην ψυχή μου να μιλάς.

KΙ αν φτάσανε, Θεέ μου, στο φεγγάρι
ψηλότερα να φτάσω εγώ ζητώ-
εκεί που η χάρη Σου γλυκά μεθάει
το θείο Της δωρίζοντας ποτό.

Κι αν έχουνε βολάν κατευθυντήρια
κι οδήγησης συστήματα λογής,
στα γήινα θέλω εγώ τα ολετήρια
Εσύ το βήμα μου να οδηγείς.



Αιωνιότης
Κι αυτά που πέρασαν κι όσα θα 'ρθούνε
δεν εχαθήκανε.
To Πριν και το Ύστερα οτο Πνεύμα νήχονται
μέσα το Θείο Σου.
Κι ειν' αναρίθμητα κι όσα θα γίνουν
κι όσα γινήκανε-
η "ιστορία" μας σταγόνα αίματος
μες στο Σφαγείο Σου.







Έλεος
Κύριε απόψε τα θεριά
ουρλιάζουν αγριεμένα.
Η γη δείχνει τα νύχια της.
Αίμα σταλάζουν τ' άστρα.

Κύριε απόψε τα βουνά
πλακώνουν την ψυχή μας'
μάς σαβανώνει ο ουρανός..
η θάλασσα μας πνίγει...

Έλεος Κύριε! Έλεος!
Είμαστε πλάσματά Σου!
Έλεος Κύριε! Δείξε μας
το άλλο πρόσωπό Σου.



Η επιστροφή του ασώτου
"Πατέρα γύρισα από κει που Συ με είχες στείλει-
κάλλιο από όπου μ' άφησες μονάχον μου να πάω.
Πρωί εκίνησα και να! ψυχομαχάει το δείλι
που νύχτωμα ένα προμηνά πολύδωρο και πράο.

Ολοζωής επήγαινα, Για λίγο αν σταματούσα
το χώμα επερπάταγε στα πόδι μου από κάτου'
σε μια ζωή αγιόρταστη και πολυτυραννούσα
μελετημένα κι άφευγα φέρναν τα βήματά του.

Κι ως προχωρούσα, δίπλα μου, όντα καθώς εμένα
βαδίζανε, μη ξέροντας κι αυτά για πού τραβάνε,
μόνο πηγαίνανε κι αυτά σαν έρμα και σαν ξένα
ή από πιόμα δυνατό σαν μεθυσμένα να 'ναι.

Καθένα μίλαγε άλληνε-δική του μία γλώσσα.
Κι άστοχη κάθε του βουλή και κάθε του ήταν πράξη.
Και «ποιος», αναρωτιόμουνα, «δύστυχα όντα τόσα,
ή θέλοντας ή άθελα τα 'χεν εκεί πετάξει;..»

Και όταν μέσα εκοίταζα στα μάτια τους ζητώντας
μια συνεννόησης σταλιά, μια σπίθα αδερφοσύνης,
εκείνα αντιθωρούσανε τα μάτια μου φρικιώντας
σαν αποτρόπαιο να 'τανε να παίρνεις και να δίνεις.

Κι όταν το χέρι μου άπλωνα ν' αγγίξω εν' άλλο χέρι
(για τι άλλο θα μου το 'δινες το χέρι μου πατέρα;)
αντίς για τ' άγγιγμα χεριού με χάραζε μαχαίρι
και ματωμένη κι αλγεινή κυλούσε η κάθε μέρα.

Τους μίλησα κι ανήκουστα τα λόγια μου ήρθαν πίσω.
Τους έδωσα κι ότι έδωσα πίσω άδοτο ερχόνταν.
Η ειρωνεία με δάγκωσε σαν ήρθε ν' αγαπήσω,
και όταν άναβα ένα φως από εκείνους σβηόνταν.

Τόπος δεν ήτανε αυτός σε μένα να ταιριάζει.
Έτσι ταιριάζει σε νερά πελάγου ίσκιος δάσου.
Τόπος δεν ήτανε αυτός σε μένα να ταιριάζει-
δεν είμαι-όχι-στον τόπο μου σα βρίσκομαι μακριά Σου".

Την άσπρη και την κρύα Του ντυμένος ερημία
δίχως μιλιά σ Μαρμάρινος στεκόνταν ο Πατέρας,
φωνή σαν να μην ήχησε τριγύρω Του καμία
ή μάρμαρο λες να 'τανε κι ο γύρω Του αγέρας.

Και η αμέτοχη ήτανε και σοβαρή θωριά Του
ασάλευτα παράξενη κι άγρια γαληνεμένη
Και πέρα, πέρα, στο Άπειρο έβλεπε η ματιά Του.
Κι αμίλητα τα χείλια Του. Κι η γνώμη Του κρυμμένη.

Και το μαρμαροκάμωτο υφαίνοντάς Του δέρμα
πάνω Του συνωστίζονταν άπειρα πλήθη όντων-
όντων που θα τριγύριζαν αλλιώς μονάχα κι έρμα
στα ξερολίθια της στεριάς...στα κύματα των πόντων...
"Δέξου με στην αιώνια Σου Πατέρα αταραξία.
Κλέισε την ταραγμένη μου ψυχή μες στην ψυχή Σου.
Όλη όση εμοιράθηκε στην ύπαρξή μου αξία
είναι μικρό ένα μόριο να 'μαι της ύπαρξής Σου".

Ως απαντάει ο Βοριάς στ' αδύναμο πουλάκι
κι ως γνιάζονται για του γιαλού την πέτρα τ' άγρια
βύθη
έτσι κι ο Γίγας γνιάστηκε για κείνο τ' ανθρωπάκι
κι έτσι σε ότι εμίλησε Αυτός του αποκρίθη.

Και κείνο, με τα μάτια του να του θαμπώνουν όλο
το δρόμο προς του Γίγαντα πήρε το ποδονύχι
τον Μέγα όπως τ' Ουρανού τον Ατελείωτο Θόλο
κι Άσπρον καθώς το συνηθούν του Κοιμητήριου οι Τοίχοι.


Δε θέλουμε ποίητές!
-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.
-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ..
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.. Δε θέλουμε ποιητές.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα.
Δε θέλουμε ποιητές.
-----

Γεώργιος Χολιαστός






Διαφημίσεις. Παντού διαφημίσεις. Και όλες με πρωταγωνίστριες ωραίες γυναίκες. Ημίγυμνες και σκόπιμα προκλητικές. Στο σπίτι, στο γραφείο, στους δρόμους, στους κινηματογράφους, σε πινακίδες, περιοδικά, εφημερίδες, τοίχους. Γυναίκες ημίγυμνες που καλούν. Και στους δρόμους, στα καταστήματα, σε Υπηρεσίες, σε κέντρα, γυναίκες ζωντανές, γυμνές ή ημίγυμνες. Και τις βλέπουμε να μας καλούν και πρέπει να συγκρατιόμαστε να μην ανταποκριθούμε στα καλέσματά τους. Γιατί αν δεν συγκρατηθούμε θα βρεθούμε στα δικαστήρια και στις φυλακές. Ποια λογική το δέχεται αυτό; Ποιος νόμος επιτρέπει το βασανιστήριο αυτό των πολιτών, σε περίοδο μάλιστα όπου καταργούνται τα βασανιστήρια παντού στον κόσμο; Ποιος πολιτισμός το επιτρέπει; Μα ο πολιτισμός του εικοστού πρώτου αιώνα του πλανήτη γη, ο νόμος της κοινωνίας του κοπτόμενου για την ηθική του σύγχρονου ανθρώπου, η λογική του κέρδους και της ψυχικής ρυπαρότητας της εποχής.
Έξω ελεύθερες γυναίκες με ελάχιστα ρούχα, προβάλουν στήθη, μηρούς, γλουτούς, χαμόγελα, προκλητικές ματιές και συμπεριφορές, υποσχέσεις, παραδείσους. Και γύρω και ανάμεσά τους άντρες διψασμένοι για γυναίκα, να καίγονται σαν σφάγια στον βωμό του πάθους που οι γυναίκες τους ανάβουν.
Ίδιος ο παράδεισος της Γένεσης. και κει το δέντρο υψωμένο με όλους του τους προκλητικούς καρπούς και οι άνθρωποι να μην μπορούν να το αγγίσουν. Τι καλλίτερο υπήρχε στον παράδεισο; Ίδια η κατάσταση όπως κι εδώ. Και εκεί μάλιστα ολόγυμνη η Εύα. Και όπως σήμερα εδώ, ύστερα από πολλές προσπάθειες από μέρους του άντρα δεν κατορθώνει αυτός παρά ένα μικρό κομμάτι ευτυχίας να γευτεί, έτσι και κει μια δαγκωνιά μόνο έφαγε ο άντρας από το μήλο.
Και οι ίδιες οι γυναίκες αυτές, όταν κάποιος άντρας ανταποκριθεί στα καλέσματά τους και τους χαμογελάσει ή τους πει έναν ερωτικό λόγο, οι ίδιες αυτές οι γυναίκες δείχνουν προσβλημένες και αντιδρούν επιθετικά ή απαξιωτικά ενάντια στον που τόλμησε να  φανεί έτοιμος να πάρει ό,τι αυτές άφθονα προσφέρουν.
Και η σεξουαλική πείνα θερίζει τον άνθρωπο του πλανήτη και απασχολεί συνέχεια το μυαλό του η επεξεργασία τρόπων συμπεριφοράς ελκτικών των έτσι εκδιδόμενων γυναικών.
Μάταια όμως. Και ο άντρας πεθαίνει διψασμένος για έρωτα όπως γεννιέται, αφού έχει ζήσει μια ζωή στέρησης, πόνου, ανικανοποίητου πόθου, μια ζωή δυστυχισμένη. Και εκείνο που μένει από αυτές τις ζωές είναι  χρήματα και σπίτια και περιουσίες που αποκτήθηκαν είτε από την ανάγκη απασχόλησης του άντρα ώστε να ξεχνάει για λίγο τη δυστυχία του, είτε από την μάταιη πεποίθησή του ότι αποκτώντας όλα αυτά θα μπορούσε να αγοράσει τις γυναίκες.
Και έτσι προχωράει η κοινωνία και έτσι οπισθοχωρεί η ευτυχία.
Καπιταλισμός-όλα μετριούνται με το χρήμα…
Κι εγώ, ολοζωής να τσιτσιρίζομαι από τον πόθο, μόλις τώρα, λίγο πριν μπω στον τάφο, ξεκλέβω λίγο από τον γεμάτον δυστυχία χρόνο μου, για να γράψω τα λόγια αυτά, που ως τώρα απόφευγα να παραδεχτώ την τρομαχτική τους αλήθεια.
Θα αλλάξει κάποτε η κατάσταση; Ναι, όταν ο άνθρωπος αποκτήσει λογική. Και σε ένα έργο μου περιγράφω το πώς θα είναι τότε τα πράγματα, δηλαδή περιγράφω την ευτυχία του ανθρώπου.





Φραν. Επιτέλους, ένα ωραίο θέαμα στην τηλεόραση. Μακριά πολύ από κείνα τα άκομψα, αργά, κοιμισμένα, γελοία, ανόητα θεάματα της ελληνικής τηλεόρασης, Μακριά πολύ από τα γελοία παιχνίδια όπου συναγωνίζονται στη βλακεία από τον σκηνοθέτη μέχρι τον τελευταίο ηθοποιό, μακριά από τους γελοίους χορούς όπου ακούς τα δημοτικά τραγούδια και αυτό είναι όλο κι όλο ο πολιτισμός που περηφανεύονται ότι υπηρετούν, μακριά από τα πάρτι όπου καμιά τριανταριά άνθρωποι κάθονται γύρω γύρω και ακούνε κάποιον γελοίο και σαλιάρη τύπο να τους αναγγέλλει τι αποκρουστικό θα ακολουθήσει, μακριά από τα άγευστα και άοσμα «δρώμενα» που επαρχιακοί και πρωτευουσιάνικοι σταθμοί κατά κόρον εκπέμπουν, μακριά από τα εμετικά σφηνάκια, από τον γελοίο Σεφερλή που έδωσε ό,τι είχε σε μισή ώρα και από τότε μπήκε στη χορεία των ασήμαντων που εκμεταλλεύονται και προάγουν την ηλιθιότητα των ελλήνων. Μακριά από την ελληνική τιβί μ’ ένα λόγο, που ούτε μια εκπομπή ανεκτή δεν έχει να δείξει.
Και έρχεται το μισάωρο της Φραν. Ξύπνιο, με άριστους διαλόγους, χωρίς τις βραδείες σκηνές και το για ώρα κόλλημα του φακού πάνω σε ένα ευτελές και μακράν του συναισθήματος που πρέπει να δείξει κάθε φορά αρμενίζον πρόσωπο, χωρίς τια ανούσιες εναλλαγές γελοίων προσώπων.
Οι σκηνές του εναλλάσσονται ταχέως, σπιρτόζικες, πρόσωπα εκφραστικότατα, βγάζουν το γέλιο όχι μόνο με ένα λόγο, όχι μόνο με μια γκριμάτσα, μα κύρια με μια σιωπή την ώρα που πρέπει.
Φραν-ένα δείγμα της αμερικάνικης ικανότητας να μην κοροϊδεύουν οι ηθοποιοί και τα κανάλια το λαό και τους εαυτούς τους. Αμερική-μία χώρα που της αξίζει να είναι κοσμοκράτειρα. Μόα χώρα που πήρε το αγγλικό φλέγμα και του έδωσε νεύρο και υπερβολή για να φτάσει να σκορπάει το γέλιο σε έξυπνους και όχι σε κοιμισμένους ανθρώπους.
Τι ταίζουν τους έλληνες οι τηλεοπτικοί μας σταθμοί-ό,τι τους αξίζει!







12-8-09
Δε βγήκα καθόλου. Παραγγέλνω στο ΑΜΙ καρμπονάρα φούρνου. Τρώω το ένα τρίτο και με πονάει τοο στομάχι. Απόδειξη ότι τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήσαν χάλια. Χρόνια τώρα καταλαβαίνω αν είναι αγνό το φαγητό με κριτή το στομάχι μου. Και ποτέ δεν πέφτω έξω. όπου το έλεγα όμως γινόμουν αντικείμενο χλευασμού. Έχω χρόνια που ούτε αυτό πια δε λέω. Ηρεμία.
Μου έπεσε ένα πιρούνι κάτω. Έπρεπε να χρησιμοποιήσω το ξύλο-μαγκούρα. Αφού περιτύλιξα και το πιρούνι με ένα κομμάτι χαρτιού κουζίνας κάνοντάς το έτσι ογκώδες και όχι γλιστερό, με τη μαγκούρα να το στριμώχνει ανάμεσα σ’ αυτήν και στη δεξιά παντόφλα μου, η τελευταία σηκώθηκε και με τη βοήθεια της μαγκούρας το έβαλε μέσα στον κάδο που ρίχνω τα χαρτιά. Από κει το έπιασα εύκολα.
Τις τελευταίες μέρες βγαίνω χωρίς κάλτσες γιατί δεν γίνεται να σκύψω και να τις βάλω.





«ΑΠΆΝΤΗΣΗ» ΣΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΆΚΗ ΣΤΗΝ ΑΠΆΝΤΗΣΉ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΡΊΑ ΔΡΑΓΏΝΑ
Κύριε Θεοδωράκη γεια χαρά.
Διάβασα στο «τρωκτικό» την απάντησή σου στην κυρία Δραγώνα και θέλω να σου πω τα παρακάτω.
Γέρασες πια, πλησιάζει η ώρα του αφανισμού σου, έχεις πανικοβληθεί και σαν αντίδοτο στον πανικό σου ζητάς να αναγνωρίζεσαι συνεχώς. Όμως οι έλληνες έχουν πάψει από καιρό να ασχολούνται μαζί σου. Αντιδρώντας σε αυτό, ζητάς να σε ξαναθυμηθούν όχι για την προοδευτικότητα που κάποτε σε διάκρινε-και που τώρα έχει οριστικά εκ των πραγμάτων ξεπεραστεί-, αλλά για την οπισθοδρόμηση στην οποία έχεις περιπέσει. Όμως αυτή η οπισθοδρόμηση είναι μειοψηφική και συνεχώς φθίνουσα οντότητα σήμερα, οπότε και αν σε προσέξουν θα σε προσέξουν σαν ψόφια μαύρη μύγα μέσα στο (άσπρο) γάλα.
Μα κι αν παρατείνεις την ζωντανή παρουσία σου ανάμεσα στους έλληνες για λίγα χρόνια ακόμα, όμως Θεοδωράκη όταν λείψεις από το φως του ήλιου όλοι θα σε ξεχάσουν οριστικά.
Από μουσική δεν ξέρω, επίσης δεν έχω διαβάσει τα βιβλία της κυρίας Δραγώνα ή της κυρίας Ρεπούση. Για σένα ξέρω μόνον ότι σε λένε μεγάλο μουσικό και ακούω ότι έχεις περάσει από όλα τα κόμματα. Και ως για το ότι πέρασες από όλα τα κόμματα δεν λέει τίποτα για τα πιστεύω σου, γιατί ο άνθρωπος αλλάζει πεποιθήσεις και γνώμες ανάλογα με διάφορα γεγονότα και συνθήκες που αντιμετωπίζει στη ζωή του. Ως πάλι για μεγάλος μουσικός, μπορεί να είσαι, όμως για μένα δεν είσαι τίποτα τέτοιο. Θα ήσουνα μουσικά μεγάλος αν είχες φροντίσει να καταλαβαίνουν τη μουσική όλοι οι έλληνες. Τώρα είσαι μεγάλος μουσικός για χίλιους ανθρώπους που λένε ότι καταλαβαίνουν από μουσική, δηλαδή ένας μουσικός Μουσείου. Ότι είσαι κεφάλαιο για τη χώρα και άλλα ηχηρά παρόμοια, τα ακούω και γελάω-αν ήσουνα κεφάλαιο στα χέρια του λαού μάλιστα-τότε θα άξιζες πράγματι κάτι.
Αλλά ας πω κι εγώ τη γνώμη μου για…τη γνώμη σου (ή να πω την πίστη σου;)πάνω σε θέματα που στο παραπάνω γράμμα σου διάβασα και έμαθα ότι έχεις.
Κατακεραυνώνεις την καημένη την κυρία Δραγώνα σ’ αυτό σου το γράμμα.
-Παλλαϊκή αντίδραση στις απόψεις της κυρίας Δραγώνα πού την είδες;
-Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ δεν «τρεφότανε με τον ελληνικό πολιτισμό για τον οποίο είμαστε περήφανοι και συγχρόνως οραματιζόμαστε τη μελλοντική κοινωνία της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της«πανανθρώπινης λευτεριάς».
Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ πολεμούσε για να φέρει τον παγκόσμιο σοσιαλισμό (δηλαδή τον κουμουνισμό) και τρεφότανε με τον πόθο για δικαίωση των δάκρυων, του αίματος και των αγώνων όλων των καταπιεσμένων όπου γης και χρόνος.
-«…έχοντας καταδικάσει σε λήθη τη σύγχρονη ιστορία μας.»
Τι από τη σύγχρονη ιστορία μας είναι άξιο για θύμηση;
-«Όμως η ακτινοβολία εκείνων των ηρωικών χρόνων αψηφώντας όλα τα εμπόδια εξακολουθεί να εμπνέει το λαό μας,…»
Κύριε Θεοδωράκη, έξω από κείνους που «εμπνέονται» από την «ακτινοβολία! εκείνων των χρόνων» επειδή αυτό φέρνει χρήμα με ανεμπόδιστη ροή από το κράτος στις τσέπες τους, κανένας άλλος ούτε νοιάζεται ούτε ξέρει ή ενδιαφέρεται για το τι έγινε τότε.
-«Κι ακόμα γνωρίζει καλά -γιατί τα βιώνει, ποια είναι τα βασικά ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία που μας διέπλασαν από το ΄21 έως σήμερα.»
Αν κρίνουμε από το πώς μας διέπλασαν, μπορούμε να φανταστούμε κύριε Θεοδωράκη την ανυπαρξία τέτοιων στοιχείων, για να μην πω την αθλιότητα όσων υπήρχαν. Φαίνεται όμως ότι σας ικανοποιεί η σημερινή οικονομική, πολιτιστική, κοινωνική, παιδευτική, κοινοβουλευτική κατάσταση της χώρας. Δικαίωμά σας.
-«…σε σχέση με το ελληνικό έθνος και τις ρίζες του,…»
Ποιες είναι οι ρίζες του κύριε Θεοδωράκη; μα ξέρω, το λέτε και το ξαναλέτε μέσα στο γράμμα σας: οι αρχαίοι έλληνες…
Κύριε θεοδωράκη, καμμία σχέση των σημερινών «ελλήνων» με τους έλληνες εκείνους, πλην του ότι κατοικούν και κατοικούσαν στον ίδιο τόπο.
-«….τότε δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν η Επανάσταση του ΄21, το κίνημα του Φιλελληνισμού, το δημοκρατικό κίνημα του Μακρυγιάννη, η αποπομπή του Όθωνα, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Εθνική Αντίσταση.»
Βεβαίως και δεν θα είχαν υπάρξει. Κάτι άλλο θα είχε ίσως υπάρξει και ό,τι θα είχε υπάρξει θα ήταν πραγματικά καλό και ικανό να φέρει κάτι όμορφο σ’ αυτή τη χώρα.
Η επανάσταση του εικοσιένα…μια προσπάθεια των πλουτοκρατών ελλήνων της εποχής και των πλιατσικολόγων «ηρώων» μας να διατηρήσουν οι μεν και να αποκτήσουν οι δεύτεροι (τα) προνόμιά (τους), όταν η Τουρκία θα έπαυε να κατέχει την Πελοπόννησο-κάτι που πέτυχαν οι Μεγάλες Δυνάμεις.
Ο Φιλελληνισμός…μια ρομαντική κίνηση της εποχής για το χώρο όπου έδρασαν οι αρχαίοι έλληνες.
Το δημοκρατικό Κίνημα του Μακρυγιάννη…κάτι αναπόφευκτο, όπως η «αναγνώριση» του ΚΚΕ από τον Καραμανλή-για να ελέγχεται από τους ίδιους τους εκάστοτε προύχοντες η νέα κατάσταση.
Η έξωση του Όθωνα…πόλεμος φατριών για τη μάσα…
Οι βαλκανικοί (επεκτατικοί) πόλεμοι…
Η εθνική αντίσταση…μια καταστροφή που ακολούθησε το ανόητο ΌΧΙ. Και αν τολμούσαν ας μην υπάκουαν οι έλληνες στο ΌΧΙ του δικτάτορα…
.
Στον πόλεμο όλοι οι λαοί δρέπουν δάφνες. Μα η δόξα στεφανώνει εκείνους τους λαούς που τις δάφνες τις κερδίζουν στους αγώνες της ειρήνης…
Και η περίφημη αντίσταση κατά της χούντας…το πολυτεχνείο…απλά κύριε Θεοδωράκη, όταν ειδοποιήθηκαν οι ημέτεροι των αμερικανών ότι αποφασίστηκε η εκδίωξη της χούντας, μπήκαν στο πολυτεχνείο ώστε μετά να μας σακατέψουν «κυβερνώντας» μας για είκοσι χρόνια…
Μα καλά, ύστερα από τόσες ηρωικές πράξεις πού είναι η προκοπή μας;…η προκοπή μας σα λαού λέω, όχι η δική σου, εσύ πρόκοψες.
Ως για τα ονόματα που αραδιάζεις τόσων λογοτεχνών, καλλιτεχνών κλπ, θα αντάλλαζα όλα αυτά με ένα πιάτο στο τραπέζι ενός πεινασμένου, όπως όλα τα «μάρμαρα» που ζητάτε (για να τα καταστρέψετε κι εκείνα…) θα τα αντάλλαζα με μια θέση σε κάποιο νοσοκομείο για έναν άρρωστο που τώρα πεθαίνει σαν το σκυλί στο δρόμο.
-Μα έχουμε και τους μεγάλους πολιτικούς…Καραμανλή, Παπαντρέου…καλά την κατάστρεψαν την Ελλάδα και οι δυό τους, καλά μάζεψαν από δύο δισεκατομμύρια ευρώ καθένας τους…
«Κι αυτό γιατί οι εθνικοί και δημοκρατικοί μας αγώνες, καθώς και τα πνευματικά έργα και οι πολιτικές πράξεις των προσώπων αυτών, διαπνέονταν από την πεποίθηση ότι η σύγχρονη Ελλάδα έχει επηρεαστεί βαθειά από μια βαρειά κληρονομιά, απέναντι στην οποία θα πρέπει να φανούμε δημιουργικά αντάξιοι.»
Ώστε επηρεασμένοι από τη βαριά(!) μας κληρονομιά(!) έγιναν όλα αυτά τα τρομερά (;) που μας λες!!! και όχι για τη μάσα….Μπράβο…Μα τόσο ιδεολόγος...;;;…
-Μα να μη συνεχίσω. Μαντεύετε τη γνώμη μου και για τα υπόλοιπα.
-Άντε κι ένα τελευταίο: «αυτές οι τρεις λέξεις, που όπως είπα, ενέπνευσαν και στήριξαν όλες τις γενιές των νεοελλήνων, για να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα.»
Τόσο υπερήφανος είσαστε λοιπόν για το τι είμαστε σήμερα; Όχι, δε θα σε πω ούτε εγώ ακροδεξιό. Ο ακροδεξιός πρέπει να αιτιολογεί τα πιστεύω του με σοβαρά επιχειρήματα, όπως ο Καρατζαφέρης, κάτι που εσύ δεν κάνεις.  Σου είπα τι νομίζω για όσα πρεσβεύεις, στην αρχή της γραφής μου αυτής: το γήρας ουκ έρχεται μόνον Θεοδωράκη…
-Μα λες ακόμα πως οι αρχαίοι έλληνες είχαν δημοκρατία. Ας είσαι καλά, γέλασα λίγο.
«….Οι κάτοικοι λ.χ. ενός χωριού εξέλεγαν τακτικά με καθολική ψηφοφορία την διοικητική και τη δικαστική τους εξουσία. Κι αυτό αντανακλάται στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, μέσα στο οποίο ρητώς αναφέρεται ότι απαγορεύονται οι «τίτλοι ευγενείας». Άλλωστε αυτό το δημοκρατικό φρόνημα μπορούμε να πούμε ότι παραμένει έως σήμερα βασικό γνώρισμα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.»
Για σκέψου! Και πού πήγε όλη αυτή η δημοκρατία των κατοίκων του χωριού Θεοδωράκη; Μα όχι, συγγνώμη, το λες,: «παραμένει έως σήμερα βασικό γνώρισμα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.»… Άραγε σήμερα έχουμε δημοκρατία…Θαυμάσια!
-Αλλά να! και ο Ρήγας Φεραίος, να και για τέταρτη (ή πέμπτη;) φορά η εθνική αντίσταση… Γέρασες Θεοδωράκη και δεν ξέρεις τι λες…
-Και είμαστε και ανώτεροι από τους γερμανούς….
και γιατί; Λόγω πλάτωνα, Σωκράτη κλπ… Παραγέρασες Θεοδωράκη…
Και κανείς δε σε παίρνει πια στα σοβαρά.
Μείνε με τις «δόξες» που σου απόδωσε μία εποχή,επειδή πήγαινες με τα άνομα νερά της, δηλαδή με την «αναγνώριση» της μουσικής σου αξίας, και άσε τον κόσμο να προχωρήσει εκεί που εσύ δεν γίνεται να είσαι, χωρίς να τον στολίζεις με συντηρητικές, παλιομοδίτικες, άσκοπες και ανώφελες κορδέλες που φεύγουν με το πρώτο φύσημα του αέρα.
Γέρασες Θεοδωράκη.
Με συμπόνια
Γιώργης Χολιαστός





Το παιχνίδι από το Χριστό χάθηκε από τη στιγμή που είπε αυτός στον Πέτρο να βάλει στη θήκη του το μαχαίρι.


Μικρός, όταν ρωτούσα κάτι τον πατέρα μου «γιατί..;», έπαιρνα την απάντηση "για να ρωτάς".
Μεγάλος σκέφτηκα τη σοφία της απάντησης. Αν τα ψάρια μιλούσαν, αν το νερό δεν πάγωνε, αν...αν..., τότε θα έπαυαν να υπάρχουν οι σχετικές ερωτήσεις μου. Και τότε με τι θα βασάνιζα εγώ το παιδικό μυαλό μου και πώς θα περνούσα τον επί γης καιρό μου; Αν δεν είχε εμφανιστεί ο χριστιανισμός με τι θα περνούσαν τη ζωή τους τόσοι παπάδες και τόσοι υποστηρικτές και διώκτες του; Αν δε γίνονταν οι πόλεμοι τι θα έκαναν οι λαοί; ("Κάτι άλλο", σας ακούω να μου λέτε. Ναι, μα τότε γι αυτό το άλλο θα γινόταν τώρα κουβέντα.)
Όπως όλα λοιπόν, έτσι και οι θεωρίες του Νταίνικεν δεν έχουν καμία αξία, μόνο βοηθάνε στο να περνάμε τον καιρό μας. Για παράδειγμα τι θα έκανα εγώ αυτή την ώρα αν δεν είχα να γράψω το σχόλιο αυτό;
Όλα λοιπόν υπάρχουν "για να ρωτάμε" και για τίποτε άλλο. Σκεφτείτε μόνο τι θα έχει μείνει από όλην αυτή τη φασαρία με τον Νταίνικεν μετά από εκατό χρόνια. Τίποτα. Γιατί τότε άλλα θα μας βοηθάνε να περνάμε την ώρα μας. Θα μου πείτε πως και όμως, μιλάμε για πράγματα που έγιναν πριν από χιλιάδες χρόνια. Ναι, αυτό όμως δε σημαίνει ότι αυτά έχουν κάποιαν αξία. Και αν η ¨αξία" των πραγμάτων και των γεγονότων μπήκε στο σχόλιό μου, δεν είναι παρά για να δείξω, περνώντας έτσι περισσότερη ώρα, ότι τίποτα δεν έχει αξία παρά εκείνην που του δίνουμε μιλώντας γι αυτό. Σκεφτείτε ακόμα πόσες πράξεις, λόγια, ενέργειες, γραπτά, κτίσματα και λοιπά έχουν υπάρχει από κτίσεως κόσμου (τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων προφανώς) και πόσα από αυτά μας απασχολούν σήμερα. Μερικές χιλιάδες. Ελαχιστότατα δηλαδή.
Δεν νομίζετε ότι είναι ζήτημα χρόνου και το ξέχασμα αυτών των χιλιάδων;
Και δεν ξέρετε ότι θα έρθει η ώρα που και τα τελευταία ενθυμήματα των ανθρώπων θα πάψουν να υπάρχουν με την άφευκτη καταστροφή της γης ή της ανθρωπότητας; Λοιπόν...τι λέγαμε;...α! για τον Νταίνικεν! Η γνώμη μου λοιπόν είναι....


Κοινωνική διάσπαση, ανασφάλεια και φοβικά σύνδρομα διάγνωσε ο πρόεδρός μας.
Επίσης βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών για το πολιτικό σύστημα.
Και κοινωνικές εκρήξεις που έρχονται.
Και «τρώση» !!!! του «αξιακού μας κώδικα»!!!!
Και όμως, όλα αυτά δεν θα εμποδίσουν τους έλληνες να υπερασπιστούν τα δίκαια εδαφικά τους δικαιώματα έναντι των τούρκων.
(Ίσως γιατί παρόλαυτά «στην ελληνική κοινωνία υπάρχει φως και μεγαλείο»!!!!!... Κύριε των Δυνάμεων…)
Σκέψου δηλαδή να ήμασταν μονιασμένοι, να νιώθαμε ασφαλείς, να μην τρέμαμε από το φόβο μας, να είχαμε εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, οι πολιτικοί να μην έκλεβαν, να μην είχαμε κοινωνικές εκρήξεις και το σπουδαιότερο να μην είχε «τρωθεί»!!! ο «αξιακός μας κώδικας»!!!-θα ήμασταν εμείς οι πλανητάρχες.







«Η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα είναι βαθιά επειδή έχει τρωθεί ο αξιακός κώδικας», είπε ο πρόεδρός μας της δημοκρατίας μας.
Δεν είναι δηλαδή μίσος και ασυγκράτητη τάση για εκδίκηση αυτό που νιώθουν οι πολίτες για τους πολιτικούς τους, απλά πρόκειται για "κρίση εμπιστοσύνης τους απέναντι στο πολιτικό σύστημα".
Και αυτό όχι επειδή οι πολιτικοί τούς κλέβουν, αλλά επειδή "έχει τρωθεί ο αξιακός κώδικας".
Πάπαλα.
Ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Να τι χρειάζονται οι πρόεδροι της δημοκρατίας: να λένε ακαταλαβίστικα την αλήθεια τόσο, που οι πολίτες, είναι που είναι ηλίθιοι, να ησυχάζουν πια πλήρως.
Γιατί άλλο είναι να πεις "ο βιαστής είχε γενετήσιον συνομιλίαν" με το θύμα του και άλλο να πεις "ο βιαστής γάμησε τη γυναίκα".
Και να λέμε πάλι καλά που έχουμε πρόεδρο σοσιαλιστή. Γιατί αν ήτανε καμιά φασίστρα του κερατά, μπορεί να έλεγε "τελευταίως παρατηρείται μία τάσις προς άρσιν της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το πολιτικόν σύστημα και ίσως η τάσις αύτη να είναι ο καταλύτης που θα επιφέρει την -θου Κύριε!-τρώσιν του αξιακού συστήματος".
Αυτά.
Η γλώσσα! Η γλώσσα!
Μίλα στο λαό στη γλώσσα του και την άλλη στιγμή έχουνε πέσει όλα τα κεφάλια των δυναστών του: πολιτικών και δημοσιογράφων.
Μίλα στο λαό στη γλώσσα του και την άλλη στιγμή πάει η μάστιγα της θρησκείας.
Η γλώσσα!..
Μα ποιος θα το έκανε-ποιος θα εγκατάλειπε το ισχυρότερο όπλο του στην πάλη του ενάντια στο Λαό;









Λαϊζει ο ΛΑΌΣ-δεν λαϊκίζει!











Κλέβουν όλοι γι αυτό κανείς δε μιλάει…(Μήτρος Γιάννος;…)………….

Μιλένα Αποστολάκη…




ΘΑ ’ΘΕΛΑ ΝΑ ’ΜΟΥΝ ΥΠΟΥΡΓΌΣ

Θα ‘θελα να ‘μουν υπουργός
να κλέβω το δημόσιο
χωρίς να έχω διόλου εγώ
ουτ’ ιερό ούτε όσιο.

Και αν με δουν και βούκινο
το κλέψιμό μου γίνει
να ’ρχεται ο πρωθυπουργός
και τη Βουλή να κλείνει.

Γιώργης Χολιαστός

ΘΑ ’ΘΕΝΑ ΝΑ ‘ΜΙΑ ΒΟΥΛΕΥΤΉΣ

Θα ‘θελα να ’μαι βουλευτής
να τρώω με δύο στόματα
βίλλες να έχω, να ’χω γιοτ
και να πατάω σε πτώματα.

Να λέω ναι σε ότι πει
ο αρχηγός του κόμματος
και σ’ όσα κάνει αυτός στραβά
να λέω: «Βοήθεια! Αόμματος…»

Γιώργης Χολιαστός



ΑΧ! ΝΑ ’ΜΟΥΝΑ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΌΣ

Αχ! να ’μουνα πρωθυπουργός
και να ’χω τόσα φάει
που κι ο ένατός μου εγγονός
για Κροίσος να μετράει.

Και πια να λέω συνεχώς:
«σεμνά και ταπεινά!»
τον λαουτζίκο φτύνοντας
που –ο χαζός!- πεινά.

Γιώργης Χολιαστός





Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής











ΚΛΕΊΣΙΜΟ ΒΟΥΛΉΣ
Κι αφού σιγούρεψε ότι κανείς
στη φυλακή δε θα ’μπει βουλευτής
μετά άφησε λυτή τη Δικιοσύνη
να κάνει τη δουλειά της πια και κείνη.




Το θέατρο της μιας σελίδας

                                 ΛΑΌΣ ΔΙΚΆΖΩΝ
Πρόσωπα: Λαός, κατηγορούμενοι (Μητσοτάκης, Σημίτης, Παπανδρέου, Καραμανλής, Ντόρα, Κυριάκος)

Λαός
Κύριε Επίτιμε ποτέ, κλέψατε στη ζωή σας;
Μητσοτάκης
Ποτέ μου κύριε δικαστά-εγώ μόνο τα πήρα.
Λαός
Αθώος. Σεις, εκλέψατε ποτέ κύριε Σημίτη;
Σημίτης
Εγώ; Ποτέ αγαπητέ-τα έχω πιάσει μόνο.
Λαός
Αθώος. Μήπως κλέψατε κύριε Καραμανλή μου;
Καραμανλής
Εγώ; Ο τόσον ηθικός και στέρεας Παιδείας;
Λαός
Αθώος. Και παρακαλώ-να λείπουνε τα γέλια!..
Και σεις; Μήπως εκλέψατε κυρία Ντόρα ίσως;
Ντόρα
Εγώ μονάχα εψώνιζα χωρίς λεφτά στη Ζήμενς.
Λαός
Αθώα. Και σεις αγαπητέ κύριε Παπανδρέου;
Παπανδρέου
Δεν ξέρω… Αλλά καλού κακού  ρωτήστε τη μαμά μου.
Λαός
…Αθώος… Για έλα δω κι εσύ ρε νιάνιαρο Κυριάκο-
Πες μου έκλεψες; Κι αν ναι, νωρίς δε βγήκες στο κουρμπέτι;
Κυριάκος
Εγώ να σ’ έκλεβα Λαέ; Πώς κάτι τέτοιο σου ‘ρθε;
Ποτέ! Μον’ ό,τι αγόραζα ξέχναγα να πληρώνω.
Λαός
Όλοι αθώοι.  Πηγαίνετε.
(Βγαίνουν όλοι γελώντας. Μόνος)
                                             Ορίστε: όλοι αθώοι!
Αχ! Οι συκοφαντίες σας παλιοεφημερίδες!
Το Δίκιο αν δε σκεφτόμουνα μόνος μου ν’ αποδώσω,
η αμφιβολία θα μ’ έτρωγε ποιος ξέρει πόσο ακόμα…
Και να! Κανείς δεν έκλεψε! Μου το ’πανε οι ίδιοι!
Αυτοί αν δεν ξέρουν τότε ποιος; Αγνοί πολιτικοί μου!...
Και τώρα ήσυχος πολύ από χαζές ιδέες
τραβώ στην κάλπη όλο χαρά να τους ξαναψηφίσω!










ΜΙΑ ΜΙΚΡΉ ΚΥΡΊΑ

Μια μικρή κυρία
βραδινά ντυμένη
μια γλυκιά κυρία
από το σπίτι βγαίνει.

Άστραψαν τα θάμπη.
Λάμπουν όλα γύρω.
Λάμπει η νύχτα-λάμπει.
Κάρπισε το στείρο.

Της ψυχής τα χιόνια
 λιώσαν τα αιώνια.
 Μια κυρία μικρούλα-
μύρο της ζωής μας.
Μια κυρία γλυκούλα-
να ’τανε δική μας!..

Ζεράρ Νταπαρντιέ, Νίκολας Κέητζ, Γούντυ Άλεν, παίζουνε τους ηθοποιούς. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται την ανυπαρξία όποιου ταλέντου σ’ αυτούς. Μια κακή στιγμή της ανθρωπότητας τους έκανε ηθοποιούς και η βλακεία της τους συ ντηρεί.  Όπως σε μας τη Βουγιουκλάκη  για παράδειγμα. Παίζοντας παίζουν τους εαυτούς τους. Μια έκφανση της κατάντιας της σημερινής πραγματικότητας.





Η αποβλάκωση και η τελματοποίηση του έλληνα συντηρείται από ένα σωρό παράγοντες της κοινωνίας που έχει δημιουργήσει ή που τον έχει δημιουργήσει. Ένας από αυτούς είναι η σταθερά βλακώδης έκφραση των παρουσιαστών των ειδήσεων της τηλεόρασης. Πάντοτε ανέκφραστοι, νομίζοντας ότι έτσι μένουν ουδέτεροι στα εξιστορούμενα γεγονότα, αγέλαστοι, ψυχροί, «σοβαροί», με το ίδιο ύφος μας παρουσιάζουν τον θάνατο ενός ανθρώπου κει τον ερχομό της Άνοιξης. Ισοπεδώνουν έτσι όλα και κάνουν τους ήδη ηλίθιους έλληνες ηλιθιότερους. Η ανατολίτικη κουλτούρα μας. Που αν ταιριάζει και αν είναι στοιχείο προόδου και πολιτισμού για τους ανατολίτες, εδώ είναι στοιχείο δουλείας και ανενεργού πνεύματος.




ΤΑΊΡΙΑΓΜΑ

Αυτός
έψαχνε να ’βρει μια γυναίκα
να της υποταχτεί.
Εκείνη
κοίταζε για ένα δούλο.

Βρέθηκαν.
Και ταιριάξαν απολύτως.

Χαράμι πήγαν οι λάμπρές σπουδές του. Αντίθετα
η αμορφωσιά εκείνης εθριάμβευσε.

Την μέρα κιόλας της γνωριμιάς τους
τον φόρτωσε όλες τις βαλίτσες της,
κι έτσι άθλιον κάνοντάς τον,
έβαλε μες στην τσέπη του το χέρι της
και πήρε είκοσι χιλιάδες
«ν’ ανοίξει μαγαζί.»

Άξιοι της τύχης τους κι οι δυο.








Τρία δις γυναίκες στον πλανήτη
κι ούτε μια μες στο δικό μου σπίτι.

Επιστημονική ονομασία του φαινομένου:
αρνητικός γυναικοτακτισμός.

Και συνεπέστατος-μία ζωή τα ίδια.










ΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΆ ΜΑΣ

Ωραία που ’ν’ απέξω
τα νοσοκομειακά μας!
Και σιγουριά
εμπνέει το μπλε το φως τους.

Σα μέσα μπεις
σανίδες τρεις για κρεβάτι,
έλλειψη κάθε φάρμακου
και οι οροί ξορκισμένοι.
Ένας αχθοφόρος
ή κουλουρτζής
ή ζητιάνος
έχει επιστρατευτεί
(πέντε ευρώ κάθε «ταξίδι»)
κι αναπαύει τα κιλά του
ισορροπία κρατώντας
σ’ ένα σκαμνί επάνω.

Έτσι άρρωστοι πολλοί
ζωντανοί δε φτάνουν στο νοσοκομείο.
Κι ένα πιστοποιητικό θανάτου
οι γιατροί τους ετοιμάζουν-
δουλειά που απόξω τήνε ξέρουν.

















            χτεσινοβραδινά.

ΤΟ ΞΑΝΑΖΩΝΤΆΝΕΜΑ ΤΗΣ ΜΆΡΩΣ

Χτες ξαναζωντανέψαμε τη Μάρω.

Δυο γέροντες –παιδιά μαζί της τότε
και μια γρiά –καλή της φιλενάδα
σκυμμένοι πάνω απ’ την παλιά φωτογραφία
με τ’ άσπλαχνα της μνήμης μας τα νύχια αρπάξαμε
και ζώσα πάλι φέραμε κοντά μας
την χρόνια πριν για μας χαμένη κόρη,
με τα μεγάλα της τα μαύρα μάτια
και το λεπτό σαν σανιδένιο της κορμί
με τα δυο στήθη τα μικρά και πετρωτά
να ξεπηδούν απ’ το κλουβί του θώρακά του
μεστά τροφής για κάθε πεινασμένο.

Δεν τόλμησα ούτε χτες να τα εγγίσω.
Το άφησα για όταν όλοι πάλι θα βρεθούμε
σε κάποιας γειτονιάς ξανά τη ζέστα
με όλα ίδια
πλην του δισταγμού,
που αυτός μονάχα
(που τόσα εδώ κάτω μας κρατεί)
εκεί
θα λείπει.














Αν και υπάρχουν σίτες σε όλες τις πόρτες και τα παράθυρα, ένα κουνούπι όλο βρισκότανε μπροστά μου .

              ΤΟ ΚΟΥΝΟΎΠΙ
Ένα κουνούπι να! μπροστά μου.
Τις δυο παλάμες μου παράλληλες απλώνω
και φλάπ! έσβυσε-πάει το κουνουπάκι.

Τι θορυβώδεις που είμαστε! Ενώ ο δικός μας
τόσο αθόρυβα έρχεται -ο θάνατος-
και τόσο εργάζεται διακριτικά
που αν ζει μονάχος του κανείς
τυχαία κάποτε
 θ’ ανακαλύψουν ότι πέθανε.

Και ακοή χωρίς καμιά  να ενοχληθεί.








Ο  ΗΝΙΟΧΟΣ  ΤΩΝ  ΔΕΛΦΩΝ

Πάει ο Πολύζαλος και τ'  άλογο.
Πάει και τ'  άρμα.
Οι Φαιδριάδες τ'  αφανίσανε.

Μας έμεινε ο ονειρικός Ηνίοχος
με τα σκεπτόμενα μάτια
μεσόκληρος δυο εποχών
γαλήνια ακίνητος μετά από τον αγώνα
θριαμβευτής
να οδηγεί αόρατο ένα άρμα.
Ίσως την Τέχνη παραπέρα.




           ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ


Και πια δεν ξέρουν τι να κάνουν
και τι τεχνάσματα να επινοήσουν
και κάνουνε τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα
λιγάκι μόνο αλλάζοντας κάθε φορά
τις λέξεις, τις κινήσεις, τις εκφράσεις.

Οι άλλοι πάλι χειροκροτούν
σαν να  'τανε το θέαμα κάτι νέο'
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
και γράφουν κριτικές επωφελείς,
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
κι  εκφράζουν "ανυπόκριτον χαράν"
και λεν: "αυτή
ήτο μια νέα ερμηνεία τω όντι"
και το επαινούν και το αινούν και το θαυμάζουν
γιατί τι άλλο να  'καναν
και πώς να πούνε
πως όλ'  αυτά είναι μιαν άρνηση κι ένα κενό
που τότε το κενό θα  ’παιρν'  εκδίκηση
αποκαλύπτοντας αυτοστιγμεί
πως ούτε η τέχνη είναι καταφύγιο.





ΟΙ  ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Επικινδύνως έκυπτεν απ'  το παράθυρον
(μόνο έτσι φαίνονταν ο δρόμος).

Κι είχε το λόγον του για ν’ ανυπομονεί-
απόψε θα της πρότεινε να παντρευθούν.

Η στάσις της είχεν πολύ αλλάξει τελευταίως`
όπως την ήθελεν είχε επιτέλους γίνει.

Πολύ δεν εμιλούσε.
Το κάπνισμα είχε παύσει.
Να διακρίνει είχε μάθει
ένα ωραίον πίνακα, και το κυριότερον
αρέσκονταν κι αυτή
ώρα να μένει άφωνη κι εκστατική
μετά την κάθε αναζήτησιν χαράς
και στην υπέροχον εκείνην είχε μάθει την σιωπήν
κάθε λεπτό και πιο βαθιά να μπαίνει
καθώς εις μίαν στάσιν πλήρους χαλαρώσεως
κι οι δυο εις το κρεβάτι εξάπλωναν.
Κι όταν σε τέτοιες ώρες εμιλούσαν
εγίνονταν κι αυτό τόσο σιγά κι ωραία
που αντί να διαλύει εμεγάλωνε
την πλήρη εκστάσεως σιωπήν-α!  
νιώθονταν απολύτως τις στιγμές εκείνες!


Η άλλη τώρα για τηλέφωνο έψαχνε.
Θα του  'λεγε να μη την περιμένει-
πως άλλο δεν μπορούσε να τον ανεχθεί-
να μη μιλά!  πού ακούστηκε!
να μη καπνίζει!  φοβερόν!
Κι ούτε μπορούσε όρθια να μένει
και να βλέπει ζωγραφιές.

Μπορεί να μη τον έπαιρνε και διόλου`
πολύ του πήγαιναν οι εξηγήσεις.






                    ΠΕΣΜΕΝΟΣ

Πεσμένος στη καρέκλα του μ'  ένα βιβλίο στο χέρι
μονολογούσε ο ποιητής των εικοσπέντε χρόνων:
"Άχου κι αυτή η ποίηση προβλήματα που δίνει!
Τώρα που καταπιάστηκα με τούτα, βλέπω ότι
θέλουν και τούτα κοίταγμα και κόπο και φροντίδα.
Όταν στους άλλους λέω πως η ποίηση μ'  αρέσει
κι ότι ασχολούμαι με αυτήν, πρέπει να δείχνω κιόλας
προόδους, αφού πρόοδο αλλού ποτέ δε δείχνω.
Πρέπει τα ρεύματα να δω της ποίησης ποια είναι
πρέπει δυο λόγια να μπορώ να πω για κάθε ποίημα
μεγάλο-τι αισθήματα, εικόνες, νόημα κρύβει,
ποιου είδους έχει τεχνική, ποιος το  'γραψε και πότε.
Να! Τώρα αναποφάσιστος μπροστά σ'  αυτό τον τόμο
στέκω: μπορώ ολότελα να τον απαρατήσω
ή πρέπει έστω πεταχτά να τόνε ξεφυλλίσω;
Βαριέμαι την ανάγνωση' μα πάλι πού το ξέρεις
μπορεί κανένας έξυπνος-κουτός μα την αλήθεια-
να με ρωτήσει: εδιάβασες AUDEN; θα πρέπει τότε
και ν'  απαντήσω θετικά και να εκφέρω γνώμη
γι αυτό τον κύριο ποιητή. Λοιπόν θα πρέπει ένα
δυο το πολύ ποιήματα να δω απ'  αυτό τον τόμο"

είπε, μετά εδιάβασε τρεις τέσσερες σελίδες
και το βιβλίο ύστερα έκλεισε κι εκοιμήθη.






Σκυφτός ως περπατεί
καμιά φορά
τα μάτια του σηκώνει και κοιτάζει τους ανθρώπους:
δεν παραιτήθηκε ακόμα.






ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Kαι επαγγέλλεται;
-Ποιητής
-Κύριε Ιησού λυπάμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...

Κύριε Ιησού λυπάμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν΄αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που τα λεφτά μου θέλει να μου πάρει
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);

Ακόμα λέτε...για να δω...
Α!  Ναι!  Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ...

Κύριε Ιησού λυπάμαι-θα σας διώξουμε...
Δε θέλουμε ποιητές.

Πάρτε τον!
Ο αστυνομικός
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας.
Σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.

Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα.

Δε θέλουμε ποιητές.






ΑΝΑΣΤΑΣΗ

"Εγώ!
Η πέτρα!
Η ταφόπετρα!
Φωτιάς δισέγγονο!
Βουνού αγγόνι!
Εργατιάς παιδί!

Εγώ!
Η αειπαγής εγώ!
Εγώ η δύσρηκτος!
Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;..

Εγώ που ως κι ο σεισμός τρεις μέρες πριν
ούτε που μ' έσεισε...
Εγώ που ως και το θάνατο τον φυλακίζω...
Εγώ!
Το σύνορο φωτός και σκότους!
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες
για να με σείσουν συνερύουν...
ξάφνω
κι ενώ φρουρούσα έναν Ναζωραίο
έτσι,
χωρίς να το θελήσω,
δίχως ν' αφεθώ,
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο.
Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω...
ή σαν αέρας...
κι ούτε..."






          ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΜΙΧΑΗΛ


"Θέλω Βασίλειον παρακοιμώμενον"
είπε ο Μιχαήλ
"ως πιστόν όντα...
υπό πάντων ευφημείσθαι ως βασιλέα".

"Βασιλεύς δε",λέει το Χρονικό
"επληρούτο δακρύων..."

"Και των σκήπτρων πεσόντων ως έθος"
τον έστεψε συμβασιλέα.

Λίγο αργότερ ο Βασίλειος
εδολοφόνησε τον Μιχαήλ.
Κι αφού πια ήταν μόνος βασιλιάς
το ελαφρυντικό βρέθηκε αμέσως:
μεγάλο κάθαρμα ο Μιχαήλ...

Μα κι ο Βασίλειος δεν εστάθηκε σ' αυτό'
έχτισε μοναστήρια κι εκκλησίες
που φτάναν γι άλλα δέκα εγκλήματα-
"Εξιλασκόμενος τω Θεώ"
λέει ο Ζωναράς.






           ΝΑ  ΦΑΝΤΑΣΘΩ

Με έντασιν πολλήν
κάποτε προσεπάθουν
τη μοναξιάν να φαντασθώ
και να την τραγουδήσω-
τι ποιητής θα ήμουν αν δεν έγραφα
και κάτι περί μοναξιάς…

Τώρα
στη μοναξιάν τελείως βουτηγμένος
δεν την τραγουδώ.
Τώρα αυτή για μένα ωραία γράφει
αυτή ωραία με τραγουδά
και με χορεύει.
Κι ούτε κοπιάζει να με φαντασθεί`
εντάσεις και προσπάθειαι δεν της χρειάζονται-
καταδικόν της μ'  έχει.





    ΩΔΉ ΣΤΟ  ΜΟΎΣΜΟΥΛΟ

Σύκα στο περιβόλι  και δαμάσκηνα
ρόδια και δίφορα λεμόνια
σταφύλια'
αχλάδια ζουμερά
φράουλες…

Μόνο τα ευαίσθητα
χνουδάτα
κλαδωτά
εύθραυστα μούσμουλα
λείπουν.

Πρώτα μας ήρθαν.

Κροτάλισαν ευγενικά πάνω στο δέντρο τους
εψάλαν τις γλυκές τους μελωδίες
κουβάλησαν
στο φως και στη διαφάνεια τους το καλοκαίρι,
φραγμό στην ίδια την επιβουλή τους
εβάλανε διαφράγματα ωχρά
τοποθετώντας τα με τακτ
τριγύρω στον καρπό
κι αφού μας επλημμύρισαν ανταύγειες
και μνήμες οσμηρές
κι επαναλήψεις
και συνέχειες,
επαραχώρησαν τη θέση τους
σε όλα τ'  άλλα.

Ω!  Μούσμουλο συμπυκνωμένο
και ανέκφραστα θολό!
Ω!  Μούσμουλο
αβρό και στοργικό!
Ω!  Πρωτοβρόχι στης ζωής την ξέρα!
Ω!  Υπομονή στην άκρη της βροχής!
Ω!  Αδιάσπαστε, πικρέ
κολλώδη ήλιε της πρώτης καλημέρας!

Ω! Μούσμουλο!
Στο περιβόλι σύκα…φράουλες…
μα με το μύρο σου ολ'  ανθούν
και με τη θύμησή σου όλα
δένουν και καρπίζουν.







    ΟΙ ΓΈΡΟΙ

Γεράσαμε.

Σαν σιδερένιες πόρτες που σκουριάσανε.

Κι ούτε προσέξαμε
πότε άρχισε το χρώμα να μας ντύνει το κεραμιδί.
Κι ούτε θυμόμαστε
πότε ακούσαμε το πρώτο τρίξιμο, ή
τη μέρα που οι αρμοί μας
στη συνηθισμένην ώθηση δυστρόπησαν.

Όλα ήσυχα και σαν διακριτικά εγίναν.

Σκουριάσαμε.

 Και το κλειδί κάθε πρωί
με πιότερη όλο δυσκολία μας ανοίγει.




                Ο ΜΟΝΟΣ

Όχι που πίστευε ότι το σύμπαν ήταν ακατοίκητο-
δεν είχε τέτοια ιδέα.
Όχι ότι δεν έβλεπε μεγάλους και παιδιά
να χορεύουνε
με τις χρωματιστές τις φορεσιές και τα στολίδια τους
αρμονικά πιασμένοι χέρι χέρι.

Όμως ήξερε
πως όλοι εκείνοι με τα πόδια του χορεύουν.

Και όχι ότι δεν άκουγε τη μουσική
ή τον ήχο
που τα ποτήρια εκάνανε τσουγκρίζοντας.
Μα όλα γίνονταν πολύ μακριά  του
και ο ήχος τους
ήταν μονάχα μιαν ανάγκη για την ακοή
όπως για το μυαλό του η σκέψη.

Αυτόν
μια θάλασσα τον πήγαινε μες στα νερά της.
Και κείνο το ακρωτήρι πέρα ‘κει,
το τόσο μακρινό σαν φαντασία,
έτσι που κύρτωνε έμοιαζε
με του αγκώνα του το δρέπανο,
που μες στη σάρκινη φωτιά του έκλεινε
χορό και χορευτές,
ήλιους και σύμπαντα
και που ήταν πάντα έτοιμο
με μια του κίνηση
όλα όσα εκύκλωνε
να τα θερίσει.



      ΤΟ ΩΛΈΚΡΑΝΟ

τα νεύρα και οι αρτηρίες Του
υπέρτατη γίνανε καλωσύνη
που βγαίνει στον κόσμο
όπως ο ήχος από βιολί παλιό.

Οι μύες
που χρόνια τώρα κουβαλεί
τη δύναμή τους εκχωρούν
στους αδύναμους του κόσμου.

Ο δελτοειδής του απεργάζεται
εκτός από του ώμου
και της γης την στρογγυλότητα.

Ποιήματα τα κόκαλά του υψώνονται.

Και το ωλέκρανο ποίημα ποιημάτων.







    ΑΎΤΑΝΔΡΟ

Ό, τι χτίζω
κάποιος
βιαστικός πίσω του έρχεται
και το γκρεμίζει.

Ίσως να είναι ο χρόνος.
Ίσως τα χέρια τ' άλλα του.
Ή κι ίσως η φουσκονεριά από το μεγάλο πλοίο
που  αύτανδρο βυθίζεται κάθε πρωί.







     

             ΓΙΑ ΔΥΟ ΛΕΦΤΆ

Να συναντιέσαι με κάποιον
χρόνια πολλά ύστερ' από τότε που,
χωρίς ελπίδα να τον ξαναδείς
αποχαιρέτησες
και να βλέπεις στο πρόσωπό του την ευτυχία
που νιώθει ξαναβλέποντάς σε.

Ω!  τότε αιστάνεσαι κι εσύ αληθινά ευτυχισμένος.

Για δυο λεφτά-
ώσπου το ξάφνιασμα να περάσει
κι η μηχανή ν' αρχίσει πάλι να μετράει
τα συν, τα πλην, τα υπέρ και τα κατά,
η φωνή να γίνεται διστακτική,
το βλέμμα να λιποτακτεί
κι η ακοή να γίνεται αργή
όσο χρειάζεται
για την ερώτηση-
να μην απαντηθεί.



     ΕΝΟΣ ΓΥΜΝΟΥ

Η λερή επιφάνεια του τραπεζιού
θυμίζει
πως κάποτε τρώγαν πάνω του.

Διακρίνω τον κύκλο του ποτηριού,
τον κύκλο του ζεστού καρβελιού
και τον κύκλο ενός γυμνού κορμιού.

Πρέπει να 'ναι της εξαδέλφης
που πήγαινε τα Σαββατοκύριακα.