An oi gyna;ikew ;htane p;antote kal;ew den ua yp;hrxe pr;oblhma….(Anastas;ia ….)…
Παντρεύτηκε μια πόρνη και…και…όταν και ο γιος του παντρεύτηκε μια πόρνη….
Γιατί χασμουριούνται τα ζώα-γράφτηκε
Γιατί έζησες;……
H γυναίκα που εμφανίζεται παντού η ίδια…
τα κορόιδα σκέφτονται που πάει κι από πού έρχεται οι φωτιά, οι άλλοι ζεσταίνονται…
Ο δισταγμός! Ο δισταγμός που τόσες χαρές μας έχει καταπιεί…Μπορεί και να μας έκανε καλό κάποιες φορές, μα τι τα θέλεις, καλλίτερα να πεθάνεις τολμώντας παρά να ζεις φοβισμένος.
Στην ίδια πόλη δέκα χρόνια μετά.
Στον ίδιο τάφο του αδικοχαμένου βασιλιά, τουρίστες έχουν έρθει να τον δουν. Ένα αυτοκίνητο με δεκάδες γάλλους και γαλλίδες. Ο σωφέρ του λεωφορείου, έλληνας, θέλει να εξηγήσει σε μια γαλλίδα θεοκόμματο ότι η Άρτεμη που θα δουν κατόπιν είναι όρθια-είναι η Ορθία Άρτεμις. Εγώ με άλλα παιδιά παίζαμε ανάμεσα στις πέτρες του κενοτάφιου και τώρα είχαμε πάψει το παιχνίδι για να δούμε το σπάνιο θέαμα, τους «ξένους», κάτι εξαιρετικό για την τότε εποχή όπου ο πόλεμος έξω δεν είχε τελειώσει καλά καλά, ενώ στη χώρα μας ήτανε ακόμα στις δόξες του. Η μέρα είναι λιόλουστη. Κάτω από τις χαρωπές αχτίδες του ήλιου, που αλαφρώνει τις πελώριες πέτρες του τάφου κι αυτές μόλις κρατιούνται στο έδαφος λικνιζόμενες, ο καημένος ο οδηγός παθιάζεται να εξηγήσει τι θα πει «όρθια». Παίρνει τη στάση της προσοχής τραβώντας τα χέρια του κάτω και κάτω, τόσο που το κορμί του ν’ αρχίζει να λυγίζει ακολουθώντας τα, και ξελαρυγγίζεται προς το μέρος της απορούσας κοπελάρας: «Όχτια! όχτια! ΌΧΤΙΑ!!» Όμως αδύνατο να μεταδοθεί το πολυπόθητο νόημα. Έχω πάρει για κάτι μήνες μαθήματα γαλλικών στη διπλανή πόλη που μένω. Τόσα που ξέρω πώς ακριβώς έπρεπε να πει ο οδηγός στην τουρίστρια. Ο πόθος που μου έχει ανάψει η θέα της μαζί με το ευκολοφάνταστο μυαλό μου, μου λένε ότι θα είχα πολλά να κερδίσω αν έλεγα στη γλώσσα της στην τουρίστρια «mademoiselle, il vais dire debout!» (δεσποινίς, θέλει να πει όρθια). Κι αν όχι τίποτε άλλο, θα μου χάριζε ένα χαμόγελο θαυμασμού, και, ήμουν σίγουρος, φεύγοντας θα λυπόταν που δεν μπορούσε να χαρεί και ερωτικά το κορμί που κρατάει μέσα του ένα τέτοιο μυαλό.
Και διαδραματίζονταν μπροστά μου για ώρα η παντομίμα του οδηγού και η αδυναμία της απίθανης ομορφιάς γυναίκας. Και εγώ τι; Έμενα αμίλητος, με τις σωτήριες λέξεις να στριμώχνονται στην άκρη των χειλιών μου καίγοντάς τα. Ο δισταγμός που επιβάλλει την άρνηση της χαράς στη ζωή. Και δεν μίλησα, ώσπου οι ταξιδιώτες μπήκαν πάλι στο αυτοκίνητό τους κι έφυγαν αφήνοντας τα παιδιά να συνεχίσουν το παιχνίδι τους, ενώ η όμορφη γυναίκα κοίταζε με απορία ένα παιδάκι που την έβλεπε με θαυμασμό και έτοιμο να της πει κάτι, που τελικά δεν της είπε.
Κι αυτή πάλι…ας με ρωτούσε…έβλεπε πως κάτι έτρεχε με μένα…
Αυτή η σκηνή δεν έχει φύγει από τη σκέψη και από το νου μου δεκάδες τώρα χρόνια, σημαιοφόρος μιας στρατιάς δισταγμών που έχουν μπει νικητές στην έρμη μου ζωή.
Βλέπω εκείνους που περιμένουν παιδί και γελώ μαζί τους.
Η γυναίκα περιφέρει την φουσκωτή κοιλιά της με περηφάνια. Γιατί;
Και η πιο ντροπαλή γυναίκα του κόσμου δεν ντρέπεται να κυκλοφορεί όντας έγκυος.
Εκείνη που αν την κοίταζε και μόνον κάποιος άντρας έτρεχε να κρυφτεί από τη ματιά του, εκείνη που φορούσε μακριά φουστάνια για να μη φανεί ούτε ο αστράγαλός της, τώρα περιφέρει περήφανη τη φουσκωμένη κοιλιά της και μόνο που δε φωνάζει: «Γαμήθηκα!»
Αυτό που δεν άφηνε κανέναν να της κάνει, τώρα βγαίνει και φωνάζει ότι κάποιος της το έκανε.
Κι αν τη ρωτούσε κάποιος πώς και τώρα δεν ντρέπεται γι αυτό που έκανε, θα έλεγε γεμάτη απορία και έκπληξη για την ερώτηση: «Μα είμαι παντρεμένη. Αυτός ήταν ο άντρας μου»
Και τέλος γι αυτήνε.
Και τι θα πει ο άντρας της και όχι κάποιος άλλος άντρας;
Θα πει ότι μαζί με κείνον τον άντρα πήγε μια μέρα σε κάποιο σπίτι όπου ένας άντρας με γένια και μακρύ μαύρο φουστάνι, διάβασε από ένα βιβλίο κάτι λόγια και αυτό της έδινε το δικαίωμα να κυλιστεί σα ζώο πάνω σ΄ ένα κρεβάτι παρέα με τον άντρα εκείνον.
Ωραία λοιπόν, θα πάρω κι εγώ μία γυναίκα και θα την πάω σ’ ένα σπίτι όπου ένας άντρας ντυμένος με μακρύ μαύρο φόρεμα και έχοντας γένια, κρατώντας στα χέρια του ένα βιβλίο, θα μας διαβάσει πεντέξη σειρές. Ύστερα θα έχω κάθε δικαίωμα λοιπόν να την ρίξω σ’ ένα κρεβάτι.
Όχι, θα μου πει η γυναίκα, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα, ο άντρας με το μαύρο φουστάνι και τα γένια πρέπει να είναι ιερέας, το σπίτι εκκλησία και το βιβλίο που θα κρατεί στα χέρια του το ιερό Ευαγγέλιο.
Εδώ εγώ τα παρατάω, όπως κάνω με κάθε τι ανόητο που ακούω.
Μα εκείνη θα συνεχίσει λέγοντας ότι τον άντρα αυτόν τον ήθελε και την ήθελε και αυτός.
Με αυτή την καινούργια δήλωση αρχίζει άλλος κύκλος σκέψεων και συμπερασμάτων. Και πρώτα τι θα πει τον ήθελε και την ήθελε; Γιατί τον ήθελε;
-Γιατί είναι όμορφος, δυνατός και καλός.
-Κυρία μου η γη έχει τρία δισεκατομμύρια άντρες και σας διαβεβαιώνω ότι το ένα δισεκατομμύριο απ’ αυτούς είναι καλοί και όμορφοι και δυνατοί. Και επειδή δεν μπορείτε να τρέχετε ως την άκρη του κόσμου να τους βρείτε, στην πόλη σας υπάρχουν κι άλλοι δέκα χιλιάδες καλοί και όμορφοι και δυνατοί άντρες.
-Αυτόν είδα, αυτόν θέλησα.
Και ποτέ μία γυναίκα δεν θα ομολογήσει ότι πήρε έναν άντρα για τα λεφτά του.
Αν τη ρωτήσετε: θα έπαιρνες αυτό τον άντρα τον όμορφο και καλό και δυνατόν αν θα ήτανε ζητιάνος; τότε αυτή θα πει: και βέβαια, για μένα το χρήμα δεν είναι το παν.
Για μένα όμως όλες οι γυναίκες πουλιούνται για το χρήμα. Άλλες για ένα ευρώ και άλλες για ένα εκατομμύριο ευρώ.
Όλες οι γυναίκες είναι πόρνες.
Και η κυρία αυτή όχι μόνον διατυμπανίζει ότι γαμήθηκε, αλλά και οι άνθρωποι της δίνουν τη θέση τους στο λεωφορείο. Γιατί; Για να τη βραβεύσουν επειδή απόδειξε ότι μπορεί και ότι έχει γαμηθεί; Επειδή θα φέρει στον κόσμο ένα ακόμα δυστυχισμένο πλάσμα που κι αυτό με τη σειρά του θα φέρει άλλα παιδιά στο φως, διαιωνίζοντας τη δυστυχία πάνω στη γη;
Και ο άντρας; Τι κάνει ο άντρας που έχει γυναίκα έγκυο; Ανάλογα χαίρεται κι αυτός που αποδειγμένα μπορεί να γαμάει.
Και τρέχει νυχτιάτικα να πάρει παγωτό που ήρθε η όρεξη της γυναίκας του να φάει, της παίρνει υπηρέτρια στο σπίτι για να μην κουράζεται και της κάνει όλα τα χατίρια. Και όταν ακούσει το παιδί να κλωτσάει μέσα στην κοιλιά της γυναίκας που γάμησε, κάνει σαν τρελός από τη χαρά του, λες και το ίδιο δεν κλωτσάει και το παιδί του λιονταριού ή του λαγού στην κοιλιά της μάνας του.
Και αν το παιδί είναι αγόρι, ε τότε, ο ηλίθιος αυτός είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.
Τα παρακάτω γράφτηκαν στα ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΆ ΤΟΥ 2994 ΚΑΙ ΤΟΥ 2007
gympolitic
(όταν ο Γιωργάκης ανάλαβε φουριόζος την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ)
Τα "ΠΡΟΕΚΛΟΠΚΑ ΦΥΛΛΑΔΙΑ" δε βρήκανε δυσκολία όταν αποφάσισαν να πάρουν συνέντευξη από τον
Γιώργο Παπανδρέου. Έτσι βρέθηκα μέσα σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του γεμάτο με όργανα γυμναστικής.
"Κύριε Χολιαστέ", μου λέει, "υπέροχα τα "Προεκλογικά" σας "Φυλλάδια". Συγχαρητήρια".
-Ευχαριστώ κύριε υπουργέ. Δεν περίμενα να τα εξυμνείτε μιας και γράφουν την αλήθεια για σας και το κόμμα σας.
-Μη με ευχαριστείτε, Έτσι λέω σε όλους. Πώς νομίζετε πετυχαίνω σε όποια θέση και αν βρεθώ; Και σαν
υπουργός εξωτερικών γι αυτό πέτυχα. 'Ελεγα καλά λόγια σε όλους και για όλα. Και έλεγα και "ναι" σε ό,τι
μου ζητούσαν. Μου το έμαθε ο μπαμπάς.' Όλα επιτρέπονται", μου έλεγε κάθε τόσο.
-Άκουσα κύριε υπουργέ ότι θα φέρετε επενδύσεις με το κύρος σας. Πως ακριβώς θα γίνει αυτό;
-Με το χορό μου-πώς τα φτιάξαμε με τους Τούρκους;..Θα πάω-πού θέλετε;-στη Γερμανία ας πούμε. Θα
κάνω ένα τραπέζι στους βιομήχανους και μετά θα τους πιάσω από το χέρι για να χορέψουμε. Αλλά τώρα
δε θα φέρνω γύρους. Θα τραβάω ίσα κατά την Ελλάδα. Αυτοί μαγεμένοι από το χορό μου θα
ακολουθούν. Και να οι γερμανικές επενδύσεις στην Ελλάδα! Έτσι και με τους άλλους.
-Και πώς θα πείσετε την Τουρκία να μειώσει τις δαπάνες για τα όπλα της;
-Όπως ξέρετε, ο μόνος λόγος με βάση τον οποίο καθορίζει το ύψος και το είδος του εξοπλισμού της η
Τουρκία, είναι ο φόβος που έχει κάθε φορά από την Ελλάδα. Όταν πάω και τους χορέψω ένα ακόμα
ζεϊμπέκικο θα υποκύψουν. Στην ανάγκη θα τους αφήσω καμμία βιντεοκασέτα του χορού μου, να τη
βάζουν όποτε τους πιάνει το στρατιωτικό τους και να συνέρχονται. Βλέπετε πως όλα τα έχω σκεφτεί. Και
ξερετε, είναι μεγάλο κέρδος για την εθνική μας άμυνα να μειώσουμε και οι δύο χώρες τα όπλα μας. Αν
γίνει τελικά αυτό-με δυο ζεϊμπέκικα ακόμα ελπίζω να τα καταφέρω-τότε αντί να έχει η Τουρκία χίλια
αεροπλάνα ας πούμε και η Ελλάδα εκατό, τώρα η Τουρκία θα έχει εννιακόσα ενενήντα και η Ελλάδα
ενενήντα. Ετσι με ένα σμπάρο θα έχουμε δυο τρυγόνια και θα έχουμε αποδυναμώσει την τουρκική
απειλή κατά ολόκληρα δέκα αεροπλάνα, Και λιγότερα λεφτά θα χαλάμε εμείς για εξοπλισμούς.
-Κύριε υπουργέ, λέτε ότι κάνατε λάθη και σαν κόμμα και σαν μέχρι τώρα κυβέρνηση όταν κάνατε την-ο
θεός να την κάνει-αυτοκριτική σας. Γιατί δεν καυτηριάζατε τα λάθη αυτά τότε που γίνονταν;
-Τα καυτηρίαζα και τα παρακαυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν τα έλεγα.
-Και γιατί δεν ακουγόταν τίποτε τετοιο τότε;
-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων-το ξέρει πια όλη η Ελλάδα. Γι αυτό δεν ακουγόμουν.
-Τώρα όμως ακούγεστε...
Γιατί τώρα έχω πάντοτε μπροστά μου όταν ανοίγω το στόμα μου ένα σωρό μεγάφωνα. Γι αυτό. Βλέπετε
όλα έχουν την εξήγησή τους.
-Έχετε λέτε κύρος στο εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό κύριε υπουργέ;
-Στο χορό. Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο
ταψί. Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που με βοηθάει.
-Μιλάτε για δημοψηφίσματα κυριε υπουργέ. Θα είναι συχνά και πότε θα αρχίσετε να κανετε
δημοψηφίσματα;
-Προς το παρόν δε θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν "φύγουν"(συγνώμη για τη συγκίνησή
μου αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι ό,τι έχω στη ζωή) η μαμά και ο κύριος Σημίτης. Μέχρι τότε αυτοί θα
μου λένε τι να κάνω. Ύστερα είναι που θα ρωτάω το λαό.
-Μόνος σας δεν σκοπεύετε να αποφασίσετε κάποτε τίποτα;
-Απολύτως.
-Και γιατί κύριε υπουργέ;
-Κοιττάτε, σε κάθε οικογενεια υπάρχει και ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ.
-Και τότε γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε στην πολιτική αφού έβλεπε οτι είσαστε...καθυστερημένο
παιδί όπως είπατε;
-Δεν το 'ξερε. Νόμιζε ότι είμαι χαμηλών τόνων.
-Πέστε μου κύριε υπουργέ, εκτος από το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην επιτυχή ενάσκηση των
καθηκόντων σας αν -ό μη γένοιτο- γινόσαστε πρωθυπουργός;
-Κύριε Χολιαστέ άκουσα καλά; Είπατε "ό μη γένοιτο";
-Μάλιστα κύριε υπουργέ, ετσι είπα.
-Πώς τολμάτε; Μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;...
-Είμαι υψηλών τόνων κύριε υπουργέ.
-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι...
-Σωστά. Δε μου απαντήσατε όμως κύριε υπουργέ στην ερώτησή μου. Υπάρχει και κάτι άλλο που θα
χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;
-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!
-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.
-"Μυαλό";...
-Μυαλό... εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε... αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας...
-Αααα!...Τώρα θυμάμαι! Κάποτε μου είπε αυτή τη λέξη η μαμά. Μου είπε...πώς το είπε.,.πώς το είπε.,.α! να!
Μου είπε: "δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό-έχεις το όνομα" Κι εγώ αφου δεν πείραζε που δεν
έχω απ' αυτό, δεν ρώτησα και τι είναι...
-Για να τελειώνουμε κύριε υπουργέ, πέστε μου στο θεό σας, πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να
κυβερνήσετε -ό μη γένοιτο- την Ελλάδα;
-Να σας πω:
Δεν ξέρω πώς δεν έχετε
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο
μπορεί να κάνει σώμα.
Γι αυτό κι αφού ρωτήσατε ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή ιδού τα παραδείγματα:
Γυμνάζοντας τον ένα μου μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά λύνω το Κυπριακό.
και με μιαν άσκηση σωστή του ενός μου δικεφάλου τρία εγώ "μπράβο" αποσπώ
του πρόεδρου του Γάλλου.
Με μοναχά λίγα πους-απς τον Μπλερ μπορώ να πείσω
τα μάρμαρα που μας κρατεί
να μας τα δώσει πίσω
και μ' ένα τζόκινγκ μου απ'
αυτά
που μ' είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός
τα όρια τηνε φτάνω.
Και ένα κάνοντας μασσάζ στους δύο μου μηρούς παίζω εγώ στα δάχτυλα
τον ίδιονε τον Μπους,
Δύο φορές σηκώνοντας τους δύο μου αλτήρες κάνω να στρέφει ο Ερντογάν
ως κι ενενήντα μοίρες
και-κάτι που κυβέρνηση δεν το 'χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι ευθύς την υφαλοκρηπίδα.
Δυο επικύψεις κι έσβησαν τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες μου δυο και γίνομαι
πρωθυπουργός το Μάρτη.
Και τότε δύο έλξεις μου
και μα την Παναγία
θα πάψει πια η χώρα μου να έχει ανεργία.
Για την Παιδεία μοναχά
μια επίκυψη χρειάζεται ώστε κάθε έλλην στο εξής σοφός να λογαριάζεται.
Ως για το μέγα πρόβλημα που είναι η Υγεία
μία στροφή θα χρειαστεί του σώματος πλαγία
Και για να μην πολυλογώ, με τη γυμναστική μου,
κάθε που θέλω αλλαγή θα είναι πια δική μου.
Θα ημπορούσα αν θέλατε και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση δεν το 'χω εγώ σωστό
τώρα που έτσι μάλιστα σας ταλανίζει η γρίππη-αν και αυτό τ' ομολογώ
πως σας το λέω με λύπη-,
γιατί εγώ-μη βλέπετε
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου
αν δε το δείξω σκάω.
Ίσως μιαν άλληνε φορά που θα 'σαστε καλλίτερα να σας ειπώ για θαύματα που κάνω μεγαλύτερα.
Και θα φροντίσω γρήγορα εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-όχι, δε μου είναι κόπος-
να! τα πους-απς μου αύριο σε σας θα τ' αφιερώσω
κι απ' το μαρτύριο του ιού ευθύς θα σας γλιτώσω.
-Ευχαριστώ κύριε υπουργέ. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξη. Γεια σας.
-Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ... Εσείς μου μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι.,.μου
επιτρέπετε;
-Αν και εγώ τώρα κάνω τις ερωτήσεις, όμως μπορείτε να με ρωτησετε. Σας ακούω.
-Προχτές ο κύριος Σημίτης έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε εμπιστευτικά: "Μεταξύ μας Γιώργο,η
τέλεια διαρχία θα ήτανε η δική σου όχι με μένα, αλλά με τον Καραμανλή-εσύ να γυμνάζεσαι και αυτός να
σκέπτεται!"-Από τότε ψάχνω μιαν ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει
"σκέπτομαι";
Πορτραιτάκια
'Ακης
Πιο γελοίος δεν υπάρχει στη γελοία κυβέρνησή μας' μα ως κι αυτός τρώει και πίνει απ' την τσέπη τη δική μας.
Ευθυμίου
Τα παιδιά μας στο σκοτάδι τα βυθίζει και στην άγνοια και στον ίδρωτά μας μεσα τα ζεστά του κάνει μπάνια.
Στεφανής
Οι γιατροί να τονε διώχνουν πρέπει όταν αρρωστήσει και κρεββάτι να μη βρίσκει και σε ράντζο να ψοφήσει.
Σημίτης
Πρωθυπουργό ποιος τάχατε
τον εκανε κριτής;
Αυτός μονάχα έκανε
για τηλεφωνητής!
Ρέππας
Λίγα ως τώρα έκλεψε τον έχουν τώρα βάλει και μέσα στο ασφαλιστικό. ...Και κείνος τρώει πάλι...
Πρωτόπαπας Δικηγόρος πληρωμένος με χρυσό.Και ψευταράς. Κι όπως οι αλήτες όλοι και μεγάλος κλεφταράς.
Νεονάκης
Για να μην από τη μάσα πάθει τίποτα-ο καϋμένος!-να γλεντήσει τα κλεμμένα τονε διώξαν ορισμένως.
Βάσω
Η μόνη τσάντα η γυναικεία
που αίμα εντός της κουβαλάει
και σ' εργολάβους και "δικούς"
της
χρυσάφι ατόφιο το πουλάει.
Βενιζέλος »
Τα μάρμαρα τον μάραναν
και η Ολυμπιάδα-
"Πατί" ρωτάτε "είναι χοντρός";
...Έφαγε την Ελλάδα!
Σκανδαλίδης Τα μανίκια έχει σηκώσει κάλπες όμορφες να φτιάξει μέσα τους,εφτά του Μάρτη, τους "κινηματίες" να θάψει.
Φλωρίδης
Αφου ο έρμος δεν μπορεί να πιάσει τα γκαζάκια πιάνει αυτούς που τρέχουνε με αθώα μηχανάκια.
Πάγκαλος
Τώρα ο Γιώργος ειν' καλός γιατί έτσι και.,.δεν ήταν θα την επάταγε οικτρά ο Πάγκαλος την πίτταν...
Σηφουνάκης
Δεν ακούγεται.Θα έχει
το Αιγαίο πολλή μάσα
κι απ' το τρώγε τρώγε τρώγε
δε θα παίρνει ούτε ανάσα.
Εμπορίου
Αυτός καλά τη βόλεψε-Εμάς τους ταλαιπώρους οι μεγαλέμποροι μας τρων κι αυτός τρώει τους εμπόρους.
Γεωργίας
Καλά που δεν εδέχτηκε
να πάει εκεί ο Λαλιώτης-
γιατί εκεί δε θα 'τρωγε-
τιέχειοαγρότης...
Παπουτσής Ογδονταδύο έπνιξε-για δήμαρχος τον στείλαν και ούτε γάτα ούτε ζημιά-και έφτιαξε και βίλλαν...
Παπαντωνίου Όπλα αγοράζει ολοένα μα είμαστε αδειανοί ακόμα. και ατός του είναι μονάχα με γεμάτο πάντα στόμα.
Κουλούρης
Πέφτουν δεν πέφτουν οι τιμές εκείνον δεν τον νιάζει-αυτός το πορτοφόλι μας έτσι κι αλλιώς αδειάζει...
Πετσάλνικος
Αν είχε μεσα του σταλιά
έστω δικαιοσύνη
θα 'πρεπε από το "κίνημα"
κανένας να μη μείνει.
Νεκτάριος
Από το "νέκταρ" τ' όνομα; Ή είναι από το "άρειος"; To τι δεν είναι ξέρουμε μονάχα εμείς: καθάριος.
Παπανδρέου
Με σώμα ευθύ,διόλου μυαλό,
απόγονος γελοίων,
τραβάει γδυμνός προς
εκλογές
το τζόκινγκ του επισείων.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ
«Ελληνικέ λαέ
Στέκομαι μπροστά σον γεμάτος από ντροπή για όσα μέχρι σήμερα μηχανενυξκα σε βάρος σου προσβλέποντας στο χρήμα,στη δυναμη,στην πρόσκαιρη δόξα.
Και έρχομαι δίπλα σον σήμερα,έχοντας σκοπό να ξεπληρώσω όσα σου χρωστάω,όχι για να σου φανώ καλός, αλλά για να εκπληρώσω το χρέος μου απέναντί σου, όπως ένας ηγέτης υποχρεώνεται να κάνει. Έρχομαι κοντά σου σήμερα για να γίνω χρήσιμος σε σένα,με τη δυναμη που εσύ μου έχεις δώσει. Έρχομαι σήμερα κοντά σου και ζητάω την ψήφο σον για να μου δώσεις την ευκαιρία να σου δείξω ότι έχω πάρει την απόφαση να γίνω άνθρωπος.
Ζητάω την ψήφο σου στις δεκαέξη Σεπτέμβρη.
Και να τι θα κάνω χρησιμοποιώντας τη δύναμη που η ψήφος σου αυτή θα μου δώσει:
Όλοι οι πολιτικοί θα δώσουν λόγο για τη νομιμότητα της απόκτησης όσων κατέχουν. Εκείνοι που θα
βρεθεί πως έκλεψαν θα λογοδοτήσουν στη δικαιοσυνη,όπως λέει ο νόμος, και τα χρήματα που
έκλεψαν θα αποδοθουν στο κράτος.
To ίδιο θα γίνει και με όλους τους μεγαλοεργοστασιάρχες, μεγαλοκτηματίες, μεγαλογιατρούς και
γενικά με όλους τους κατέχοντες αγαθά πέραν όσων επιτρέπει η αξιοπρέπής διαβίωση του λαού.
Τα χρήματα που θα μαζευτούν έτσι, θα μας εππιρέψουν να εφαρμόσουμε τη δίκαιη πολιτική μας.
Και το πρώτο μας μέλημα θα είναι η Παιδεία,η προϋπόθεση κάθε ανάπτυξης. Δε νοείται λαός που να
μην διεκδικεί δυναμικά τα δικαιώματά του. Και αυτό μόνο με την Παιδεία το πετυχαίνει.
Από τον πρώτο χρόνο κιόλας η κατάσταση στην Ελλάδα θα αλλάξει εμφανώς προς το καλλίτερο.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα δουλεύουν,η γραφειοκρατία καταργείται,οι αγρότες πληρώνονται για τη
δουλειά τους, τα δημόσια έργα γίνονται χωρίς σπατάλες και χωρίς κλεψιές, οι Δήμοι έχουν τα χρήματα
πον απαιτούν αλλά και την ευθύνη της σννετής διαχείρησής τους,η δημοκρατία φτάνει ως το πιο
μικρόχωριό και ως την πιο απομακρυσμένη γειτονιά,οι έλληνες πολίτες γίνονται υπεύθυνα άτομα,οι
Τράπεζες γίνονται υπηρέτες όχι τον Κεφαλαίου αλλά του λαού,η Αστυνομία προστατεύει και υπηρετεί
τον πολίτη,οι έλληνεςμε την επίδειξη της ταυτότητάς τους θα έχουν δωρεάν πρόσβαση στα
νοσοκομεία και τους γιατρούς (αυτό θα γίνει πραγματικά και δε θα μείνει στα λόγια όπως έμεινε η
ίδια υπόσχεση του Αντρέα Παπαντρέου),εργασία έχουν όλοι,αποδοχές έχουν όλοι οι εργαζόμενοι
αξιοπρεπείς και όχι πείνας,κάθε παράπονο ή αίτημα κάθε πολίτη θα ερευνάται και θα ικανοποιείται
σε λογικό χρονικό διάστημα και με μεγάλη προσοχή,η εξωτερική μας πολιτική θα είναι πραγματικά
υπερήφανη και καθόλου δουλοπρεπής όπως ήτανε μέχρι τώρα.
Αυτά με περισσότερες λππτομέρειες θα τα δει όποιος θέλει στο πρόγραμμά μας που έχει κιόλας σταλεί σε κάθε σπίτι.
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια ελληνικέ λαέ, όπως κι εσύ με τη σοφία σου λες.
Έργα λοιπόν και μόνον έργα εμείς θα κάνουμε.
Αν κάθε κυβέρνηση έχει για σκοπό της την ευτυχία του λαού,η κυβέρνηση που θαβγεί στις δεκαέξη
Σετττεμβρίου στη χώρα μας έχει διπλή υποχρέωση να προσφέρει την ευτυχία στο λαό που για
δεκαετίες οι πολιτικοί τον εκμεταλλεύονταν πλουτίζοντας.
Τελειώνοντας ας κλείσουμε ραντεβού για τις δεκάξη Σεπτεμβρίου όχι για να τα πούμε, αλλά για να
κάνουμε όσα εδώ είπαμε και όσα το πρόγραμμά μας λεπτομερώς αναφέρει.
Λαέ της Ελλάδας,γεια σου και με τη νίκη σον στις δεκάξη Σεπτέμβρη.»
Αν αυτός ήτανε ο προεκλογικός λόγος κάποιου από τους δύο (Καραμανλή ή Παπαντρέου ή όποιου
άλλου τέτοιου καθάρματος),τότε θα ήμουν τουλάχιστον άδικος αν τους κατέκρινα,τους
σατίριζα,τους λοιδωρούσα,τους ειρωνευόμουν.
Όπως όμως είναι τώρα αυτοί οι κανάγιες,θα ήμουνα κατακριτέος και κατάπτυστος αν δεν έκανα
όλα αυτά.
«To θέατρο της μιας σελίδας» για παράδειγμα,είναι μια αθώα γραφή στον τομέα της σάτιρας.
ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑΜΑΤΙΑ ΣΑΣ
Προεκλογική περίοδος αρχίζει και ο καθένας βουλευτής φροντίζει
πώς πιότερο το λαό θα κοροϊδέψει
ψήφους περσότερους για να μαζέψει.
Προεκλογτκη περίοδος μας φτάνει τα "θα" απ’ την τσέπη του ο Ρέππας βγάνει
και σβάρνα παίρνει ράχες και ραχούλες
παρακαλώντας γέρους ΚΑΙ γρηούλες.
Τα ολάκριβό TOU άφησε γραφεία
και τη φτηνή αρχίζει επαιτεία-
ιδέτε τον σαν ζήτουλας πώς πάει
και πόρτα πόρτα μουλωχτά χτυπάει
Και τι ζητάει;-ποιος αυτόν το γρίφο
θα λύσει; -μα τι άλλο: μία ψήφο!
(τα εκατομμύρια τι ελεεινά που βγαίνουν
τους λάτρεις τους αφού έτσι
κατανταίνουν....)
Όμως της Τρίπολης λαέ δοξασμένε-
(μ’ από θεούς κι ανθρώπους ξεχασμένε)
αν δε σου πω εγώ ποιov να ψηφίσεις
μόνος σου κι έρμος πώς θ' αποφασίσεις;
Άκου λοιπόν πώς να σκεφτείς θα πρέπει.
Πρώτα την τρύπια σου ξέχνα την τσέπη'
Τρύπια και ήτανε αυτή και θα 'ναι
όσο ΣΤΗ γη ποτάμια θα κυλάνε-
Αφού λοιπόν αυτό καλά χωνέψεις σε άλλες γόνιμες ανοίξου σκέψεις-
γιατί έξω από την τσέπη-ζωή να 'χει
έχει ο άνθρωπος κι ένα στομάχι.
Kαι τους πολιτικούς-ό,τι κι αν κάνεις-
μες στους ανθρώπους πρέπει να τους βάνεις.
Ναι,άνθρωποι είναι κι οι πολιτικοί μας
και μάλίστα άνθρωπσι πολύ δικοί μας.
"Κι ο Ρέππας;" θα μου πεις- κι αυτός βεβαίως!
Φάτσα μπουλντόγκ κι αν έχει, μα έχει κλέος
και φήμη και πειθώ κι αν βγει απ’ τη μέση
το ασφαλιστικό του θα σου αρέσει.
Κι όμως στους δρόμους έξω έχεις έβγει
κι όπου το βλέμμα σου ήθελε τον έβρει
θα του 'δινες γερά να καταλάβει
πως ξέρεις-πως δεν εισαι ντιπ κουτάβι.
Τώρα θα πεις-κι εδώ θα έχεις δίκιο-
πως,απ' το υπουργικό του το οφφίκιο
(ποιος θα μπορούσε αυτό να το πιστέψει;)
έχει την ανεργία ξεπαστρέψει.
Και τόσο έχει ξεφύγει από τα όρια
της ανεργίας απ' τους αλλους xώρια
τους ευρωπαίους εταίρους,που εκείνοι
του λένε αλλο να μην επιμείνει
καί να μη μεγαλώσει άλλα το χάσμα
που φαντασίας τρελής θυμίζει πλάσμα'
Kαι μάλιστα πως πρέπει να τολμήσει
κι απ’ τη δουλειά τους κάποιους ν’ απολύσει
ώστε αυτοί μη δείξουν στους λοούς τους
ότι δεν κόβει όσο TOU Ρέππα α νους τους
κι ενώ ανέργους τόσους έχουν κείνοι
σε μας κανείς-παρόλ-δεν έχει μείνει.
Πώς να το κάνουμε; πρέπει για λίγο
(μεγάλα κράτη ελπίζω να μη θίγω)
στην προοδό μας να οπισθοχωρούμε
για να μας φτάνουν κείνοι που αργούνε.
Γιατί έτσι κάναν οι "κινηματίες"
που να "χουμε παντού επιτυχίες
κι ηλίου φαεινότερο είναι ότι
σε ολα πια παντού είμαστε πρώτοι.
Και τώρα πλέον άνεργον δε βρίσκεις
όσονε χρόνο κι αν καταναλίσκεις
(αν θα μπορούσες χρόνο να ξοδεψεις
χωρίς απ' τη δουλειά σου να τον κλέψεις).
Ω! Ρέππα! Πώς τα έχεις καταφέρει
και τα επάνω κάτου τα 'χεις φέρει-
πώς εκατάφερες και σε αργία
στην Τρίπολη έβαλες την ανεργία!...
Μα δεν μπορούσε φίλοι αλλιώς να γίνει:
κι η ανεργία όταν θωρεί κι εκείνη
τη φάτσα την ανέκφραστη του Ρέππα
φεύγει για της Ρωσίας σε κάποια στέπα.
Kαι οταν τον ακούει να μιλάει
και το στραβό για ίσο να περνάει
τότε περσότερο κάβε ημέρα
η κακομοίρα πάει παραπέρα.
Αλλά έχω ξεφύγει από το θέμα
και θα μου έλεγες πως είπα ψέμα
όταν σου είπα πως θα προσπαθήσω
για ψήφο μια σωστή να σε βοηθήσω.
Στομάχι έλεγα λοιπόν πως έχουν
και οι πολιτικοί μας' κι όλο τρέχουν
μ' ένα σκοπό μονάχα-το στομάχι καθείς τους του σκασμού γεμάτο να'χει.
Άκου λοιπόν λαέ της Αρκαδίας-
λαέ διστακτικέ μέχρις αηδίας
που κάθε τέταρτον αφήνεις χρόνο
να σε πονάει του δισταγμού τον πόνο.
Λοιπόν-αφού είναι οι πολιτικοι μας
η δόξα,η τιμή και η ζωή μας,
δεν πρέπει σαν αυτες να τους τιμούμε
κι ό,τι καλό γι αυτούς να προσπαθούμε;
Ποιος όχι θα 'λεγε; Κι αυτοί που τώρα είκοσι χρόνια κυβερνούν τη χώρα
δε βλέπεις πόσο έχουν παραφάει που άλλο η κοιλιά τους δε χωράει-
πως το στομάχι τους πάει να σπάσει;
(Και ούτε σκέψη κάποιος να ξεράσει όσα για είκοσι μασάει χρόνια-
καθείς μόνο να τρώει θέλει αιώνια).
Μα συ λαέ που τους πολιτικούς σου ανθρώπους θεωρείς πολύ δικους σου
δεν πρέπει απ' το πολυ που έχουν φάει
κανείς τους να φροντίσεις να μην πάει;
Γι αυτό λοιπόν καλή μια πράξη κάνε: στην άκρη πάρε ευλαβικά και βάνε αυτούς που είκοσι χρόνια κυβερνάνε ώστε να μην μπορούνε πια να φάνε.
Και άσε τους στην άκρη να χωνέψουν,
απ' το πολύ φαϊ για να μη ρέψουν' και να τους έχεις έτοιμους και πάλί όταν ξανάρθει η ώρα η μεγάλη
πάλι μιαν Αλλαγή γερή να φέρουν και την πατρίδα σου να συνεφέρουν-πάλι τα ηνία της να χερακώσουν
κι απ' τη Δεξά και πάλι να σε σώσουν.
Τώρα θα πεις, στην άκρη σαν τους βάλεις
πέρα μονάχος συ πώς θα τα βγάλεις
που όλα σ' εκείνους τα 'χες παραδώσει
και συ είχες την αρίδα σου απλώσει;
Ποιος τώρα τα λεφτά σου θα σου παίρνει;
Ποιος τη διχονοια στο λαό θα φέρνει; Ποιος ψεύτικα στον πόνο σου θα κλαίει;
άσπρο το μαύρο ποιος θα σου το λέει;
Εγώ λοιπόν μπορώ να σε βοηθήσω-
τουλάχιστο μπορώ να προσπαθήσω
και λύση στο μεγάλο πρόβλημά σου
να δωσω,και να φύγει η ακεφιά σου.
Πάρ'τη" Δεξά λοιπόν που πεινασμένη
κάθεται xpovιa τώρα η καημένη
και βάλε κείνηνε τώρα να φάει
μη κι απ' την τόση πείνα η δόλια πάει!
Πολιτικοί κι αυτοί.Βάλτους να φάνε
που είκοσι χρόνια τώρα σού πεινάνε.
Τάϊστους κι αυτούς-παιδια δικά σου είναι.
Και πεινασμενος συ όπως πάντα μείνε.
Ετσι σοφά ο λαός πρέπει να κάνει
ώστε μετά μην τρέχει και δε φτάνει
πρέπει -'γω θα στο πω;- να κοβει ο νους του
και να προσέχει τους πολιτικούς του.
Κι όταν χωνέψουνε τελείως οι άλλοι
και άδειο το στομάχι θα 'χουν πάλι
κι όταν οι νέοι σίγουρα χορτάσουν
και παν κι αυτοί απ' το φαι να σκάσουν
τότε τους ξαναλλάζεις πάλι ησύχως
με σηκωμούς κι επαναστάσεις δίχως.
Και όλα ήσυχα και πάλι θα 'ναι
καθώς του χρόνου οι ρόδες θα κυλάνε.
Τότε θα υποφέρεις λαέ καημένε
ξέροντας όμως πια ευλογημένε
πως έχεις το καθήκον σου εκτελέσει
όπως σ' ανθρώπους και θεούς αρέσει.
Πως έχεις δίκια δηλαδή μοιράσει
ό,τι δικό σου είχες μες στην πλάση
αίμα κι ιδρώτα και ψυχή και νου σου
στους που πολύ αγαπάς πολιτικούς σου.
(Απόσπασμα από το έργο «Η ΖΗΤΙΆΝΑ»
………………………………
(μπαίνει ο Καραμανλής)
Καραμανλής
Εγώ να! τους δικούς μου να βολέψω για να τους έχω αν τους χρειαστώ, όσο μπορέσω πιο πολλά να κλέψω, και πια κι εγώ να πάω στο καλό.
Τώρα τι λέτε για βιβλιοθήκες
για πνεύμα τι και για πολιτισμούς-
άλλες για μένανε μετράνε νίκες και άλλων πολιτών ακούω εσμούς.
Κι αν υπουργός πολιτισμού έχω γίνει και αν γι Ακαδημίες σας μιλώ
είναι που τρέξιμο αυτό μου δίνει
να χάσω έτσι και κανα κιλό.
Ας πάει κατά διαόλου κι η Ελλάδα κι οί έλληνες μαζί της-μόνο εγώ να 'μαι καλά και όσο η αγελάδα γάλα έχει,με μανία να της ρουφώ.
Χέστηκα εγώ αν μια βιβλιοθήκη
ή είναι ή και δεν είναι ανοιχτή... Δε δίνω για την Τρίπολη καπίκι-
το μόνο της που θέλω ειν η πηχτή.
Κι ο ι Παπαντρέου στην πόλη σας αν έρθει
και μου τον φέρτε από κει νεκρό
μέσα στης πρώτης μου χαράς τη μέθη
τότε μπορεί να δείτε κανα ευρώ. '
Και μη μου ενοχλείτε τογ Τατούλη
αφήστε τον να φάει καλά κι αυτός
ως ο Πυθέας έφαγε απ’ τη Θούλη
κι ως τρώει ξύλα ο φούρνος ο καυτός.
Τέταρτο πλαίσιο έρχεται-τι λέτε;
θα θέλατε ν'αφήσω το ψητό
και να προσέχω εσάς που μιξοκλαίτε
για κάποιο θηλυκό εκεί κουτό;
Κι αν ο πολιτισμός τάχα φροντίζει
καθώς η βιβλιοθήκη για το πνεύμα,
για μένα πρόσκαιρο είναι μετερίζι
και τον χαλώ αν θέλω μ' ένα νεύμα.
Μα όλα αυτά που τώρα δα σας λέω
να τα ξεχάστε ο ίδιος θα σας κάνω
στων εκλογών το γύρο όταν τον νέο
θ' ανηφορίσω πάλι εκεί πάνω,
και με τουπέ και μ' ύφος και με πάθος
λαγούς θα υπόσχομαι με πετραχήλια
προσέχοντας μη κάποια λέξη λάθος
καθώς μιλώ μου βγει από τα χείλια.
Και τότε πάλι εσείς θα με ψηφίστε
όπως τ' αρνιά ψηφίζουν το λιοντάρι'
και ήσυχον και πάλι θα με αφήστε
του ...κράτους να σηκώσω εγώ τα βάρη.
Και πάλι όλους θα σας κοροϊδεύω
και πάλι θα τα πάρω όλα μπλαστρί
και πάλι εγώ παρέα θα σας δουλεύω
με τον πατριώτη σας απ' το Καστρί.
Και όλ' αυτά γιατί όποιον κι αν φηφίστε,
ζώα έτσι που 'σαστε τέτοια ζητάτε''
γιατί καθόσαστε όπου βρωμίστε
κι όπου πριν φτύνατε μετά φιλάτε.
Λοιπόν βιβλιοθήκες θα σας φτιάξω
για να ξυπνείστε και να με πετάξτε;
Όχι-κι όπου τις βρω θα τις ρημάξω
καινούργιες όσες κι αν εσείς θα ψτιάξτε.
Γεια σας κορόϊδα. Για όλα ευχαριστώ σας-
για τον ιόρώτα σας, τη σάρκα, το αίμα...
μα πιο πολύ φχαρστώ για το μυαλό σας'
μα το θεό-ποτέ δεν είπα ψέμα...
(βγαίνει ο Καραμανλής)………..
ΟΙ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Ο παππούς
προδότης του λαού και της πατρίδας του
με τις πληγές ακόμα της ψυχής μας ανοιχτές
και τους νεκρούς μας άθαφτους
μας επαράδωσε αλυσόδετους στους Άγγλους.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο γιος
προδότης του λαού και της πατρίδας του
ζωσμένος το αλεξίσφαιρο γιλέκο του-
τάχα πως κινδυνεύει ο γελοίος-
και μ' ένα τσούρμο αλήτες από πίσω του,
με τα πλεμόνια του γεμάτα υποσχέσεις,
πανούργος κι άπληστος σαν αρχηγός Αυλής
Θαυμάτων
στα πόδια μπρος μας πέταξε των ευρωπαίων
αφού εφοδίασε πρώτα τον καθένα μας με
βούρτσες
μπογιές και μ' ένα κασελάκι.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο εγγονός
πιστός στις παραδόσεις της οικογενειάς του
και στου λαού του ιδιου πάντα υπολογίζοντας
τη διανοητικήν αναπηρία
τα νύχια του ακονίζει,
αθόρυβα λακέδες στρατολογεί
και σκάβει το λαγούμι του για να βρεθεί
κάτω από την καρέκλα του πρωθυπουργού
ώστε την ώρα την κατάλληλη,
να ωρθωθεί και πια,
γεμάτος λάσπη, σκότος και σκουλήκια
να κάτσει πάνω της.
Για να μας ρίξει κι αυτός με τη σειρά του σε ποιανού
νέου όρνιου νύχια τώρα;
TA ΜΑΡΜΑΡΑ
Βρε κοίτα πώς αλλάζουνε σε μία μέρα όλα
κι ενώ ο Σημίτης έλεγα πως θα τη φάει τη φόλα
κοίτα πώς τώρα γύρισε το φύλλο! Και να δείτε
πως προ εκπλήξεως κι εγώ κι εσείς θε να βρεθείτε.
Πια γκόβερνο όχι-δε θ'α 'ρθει-Νέας Δημοκρατίας,
γιατί απλούστατα ο Μπλέρ, ο ηγέτης της Αγγλίας
οσα έκλεψαν αγάλματά ο Ελγιν και οί άλλοι
εδήλωσε πως γρήγορα θα μας τα δώσει πάλι.
Kι αυτό θα γίνει σύντομα, πριν εκλογές να 'ρθούνε
και όποιοι τώρα κυβερνούν;πάλι θα κυβερνούνε.
Γιατί; Θέλει και ρώτημα; Γιατί αν αυτό θά γίνει
φαϊ θα έχουμε όλοι μάς-και πια τo θέμα κλείνει.
Οι διαδηλώσεις παύουνε, παύουν κι οι απεργίες.
Και παύουν γιατί για όλα αυτά θα λείψουν οι αιτίες
αφού ο κόσμος τότε πια θα τρώει όσο θέλει
και τότε όλα ζάχαρη-και τότε όλα μέλι.
Τότε αν πεινάει ο λαός και πάει γι απεργία.
δίχως καθόλου άργητα ή κωλυσιεργία
μια ψηταριά θα στήνεται με σίδερο ένα ντούρο,
και η κυβέρνηση εκεί θα ψήνει έναν Κούρο.
Kι όταν φωνάζουν οι άνεργοι φαϊ πως δεν υπάρχει
μία Καρυάτιδα βραστή θα τρώνε δίχως πάχη.
Και βλοσυροί όσοι ροβολάν βοσκοί μας απ' τα ‘ορη
θα τους σερβίρεται άμεσα κοκκινιστή μια Κόρη.
Τους Κένταυρους θα βάλουμε για μας δουλειές να κάνουν,
τους Γίγαντες τα έργα μας τα επίπονα θα φκιάνουν,
οι Νύμφες μας ημίγυμνες χορούς θα μας χορεύουν
με Σειλινούς και Σάτυρους αισχρά να τις χαϊδεύουν.
θα καταργήσουμε τη ΔΕΗ γιατί ο φωτοδότης
Απόλλων, φως ποιότητας θα μας παρέχει πρώτης'
και πάει ο ΟΤΕ και τα ΕΛΤΑ, ο Ερμής αφού ο μαγκιόρος
ανέξοδος και γρήγορος θα ‘ναι μαντατοφόρος.
Ταν Δία-Ρέππα μοναχά που από τo υπουργείο
στη φτώχεια πάνου κεραυνούς σβουρίζει δύο δύο-
από το χρυσοφόρο του θα πάρουμε to πόστο
ώστε-ίδιο μάρμαρο κι αυτόν-να τονε φάμε ρόστο.
Η Άρτεμη θ' αντικαθιστά τη δεκαεφτά Νοέμβρη
αφού ένα βέλος θ' αμολά κι αυτή και όποιον έβρει,
με τα ποτάμια ο Ηρακλής θα καθαρίζει βούρκους,
κι ο Άρης,άμα μας ριχτούν,θα σταματάει τους τούρκους.
Και τότε πια παράδεισος θα είναι η Ελλάδα
κι ανάμνηση η που τρώγαμε ως τώρα φασουλάδα,
Και ο Σημίτης θα ‘ναι πια πρωθυπουργός και πάλι
μιας και τη φτώχεια στη γωνιά θα 'χει για πάντα βάλει.
Πλην αν μετ’ τ’ άλλα αγάλματα μας έρθεί και η Δίκη'
γιατί αυτή απ’ τη χρυσή θα βγάλεί ευθύς τη θήκη
τo ξίφος Της, που θάνατο σε άθλιους κλέφτες δίνει,
κι από την κλίκα του ΠΑΣΟΚ ρουθούνι δε θα μείνει.
ΠΟΛΙΤΙΚΟΊ
Τώρα ετοιμάζουν το φαϊ τους
ελληνικέ λαέ. Κοίτα τους
πως γύρω από το λαιμό τους
πετσέτες τα ιδανικά μας δένουν...
Τώρα τρώνε ελληνικέ λαέ. Κοίτα τους
πώς τις σάρκες καταβροχθίζουν των παιδιών σου.
Κοίτα πώς σπίθες το αγριεμένο βλέμμα τους πετάει.
Τώρα πίνουν ελληνικέ λαέ. Δες πώς ασταμάτητα
ανεβοκατεβαίνει ο λάρυγγάς τους,
καθώς άπληστα το αίμα σου ρουφάνε...
Τώρα χωνεύουν ελληνικέ λαέ. .Άκου τα ρεψίματα
και τους αερισμούς τους
ξαπλωμένοι όντας στη λάσπη...
Τώρα χτίζουν ελληνικέ λαέ.
Χτίζουν μια πολιτεία ελεύθερη λένε.
Χτίζουν μια πολιτεία δίκαιη λένε.
Χτίζουν μιαν Ελλάδα μεγάλη λένε.
Χτίζουν μια δημοκρατική πολιτεία
για τα παιδιά σου λένε.
Ελληνικέ λαέ,
τους βλέπεις όλους, πώς,
διασκεδάζοντας,
κινήσεις χτισίματος με άδεια χέρια κάνουν.
ΤΩΡΑ;...
Βρε τι μπέρδεμα είναι τούτο
που τη νέα χρονιά μας βρήκε!
Άτσαλα ο νέος χρόνος στην απλή ζωή μας μπήκεΙ
Ένας ξέραμε ως τα τωρα πως το αίμα μάς ρουφάει, πως ρουφιάνους εκκολάπτει
κι ότι σκάνδαλα γεννάει.
Ένας ξέραμε κρατάει
της Ελλάδας τα ηνία
και στο βάραθρο πως λαύρος
τηνε σέρνει με μανία.
Έναν είχαμε προδότη
και χαφιέ της ανθρωπιάς μας
έναν είχαμε δυνάστη
και φονιά κάθε χαράς μας.
Κι είμασταν συνηθισμένοι
ένας να 'ναι ο μαφιόζος που στα σκάνδαλα ήταν άσσος
και στη διαφθορά βιρτουόζος.
Αλλά τώρα τι σκοτούρα!
Δε μας φτάναν τα μεγάλα
που 'χαμε τα βάσανά μας, έπρεπε να 'ρθούνε κι άλλα…
Και θα έχουμε από τώρα έγνοιες κι άλλες στο κεφάλι
λες και λίγο ήταν όσο
μέχρι τώρα είχαμε χάλι.
Εναν ξέραμε βρωμιάρη και παλιάνθρωπο και κλέφτη
τώρα δυο-λες εσκεφτήκαν
λίγος ο ένας πως μας πέφτει.
Και αρχίζουν οι απορίες:
Τώρα ποιος θα κυβερνάει;
Ο Κινέζος ή ο Γιωργάκης;
Και τον άλλο ποιος θα φάει;
Και ο ένας θα νικήσει στον αγώνα σα θα μπούνε,
ή θα 'ρθούνε ισοπαλία
και θ' αλληλοφαγωθούνε;
Στη γελοία αυτήν παράτα
που 'χουνε κι οι δυο διαλέξει
ποιος περσότερο απ' τους δύο
χρόνο άραγε θ' αντέξει;
Και ποιανού ήταν ιδέα
δυο μαζί να κυβερνάνε
σ' ένα τόπο που έναν μόνο
δέχεται αφέντης να 'ναι;
Θα εμφανίζονται κι οι δυο τους
σε μπαλκόνι πάνω ένα
ή θα βγαίνουν ένας ένας
σα σε δίδυμων τη γέννα;
Και οι δυο θα χαιρετάνε
στο μπαλκόνι όταν βγούνε
ή εναλλάξ τα δυο τους χέρια
χαιρετώντας θα κινούνε;
Κι αν κι οι δυο τους χαιρετάνε –
αν αυτό τέλος διαλέξουν-
τότε εκτός από τα μπούτια
και τα χέρια δε θα μπλέξουν;
Ποιος θα πλέκει το εγκώμιο
της Ευρώπης τώρα; Εκείνος
που εκεί μας έχει χώσει
ή ο άλλος-ο δελφίνος;
Και σε ποιον θα πρωτοτρέχουν
οι υπουργοικαι οι συμβούλοι
πρωι πρωί για τον καφφέ τους
και σε ποιον θα είναι δούλοι;
Ποιος θα βγαίνει στην τι-βι μας
για να λέει τα δικά του-
ο Σημίτης με τη Δάφνη
ή ο μικρός με τη μαμά του;
Ποιόν δουλόπρεπα ο Χυτήρης
να υμνεί θα επιλέξει-
για ποιον μέλι από κερήθρα
κάθε του θα στάζει λέξη;
Ποιον ο Ρέππας θα εκθειάζει
κι απ' τους δυο ποιόνε θα γλύφει
και σε ποιόνε σαν κοτούλα
παστρικιά θα κάτσει νύφη;
Ποιον η Βάσω κι ο Ευθυμίου
απ' τους δύο θα στηρίζει;
Ποιον θα προσκυνάει ο Άκης;
Ποιον ο Πάγκαλος θα βρίζει;
Ποιος και ποιόνε θα διορίζει;
υπουργό και σύμβουλό του;
Ποιος θα κάνει ό,τι του ’ρθει
κι ό,τι λέει το μυαλό του;
Τώρα ποιος θα συμμαζεύει
τ' ασυμμάζευτα του τόπου;
Ποιος θα σύρει μετά τόσου
της Ελλάδος το άρμα κόπου,
που ζεμένα τώρα θα 'χει
όχι ένα μα δυο ζώα
κεντροαριστερά πλην όμως
και αριστεροκεντρώα;
Κι αν δεξά τραβάει ο ένας
και αριστερά ο άλλος
δε θα γίνεται βαβούρα
και κακό και μέγας σάλος;
Ποιο απ' τα δύο-τ' όνομά του,
ή τους μύθους που του πλάσαν,
θα μεμφθούνε οι "συντρόφοι"
όταν δούνε πως εχάσαν;
Ποιος περσότερο θα τρώει;
Ποιος περσότερο θα κλέβει;
Ποιος θα έχει των αιώνων
μεγαλύτερη τη χλεύη;
Ποιος της διαφθοράς θα υφαίνει
γρηγορότερα το σάλι;
Ποιος βαθύτερα στη δίνη
της Ευρώπης θα μας βάλει;
Κι ο Γιωργάκης στο Σημίτη
ανανέωση θα δώσει
ή ο Γιώργος μες στην ήττα
του Σημίτη θα λασπώσει;
Και τρανότερος ποιος είναι
καραγκιόζης απ' τους δύο-
ο παλιός που έχει βάλει
κάθε τσίπα στο αρχείο
ή ο νέος που κομπάζει
ότι νέο κάτι φέρνει,
στου παλιού μέσα το έλος
αφού κιόλας παραδέρνει;
Και περσότερο το λαό μας
απ' τους δυο ποιος ονειδίζει-
ο παλιός που τη φυγή του νίκης πλάνο την βαφτίζει,
ή ο νέος που ως τα τώρα
σ' όλα μέσα ήταν τα κόλπα και τα κόλπα του εκείνα τώρα νέα τα λέει όπλα;
Εγώ κάθομαι εδώ χάμου
και τους φαύλους καυτηριάζω και αυτοί όταν μ ακούνε
σαν συνείδησή τους μοιάζω.
Και περνάει ο καιρός μας κείνοι οι δύο ν' αδικούνε
και εγώ να ξαναγράφω
και αυτοί πάλι ν' ακούνε...
Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΓΥΦΤΩΝ
Ή
ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΠΟ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΓΙΑΤΟ ΙΚΑ ΓΙΑΤΡΩΝ (συνταχθέν από τον ίδιο τον διοικητή του ΙΚΑ κύριο Νεκτάριο)
1. Κατά τη γνώμη σας έχουν λόγο ύπαρξης στην Ελλάδα άλλα κόμματα πλην του κυβερνώντος; ΝΑΙ-ΟΧΙ
2. Όταν θέλετε να πείτε μία λέξη που αρχίζει από ΠΑ-,καταβάλλετε προσπάθεια για να μη τη συνεχίσετε με -ΣΟΚ; ΝΑΙ-ΟΧΙ
3. Ποια ήταν η τέταρτη λέξη του λόγου που εκφώνησε ο Α. Π. στο Σύνταγμα στις 8-10-88; (αν δεν ξέρετε τι σημαίνει το Α. Π, είναι περιττό να συνεχίσετε να απαντάτε στο παρόν ερωτηματολόγιο)
()
4. Αν προσληφθείτε θα χορηγείτε στους ασθενείς σας και φάρμακα που έχουν άλλο χρώμα εκτός από το πράσινο;
ΝΑΙ-ΟΧΙ
5. Αντικειμενικά κρίνοντας, ο Λεφτέρης Βελιζέλος μεγάλωσε περισσότερο την Ελλάδα ή ο Κώστας Σημίτης (υπογραμμίστε το σωστό-μη συμπεριλάβετε στην εκτίμησή σας ξερονησίδες)
(Βενιζέλος-Κώστας Σημίτης)
6. Όταν ακούτε λέξεις που περιέχουν συνεχόμενα τα γράμματα "νου" και "δου", κάνετε εμετό ή απλά νιώθετε ναυτία; (υπογραμμίστε το σωστό)
(εμετός-ναυτία)
7. Προσεύχεστε στο Θεό ή στον άγιο Νεκτάριο; (υπογραμμίστε το σωστό)
(Θεός-άγιος Νεκτάριος)
8. Πιστεύετε στις φήμες για την ύπαρξη στο παρελθόν κάποιου πολιτικού με το όνομα Κωνσταντίνος Καραμανλής; ΝΑΙ-ΟΧΙ
9. Όταν οδηγείτε στην πόλη, στρίβετε ποτέ δεξιά, έστω και αν επιτρέπεται, ή διαλέγετε να κάνετε το γύρο του τετραγώνου και να βρεθείτε στο μέρος που θέλετε να πάτε στρίβοντας όλο αριστερά; (υπογραμμίστε αναλόγως)
(δεξιά-αριστερά)
10. (Ερώτηση μόνο για όσους γράφουν ποίηση.Οι υπόλοιποι παρακαλούνται να αγνοήσουν την ερώτηση)
Έχετε ριμάρει ποτέ το ΙΚΑ με "κλίκα";
ΝΑΙ-ΟΧΙ
11. Έχει κάποιος συγγενής σας - μέχρι τρίτου βαθμού συγγενείς- με γαλάζια μάτια;
ΝΑΙ-ΟΧΙ
12. Σας έχει περάσει ποτέ, έστω και σαν απλή υποψία από το μυαλό, ότι στο ΙΚΑ γίνονται προσλήψεις με κομματικά κριτήρια; ΝΑΙ-ΟΧΙ
Ημερομηνία: Υπογραφή
ΑΛΜΑΝΑΚ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟ
Α' ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
25 Αυγούστου
Ο Ζορμπάς δολοφονείται. Ο Καραμανλής βρίσκεται πάνω από το πτώμα με ένα ματωμένο μαχαίρι στο χέρι του. Συλλαμβάνεται και παραπέμπεται ο Γιώργος Καρατζαφέρης.
26 Αυγούστου
To ΠΑΣΟΚ κυκλοφορεί αφίσσα της Ντόρας χαμογελαστής. Γλάλοπ ανάμεσα στους περαστικούς δείχνει πτώση της Ν Δ κατά πέντε μονάδες. Η ΝΔ αστραπιαία εμφανίζει φωτογραφία του Παπανδρέου να γελάει μπροστά στις κάμερες. To KKE ανεβαίνει εφτά μονάδες.
27 Αυγούστου
Ο Αλαβάνος βάζει υποψηφιότητα και στο Ντουμπάϊ.
Ο Καραμανλής λύνει το Ασφαλιστικό.
28 Αυγούστου
Οι Τούρκοι παίρνουν τη Λέσβο.
Ο Καρατζαφέρης σκίζει τα ρούχα του και βγαίνει με το σλιπάκι του στα «παράθυρα».
Ο Καραμανλής δηλώνει: «Οι μεταρρυθμίσεις θα συνεχιστούν».
29 Αυγούστου
To ΠΑΣΟΚ δηλώνει πως θα δώσει αύξηση πέντε λεπτά του ευρώ το μήνα στους μικροσυνταξιούχους. To βράδυ της ίδιας μέρας ο Καραμανλής ρωτάει από την Κοζάνη: «Ας μας πει, πού θα βρει τα λεφτά ο κύριος Παπανδρέου;»
30 Αυγούστου
Ο Καραμανλής ανακοινώνει την πρόθεσή του για υπουργοποίηση του γιου του μετα τις εκλογές της 16 Σεπτέμβρη.
Η κόρη του τον κατηγορεί για ρατσισμό και αντιφεμινισμό και φεύγει από το σπίτι. Η οργάνωση «Χαμόγελο του παιδιού» αυτοδιαλύεται.
31 Αυγούστου
Η Γιαννάκου δηλώνει ότι μετά τις εκλογές θα ασχοληθεί με την Παιδεία. Η Παιδεία αυτοκτονεί.
Β' ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
1 Σεπτεμβρίου
Ο Καραμανλής αποφασίζει τα ομόλογα στο εξής να λέγονται ετερόλογα. Στους στενούς του συνεργάτες δικαιολογεί την απόφασή του με τη φράση: «Έτσι ησυχάζουμε από τις αναφορές του Παπανδρέου στο θέμα-ώσπου να μάθει την καινούργια λέξη θα έχουνε γίνει οι εκλογές».
2 Σεπτεμβρίου
Ο Αβραμόπουλος σκοτώνει την φιλιππινέζα που του σιδερώνει γιατί δεν έκανε καλή
την τσάκιση στο δεξί μπατζάκι του παντελονιού του.
Οι νεοδημοκράτες τον κατηγορούν για υπερβολικό δανδισμό. Αυτός αμύνεται: «Τι φωνάζετε; Έτσι κι αλλιώς οι φιλιππινέζες δεν ψηφίζουν».
Ο Καραμανλής ξαναλύνει το Ασφαλιστικό.
4 Σεπτεμβρίου
Ο Καραμανλής σε μια πολυμέτωπη επίθεση εναντίον του Παπανδρέου, τον κατηγορεί
για το «Ναι» στο σχέδιο Ανάν.
Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ δηλώνει: «Ας θέσουμε επιτέλους το θέμα στις σωστές του διαστάσεις για να πάψει να θεωρείται η παράταξή μας εθνικός μειοδότης.
Όλο το θέμα ήτανε θέμα γλώσσας. Ο Πρόεδρός μας μάθαινε ακόμα τότε ελληνικά και νομίζω ότι όλοι κάνουνε λάθη στην αρχή μιας τέτοιας μαθητείας-νόμιζε ότι ναι σημαίνει όχι.»
Ο πρόεδρος της Κύπρου Παπαδόπουλος ερωτώμενος: «ουδέν σχόλιον».
5 Σεπτεμβρίου.
Φωτιά στο Ζάππειο.
Αποδίδεται σε εμπρησμό.
Συλλαμβάνεται ο Γιώργος
Καρατζαφέρης.
6 Σεπτεμβρίου
Η ΝΔ αναθέτει συγγραφή βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ' Δημοτικού στο
τούρκικο υπουργείο Παιδείας.
Ο Αλαβάνος βάζει υποψηφιότητα και στο Ερζερούμ.
Η Ντόρα πείθεται να μην ξαναγελάσει ως τις εκλογές.
7 Σεπτεμβρίου
Δεύτερο ντιμπέϊτ με όλους τους αρχηγούς κομμάτων.
Ο Καρατζαφέρης μετράει την κοιλιά του με του Καραμανλή και ο Παπανδρέου το ύψος του με τον Αλαβάνο. Έπαθλο η είσοδος των νικητών στη Βουλή. Κερδίζουν ο Καρατζαφέρης και ο Αλαβάνος.
Ο Παπαθεμελής κουνάει το κεφάλι του και ο καμεραμάν τον ακούει να ψιθυρίζει: «Τι έχω να δω ακόμα...τι ήθελα κι ερχόμουνα...»
8 Σεπτεμβρίου
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας κλέβει διακόσα εκατομμύρια ευρώ από το Δημόσιο. Ο Παπανδρέου απαιτεί να ζητηθεί συγνώμη, ο υπουργός ζητάει συγνώμη και ο Παπανδρέου ανακοινώνει περήφανος: «η Δημοκρατία νίκησε».
Ο Καραμανλής ξαναλύνει το Ασφαλιστικό.
9 Σεπτεμβρίου
Η Παπαρήγα ανακοινώνει μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. To σφυρί πέφτει πάνω στο κεφάλι της Παπαρήγα και το δρεπάνι τραυματίζει τον Αλαβάνο στο αριστερό χέρι.
Στον τόπο όπου έπεσε η Παπαρήγα φύτρωσε ένα Χρηματιστήριο και από το χώμα το ποτισμένο με το αίμα του Αλαβάνου βγήκανε δέσμες πέντε χιλιάδων δολλαρίων καθεμιά τους.
«Θαύμα!» ανακράζει ο Καραμανλής.
10 Σεπτεμβρίου
Η Τζέϊ Πι Μόργκαν ζητάει πίσω τα λεφτά που έδωσε στα ταμεία αλλιώς απειλεί ότι θα μηνύσει τα ταμεία για κακοδιαχείρηση.
Ο Καραμανλής κλείνει μέσα τον Καρατζαφέρη. «Καλού-κακού»,εξηγεί στους συνεργάτες του.
11 Σεπτεμβρίου
Η Ντόρα εμφανίζεται στην τηλεόραση με τσιρότο να της κλείνει το στόμα, κρατώντας μια ταμπέλλα που γράφει: «To γέλιο δεν είναι υγεία».
Ο Αλαβάνος βάζει υποψηφιότητα και στον Άρη. «Αν υπάρχει ζωή»,διευκρινίζει.
12 Σεπτεμβρίου
Ο Άκης αγοράζει ένα μενταγιόν στη γυναίκα του, που στοιχίζει εφτά δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι πασοκτζήδες ανησυχούν για την επίδειξη πλούτου του Άκη.
Ο Παπανδρέου τον βάζει να γράψει εκατό φορές «Δε θα ξανακλέψω»
Ο Αχιλλέας μουρμουρίζει: «Κι εγώ έκλεψα μόνο δύο δισεκατομμύρια... Θα πω του μικρού να με βάλει στο Εθνικής Άμυνας».
13 Σεπτεμβρίου
Ο Παπανδρέου μιλώντας στη συγκέντρωση της Αθήνας: «Ελληνικέ λαέ, το ΠΑΣΟΚ
ενίκησε!». Την ίδια μέρα ο Λαλιώτης του κάνει δώρο τη Γραμματική του
Τριανταφυλλίδη.
14Σεπτεμβρίου
Σπάνε τα νερά της έγκυας κάλπης. Την ίδια μέρα γεννιούνται πεντάδυμα. Ο Καραμανλής αγοράζει πέντε παιδικά βιβλία με τον τίτλο «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη».
Ο Παπανδρέου αγοράζει πέντε κρεββατάκια και CDs με νανουρίσματα.
Η Ντόρα ζητάει εγγράφως να της βγάλουν χο τσιρότο από το στόμα. Της το βγάζουν, γελάει στα νεογέννητα και κείνα ξαναμπαίνουν στην κάλπη.
15 Σεπτεμβρίου
Τα Σκόπια ονομάζονται Μακεδονία.
Η Βόρεια Ελλάδα αυτοανακηρύσσεται αυτόνομο κράτος με το όνομα Πρώην
Ελληνική Περιφέρεια Μακεδονίας.
Ο Καραμανλής γίνεται πρωθυπουργός του νέου κράτους και προκηρύσσει αμέσως εκλογές.
Ο Παπανδρέου δηλώνει πως δεν αναμιγνύεται στις
εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών.
Ο Καρατζαφέρης εμφανίζεται χωρίς ούτε το σλιπάκι του στα τηλεοπτικά
παράθυρα.
16 Σεπτεμβρίου
Εκλογές. Ο Καραμανλής κερδίζει στα πέναλτις.
TO ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
ΝΕΟΝΑΚΗΣ
(Χώρος δρόμου ελληνικής πόλης με ένα κτίριο στο βάθος.
Μεσα απο το κτίριο ακούγεται η φωνη και Τα κλάματα του Νεονάκη ενω
δυο πολίτες μπαίνουν)
ΦΩΝΗ NEONAKΗ
Θέλω να προσφέρω στον τόπο! Ανοίξτε μου! θέλω να προσφέρω στο λαό
Α' πολίτης
Ποιος φωνάζει;
Β' πολίτης
Ο Νεονάκης είναι. Θέλει να τον βγάλουνε έξω για να.προσφέρει στο λαό λέει.
Α'
Και γιατί δεν τον βγάζουνε;
Β'
Ξέρω κι εγώ;
Α' Ας τον βγάλουμε, Θέλει να προσφέρει στον τόπο-κρίμα είναι να πάει χαμένη όποια προσφορά.
{Ανοίγουν την πόρτα και βγαίνει εξω ο Νεονακης Αμέσως πηγαίνει πισω απο τον Α* πολίτη και με ύφος έξαλλο, μάτια λάμποντα από απληστία και ταχύτατες κινήσεις βγάζει από τις τσέπες του o,τι αυτές περιέχουν, πετάει τα άλλα και βάζει στις δίκές του τσέπες τα χρήματα).
Α'
ΕΙ Τι κάνεις εκεί;
(Ο Νεονάκης συνεχίζει αυτό που κάνει σαν να μη του μίλησε κανείς. Ο Α' πολίτης
τον αποσπά με δυσκολία από πάνω του και ο Νεονάκης συνεχίζει τα ίδια με τον Β
πολίτη)
Β'
Φύγε! Φύγε ρε! Τι κάνεις; (Τέλος ακινητοποιούν τον Νεονάκη)
Α'
Τι κάνεις εκεί;
ΝΕΟΝΑΚΗΣ
Προσφέρω στον τόπο,
Α'
Προσφέρεις στον τόπο; Εσύ μας κλέβεις! Αυτό που κάνεις λέγεται κλεψιά.
ΝΕΟ
Δεν ξέρω πώς το λέτε σεις ,εμείς το λέμε προσφορά στον τόπο.
(Οι δύο πολίτες συνεννοούνται με τα μάτια και ξανακλείνουν το Νεονάκη πάλι
μέσα, αφού πρώτα του πάρουν μέσα από τις τσέπες του ό,τι τους πήρε)
ΝΕΟΝΆΚΗΣ
Όχι! Δε θέλω! Μη με κλείνετε μέσα! Μη! Όχι!
Α'
Πάμε από δω. Τι πήγαμε να πάθουμε… Πάμε.
Β'
Πάμε
(Βγαίνουν ενώ ακούγονται πάλι οι φωνές και τα κλάματα του Νεονάκη)
ΦΩΝΗ ΝΕΟΝΑΚΗ
Ανοίξτε μου! Θελω να προσφέρω στον τόπο! Θέλω να προσφέρω στον τόπο!
Μ' ακούει κανείς; Μ' ακούει κανείς; Κανείς δεν περνάει; Ααααα....
ΑΥΛΑΙΑ
ΠΑΛ! Τ΄ ΑΓΑΛΜΑΤΑ
Λόγος για κάτι μάρμαρα γίνεται τελευταία
που μας τα πήραν λέει πριν πολλές δεκάδες
χρόνια
κι η κλίκα τώρα του ΠΑΣΟΚ τα θέλει πάλι πίσω.
Κι ήταν δικά της μάρμαρα, λεει, γιατί εβρεθήκαν
στο μέρος όπου τώρα ζει-τόσο μυαλό κρατάει
να λέει πως απόγονος κάποιων ελλήνων είναι-
αυτών τη γη που παλαιά ετούτη κατοικούσαν...
Δε θέλει μάρμαρα ο λαός γελοίοι "κινηματίες".
Αν θέλετε ζητάτε τα μα όχι στ' όνομά του.
Φράγκο δε δίνει ο λαός γι αυτές τις παλιοπέτρες
που σχήμα κάποιοι ανθρώπινο ή ζώου τους έχουν
δώσει.
Τα μάρμαρα, τις τσέπες σας κοιτάζετε μονάχα,
απ' ό,τι τώρα, πιότερο ακόμα να γεμίσουν.
Πώς; Μόνο σεις το ξέρετε. Εγώ υποθέτω μόνον'
και λέω πως περιμένετε τον τουρισμό ν' αυξήστε
γιατ' οι τουρίστες θα 'ρχωνται τα μάρμαρα να
δούνε
και τον αγλέουρα κι από κει εσείς να ξαναφάτε-
και σεις και τα δισέγγονα και τα τρισέγγονά σας.
Μα κι έτσι να 'ναι, ο λαός δραχμή δε θα 'δει πάλι-
με μάρμαρα είτε δίχως τους εκείνος θα πεινάει
όπως πεινούσε πάντοτε καί ιδιαιτέρως όταν
ό,τι βρωμιά, την κάνετε τάχατες στ' όνομά του.
Τα μάρμαρά σας ο λαός δε θέλει να τα ξέρει-
κι αν θα τα πάρτε φάτε τα καθώς τις σάρκες
τρώτε
του λαού που κάθεται άβουλος και ηλίθια σας κοιτάζει
το αίμα και τον ίδρω του λαίμαργα να ρουφάτε.
Φαϊ ζητάει ο λαός που σεις δε θα του δώστε
είτε τα βρωμομάρμαρα τα πάρετε είτε όχι.
Παλέψτε για τα μάρμαρα λοιπόν με δύναμη όση
σας δΐνει η αηληστία σας'να ξέρετε όμως οτι
όλες σας τις βρωμόπετρες που για να σας τις
δώσουν
σα γύφτοι εκλιπαρήσατε, ο λαος τις γράφει όπου
μελάνι εκεί που κι η σοφή λέει παροιμία, δεν
πιάνει.
Αυτός όλα τα μάρμαρα γι αντάλλαγμα τα δίνει
μιανής ημέρας φαγητό σ' ενού άνεργου τραπέζι.
Κάντε ό,τι θέλετε λοιπόν με τις βρωμόπετρές
σας-
και πότε κάνατε ο λαός ό,τι ζητάει και θέλει;-
και πώς μπορούσατε ποτέ αυτό να 'χατε κάνει,
αφού ο λαός πεινάει ψωμί κι όλο εσείς το τρώτε;
Και μηπως αν τα πάρετε τ' αρχαία μάρμαρά σας
να τα φυλάξτε είστε ικανοί; Σε δύο χρόνια μόνο
καταστραμμένα θαν' κι αυτά σαν που όλα τ άλλα
είναι.
Τουλάχιστο, τρομάρα σας, να ξέρατε από Τέχνη...
Η μόνη τέχνη που καλά έχετε μαθημένα
ειν' η κλεψιά.Γιατί λοιπον δεν πάτε να τα κλέψτε
ώστε επιτέλους να 'ρθουνε, να πάψτε σα ζητιάνοι
το χέρι σας ν' απλώνετε κι εκτός από δολάρια
και πέτρες τώρα δουλικά να κλαίγεστε να πάρτε;
Άντέστε κομματόσκυλα, εμπρός, κλαφτείτε ακόμα'
μα να 'χετε καλά στο νου: η κλίκα σας μονάχα-
η ξεκομμένη απ' το λαό-τα μάρμαρα ζητάει.
Όπως η κλίκα η ίδια σας εζήτησε να κάνει
κι αγώνες ολυμπιακούς-ακόμα έν' από κείνα
που ο λαός αμέτοχος τα βλέπει, γιατί νιώθει
πως πιο δυστυχισμένονε με κείνους θα τον κάντε.
Κάντε λοιπόν το κέφι σας αισχροί "κινηματίες".
Και να φχαρστάτε συνεχώς το θεό σας μην
ξεχνάτε,
που ενός χαζού σας έδωσε λαού αφέντες να 'στε,
λαού ενος δουλόπρεπου που τα όπλα δε σηκώνει
κι όσοι μετρώντας είστε βρει, τόσους ν' ανοίξει
τάφους.
ΤΟ ΡΈΜΑ
Τον κόλο σου στο μάρμαρο
χοντρέ να τον χτυπάς
ένα είναι πλέον ή σίγουρο-
πως μέρες πια μετράς.
Κι ενώ τα κλεψιμέικα
βαθιά στην τσέπη χώνεις,
όμως συντάξεις και μιστούς
αλήταρε, παγώνεις.
Και με τις στάλες απ’ του λαού
τον ίδρωτα και το αίμα
ένα φρικώδες κι άθλιο
φτιάχνοντας άγριο ρέμα,
το στέλνεις μες στη θάλασσα
των φίλων σου κλεφτών
για να ξανάβγεις κάποτε
πρωθυπουργός δι αυτών.
Μα πρόσεξε το ρέμα μη
στη δίκαιη οργή του
πάρει και σε και τ’ άτιμα
τα πλούτη σου μαζί του.
Γιώργης Χολιαστός
Η Σχολή Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, ερεύνησε την επίδραση της μη περίληψης στους εκλογικούς καταλόγους πρώην σημαινόντων στελεχών των κομμάτων στην μνημονική ικανότητά τους.
Όπως με πολυσέλιδη ανακοίνωση του αποτελέσματος ανακοινώθηκε, η μη περίληψη στις λίστες πρώην στελεχών, έχει ευεργετική επίδραση στην μνήμη του στελέχους-αυτή ενδυναμώνεται και το πρώην στέλεχος θυμάται γεγονότα και καταστάσεις που μέχρι πριν «κοπεί» από τις λίστες φαίνονταν σαν να μην υπήρχαν γι αυτόν.
Σαν –πρόσφατο μάλιστα- παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο αναφέρει την περίπτωση του πρώην υπουργού κυρίου Τσιτουρίδη.
σεξ παντού…και όμως φερόμαστε σαν να μην υπάρχει……επειδή κάνουμε παιδιά…………………………………………..
…………………….
Ο ΚΑΡΑΜΑΝΛΉΣ ΠΆΕΙ
ΓΙΑ ΠΡΌΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ
(Οι εφημερίδες)
Του ταιριάζει. Ό,τι πρέπει.
Θαυμαστά θα γράψει έπη.
Θα κοιμάται όλη μέρα
ειτ’ έχει ήλιο ή αέρα,
και για λίγο θα ξυπνάει
όταν είναι για να φάει.
Η μπουλντόγκ του η μουσούδα
θα χοντρύνει σαν του Βούδα
και ο κόλος του ο παχύς
θ’ απαιτεί καρέκλες τρεις.
Κι αθλητής άρσης βαρών
θα ‘ναι δίπλα του παρών,
που για πλούσιο κασέ
με μια κίνηση αρασέ
θα σηκώνει του το χέρι
από πάνω να το φέρει
από όποιο άσπρο χαρτί
είναι να υπογραφεί.
Μοναχά το φασισμό του
μην ξεχνώντας τον ωμό του,
πριν υπογραφή να βάλει
θα ρωτάει-τέτοιο χάλι-
τον αρχιβιομήχανό του
που θα έχει σύμβουλό του,
μη και κάποιο απ’ τα χαρτιά
προξενεί στον ΣΕΒ ζημιά.
Έτσι ο νυν πρωθυπουργός μας
και ο μέλλων Πρόεδρός μας
δίχως τσίπα και ντροπή
το λαό θα «υπηρετεί».
Γιώργης Χολιαστός
ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΆ 2009
ΆΚΗΣ
(Ο Άκης ο ωραίος
φέρελπις πάλαι νέος
και νυν οικτρός και τέως
με λωποδύτη κλέος)
Πολύ μεγάλη προσβολή στο πρόσωπό μου έγινε
που ούτε ο Βαρδάρης μου ακόμα δεν την ξέπλυνε.
Γιατί ιδού –αλίμονο- τι μου ‘γραφε η μοίρα:
Είπαν για με πως τ’ άρπαξα! Ψεύδος! Κακώς: τα πήρα!
Κι είναι μεγάλη η διαφορά του παίρνω απ’ το αρπάζω.
Κάτι κι εγώ από γράμματα-το βλέπετε- σκαμπάζω.
Δεν είμαι τόσο αγροίκος πια κι ας είμαι μακεδόνας-
χώρας καθ’ όλα ελληνικής ως λέω (κατά μόνας,
γιατί αν το πω κι απόξω μου θα γίνει μέγας σάλος
καθώς μου το απαγόρεψε αυστηρώς και ο Μεγάλος.)
Κι αν πήρα στη γυναίκα μου χλιδάτο νυφικό
ε, τι; Χιλιάδες έκανε μονάχα εκατό.
Το νυφικό εστοίχισε τριπλά της Σαρκοζίνας-
είμαστε ή δεν είμαστε κι εμείς σκληρός πυρήνας;
Κι αφού αμπέλι ξέφραγο είναι η χώρα ετούτη
τι θα φοβόμουν να γευτώ τα τόσα της τα πλούτη;
Μονάχα ένας πρωθυπουργός θα μ’ έστελνε σε δίκη
Μ’ αν το ΄κανε θα έτρεμε μία δική μας νίκη,
αφού θα τον εστέλναμε τότε στη φυλακή
για όσα δις έκλεψε ευρώ από δω και από κεί.
Κι ούτε οφ σορ ίδρυσα εγώ -καθώς ο Βουλγαράκης
παρά ησύχως τα έβαλα στην τσέπη κατευθείαν
Οδούς εγώ αγνοώ σκολιάς. Εγώ είμαι ο Άκης!
Πολιτικός ου μην αλλά κι αγνός και τίμιος λίαν.
Στο τέλος αν δε φάμε εμείς οι Εθνικής Αμύνης,
θα ‘τρωγε ο Οικονομικών απ’ τους μιστούς της πείνης;
Τι κάθομαι όμως τώρα εγώ και λέω και τσαμπουνάω;
σα να μην είχα τάχατες δικαίωμα να φάω…
Αφού στην κλίκα του ΠΑΣΟΚ η τύχη μ’ είχε πάει
ήτανε σα να μου ‘λεγε: Άρπαζε! Κλέψε! Φάει!
Με τα όπλα που αγοράζουμε σώζουμε την Ελλάδα-
σωτήρες της πατρίδας τους να τρώνε φασολάδα;
Το είχε πει κι ο Πρόεδρος ο πολυαγαπητός μου-
είχε ο ίδιος τότε πει: «ε, όχι και πεντακόσα!»
γι αυτό κι εγώ εβούτηξα μονάχα τετρακόσα.
Του αρχηγού μου τη γραμμή εγώ δε θα τηρούσα-
εγώ που για τον αρχηγό εκείνον μόνο ζούσα;
Και φυσικά ο πρόεδρος μιλούσε για δραχμές,
μα αν ζούσε τώρα για ευρώ θα μίλαγε βεβαίως.
Γι αυτό σας λέω άδικες μου άφησαν αιχμές ΄
σαν να ισχυρίζονταν κανείς ότι δεν είμαι ωραίος…
Για τις αιχμές λοιπόν αυτές δε θα ‘μαι υποψήφιος.
Κι όλοι ας λεν πως είμαι βλαξ ή έστω και ηλίθιος,
αλλά δεν είμαι απ’ αυτά τίποτε ορισμένως
είμαι ως τα μπούνια μονάχα-το ξαναλέω-θιγμένος.
Ταύτα είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω
κι όταν ακούω εισαγγελεύς σαν το λαγό ας τρέχω.
ΡΕ ΧΟΝΤΡΟΎΛΗ…
Ρε χοντρούλη πώς εβγήκες έτσι μόνος μες στη στράτα
και πώς τα ‘πες έτσι χύμα και φορτσάτα και σταράτα;
Ξάφνου πώς η κάρα σου έχει τέτοια απόφαση παρμένη
και λεφτό ουτ’ ένα ακόμα δεν μπορεί να περιμένει
μόνο λέει κι όλο λέει και ξερνάει και παρλάρει
και των βουλευτών σου όλων τα μυαλά τα έχεις πάρει;
Και καλά για τον εαυτό σου-ήθελες ν’ αυτοκτονήσεις
μα δε σκέφτηκες τους άλλους που ‘χουν άλλες απαιτήσεις-
που από τη ζωή ζητάνε σαν και σένα να πλουτίσουν
πριν τα έδρανα της πόρνης της Βουλής απαρατήσουν;
Κι αν εσύ δυο θείους είχες την Ελλάδα που ρημάξαν
και περιουσίες μυθώδεις με το κλέψιμο εφτιάξαν
κι απ’ τα κλεψιμέϊκα είναι τα περσότερα δικά σου
ώστε να ‘χουν και να τρώνε ως και τα οχταέγγονά σου,
όμως όλοι οι βουλευτές σου δεν προλάβανε να φάνε
και οι κακόμοιροι φωνάζουν σαν τους λύκους που πεινάνε.
Τι ψυχή θα παραδώσεις στο Θεό κάποια ημέρα
έτσι όπου κάθε όσιο κι ιερό έχεις κάνει πέρα,
όσους σ’ έβγαλαν ν’ αφήνεις νηστικούς και πεινασμένους
και να τους κοιτάζεις τάχα σαν αγνώστους και σαν ξένους;
…………………………………………………………………………………….
ΤΙΣ ΠΤΑΊΕΙ….
Μη φωνάζετε-μη σκάτε
και μην κακομελετάτε.
Ή Καραμανλή ψηφίστε,
ή στην πάντα τον αφήστε
κι όποιον φέρτε, ίδιο χάλι
τουτ’ η χώρα θα ‘χει πάλι.
Φίλοι μου οι εκλεγμένοι
δε σας φταίνε –οι καημένοι!-
Φταίνε μόνο οι εκλογείς:
φταίτε φίλοι μου ΕΣΕΙΣ.
ΛΑΌΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΊ
Ψοφίμι ο λαός. Πάνω κοράκια
που ο ίδιος έφτιαξε για να τον φάνε.
Κοιτάτε τη δουλίτσα σας παιδάκια:
τα πράγματα είναι όπως πρέπει να ’ναι.
3-9-09
Παπανδρέου:
«: …Ζητάμε τη συμπαράσταση των ζωντανών κυττάρων της κοινωνίας…»
Μετάφραση:
Θέλουμε όλους τους άξεστους, επιθετικούς, ζωώδεις, φωνακλάδες νέους έως μεσόκοπους, μαζί μας. Θέλουμε με άλλα λόγια τους νεοτραμπούκους της Αριστεράς. Που θα φάνε όχι στο όνομα του φασισμού αλλά στο όνομα της Δημοκρατίας. Ζητάμε φόβητρα για τους δεξιούς. Θέλουμε μαζί μας τα Κτήνη και αφήνουμε στη μίζερη γωνιά τους τους Ανθρώπους.
3-9-09
Ερώτηση Ευαγγελάτου στον Ευθυμίου:
Θέλω να μου πείτε κύριε υπουργέ τι θα κάνετε το 2010 με τις συντάξεις και με τους μισθούς όταν, αν τέλος πάντων γίνετε κυβέρνηση. Θα γίνουν αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και ποιες.
Απάντηση:
Κοιτάξτε, δεδομένου ότι το φεγγάρι πλησιάζει κάθε χρόνο μόνο δυο εκατοστά στη γη, καταλαβαίνετε ότι είναι απίθανο να π;eσει πάνω της για εκατομμύρια ακόμα χρόνια.
Ευαγγ.:
Μην υπεκφεύγετε κύριε υπουργέ. Σας ρωτώ ευθέως θα αυξήσετε μισθούς και συντάξεις ή η αύξηση θα είναι και από σας μηδενική;
Απάντ.: Και αν ακόμα κύριε Ευαγγελάτο αγοράζαμε όσα όπλα και η Τουρκία, αυτοί πάλι δεν θα ησύχαζαν. Από την άλλη μεριά όμως δεν έχουν τα κότσια να προχωρήσουν σε…
Ευαγγ. (διακόπτοντας):
Κύριε υπουργέ, η ερώτηση είναι σαφής και σεις μιλάτε χωρίς να απαντάτε σ’ αυτήν. Σε ένα μήνα έχουμε εκλογές. Σε άλλον ένα μήνα θα καταθέσετε τον προϋπολογισμό. Λέτε ότι έχετε αποφασίσει πώς θα χειριστείτε την Οικονομία. Και η ερώτηση, για Τρίτη φορά κύριε Ευθυμίου, είναι, θα αυξήσετε τους μισθούς και τις συντάξεις ναι ή όχι;
Απάντ.:
Έχω πάει στην Αυστρία. Είναι υπέροχα, ιδίως τον χειμώνα. Για την Ουγγαρία που με ρωτάτε ομολογώ ότι δεν έχω…
Ευαγγ. (διακόπτοντας):
Εντάξει κύριε υπουργέ, δεν θέλετε να απαντήσετe…
ΟΜΙΛΊΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΎ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗ
Αφού δεν τα ‘κανα τουλάχιστο ας τα πω
(ούτως ή ‘άλλως δε θα βγω και πάλι).
Στη θεωρία είμαι άριστος εγώ.
Αδιόρθωτο στην πράξη έχω χάλι.
ΓΡΑΪΔΙΑ…
Πάγκαλος, Παπουτσής και Βενιζέλος,
Κουβέλης, Καστανίδης και Μαγκριώτης,
και Βερελής και Ρέππας κι Ευθυμίου,
Πρωτόπαππας, Φλωρίδης, Κακλαμάνης,
Παπαντωνίου, Βάσω, Σηφουνάκης,
Μαρία, Τσοχαντζόπουλος, Χυτήρης,
και τώρα μία γεύση από τα ίδια-
μ’όνο που πια τα «ίδια» είναι γραϊδια.
Ο ΈΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΣΆΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΈΒΙ
Α! Η Σάρα μου τον Έβι
τι τρελά που τον λατρεύει!
Και κοντά του όλο πώς πάει!
Και γλυκά πώς του μιλάει!..
Το χεράκι της απλώνει
τα μαλλιά του ανακατώνει
σα λουκούμι τον κοιτάζει
κι όλο του μιλάει με νάζι.
Αχ! Βρε Σάρα πονηρούλα
πεταχτή και νοστιμούλα
τόσο είσαι ερωτευμένη,
που αδυνάτισες καημένη.
Τέτοιου έρωτα λαχτάρα
πώς και σου ‘ρθε μωρέ Σάρα-
τέτοια αγάπη παλαβή
τάχα πού την έχεις βρει;
Και να! γέλια και χαδάκια,
να! γλυκούτσικα φιλάκια,
να λογάκια ερωτικά
να! γλυκούλια μυστικά.
Βρε γλυκούτσικο Σαράκι
κάνε κράτει λιγουλάκι
γιατ’ οι άλλοι σε ζηλεύουν
και φιλιά κι αυτοί γυρεύουν.
Κι ο Ντονάλντ να! ξαφνικά
που απ’ τη ζήλεια σε χτυπά,
γιατί θέλει μόνο αυτός
να σου είναι κολλητός.
Αχ! βρε όμορφο κουκλάκι!
σαν γλυκόπετο πουλάκι,
μη σε μια εσύ αγκαλιά
μοναχά χτίζεις φωλιά,
γιατί όση η Φύση γλύκα
σου εχάρισε για προίκα
τη ζητούν κι άλλοι πολλοί-
κάθε αγόρι και φιλί.
----------------------------------------
Σκυφτός ως περπατεί
καμιά φορά
τα μάτια του σηκώνει και κοιτάζει τους ανθρώπους.
Δεν παραιτήθηκε ακόμα.
Στου νεκροταφείου το πλατύ αλώνι
η μελαγχολία την ψυχή αλώνει
κάθε τάφος πλάκα και σβυστό καντήλι
κι έναν τρόμο γύρω έχει η νύχτα στείλει.
Στο σκοτάδι κάτι φωτοσκιές κινούνται-
άραγε αξύπνητα οι νεκροί κοιμούνται
ή ασώματοι κι αγνοί όπως θέλαν να ’ναι
βγαίνουν απ’ τους τάφους τους κι άσκοπα γυρνάνε;
Δε θέλω να γνωρίζομαι με ανθρώπους-ο θεός τους
τους έχει επιλήσμονες πλάσει κι ανήθικους΄
κάποια καινούργια γνωριμιά όταν βρεθεί εμπρός τους
για όσε προηγήθηκαν γνώμες πικρές ακούς.
Την πέννα μου θέλω΄ποιος είπε πως μέσα
στ’ ανήλιαγα σκότη του χάους
δεε θα ‘ρθει μια αχτίδα φωτός να μου δείξει
τις μα΄τρες γραμμές πάνω στ’ άσπρο
το σαν χωράφι τον σπόρο προσμένοντας χαρτί.
Οι σκέψεις θα μου είναι
πιο εύκολες τότε ακόμα
γιατί μες στο σκότος το αιώνιο,
χωρίς μιαν ελπίδα, πιο εύκολο θα ‘ναι
να εικάσω το φως. Εκεί
μέρες και νύχτες δεν θα με αποσπούν
από το μόνομο και το ρυθμικό.
Κι ένα καπέλλο θάψετε μαζί μου
κι όλα τα μικροπράγματα για ένα ταξίδι
όπως στους τάφου; βλέπουμε των Αιγυπτίων
και των Ινδών.
Και θα πίνω και θα γελώ
και με μια πετσέτα θα σκουπίζομαι
γεμάτος όταν από ηρεμία θα ιδρώνω
ομορφιές και τρυφερά χαμόγελα.
Σε όλους θα δίνω. Σ’ αυτούς κυρίως
που μου ‘δωσαν για να ‘μια τώρα-
σ’ αυτούς τα περισσ’ότερα θα δώσω
για να ‘χει δικαιωθεί στον αιώνα
η επιβίωσή μου μετά από τόσα
δυστυχήματα και κρίσεις μηδενικές.
΄
(συνέχεια του «το κερί καίει…)
Λίγο στο χείλος στέκουμε του τάφου
νωπού ακόμα και μυξοκλαίμε
σα να ‘ναι άσχημα εκεί κάτου.
Κι ένα μικρό αν φυτρώσει, ύπτιο έστω,
λουλούδι ή χορταρ’και πάνω στο χώμα,
είναι μια ‘ένδειξη αν’αστασης κι αυτό
κι αποξεχνούμε τπους νόμους
τους σ’ όλα τα πράγματα απλωμένους
της Φυσικής και της Χημείας.
Τους νεκρούς μόνο κλαίμε
και τους ανασαίνουμε ασθμα’ινοντας
απόανεύθυνη οδ’ύνη και ηδονή παθιασμένοι.
Χρυσή στα δάχτυλα κλωστή η σιωπή
και χ΄τνεται ποτάμια ολόγηυρα
(αργυρόχροη κλωστή μάλλον γιατί
δύσκολα το χρυσάφι αφήνει τα χέρια).
Μας λούζει και μας ζεματά κλαθώς
υφαίνοντας τους πλαδαρούς
χιτώνες της αποξένωσής μας
προσπαθούμε να διατηρήσουμε τον αόρατο πέπλο
της ζωντανής παρουσίας
και στων νεκρών τη χώρα να βρεθώ
(λες και δεν είμαι κιόλας
έτσι που η ποίηση με κατάντησε)
Η εποχή μας α]ευνοεί την αδικία
κι η δύναμη επιζεί των δυνατών
κζαι η αυθάδεια των αγροίκων.
Το λουλούδι όμως πάντα θ’ ανθίζει
και θα διαλαλεί στα πέρατα
του κόσμου, την ύπαρξή του
που εγώ θα υπογράφω
που εγώ πάντα θα υπογράφω
που εγώ υπογράφω.
Τα μάτια σου φως
και λάμψη αστραπής
το βλέμμα του ςμνήμες ξυπνά μακρινές
σαν κάποια απογέματα ζεστά
που μετά από τον ύπνο του μεσημεριού
με μια ντομάτα στο ένα χέρι
και με ένα ξεροκόμματο στο άλλο
δειλά από το σπίτι βγαίναμε
συντρόφους για ‘ήπιο παιχνίδι ζητ’ωντας
ή σαν απόβραδα
από την ισχνή λάμπα της κολώνας φωτισμένα
που κολλητά ένας στον άλλο καθισμένοι
αινίγματα φοβισμένοι γεμίζαμε τη νύχτα
η ώρα του ύπνου ως να ‘ρθεί.
Κρίσις κατ’ αρχαιότητα λόγω κουμουνισμού
Δεν είμαι από τον κόσμο σας. Πάνω μου εξουσία
φασιστικά κοπρόσκυλα δεν έχετε καμία.
Δεν είμαι από τον κόσμο σας. Άλλος με κρίνει εμένα
κάθε σας κίνηση για με πηγαίνει στα χαμένα.
Μ’ έπλεξε στο σινάφι σας στα βρόχια τα φψριχτά σας
η φτώχεις που την έφτιαξαν τα χέρια τα δικά σας.
και η ψυχή και το μυαλό που ‘λπίζατε να γίνει
δικό σας όργανο, σκοινί εγίνει που σας πνίγει.
Εγώ κρατ’ώ απ’ του βοριά τα’ αγριεμένο κύμα
εσείς ψοφίμια που ‘χετε το πόδι σας στο μνήμα.
Εγώ κρατώ απ’τ5η Φωτιά κι απ’ τη Μεγάλη Ελπίδα
εσάς φριχτ5ά σας ξεγελά η όποια καταιγίδα.
Στο Σ’ύστημα του Μέλλοντος-στο Σύστημα του Αεί
το σπίτι σας σαν άθυρμα πανάθκλιο θα καεί.
Κι εγώ το Καίον Σύστημα;-κι εγώ το Μέλλον-νάμαι!-
εγώ που τώρα στα λεράς τα πόδια σας κοιμάμαι.
Και ο θεός μου που βαθιά κατέχει την Τελειότητα
δε θα σας κρίνει όπως εσείς εμέ «κατ’ αρχαιότητα»,
παρά, εφ’ ενός αφού ζυγού-ο Μαρξ- θα σας στοιχίσει
πάνω στα γλοιώδη μούτρα σας «κατ’ εκλογήν» θα φτύσει.
Τα πρωινά οι φωνές σα σβύνουν των πραγμάτων
κι ο αντίλαλός τους πριν καλά ακόμα να σβυστεί
έρχεται η ώρα των πολλών μικρών πικρών θανάτων
την πόρτα της ανίας μας να κρούσει την κλειστή.
Σα βόμβος από μέλισσες σα μούρμουρο ρυακιού
διαβαίνουν(νει;) από μέσα μας και στους ανέμους πάνε(ει;)
και κάποιο ρίγος μας περνά σαν παόξιμο ματιού
μες στις αισθήσεις μας τυφλά καθώς φτεροκοπάνε(ει;).
Κι ως βγαίνουν(ει;) από μέσα μας κάτι μας έχουν(ει;) πάρει
κι η μέρα μας πιο άχρωμη κι ασήμαντη αρχινά (αρχίζει;)
και μοιάζουμε με μάλλινη κλωστή που απ’ το κουβάρι
κομμένη, τώρα και καιρό, αρχίζει (άρχισε;) να ξεφτά (ξεφτίζει;)
Στη στροφή και στη γωνία
οδηγ’ώντας με μαν’ία
αυτοκίνητο ένα βγήκε
και στο δρόμο του εμπήκε.
Μ’ έναν πήδο ο νιος προφτάνει
κι απ’ τον Χάρο πέρα κάνει
τη στιγμή την τελευταία
γλίτωσε κι όλα ωραία.
Αν τον λιώναν οι τροχοί
μια αγάπη μοιναχή-
α! ένα χ’έρι τον βλογούσε
απ’ το σπίτι όταν κινούσε.
Ένας θεός σατανικός
κι είρων μας έχει πλάσει
και πρόσωπο μας έδωσε
αστείο για να γελάσει:
άλλα πολύ υπερήφανα
που βλέπουνε στα ύψη
(μα που κανείς για να τα δει
πρε΄πει πολύ να σκύψει),
αρπακτικά άλλα πολύ,
άλλα βαριεστημένα
κι άλλα μια λύπη να κρατεί-
να κλαίνε τα καημένα…
Όμορφοι έρχονται, διαβαίνουνε και πάνε
(τα πρόσωπα πρέπει βαμμένα να ‘ναι).
Παιχνιδιάρηδες, σκυθρωποί, αλαφιασμένοι,
λυσσαλέοι, σκεφτικοί, χαριτωμένοι.
Της ζωής τους το μέγεθος μετράνε
πάντα ακπλήρωτοι και πάντα πεινάνε
το θέαμα κι αν μπορεί να περιμένει
μα η κοιλιά δε βαστάει σφιγμένη.
Στολίζονται, ζαλίζονται, γελάνε
σαν τυφλοί τους τοίχους σκουντουφλάνε
Μα αν κι άνεργοι, γερτοί και γερασμένοι
κι αν ζωηροί κι αν άρρωστοι ή κλαμμένοι
τις στράτες της ζωής αργά περνάνε
(κι αργά (αν;…)τις στράτες της ζωής περνάνε;)
τα πρόσωπα πρέπει βαμμένα να ‘ναι.
Το ραδιόφωνο λέει πως θα ‘χουμε ησυχία
Θα μας φύγουνε πάλι τα’ άσπρα πλοία
και θα παν στους ανέμους
και θα πάνε στους πόντους.
Πάλι θα ν’ρθουν οι μέρες οι άψυχες
πάλι θα ‘ναι (με;) σκυφτά τα κεφ’άλια
πάλι θα ‘χουμε πόλεμο κι άρματα
πάλι θαν’χουμε πέτρες για προσκεφάλια.
(φε’υγει το πάλι θα ‘χοτμε μαζ’ί με τα’ άλλα;)
Σ΅’ έναν πλανήτη «γεννήθη» ένας
άνθρωπος-με κεφάλι και δυο πόδια.
Με τη διαδικασία της «γέννας»
ήρθε στον κόσμο. Τα εμπόδια
όλα ξεπέρασε και χρόνια
πολλά έζησε, αργά γερνώντας.
Για τα φυτά ένιωθε συμπόνια
τα ζώα χαιρετούσε στο δρόμο περνώντας.
Πλενότανε κάθε πρωί στη βρύση
και θορυβάδικα ξέπλενε πολύ
το πρόσωπό του. Και βιαζόταν να κλείσει
το νερό. Μιαν ένια είχε θολή
για κάθε τι που ‘χε μπροστά του.
«Πρέπει» και «βέβαια» ήταν λέξεις
που δεν τις είπε. Κοντά του
μπορούσες ήρεμα να παίξεις.
Πρόσεχε πάντα τα παιδιά του
που όπως εκείνος γεννηθήκαν.
Ευθύς τις ώρες του καμάτου
στεκόταν. Γύρω του απλωθήκαν
μέρες-ήλιου γυρίσματα- κακές
πικρές κι αφώτιστες ημέρες
αλλά και μέρες που βαριές
του φέραν και φριχτές φοβέρες.
Μία πετσέτα είχε συνήθως
μπλε ή γαλάζια το πολύ.
Μ’ έξω εβάδιζε το στήθος.
Ήξερε πως δεν ωφελεί
σε τίποτα πολλά ν απει
σε τα’ίποτα πολλά να κάνει
και πέρασε ως αστραπή
ή πυρκαγιά όπως σε ρουμάνι.
Όταν δεν είχε πια δυνάμεις
να περπατεί ή να μιλάει,
«πέθανε»-πια ό,τι να πεις
κοντά μας δεν ξαναγυρνάει.
Του γάμου το κουφέτο
σα μάρμαρο του τάφου λείο κι άσπρο.
Κι η ζάχαρη όταν φύγει
μαύρο πικρό αμύγδαλο προβάλλει.
Άσε με να γυρίζω όπως θέλω.
Δε μ’ αρέσει να φορώ καπέλο
δε μ’ αρέσει να φορώ γραβάτα
και παπούτσια τριζάτα.
Άσε με να γυρίζω όπως θέλω
μισ’ω κάθε νέο μο=ντ’ελο
στα πουκάμισα και στα πέτα-
τα θέλω απλά και σκέτα.
Άσε με να γυρίζω όπως θέλω
αλλιώς γοργά σε ξαποστέλλω
σιχαίνομαι αρώματα και τέτια
ρεβ’ερ και μανκικέτια.
Μια λιτανεία είναι να γίνει.
Θανάτου κρέπια μαύρα γκρενά
θ’ αργοθροϊζουν ως θα περνά
από μπροστά μου η μακάβρια κλίνη.
Μαυροντυμένοι λειψανοφόροι
θα περπατούνε με το κουτί
κι αμέσως πίσω θα περπατεί
χαροκαμένη μοναχοκόρη.
Θάλασσα γύρω τα νεκροκέρια
τη μαύρη νύχτα θ’ αχνοφωτούν
σ’ ανώφελο ένα θ’ αργοκινούν
σταυρό οι άφωνοι πιστοί τα χέρια.
Και θα πλανι΄.ευται μες στον αέρα-
πώς μες στο σκότος αναρριγώ
μέσα στο φέρετρο μην ειμ’ εγώ;-
μια παραζάλη και μια φοβέρα.
Εν’ αγριοκρίνο αδέρφι κόψε
ως η νεκρώσιμη καμπάνα ηχεί
και μύρισέ το-πες μιαν ευχή:
μια λιτανεία γίνεται απόψε.
Σα με τραβά η στενοχώρια
και με κατέχει ο θυμός
της φαντασιάς στενεύουν τα όρια
και αχρηστεύεται ο ηθμός.
Αμέσως τότε εγώ ξεχύνω
πα’ στο χαρτί το καθαρό
ποτάμια γρ’άμματα, να πλύνω
το νου με κάτι δροσερό.
Το δροσερό εδ΄ώ οι λέξεις
που σαν παιδιά χοροπηδούν
και που με σε όσο αντέξεις
δε σώνουν να παιζογελούν.
Σιγά οι ιδέες ξανανιώνουν
και αποδιώχνονται οι καυμοί
και πάλι οι σκέψεις ξεδιπλώνουν
πάλι καπνίζουν οι βωμοί.
Κι από τον πόνο απομένει
κι εκείνη μόλις αισθητή
μικρή μια θλίψη, προορισμένη
κι αυτή γοργά να ξεχαστεί.
Περίμενε και θα ‘ρθουν δυο φιλιά
από μακριά θα ν’ρθουν για σένα
στην καυτερή τους την αγκαλιά
να σε τυλίξουν λαχταρισμένα.
Το ‘να της άγριας αγάπης θα ‘ναι
τα’ άλλο του θάνατου το κρύο φιλί
κι έτσι σφιχτά ως θα σε κρατάνε
πες αν μπορείς ποιο καίει πιο πολύ.
Τα εργαλεία ν’ αποστειρώσω στον βραστήρα
να φτιι’αξω και τα ράμματα που πήρα
(κι ένα σωρό έδωσα λεφτά) και να στηρίηω
τα πόδια του γραφείου πριν το σφίξω.
Να φτιάξω τις καρέκλες. Τα βάζα
λουλούδια να γεμίσω. Να κόψω τη γάζα
και σ’ άλλο μπουκαλάκι να τη βάλω
(αυτό μου φαίνεται λίγο μεγάλο)
να ξεσκονίσω το τραπέζι και να κρύψω
το μπρίκι στο παράθυρο αποπίσω
κι όλα καλά και φροντιμένα να τα κάνω
(όλα τα προσέχω στη δουλειά μου επάνω)
μήπως κανένας ‘ερθει να κοιταχτεί.
Όμως προβλέπω να καταταχτεί
κι αυτό τα’ απόγεμα στα τόσα τα’ άλλα
που το ιατρε’ιο κατ’ αυτάς μένει μπουκάλα.
Ο ουρανός μου βρέχει αίμα.
Χοντρές οι στάλες του χτυπάνε
το ντελικάτο μου κορμί
κι έτσι ως πέφτουνε μ’ ορμή
λες και να σβύσουνε ζητάνε
της ύπαρξής μου τα’ άθλιο ψέμα.
Μα έχει με σίδερο πλαστεί
και με τσιμέντο έχει πετρώσει
της πλάνης τα’ άγριο πουλί
και ίδιο ολόπικρο χαλί
χονμτρά φτερά έχει απλώσει
κι έχει με κείνα σκεπαστεί.
Όταν φωνή τα λούλουδα απολτήσουν
και τι δε θα ‘χουν να μας πουν.
Κι αλλίμονοόταν μάθουν να διαβάζουν
όσα εγράψαμε γι αυτά-εγώ τουλάχιστον
πολύ θα υποφέρω
από την μήνιν των.
Αχ! Πώς γιατρεύουνε τους αρρώστους οι νοσοκόμες
και η δουλειά τους πώς τις τραβά
τι κι αν ακούγονται χίλιες πικρόχολες για κείνες γνώμες
αυτές τραβ’ανε πάντα μπροστά.
Πάνω στον άρρωστο-δίπλα στον άρωστο-πάντα μοχθούνε
να τον βοηθήσουμε μια ώρα αρχήτερα να γιατρευτεί
και οι καημένες πάντα του δίνουνε ‘ο,τι μπορούνε
προτού εκείνοςπουθ λέει ο λόγος – να το σκεφτεί.
Κι ως οι άνεμοι τρέχουν με μανία τυφλή
κι όρθια δέντρα από κει που περνούνε δε μένουν
έτσι αυτές, σα σπρωγμένες από θεία προσταγή
με μανία τυφλή των αρρώστων τις νύχτες γλυκαίνουν.
Κι αν ποτέ στον παράδεισο όπως λένε πολλοί
νοσοκόμες ποτέ σαν πεθάνοπυν δεν πάνε
τι γενναίες θεέ μου!-δεν τις νιάζει πολύ
και, ο παράδεισος είναι στη γη, απαντάνε.
Ω! Αλήθεια! Αν τις δείτε το πρωί που σχολάνε
στα μαριόλικα μάτια τους παιχνιδίζει ένα κάτι
που σε κάνει να λες «έτσι θα ‘ναι-
ο παρ’άδεισος είναι στη γη-στο κρεβάτι…»
Αν μου ζητούσες να σε πάω στο φεγγάρι
εύκολο θα ‘ταν και θα σου ‘κανα τη χάρη.
Μα συ καλή μου μού ζητάς να κάνω απ’ το κρασί σταφύλι:
οι φίλοι γίνοντ’ εραστές μα οι εραστές να γ’ίνουν φίλοι…
Θε μου μη δίνεις προσοχή
και συ κι οι άγγελοί σου
στην άρα που το θάνατο
γυρεύω να με πάρει.
Ξέρεις και συ αλλά κι αυτοί
γνωρ’ίζουνε μαζί σου
ότι στα ψέματα ζητώ
του Χάρου αυτή τη χάρη.
Μου ‘χει συνήθεια γίνει αυτό
μα όταν περ’άσει η μπόρα
καικάποια αισιόδοξη
όταν φυσήξει αύρα
………………………………………….
(υπόλοιπο χαμένο)
Είναι οι άνθρωποι ‘ηχοι καμπάνας
που πένθιμους ήχους σκορπά.
Από το ψηλά στημένο καμπαναριό
στη γη πέφτουν και ανακλώμενοι
ανεβαίνουν στα ουράνια.
Όμοιοι σε όλα διαχέονται και πυργώνουν
τη θέληση της ακοής
ενός όντος παράξενου που ακούγοντας
ασταμάτητα κλαίει
που ακούγοντας κλαίει.
Γιατί για το θάνατο
όλες οι καμπάνες χτυπούν
(η Καμπάνα χτυπά;)
Ο Χάρης και ο Γιώργος και ο Νίκος
σα ναν’ ακόμα ζωντανοί
γι αυτούς μιλά η μητέρα.
Κι αν νεκρούς τους πεις αδίκως
τότε υψώνει τη φωνή
και η ώρα πάει πέρα
που πίκρα στάζει και χολή.
Τη μνήμη τους δε ρ’υπανε
μ’ ευχές που φρούδες πάνε
μόνο για όλους τους μιλεί
λες και ταξίδι λείπανε
και φτ’ανουν όπου να ‘ναι.
ΕΞΕΤΆΣΕΙς (ΕΠΙΤΥΧΕΊΣ) ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΉ ΑΘΗΝΏΝ ΚΆΠΟΥ ΤΟ 1980…)
Ίδιο τα’ αγώνισμα και η πάλη
και η εικόνα ίδια φθαρτή
ίδια η δίνη κι η παραζάλη
ίδιο το μελάνι ίδιο το χαρτί.
Ίδιο το χαρτί κι η φωτογραφία
που διαγνώσεις γράφουνε πάνω του οι γιατροί
ίδια όπως πάντοτε η διαδικασία
ίδια η νοσοκόμα που γελάει γερτή.
Είναι φενερή σ’ όλους μας η μοιάση
μαύρο χάσμα αδιάβατο σκάψανε βαθύ
μόνο κάτι χρόνια που ‘χουνε περ΄σει
μόνο κάτι χρόνια που ‘χουνε χαθεί…
Γρηά και κακομούτσουνη
μια πόρνη μου κολλά
να πάμε στο κρεβάτι
Πήγαμε και, η τσαχπίνα,
μου ζήταγε πολλά
για να μου δώσει κάτι.
Εφημερίδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και το πρωί έχει φύγει
το βράδυ με τυλίγει.
Εφημερίοδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και η ζωή έχει φύγει
σκότος βαρ’ύ με πνίγει.
Εφημερίοδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και η ζωή η λίγη
χίλίες χαρές ξανοίγει.
Με μαγεία τυλιγμένη και μυστήριο
μία τσάντα ειν’ αφημένη μες στο κτίριο.
Όλοι γύρω τη θαυμάζουν (α! δε θα ‘χουνε)
μεταξύ τους κουβεντιάζουν κι όλο ψάχουνε
τι να είναι για να βρούνε. Κι απ’ τα βήματα
και τη ζάλη, δεν ακούνε τα χτυπήματα
που απ’ την άσπρη τσάντα βγαίνουν-αποτέλεσμα
για το Χάρο να πηγαίνουν (φίνο έδεσμα)
δεκατρείς διαμελισμένοι-έξη πτώματα
εκελύψαν (οι καημένοι!) τα πατώματα.
Κι εδώ όπως κι εκεί εφημρίδες πάνω στο κασόνι
όμως εδώ άλλος θάνατος με ζώνει.
Κι εδώ όπως και κει άδειο από αρρώστους το σαλόνι
όμως εδώ άλλος άνεμος με ζώνει.
Όπως κι εκεί τοι ίδιο γραφείο
οι καρέκλες και τα βάζα μου τα δύο
και κάθε βραδυ .λενα μικρό νεκροταφείο
η σάλα αναμον΄λης_ούτε γεια σας ούτε αντίο.
Όπως κι εκεί. γείτονες οι ανάπηροι
πιο κει ένας οδοντίατρος, ένας συμβολαιογράφος
κι η αίθουσα όπως πάντοτε ένας τάφος.
Ενοίκους φριχτούς το σπίτι μου έχει
κι η στέγη του αίματα τρέχει
και όταν οι νύχτες τα όνειρα φέρνουν
μαζί τους με παίρνουν-μαζί τους με παίρνουν.
Στα χέρια τους εύθραυστο άθυρμα μοιάζοω
μα πια όπως πριν δεν τρομάζω-
συνήθεια μου έγινε πλέον ο τρόμος
που λες πως για μένα είναι νόμος.
Φαντάσματα χθόνια και σκότιες υπάρξεις
δολόπλοκες κάνουν τα βράδια συνάξεις
μ’ αγγίζουν, με πιάνουν, με ζώνουν, με πνίγουν
και μόνο στης μέρας τα φώτα θα φύγουν.
Σ’ ανήλιαγα βάθη τυφλά τα’ ακλουθάω
βασίλεια του ζόφου, του τρόμου στοιχειά
……………………………………………………….
(συνέχεια ανύπαρκτη)
Τρέχα αμαξά πεθαίνω
με κόπο ανασαίνω
,μη δίνεις σημασία
στη γ’υρω φασαρία.
Προσπέρνα αυτό το κάρο
σώσε με από το Χάρο
\τρέξε στο φαρμακεί
και στο νοσοκομείο.
Στενότης χώρου και χρημάτων
αμείλικτα τον περιζ’ώνει
κι η θέα κακόσχημων πραγμάτων
την περηφάνεια του πληγώνει.
δεν έχει χώρο για το μπάνιο
και τα’ είναι τούτο το κρεβάτι;
θα πάρει ένα δ’άνειο
μ’ αυτό θα κάνει κάτι.
Των φαγωμένων του ενδυμάτων
η απαίσια θέα τον πληγώνει
καλλίτερα εκατό θανάτων
τα’ αντίτιμο να ξεπληρώνει.
Όμως με ύφος αρειμάνιο
τριγύρω του θωρεί το μάτι…
Θα πάρει ένα δάμειο.
Μ’ αυτό θα κάνει κάτι.
Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
λαών τις μοίρες εάν χαράζεις
τότε αλοίθωρος πρέπει να ‘΄σαι
Μεγαλοδύναμε ή να κοιμάσαι.
Αν είσαι πάνω Και μας κοιτάζεις
ζωές ολ.΄΄οκληρες κι αν ρημάζεις
τα’οτε φιλέσπλαχνος διόλου δεν είσαι
μεγαλοδύναμε κι ας θεωρείσαι.
Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
κι αν έχεις δύναμη να διατάζεις
κι είσαι καλός, πάψε να παίζεις
και τους πιστούς σου να περιπαίζεις.
Μεγ΄<αλωσέ μας-δυν’άμωσέ μας
δώσε ν’ αντέξουμε στα βροντερά
τα’όσα αστραπόβροντα που πάνωθέ μας
εξαπολύεις τα φοβερά.
Μ’ απ’ όλα πι’ότερο, αν είσαι αλήθεια
κι αν έχεις άντρα καρδιά στα στήθια
σε μας τους άντρες δώσε καρδιά
τα χρέη να σ’ κώσουμε τα βαριά
που συ μας έταξες να κρατούμε.
Μα κι αν ακόμα-άκου κι αυτό-
μες στη ζωή μας να κουραστούμε
ή να κιοτέψουμε το ‘χεις σκοπό,
χωρίς καθόλου να στο ζητήσει,
σε τέτοιον άντρα-δεν είναι δίκιο;-
που του εστέρησες μι αντρίκια ζήση
θάνατο έναν δώστου αντρίκιο.
Sth li;oloysth ti Xi;o h kapet;anissa
sa d;olvma s’ ol;oxryso agk;istri
nt;ynetai kai serge;ani k;anei al;anissa
;alogo d;ixvw s;ella kai kap;istri.
Φλόγα τα στήθη της τα ολόρθα σιγοκαίει
άγρια μια στα σκέλια της φωτιά
πόθοι στα μάτια λάμπουν λυσσαλέοι
και λάγνο φτεροκόπημα η ματιά.
Απόψε τι της γράφει; Πάλι μόνη
θα πέσει και θλιμμένη στο κρεβάτι
ή τάχα οι ανθισμένοι της οι κλώνοι
για τίναγμα θα βρουν κάποιον δραγάτη;
Στην εργατιά και στο Στρατό και στα σαλόνια
κι απόψε βέβαια κάποιος θα τύχει
να θέλει να γκρεμίσει της τα αιώνια
και πάντα νιόχτιστα γυναίκεια τείχη.
Κι ω! χείλια πορφυρένια που διψάνε!
κι ω! μέλη που τα καίει πυρετός!
και χ’ερια κάποιων ξένων που τρυγάνε
τα ζουμερά λομονοστήθια! ω! φως!
που στο δωμάτιο το μικρό χρυσό φαντάζει!
κι αγγέλων βελουδένιων στρατιές
που απόψε η ψυχούλα τους πλαντάζει
και ψάλλουνε στις χιώτικες πλαγιές!
Θάλασσα συ, που έχεις φυλακίσει
τους χιώτες στη δική σου αγκαλιά
στείλ’ ένα κύμα σου ν’ αργοκυλήσει
από μια χιώτικη ακρογιαλιά
και μες στα σπίτια στείλτο να πάει
των καπετάνιων τα ορφανά-
ν’ ακούσει βόγγους και να μετράει
τα χτυποκάρδια και τα φιλιά
που σαν καμπάνες χαράς ηχούνε
ενώ δεμένα σφιχταγκαλιά
δυο λύκοι αμέρωτοι αλυχτούνε
πα’ στα κρεβάτια τους κοιλιά κοιλιά…
Και μεθυσμένο έτσι το κύμα
με πρίμο ένα σπρώξε το αγέρι
και άφησέ το να πάει-το κρίμα
μισό δικό σου- τα’ άθλιο χαμπέρι:
να πει στους πλούσιους καπεταναίους
ότι στην πλούσια είδε τη Χίο
τις νιες γυναίκες τους με τους ξένους
να ζευγαρώνουνε δύο δύο.
Θολή παραζάλη τριγ’υρω
στη μέση εγώ μοναχός
φαντάσματα βάζουν στον κλήρο
των δ΄το ματιών μου το φως.
Μια σκέψη με σώζει μονάχα
κι αυτή με κρατεί ζωντανό
απόψε ναρχόσουνα τάχα-
μα όνειρο αυτό μακρινό
Αντίς σου απόψε το τέλος
θαρθεί-δίχως άλλο θαρθεί
κι εσύ θα ‘χεις ρίξει το βέλος
που μία ζωή θα χαθεί.
Όλη η θολούρα κι η πολλή ζαλάδα
κι τρέλα κι η παλαβομάρα
όλη η κακία πάνω σου είναι μαζεμένη
χυδαία γυναίκα-καταραμένη.
Ανοησία φοβερή, βλακεία,
κι άρρωστη μια αλαζονεία
σε σφίγγουν οργισμένα-
όπως εδάγκωνες εσύ εμένα.
Καλά κρυμμένη μες στην άγνοιά σου
σκότος πηχτό το μάθημά σου
πως όλα ξέρεις όμως κάνεις τάχα
μα το χαμό σου ξέρεις μονάχα.
ΠΡΏΤΟΣ ΈΛΛΗΝΑΣ Ο ΑΛΈΞΑΝΔΡΟΣ ΑΠΌ ΤΟ ΣΚΑΙ
Ρε τι μυστήριοι που είμαστε οι έλληνες αλήθεια
τη ζήση μας να τρέφουμε μόνο με παραμύθια!
Έλληνα τον Αλέξανδρο να είναι τονε θέλουμε
και στους καημένους σκοπιανούς τα εξ αμάξης ψέλνουμε
στη φιέστα που οργάνωσε του ΣΚΑΙ το κανάλι
που γελοιότερη απ’ αυτή καμιά δε γίνηκε άλλη.
Α! Ρε κανάλι πρόστυχο με τέτοια που ασχολείσαι
αντί σε πλαίσια αληθινά και στέρια να κινείσαι…
Α! Ρε κανάλι πρόστυχο που ενώ ουρανό θυμίζεις
σε τέλματα προαιώνια κι άπατα μάς βυθίζεις…
ΠΡΏΤΟΙ ΣΕ ΌΛΑ ΟΙ ‘ΈΛΛΗΝΕΣ
Πρώτοι σε όλα είμαστε να μην αβασκαθούμε-
πρώτοι στη γη φανήκαμε και πρώτοι θα χαθούμε.
Τις καταθέσεις πρώτοι εμείς απ’ όλους εγγυηθήκαμε
προτού να έρθει ακόμα εδώ-πολύ προτού-η Κρίση
(κι αν χρήμα κάποιος θα ιδεί μέσα της που εμπήκαμε,
κατάμουτρα τη φάτσα μου τη λιπαρή να φτύσει).
Και πρώτοι εμείς επήραμε τα μέτρα για τη γρίπη
κι ύστερα ακολουθήσανε οι ευρωπαίοι οι τύποι
(κι αν μέτρο ένα πάρθηκε, τη μύτη μού τρυπάτε).
Και πρώτοι απ’ όλα είμαστε βέβαια στη βλακεία
που ενώ μαθαίνουμε κουνγκ-φου και πάλη και καράτε
μα πέφτουμε λιπόθυμοι σε μια πεζοπορία.
Γιώργης Χολιαστός
ΑΊΝΤΑ
Βρέθηκε ο που μας έλειπε της συνέχειάς μας κρίκος!
Εκατομμύρια χρόνια πριν-σαρανταεφτά γεμάτα-
έζησε και σκεφτότανε: «θα με ’βρουνε, ή μήπως
αδίκως άλυωτα τα οστά η βούλησή μου εκράτα;»
Μα τονε βρήκανε: κι αυτός έτσι εδικαιώθη
κι οι ανθρώποι που λυσσάξανε ώσπου να τονε βρούνε
και πια σε αγώνες άγονους άλλους να ξανοιχτούνε
ξεφεύγοντας απ’ του «σ’ αυτόν» το άφευγο το «γνώθι».
Γιώργης Χολιαστός
Παντρεύτηκε μια πόρνη και…και…όταν και ο γιος του παντρεύτηκε μια πόρνη….
Γιατί χασμουριούνται τα ζώα-γράφτηκε
Γιατί έζησες;……
H γυναίκα που εμφανίζεται παντού η ίδια…
τα κορόιδα σκέφτονται που πάει κι από πού έρχεται οι φωτιά, οι άλλοι ζεσταίνονται…
Ο δισταγμός! Ο δισταγμός που τόσες χαρές μας έχει καταπιεί…Μπορεί και να μας έκανε καλό κάποιες φορές, μα τι τα θέλεις, καλλίτερα να πεθάνεις τολμώντας παρά να ζεις φοβισμένος.
Στην ίδια πόλη δέκα χρόνια μετά.
Στον ίδιο τάφο του αδικοχαμένου βασιλιά, τουρίστες έχουν έρθει να τον δουν. Ένα αυτοκίνητο με δεκάδες γάλλους και γαλλίδες. Ο σωφέρ του λεωφορείου, έλληνας, θέλει να εξηγήσει σε μια γαλλίδα θεοκόμματο ότι η Άρτεμη που θα δουν κατόπιν είναι όρθια-είναι η Ορθία Άρτεμις. Εγώ με άλλα παιδιά παίζαμε ανάμεσα στις πέτρες του κενοτάφιου και τώρα είχαμε πάψει το παιχνίδι για να δούμε το σπάνιο θέαμα, τους «ξένους», κάτι εξαιρετικό για την τότε εποχή όπου ο πόλεμος έξω δεν είχε τελειώσει καλά καλά, ενώ στη χώρα μας ήτανε ακόμα στις δόξες του. Η μέρα είναι λιόλουστη. Κάτω από τις χαρωπές αχτίδες του ήλιου, που αλαφρώνει τις πελώριες πέτρες του τάφου κι αυτές μόλις κρατιούνται στο έδαφος λικνιζόμενες, ο καημένος ο οδηγός παθιάζεται να εξηγήσει τι θα πει «όρθια». Παίρνει τη στάση της προσοχής τραβώντας τα χέρια του κάτω και κάτω, τόσο που το κορμί του ν’ αρχίζει να λυγίζει ακολουθώντας τα, και ξελαρυγγίζεται προς το μέρος της απορούσας κοπελάρας: «Όχτια! όχτια! ΌΧΤΙΑ!!» Όμως αδύνατο να μεταδοθεί το πολυπόθητο νόημα. Έχω πάρει για κάτι μήνες μαθήματα γαλλικών στη διπλανή πόλη που μένω. Τόσα που ξέρω πώς ακριβώς έπρεπε να πει ο οδηγός στην τουρίστρια. Ο πόθος που μου έχει ανάψει η θέα της μαζί με το ευκολοφάνταστο μυαλό μου, μου λένε ότι θα είχα πολλά να κερδίσω αν έλεγα στη γλώσσα της στην τουρίστρια «mademoiselle, il vais dire debout!» (δεσποινίς, θέλει να πει όρθια). Κι αν όχι τίποτε άλλο, θα μου χάριζε ένα χαμόγελο θαυμασμού, και, ήμουν σίγουρος, φεύγοντας θα λυπόταν που δεν μπορούσε να χαρεί και ερωτικά το κορμί που κρατάει μέσα του ένα τέτοιο μυαλό.
Και διαδραματίζονταν μπροστά μου για ώρα η παντομίμα του οδηγού και η αδυναμία της απίθανης ομορφιάς γυναίκας. Και εγώ τι; Έμενα αμίλητος, με τις σωτήριες λέξεις να στριμώχνονται στην άκρη των χειλιών μου καίγοντάς τα. Ο δισταγμός που επιβάλλει την άρνηση της χαράς στη ζωή. Και δεν μίλησα, ώσπου οι ταξιδιώτες μπήκαν πάλι στο αυτοκίνητό τους κι έφυγαν αφήνοντας τα παιδιά να συνεχίσουν το παιχνίδι τους, ενώ η όμορφη γυναίκα κοίταζε με απορία ένα παιδάκι που την έβλεπε με θαυμασμό και έτοιμο να της πει κάτι, που τελικά δεν της είπε.
Κι αυτή πάλι…ας με ρωτούσε…έβλεπε πως κάτι έτρεχε με μένα…
Αυτή η σκηνή δεν έχει φύγει από τη σκέψη και από το νου μου δεκάδες τώρα χρόνια, σημαιοφόρος μιας στρατιάς δισταγμών που έχουν μπει νικητές στην έρμη μου ζωή.
Βλέπω εκείνους που περιμένουν παιδί και γελώ μαζί τους.
Η γυναίκα περιφέρει την φουσκωτή κοιλιά της με περηφάνια. Γιατί;
Και η πιο ντροπαλή γυναίκα του κόσμου δεν ντρέπεται να κυκλοφορεί όντας έγκυος.
Εκείνη που αν την κοίταζε και μόνον κάποιος άντρας έτρεχε να κρυφτεί από τη ματιά του, εκείνη που φορούσε μακριά φουστάνια για να μη φανεί ούτε ο αστράγαλός της, τώρα περιφέρει περήφανη τη φουσκωμένη κοιλιά της και μόνο που δε φωνάζει: «Γαμήθηκα!»
Αυτό που δεν άφηνε κανέναν να της κάνει, τώρα βγαίνει και φωνάζει ότι κάποιος της το έκανε.
Κι αν τη ρωτούσε κάποιος πώς και τώρα δεν ντρέπεται γι αυτό που έκανε, θα έλεγε γεμάτη απορία και έκπληξη για την ερώτηση: «Μα είμαι παντρεμένη. Αυτός ήταν ο άντρας μου»
Και τέλος γι αυτήνε.
Και τι θα πει ο άντρας της και όχι κάποιος άλλος άντρας;
Θα πει ότι μαζί με κείνον τον άντρα πήγε μια μέρα σε κάποιο σπίτι όπου ένας άντρας με γένια και μακρύ μαύρο φουστάνι, διάβασε από ένα βιβλίο κάτι λόγια και αυτό της έδινε το δικαίωμα να κυλιστεί σα ζώο πάνω σ΄ ένα κρεβάτι παρέα με τον άντρα εκείνον.
Ωραία λοιπόν, θα πάρω κι εγώ μία γυναίκα και θα την πάω σ’ ένα σπίτι όπου ένας άντρας ντυμένος με μακρύ μαύρο φόρεμα και έχοντας γένια, κρατώντας στα χέρια του ένα βιβλίο, θα μας διαβάσει πεντέξη σειρές. Ύστερα θα έχω κάθε δικαίωμα λοιπόν να την ρίξω σ’ ένα κρεβάτι.
Όχι, θα μου πει η γυναίκα, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα, ο άντρας με το μαύρο φουστάνι και τα γένια πρέπει να είναι ιερέας, το σπίτι εκκλησία και το βιβλίο που θα κρατεί στα χέρια του το ιερό Ευαγγέλιο.
Εδώ εγώ τα παρατάω, όπως κάνω με κάθε τι ανόητο που ακούω.
Μα εκείνη θα συνεχίσει λέγοντας ότι τον άντρα αυτόν τον ήθελε και την ήθελε και αυτός.
Με αυτή την καινούργια δήλωση αρχίζει άλλος κύκλος σκέψεων και συμπερασμάτων. Και πρώτα τι θα πει τον ήθελε και την ήθελε; Γιατί τον ήθελε;
-Γιατί είναι όμορφος, δυνατός και καλός.
-Κυρία μου η γη έχει τρία δισεκατομμύρια άντρες και σας διαβεβαιώνω ότι το ένα δισεκατομμύριο απ’ αυτούς είναι καλοί και όμορφοι και δυνατοί. Και επειδή δεν μπορείτε να τρέχετε ως την άκρη του κόσμου να τους βρείτε, στην πόλη σας υπάρχουν κι άλλοι δέκα χιλιάδες καλοί και όμορφοι και δυνατοί άντρες.
-Αυτόν είδα, αυτόν θέλησα.
Και ποτέ μία γυναίκα δεν θα ομολογήσει ότι πήρε έναν άντρα για τα λεφτά του.
Αν τη ρωτήσετε: θα έπαιρνες αυτό τον άντρα τον όμορφο και καλό και δυνατόν αν θα ήτανε ζητιάνος; τότε αυτή θα πει: και βέβαια, για μένα το χρήμα δεν είναι το παν.
Για μένα όμως όλες οι γυναίκες πουλιούνται για το χρήμα. Άλλες για ένα ευρώ και άλλες για ένα εκατομμύριο ευρώ.
Όλες οι γυναίκες είναι πόρνες.
Και η κυρία αυτή όχι μόνον διατυμπανίζει ότι γαμήθηκε, αλλά και οι άνθρωποι της δίνουν τη θέση τους στο λεωφορείο. Γιατί; Για να τη βραβεύσουν επειδή απόδειξε ότι μπορεί και ότι έχει γαμηθεί; Επειδή θα φέρει στον κόσμο ένα ακόμα δυστυχισμένο πλάσμα που κι αυτό με τη σειρά του θα φέρει άλλα παιδιά στο φως, διαιωνίζοντας τη δυστυχία πάνω στη γη;
Και ο άντρας; Τι κάνει ο άντρας που έχει γυναίκα έγκυο; Ανάλογα χαίρεται κι αυτός που αποδειγμένα μπορεί να γαμάει.
Και τρέχει νυχτιάτικα να πάρει παγωτό που ήρθε η όρεξη της γυναίκας του να φάει, της παίρνει υπηρέτρια στο σπίτι για να μην κουράζεται και της κάνει όλα τα χατίρια. Και όταν ακούσει το παιδί να κλωτσάει μέσα στην κοιλιά της γυναίκας που γάμησε, κάνει σαν τρελός από τη χαρά του, λες και το ίδιο δεν κλωτσάει και το παιδί του λιονταριού ή του λαγού στην κοιλιά της μάνας του.
Και αν το παιδί είναι αγόρι, ε τότε, ο ηλίθιος αυτός είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.
Τα παρακάτω γράφτηκαν στα ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΆ ΤΟΥ 2994 ΚΑΙ ΤΟΥ 2007
gympolitic
(όταν ο Γιωργάκης ανάλαβε φουριόζος την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ)
Τα "ΠΡΟΕΚΛΟΠΚΑ ΦΥΛΛΑΔΙΑ" δε βρήκανε δυσκολία όταν αποφάσισαν να πάρουν συνέντευξη από τον
Γιώργο Παπανδρέου. Έτσι βρέθηκα μέσα σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του γεμάτο με όργανα γυμναστικής.
"Κύριε Χολιαστέ", μου λέει, "υπέροχα τα "Προεκλογικά" σας "Φυλλάδια". Συγχαρητήρια".
-Ευχαριστώ κύριε υπουργέ. Δεν περίμενα να τα εξυμνείτε μιας και γράφουν την αλήθεια για σας και το κόμμα σας.
-Μη με ευχαριστείτε, Έτσι λέω σε όλους. Πώς νομίζετε πετυχαίνω σε όποια θέση και αν βρεθώ; Και σαν
υπουργός εξωτερικών γι αυτό πέτυχα. 'Ελεγα καλά λόγια σε όλους και για όλα. Και έλεγα και "ναι" σε ό,τι
μου ζητούσαν. Μου το έμαθε ο μπαμπάς.' Όλα επιτρέπονται", μου έλεγε κάθε τόσο.
-Άκουσα κύριε υπουργέ ότι θα φέρετε επενδύσεις με το κύρος σας. Πως ακριβώς θα γίνει αυτό;
-Με το χορό μου-πώς τα φτιάξαμε με τους Τούρκους;..Θα πάω-πού θέλετε;-στη Γερμανία ας πούμε. Θα
κάνω ένα τραπέζι στους βιομήχανους και μετά θα τους πιάσω από το χέρι για να χορέψουμε. Αλλά τώρα
δε θα φέρνω γύρους. Θα τραβάω ίσα κατά την Ελλάδα. Αυτοί μαγεμένοι από το χορό μου θα
ακολουθούν. Και να οι γερμανικές επενδύσεις στην Ελλάδα! Έτσι και με τους άλλους.
-Και πώς θα πείσετε την Τουρκία να μειώσει τις δαπάνες για τα όπλα της;
-Όπως ξέρετε, ο μόνος λόγος με βάση τον οποίο καθορίζει το ύψος και το είδος του εξοπλισμού της η
Τουρκία, είναι ο φόβος που έχει κάθε φορά από την Ελλάδα. Όταν πάω και τους χορέψω ένα ακόμα
ζεϊμπέκικο θα υποκύψουν. Στην ανάγκη θα τους αφήσω καμμία βιντεοκασέτα του χορού μου, να τη
βάζουν όποτε τους πιάνει το στρατιωτικό τους και να συνέρχονται. Βλέπετε πως όλα τα έχω σκεφτεί. Και
ξερετε, είναι μεγάλο κέρδος για την εθνική μας άμυνα να μειώσουμε και οι δύο χώρες τα όπλα μας. Αν
γίνει τελικά αυτό-με δυο ζεϊμπέκικα ακόμα ελπίζω να τα καταφέρω-τότε αντί να έχει η Τουρκία χίλια
αεροπλάνα ας πούμε και η Ελλάδα εκατό, τώρα η Τουρκία θα έχει εννιακόσα ενενήντα και η Ελλάδα
ενενήντα. Ετσι με ένα σμπάρο θα έχουμε δυο τρυγόνια και θα έχουμε αποδυναμώσει την τουρκική
απειλή κατά ολόκληρα δέκα αεροπλάνα, Και λιγότερα λεφτά θα χαλάμε εμείς για εξοπλισμούς.
-Κύριε υπουργέ, λέτε ότι κάνατε λάθη και σαν κόμμα και σαν μέχρι τώρα κυβέρνηση όταν κάνατε την-ο
θεός να την κάνει-αυτοκριτική σας. Γιατί δεν καυτηριάζατε τα λάθη αυτά τότε που γίνονταν;
-Τα καυτηρίαζα και τα παρακαυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν τα έλεγα.
-Και γιατί δεν ακουγόταν τίποτε τετοιο τότε;
-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων-το ξέρει πια όλη η Ελλάδα. Γι αυτό δεν ακουγόμουν.
-Τώρα όμως ακούγεστε...
Γιατί τώρα έχω πάντοτε μπροστά μου όταν ανοίγω το στόμα μου ένα σωρό μεγάφωνα. Γι αυτό. Βλέπετε
όλα έχουν την εξήγησή τους.
-Έχετε λέτε κύρος στο εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό κύριε υπουργέ;
-Στο χορό. Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο
ταψί. Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που με βοηθάει.
-Μιλάτε για δημοψηφίσματα κυριε υπουργέ. Θα είναι συχνά και πότε θα αρχίσετε να κανετε
δημοψηφίσματα;
-Προς το παρόν δε θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν "φύγουν"(συγνώμη για τη συγκίνησή
μου αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι ό,τι έχω στη ζωή) η μαμά και ο κύριος Σημίτης. Μέχρι τότε αυτοί θα
μου λένε τι να κάνω. Ύστερα είναι που θα ρωτάω το λαό.
-Μόνος σας δεν σκοπεύετε να αποφασίσετε κάποτε τίποτα;
-Απολύτως.
-Και γιατί κύριε υπουργέ;
-Κοιττάτε, σε κάθε οικογενεια υπάρχει και ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ.
-Και τότε γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε στην πολιτική αφού έβλεπε οτι είσαστε...καθυστερημένο
παιδί όπως είπατε;
-Δεν το 'ξερε. Νόμιζε ότι είμαι χαμηλών τόνων.
-Πέστε μου κύριε υπουργέ, εκτος από το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην επιτυχή ενάσκηση των
καθηκόντων σας αν -ό μη γένοιτο- γινόσαστε πρωθυπουργός;
-Κύριε Χολιαστέ άκουσα καλά; Είπατε "ό μη γένοιτο";
-Μάλιστα κύριε υπουργέ, ετσι είπα.
-Πώς τολμάτε; Μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;...
-Είμαι υψηλών τόνων κύριε υπουργέ.
-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι...
-Σωστά. Δε μου απαντήσατε όμως κύριε υπουργέ στην ερώτησή μου. Υπάρχει και κάτι άλλο που θα
χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;
-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!
-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.
-"Μυαλό";...
-Μυαλό... εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε... αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας...
-Αααα!...Τώρα θυμάμαι! Κάποτε μου είπε αυτή τη λέξη η μαμά. Μου είπε...πώς το είπε.,.πώς το είπε.,.α! να!
Μου είπε: "δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό-έχεις το όνομα" Κι εγώ αφου δεν πείραζε που δεν
έχω απ' αυτό, δεν ρώτησα και τι είναι...
-Για να τελειώνουμε κύριε υπουργέ, πέστε μου στο θεό σας, πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να
κυβερνήσετε -ό μη γένοιτο- την Ελλάδα;
-Να σας πω:
Δεν ξέρω πώς δεν έχετε
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο
μπορεί να κάνει σώμα.
Γι αυτό κι αφού ρωτήσατε ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή ιδού τα παραδείγματα:
Γυμνάζοντας τον ένα μου μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά λύνω το Κυπριακό.
και με μιαν άσκηση σωστή του ενός μου δικεφάλου τρία εγώ "μπράβο" αποσπώ
του πρόεδρου του Γάλλου.
Με μοναχά λίγα πους-απς τον Μπλερ μπορώ να πείσω
τα μάρμαρα που μας κρατεί
να μας τα δώσει πίσω
και μ' ένα τζόκινγκ μου απ'
αυτά
που μ' είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός
τα όρια τηνε φτάνω.
Και ένα κάνοντας μασσάζ στους δύο μου μηρούς παίζω εγώ στα δάχτυλα
τον ίδιονε τον Μπους,
Δύο φορές σηκώνοντας τους δύο μου αλτήρες κάνω να στρέφει ο Ερντογάν
ως κι ενενήντα μοίρες
και-κάτι που κυβέρνηση δεν το 'χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι ευθύς την υφαλοκρηπίδα.
Δυο επικύψεις κι έσβησαν τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες μου δυο και γίνομαι
πρωθυπουργός το Μάρτη.
Και τότε δύο έλξεις μου
και μα την Παναγία
θα πάψει πια η χώρα μου να έχει ανεργία.
Για την Παιδεία μοναχά
μια επίκυψη χρειάζεται ώστε κάθε έλλην στο εξής σοφός να λογαριάζεται.
Ως για το μέγα πρόβλημα που είναι η Υγεία
μία στροφή θα χρειαστεί του σώματος πλαγία
Και για να μην πολυλογώ, με τη γυμναστική μου,
κάθε που θέλω αλλαγή θα είναι πια δική μου.
Θα ημπορούσα αν θέλατε και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση δεν το 'χω εγώ σωστό
τώρα που έτσι μάλιστα σας ταλανίζει η γρίππη-αν και αυτό τ' ομολογώ
πως σας το λέω με λύπη-,
γιατί εγώ-μη βλέπετε
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου
αν δε το δείξω σκάω.
Ίσως μιαν άλληνε φορά που θα 'σαστε καλλίτερα να σας ειπώ για θαύματα που κάνω μεγαλύτερα.
Και θα φροντίσω γρήγορα εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-όχι, δε μου είναι κόπος-
να! τα πους-απς μου αύριο σε σας θα τ' αφιερώσω
κι απ' το μαρτύριο του ιού ευθύς θα σας γλιτώσω.
-Ευχαριστώ κύριε υπουργέ. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξη. Γεια σας.
-Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ... Εσείς μου μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι.,.μου
επιτρέπετε;
-Αν και εγώ τώρα κάνω τις ερωτήσεις, όμως μπορείτε να με ρωτησετε. Σας ακούω.
-Προχτές ο κύριος Σημίτης έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε εμπιστευτικά: "Μεταξύ μας Γιώργο,η
τέλεια διαρχία θα ήτανε η δική σου όχι με μένα, αλλά με τον Καραμανλή-εσύ να γυμνάζεσαι και αυτός να
σκέπτεται!"-Από τότε ψάχνω μιαν ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει
"σκέπτομαι";
Πορτραιτάκια
'Ακης
Πιο γελοίος δεν υπάρχει στη γελοία κυβέρνησή μας' μα ως κι αυτός τρώει και πίνει απ' την τσέπη τη δική μας.
Ευθυμίου
Τα παιδιά μας στο σκοτάδι τα βυθίζει και στην άγνοια και στον ίδρωτά μας μεσα τα ζεστά του κάνει μπάνια.
Στεφανής
Οι γιατροί να τονε διώχνουν πρέπει όταν αρρωστήσει και κρεββάτι να μη βρίσκει και σε ράντζο να ψοφήσει.
Σημίτης
Πρωθυπουργό ποιος τάχατε
τον εκανε κριτής;
Αυτός μονάχα έκανε
για τηλεφωνητής!
Ρέππας
Λίγα ως τώρα έκλεψε τον έχουν τώρα βάλει και μέσα στο ασφαλιστικό. ...Και κείνος τρώει πάλι...
Πρωτόπαπας Δικηγόρος πληρωμένος με χρυσό.Και ψευταράς. Κι όπως οι αλήτες όλοι και μεγάλος κλεφταράς.
Νεονάκης
Για να μην από τη μάσα πάθει τίποτα-ο καϋμένος!-να γλεντήσει τα κλεμμένα τονε διώξαν ορισμένως.
Βάσω
Η μόνη τσάντα η γυναικεία
που αίμα εντός της κουβαλάει
και σ' εργολάβους και "δικούς"
της
χρυσάφι ατόφιο το πουλάει.
Βενιζέλος »
Τα μάρμαρα τον μάραναν
και η Ολυμπιάδα-
"Πατί" ρωτάτε "είναι χοντρός";
...Έφαγε την Ελλάδα!
Σκανδαλίδης Τα μανίκια έχει σηκώσει κάλπες όμορφες να φτιάξει μέσα τους,εφτά του Μάρτη, τους "κινηματίες" να θάψει.
Φλωρίδης
Αφου ο έρμος δεν μπορεί να πιάσει τα γκαζάκια πιάνει αυτούς που τρέχουνε με αθώα μηχανάκια.
Πάγκαλος
Τώρα ο Γιώργος ειν' καλός γιατί έτσι και.,.δεν ήταν θα την επάταγε οικτρά ο Πάγκαλος την πίτταν...
Σηφουνάκης
Δεν ακούγεται.Θα έχει
το Αιγαίο πολλή μάσα
κι απ' το τρώγε τρώγε τρώγε
δε θα παίρνει ούτε ανάσα.
Εμπορίου
Αυτός καλά τη βόλεψε-Εμάς τους ταλαιπώρους οι μεγαλέμποροι μας τρων κι αυτός τρώει τους εμπόρους.
Γεωργίας
Καλά που δεν εδέχτηκε
να πάει εκεί ο Λαλιώτης-
γιατί εκεί δε θα 'τρωγε-
τιέχειοαγρότης...
Παπουτσής Ογδονταδύο έπνιξε-για δήμαρχος τον στείλαν και ούτε γάτα ούτε ζημιά-και έφτιαξε και βίλλαν...
Παπαντωνίου Όπλα αγοράζει ολοένα μα είμαστε αδειανοί ακόμα. και ατός του είναι μονάχα με γεμάτο πάντα στόμα.
Κουλούρης
Πέφτουν δεν πέφτουν οι τιμές εκείνον δεν τον νιάζει-αυτός το πορτοφόλι μας έτσι κι αλλιώς αδειάζει...
Πετσάλνικος
Αν είχε μεσα του σταλιά
έστω δικαιοσύνη
θα 'πρεπε από το "κίνημα"
κανένας να μη μείνει.
Νεκτάριος
Από το "νέκταρ" τ' όνομα; Ή είναι από το "άρειος"; To τι δεν είναι ξέρουμε μονάχα εμείς: καθάριος.
Παπανδρέου
Με σώμα ευθύ,διόλου μυαλό,
απόγονος γελοίων,
τραβάει γδυμνός προς
εκλογές
το τζόκινγκ του επισείων.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ
«Ελληνικέ λαέ
Στέκομαι μπροστά σον γεμάτος από ντροπή για όσα μέχρι σήμερα μηχανενυξκα σε βάρος σου προσβλέποντας στο χρήμα,στη δυναμη,στην πρόσκαιρη δόξα.
Και έρχομαι δίπλα σον σήμερα,έχοντας σκοπό να ξεπληρώσω όσα σου χρωστάω,όχι για να σου φανώ καλός, αλλά για να εκπληρώσω το χρέος μου απέναντί σου, όπως ένας ηγέτης υποχρεώνεται να κάνει. Έρχομαι κοντά σου σήμερα για να γίνω χρήσιμος σε σένα,με τη δυναμη που εσύ μου έχεις δώσει. Έρχομαι σήμερα κοντά σου και ζητάω την ψήφο σον για να μου δώσεις την ευκαιρία να σου δείξω ότι έχω πάρει την απόφαση να γίνω άνθρωπος.
Ζητάω την ψήφο σου στις δεκαέξη Σεπτέμβρη.
Και να τι θα κάνω χρησιμοποιώντας τη δύναμη που η ψήφος σου αυτή θα μου δώσει:
Όλοι οι πολιτικοί θα δώσουν λόγο για τη νομιμότητα της απόκτησης όσων κατέχουν. Εκείνοι που θα
βρεθεί πως έκλεψαν θα λογοδοτήσουν στη δικαιοσυνη,όπως λέει ο νόμος, και τα χρήματα που
έκλεψαν θα αποδοθουν στο κράτος.
To ίδιο θα γίνει και με όλους τους μεγαλοεργοστασιάρχες, μεγαλοκτηματίες, μεγαλογιατρούς και
γενικά με όλους τους κατέχοντες αγαθά πέραν όσων επιτρέπει η αξιοπρέπής διαβίωση του λαού.
Τα χρήματα που θα μαζευτούν έτσι, θα μας εππιρέψουν να εφαρμόσουμε τη δίκαιη πολιτική μας.
Και το πρώτο μας μέλημα θα είναι η Παιδεία,η προϋπόθεση κάθε ανάπτυξης. Δε νοείται λαός που να
μην διεκδικεί δυναμικά τα δικαιώματά του. Και αυτό μόνο με την Παιδεία το πετυχαίνει.
Από τον πρώτο χρόνο κιόλας η κατάσταση στην Ελλάδα θα αλλάξει εμφανώς προς το καλλίτερο.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα δουλεύουν,η γραφειοκρατία καταργείται,οι αγρότες πληρώνονται για τη
δουλειά τους, τα δημόσια έργα γίνονται χωρίς σπατάλες και χωρίς κλεψιές, οι Δήμοι έχουν τα χρήματα
πον απαιτούν αλλά και την ευθύνη της σννετής διαχείρησής τους,η δημοκρατία φτάνει ως το πιο
μικρόχωριό και ως την πιο απομακρυσμένη γειτονιά,οι έλληνες πολίτες γίνονται υπεύθυνα άτομα,οι
Τράπεζες γίνονται υπηρέτες όχι τον Κεφαλαίου αλλά του λαού,η Αστυνομία προστατεύει και υπηρετεί
τον πολίτη,οι έλληνεςμε την επίδειξη της ταυτότητάς τους θα έχουν δωρεάν πρόσβαση στα
νοσοκομεία και τους γιατρούς (αυτό θα γίνει πραγματικά και δε θα μείνει στα λόγια όπως έμεινε η
ίδια υπόσχεση του Αντρέα Παπαντρέου),εργασία έχουν όλοι,αποδοχές έχουν όλοι οι εργαζόμενοι
αξιοπρεπείς και όχι πείνας,κάθε παράπονο ή αίτημα κάθε πολίτη θα ερευνάται και θα ικανοποιείται
σε λογικό χρονικό διάστημα και με μεγάλη προσοχή,η εξωτερική μας πολιτική θα είναι πραγματικά
υπερήφανη και καθόλου δουλοπρεπής όπως ήτανε μέχρι τώρα.
Αυτά με περισσότερες λππτομέρειες θα τα δει όποιος θέλει στο πρόγραμμά μας που έχει κιόλας σταλεί σε κάθε σπίτι.
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια ελληνικέ λαέ, όπως κι εσύ με τη σοφία σου λες.
Έργα λοιπόν και μόνον έργα εμείς θα κάνουμε.
Αν κάθε κυβέρνηση έχει για σκοπό της την ευτυχία του λαού,η κυβέρνηση που θαβγεί στις δεκαέξη
Σετττεμβρίου στη χώρα μας έχει διπλή υποχρέωση να προσφέρει την ευτυχία στο λαό που για
δεκαετίες οι πολιτικοί τον εκμεταλλεύονταν πλουτίζοντας.
Τελειώνοντας ας κλείσουμε ραντεβού για τις δεκάξη Σεπτεμβρίου όχι για να τα πούμε, αλλά για να
κάνουμε όσα εδώ είπαμε και όσα το πρόγραμμά μας λεπτομερώς αναφέρει.
Λαέ της Ελλάδας,γεια σου και με τη νίκη σον στις δεκάξη Σεπτέμβρη.»
Αν αυτός ήτανε ο προεκλογικός λόγος κάποιου από τους δύο (Καραμανλή ή Παπαντρέου ή όποιου
άλλου τέτοιου καθάρματος),τότε θα ήμουν τουλάχιστον άδικος αν τους κατέκρινα,τους
σατίριζα,τους λοιδωρούσα,τους ειρωνευόμουν.
Όπως όμως είναι τώρα αυτοί οι κανάγιες,θα ήμουνα κατακριτέος και κατάπτυστος αν δεν έκανα
όλα αυτά.
«To θέατρο της μιας σελίδας» για παράδειγμα,είναι μια αθώα γραφή στον τομέα της σάτιρας.
ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑΜΑΤΙΑ ΣΑΣ
Προεκλογική περίοδος αρχίζει και ο καθένας βουλευτής φροντίζει
πώς πιότερο το λαό θα κοροϊδέψει
ψήφους περσότερους για να μαζέψει.
Προεκλογτκη περίοδος μας φτάνει τα "θα" απ’ την τσέπη του ο Ρέππας βγάνει
και σβάρνα παίρνει ράχες και ραχούλες
παρακαλώντας γέρους ΚΑΙ γρηούλες.
Τα ολάκριβό TOU άφησε γραφεία
και τη φτηνή αρχίζει επαιτεία-
ιδέτε τον σαν ζήτουλας πώς πάει
και πόρτα πόρτα μουλωχτά χτυπάει
Και τι ζητάει;-ποιος αυτόν το γρίφο
θα λύσει; -μα τι άλλο: μία ψήφο!
(τα εκατομμύρια τι ελεεινά που βγαίνουν
τους λάτρεις τους αφού έτσι
κατανταίνουν....)
Όμως της Τρίπολης λαέ δοξασμένε-
(μ’ από θεούς κι ανθρώπους ξεχασμένε)
αν δε σου πω εγώ ποιov να ψηφίσεις
μόνος σου κι έρμος πώς θ' αποφασίσεις;
Άκου λοιπόν πώς να σκεφτείς θα πρέπει.
Πρώτα την τρύπια σου ξέχνα την τσέπη'
Τρύπια και ήτανε αυτή και θα 'ναι
όσο ΣΤΗ γη ποτάμια θα κυλάνε-
Αφού λοιπόν αυτό καλά χωνέψεις σε άλλες γόνιμες ανοίξου σκέψεις-
γιατί έξω από την τσέπη-ζωή να 'χει
έχει ο άνθρωπος κι ένα στομάχι.
Kαι τους πολιτικούς-ό,τι κι αν κάνεις-
μες στους ανθρώπους πρέπει να τους βάνεις.
Ναι,άνθρωποι είναι κι οι πολιτικοί μας
και μάλίστα άνθρωπσι πολύ δικοί μας.
"Κι ο Ρέππας;" θα μου πεις- κι αυτός βεβαίως!
Φάτσα μπουλντόγκ κι αν έχει, μα έχει κλέος
και φήμη και πειθώ κι αν βγει απ’ τη μέση
το ασφαλιστικό του θα σου αρέσει.
Κι όμως στους δρόμους έξω έχεις έβγει
κι όπου το βλέμμα σου ήθελε τον έβρει
θα του 'δινες γερά να καταλάβει
πως ξέρεις-πως δεν εισαι ντιπ κουτάβι.
Τώρα θα πεις-κι εδώ θα έχεις δίκιο-
πως,απ' το υπουργικό του το οφφίκιο
(ποιος θα μπορούσε αυτό να το πιστέψει;)
έχει την ανεργία ξεπαστρέψει.
Και τόσο έχει ξεφύγει από τα όρια
της ανεργίας απ' τους αλλους xώρια
τους ευρωπαίους εταίρους,που εκείνοι
του λένε αλλο να μην επιμείνει
καί να μη μεγαλώσει άλλα το χάσμα
που φαντασίας τρελής θυμίζει πλάσμα'
Kαι μάλιστα πως πρέπει να τολμήσει
κι απ’ τη δουλειά τους κάποιους ν’ απολύσει
ώστε αυτοί μη δείξουν στους λοούς τους
ότι δεν κόβει όσο TOU Ρέππα α νους τους
κι ενώ ανέργους τόσους έχουν κείνοι
σε μας κανείς-παρόλ-δεν έχει μείνει.
Πώς να το κάνουμε; πρέπει για λίγο
(μεγάλα κράτη ελπίζω να μη θίγω)
στην προοδό μας να οπισθοχωρούμε
για να μας φτάνουν κείνοι που αργούνε.
Γιατί έτσι κάναν οι "κινηματίες"
που να "χουμε παντού επιτυχίες
κι ηλίου φαεινότερο είναι ότι
σε ολα πια παντού είμαστε πρώτοι.
Και τώρα πλέον άνεργον δε βρίσκεις
όσονε χρόνο κι αν καταναλίσκεις
(αν θα μπορούσες χρόνο να ξοδεψεις
χωρίς απ' τη δουλειά σου να τον κλέψεις).
Ω! Ρέππα! Πώς τα έχεις καταφέρει
και τα επάνω κάτου τα 'χεις φέρει-
πώς εκατάφερες και σε αργία
στην Τρίπολη έβαλες την ανεργία!...
Μα δεν μπορούσε φίλοι αλλιώς να γίνει:
κι η ανεργία όταν θωρεί κι εκείνη
τη φάτσα την ανέκφραστη του Ρέππα
φεύγει για της Ρωσίας σε κάποια στέπα.
Kαι οταν τον ακούει να μιλάει
και το στραβό για ίσο να περνάει
τότε περσότερο κάβε ημέρα
η κακομοίρα πάει παραπέρα.
Αλλά έχω ξεφύγει από το θέμα
και θα μου έλεγες πως είπα ψέμα
όταν σου είπα πως θα προσπαθήσω
για ψήφο μια σωστή να σε βοηθήσω.
Στομάχι έλεγα λοιπόν πως έχουν
και οι πολιτικοί μας' κι όλο τρέχουν
μ' ένα σκοπό μονάχα-το στομάχι καθείς τους του σκασμού γεμάτο να'χει.
Άκου λοιπόν λαέ της Αρκαδίας-
λαέ διστακτικέ μέχρις αηδίας
που κάθε τέταρτον αφήνεις χρόνο
να σε πονάει του δισταγμού τον πόνο.
Λοιπόν-αφού είναι οι πολιτικοι μας
η δόξα,η τιμή και η ζωή μας,
δεν πρέπει σαν αυτες να τους τιμούμε
κι ό,τι καλό γι αυτούς να προσπαθούμε;
Ποιος όχι θα 'λεγε; Κι αυτοί που τώρα είκοσι χρόνια κυβερνούν τη χώρα
δε βλέπεις πόσο έχουν παραφάει που άλλο η κοιλιά τους δε χωράει-
πως το στομάχι τους πάει να σπάσει;
(Και ούτε σκέψη κάποιος να ξεράσει όσα για είκοσι μασάει χρόνια-
καθείς μόνο να τρώει θέλει αιώνια).
Μα συ λαέ που τους πολιτικούς σου ανθρώπους θεωρείς πολύ δικους σου
δεν πρέπει απ' το πολυ που έχουν φάει
κανείς τους να φροντίσεις να μην πάει;
Γι αυτό λοιπόν καλή μια πράξη κάνε: στην άκρη πάρε ευλαβικά και βάνε αυτούς που είκοσι χρόνια κυβερνάνε ώστε να μην μπορούνε πια να φάνε.
Και άσε τους στην άκρη να χωνέψουν,
απ' το πολύ φαϊ για να μη ρέψουν' και να τους έχεις έτοιμους και πάλί όταν ξανάρθει η ώρα η μεγάλη
πάλι μιαν Αλλαγή γερή να φέρουν και την πατρίδα σου να συνεφέρουν-πάλι τα ηνία της να χερακώσουν
κι απ' τη Δεξά και πάλι να σε σώσουν.
Τώρα θα πεις, στην άκρη σαν τους βάλεις
πέρα μονάχος συ πώς θα τα βγάλεις
που όλα σ' εκείνους τα 'χες παραδώσει
και συ είχες την αρίδα σου απλώσει;
Ποιος τώρα τα λεφτά σου θα σου παίρνει;
Ποιος τη διχονοια στο λαό θα φέρνει; Ποιος ψεύτικα στον πόνο σου θα κλαίει;
άσπρο το μαύρο ποιος θα σου το λέει;
Εγώ λοιπόν μπορώ να σε βοηθήσω-
τουλάχιστο μπορώ να προσπαθήσω
και λύση στο μεγάλο πρόβλημά σου
να δωσω,και να φύγει η ακεφιά σου.
Πάρ'τη" Δεξά λοιπόν που πεινασμένη
κάθεται xpovιa τώρα η καημένη
και βάλε κείνηνε τώρα να φάει
μη κι απ' την τόση πείνα η δόλια πάει!
Πολιτικοί κι αυτοί.Βάλτους να φάνε
που είκοσι χρόνια τώρα σού πεινάνε.
Τάϊστους κι αυτούς-παιδια δικά σου είναι.
Και πεινασμενος συ όπως πάντα μείνε.
Ετσι σοφά ο λαός πρέπει να κάνει
ώστε μετά μην τρέχει και δε φτάνει
πρέπει -'γω θα στο πω;- να κοβει ο νους του
και να προσέχει τους πολιτικούς του.
Κι όταν χωνέψουνε τελείως οι άλλοι
και άδειο το στομάχι θα 'χουν πάλι
κι όταν οι νέοι σίγουρα χορτάσουν
και παν κι αυτοί απ' το φαι να σκάσουν
τότε τους ξαναλλάζεις πάλι ησύχως
με σηκωμούς κι επαναστάσεις δίχως.
Και όλα ήσυχα και πάλι θα 'ναι
καθώς του χρόνου οι ρόδες θα κυλάνε.
Τότε θα υποφέρεις λαέ καημένε
ξέροντας όμως πια ευλογημένε
πως έχεις το καθήκον σου εκτελέσει
όπως σ' ανθρώπους και θεούς αρέσει.
Πως έχεις δίκια δηλαδή μοιράσει
ό,τι δικό σου είχες μες στην πλάση
αίμα κι ιδρώτα και ψυχή και νου σου
στους που πολύ αγαπάς πολιτικούς σου.
(Απόσπασμα από το έργο «Η ΖΗΤΙΆΝΑ»
………………………………
(μπαίνει ο Καραμανλής)
Καραμανλής
Εγώ να! τους δικούς μου να βολέψω για να τους έχω αν τους χρειαστώ, όσο μπορέσω πιο πολλά να κλέψω, και πια κι εγώ να πάω στο καλό.
Τώρα τι λέτε για βιβλιοθήκες
για πνεύμα τι και για πολιτισμούς-
άλλες για μένανε μετράνε νίκες και άλλων πολιτών ακούω εσμούς.
Κι αν υπουργός πολιτισμού έχω γίνει και αν γι Ακαδημίες σας μιλώ
είναι που τρέξιμο αυτό μου δίνει
να χάσω έτσι και κανα κιλό.
Ας πάει κατά διαόλου κι η Ελλάδα κι οί έλληνες μαζί της-μόνο εγώ να 'μαι καλά και όσο η αγελάδα γάλα έχει,με μανία να της ρουφώ.
Χέστηκα εγώ αν μια βιβλιοθήκη
ή είναι ή και δεν είναι ανοιχτή... Δε δίνω για την Τρίπολη καπίκι-
το μόνο της που θέλω ειν η πηχτή.
Κι ο ι Παπαντρέου στην πόλη σας αν έρθει
και μου τον φέρτε από κει νεκρό
μέσα στης πρώτης μου χαράς τη μέθη
τότε μπορεί να δείτε κανα ευρώ. '
Και μη μου ενοχλείτε τογ Τατούλη
αφήστε τον να φάει καλά κι αυτός
ως ο Πυθέας έφαγε απ’ τη Θούλη
κι ως τρώει ξύλα ο φούρνος ο καυτός.
Τέταρτο πλαίσιο έρχεται-τι λέτε;
θα θέλατε ν'αφήσω το ψητό
και να προσέχω εσάς που μιξοκλαίτε
για κάποιο θηλυκό εκεί κουτό;
Κι αν ο πολιτισμός τάχα φροντίζει
καθώς η βιβλιοθήκη για το πνεύμα,
για μένα πρόσκαιρο είναι μετερίζι
και τον χαλώ αν θέλω μ' ένα νεύμα.
Μα όλα αυτά που τώρα δα σας λέω
να τα ξεχάστε ο ίδιος θα σας κάνω
στων εκλογών το γύρο όταν τον νέο
θ' ανηφορίσω πάλι εκεί πάνω,
και με τουπέ και μ' ύφος και με πάθος
λαγούς θα υπόσχομαι με πετραχήλια
προσέχοντας μη κάποια λέξη λάθος
καθώς μιλώ μου βγει από τα χείλια.
Και τότε πάλι εσείς θα με ψηφίστε
όπως τ' αρνιά ψηφίζουν το λιοντάρι'
και ήσυχον και πάλι θα με αφήστε
του ...κράτους να σηκώσω εγώ τα βάρη.
Και πάλι όλους θα σας κοροϊδεύω
και πάλι θα τα πάρω όλα μπλαστρί
και πάλι εγώ παρέα θα σας δουλεύω
με τον πατριώτη σας απ' το Καστρί.
Και όλ' αυτά γιατί όποιον κι αν φηφίστε,
ζώα έτσι που 'σαστε τέτοια ζητάτε''
γιατί καθόσαστε όπου βρωμίστε
κι όπου πριν φτύνατε μετά φιλάτε.
Λοιπόν βιβλιοθήκες θα σας φτιάξω
για να ξυπνείστε και να με πετάξτε;
Όχι-κι όπου τις βρω θα τις ρημάξω
καινούργιες όσες κι αν εσείς θα ψτιάξτε.
Γεια σας κορόϊδα. Για όλα ευχαριστώ σας-
για τον ιόρώτα σας, τη σάρκα, το αίμα...
μα πιο πολύ φχαρστώ για το μυαλό σας'
μα το θεό-ποτέ δεν είπα ψέμα...
(βγαίνει ο Καραμανλής)………..
ΟΙ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Ο παππούς
προδότης του λαού και της πατρίδας του
με τις πληγές ακόμα της ψυχής μας ανοιχτές
και τους νεκρούς μας άθαφτους
μας επαράδωσε αλυσόδετους στους Άγγλους.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο γιος
προδότης του λαού και της πατρίδας του
ζωσμένος το αλεξίσφαιρο γιλέκο του-
τάχα πως κινδυνεύει ο γελοίος-
και μ' ένα τσούρμο αλήτες από πίσω του,
με τα πλεμόνια του γεμάτα υποσχέσεις,
πανούργος κι άπληστος σαν αρχηγός Αυλής
Θαυμάτων
στα πόδια μπρος μας πέταξε των ευρωπαίων
αφού εφοδίασε πρώτα τον καθένα μας με
βούρτσες
μπογιές και μ' ένα κασελάκι.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο εγγονός
πιστός στις παραδόσεις της οικογενειάς του
και στου λαού του ιδιου πάντα υπολογίζοντας
τη διανοητικήν αναπηρία
τα νύχια του ακονίζει,
αθόρυβα λακέδες στρατολογεί
και σκάβει το λαγούμι του για να βρεθεί
κάτω από την καρέκλα του πρωθυπουργού
ώστε την ώρα την κατάλληλη,
να ωρθωθεί και πια,
γεμάτος λάσπη, σκότος και σκουλήκια
να κάτσει πάνω της.
Για να μας ρίξει κι αυτός με τη σειρά του σε ποιανού
νέου όρνιου νύχια τώρα;
TA ΜΑΡΜΑΡΑ
Βρε κοίτα πώς αλλάζουνε σε μία μέρα όλα
κι ενώ ο Σημίτης έλεγα πως θα τη φάει τη φόλα
κοίτα πώς τώρα γύρισε το φύλλο! Και να δείτε
πως προ εκπλήξεως κι εγώ κι εσείς θε να βρεθείτε.
Πια γκόβερνο όχι-δε θ'α 'ρθει-Νέας Δημοκρατίας,
γιατί απλούστατα ο Μπλέρ, ο ηγέτης της Αγγλίας
οσα έκλεψαν αγάλματά ο Ελγιν και οί άλλοι
εδήλωσε πως γρήγορα θα μας τα δώσει πάλι.
Kι αυτό θα γίνει σύντομα, πριν εκλογές να 'ρθούνε
και όποιοι τώρα κυβερνούν;πάλι θα κυβερνούνε.
Γιατί; Θέλει και ρώτημα; Γιατί αν αυτό θά γίνει
φαϊ θα έχουμε όλοι μάς-και πια τo θέμα κλείνει.
Οι διαδηλώσεις παύουνε, παύουν κι οι απεργίες.
Και παύουν γιατί για όλα αυτά θα λείψουν οι αιτίες
αφού ο κόσμος τότε πια θα τρώει όσο θέλει
και τότε όλα ζάχαρη-και τότε όλα μέλι.
Τότε αν πεινάει ο λαός και πάει γι απεργία.
δίχως καθόλου άργητα ή κωλυσιεργία
μια ψηταριά θα στήνεται με σίδερο ένα ντούρο,
και η κυβέρνηση εκεί θα ψήνει έναν Κούρο.
Kι όταν φωνάζουν οι άνεργοι φαϊ πως δεν υπάρχει
μία Καρυάτιδα βραστή θα τρώνε δίχως πάχη.
Και βλοσυροί όσοι ροβολάν βοσκοί μας απ' τα ‘ορη
θα τους σερβίρεται άμεσα κοκκινιστή μια Κόρη.
Τους Κένταυρους θα βάλουμε για μας δουλειές να κάνουν,
τους Γίγαντες τα έργα μας τα επίπονα θα φκιάνουν,
οι Νύμφες μας ημίγυμνες χορούς θα μας χορεύουν
με Σειλινούς και Σάτυρους αισχρά να τις χαϊδεύουν.
θα καταργήσουμε τη ΔΕΗ γιατί ο φωτοδότης
Απόλλων, φως ποιότητας θα μας παρέχει πρώτης'
και πάει ο ΟΤΕ και τα ΕΛΤΑ, ο Ερμής αφού ο μαγκιόρος
ανέξοδος και γρήγορος θα ‘ναι μαντατοφόρος.
Ταν Δία-Ρέππα μοναχά που από τo υπουργείο
στη φτώχεια πάνου κεραυνούς σβουρίζει δύο δύο-
από το χρυσοφόρο του θα πάρουμε to πόστο
ώστε-ίδιο μάρμαρο κι αυτόν-να τονε φάμε ρόστο.
Η Άρτεμη θ' αντικαθιστά τη δεκαεφτά Νοέμβρη
αφού ένα βέλος θ' αμολά κι αυτή και όποιον έβρει,
με τα ποτάμια ο Ηρακλής θα καθαρίζει βούρκους,
κι ο Άρης,άμα μας ριχτούν,θα σταματάει τους τούρκους.
Και τότε πια παράδεισος θα είναι η Ελλάδα
κι ανάμνηση η που τρώγαμε ως τώρα φασουλάδα,
Και ο Σημίτης θα ‘ναι πια πρωθυπουργός και πάλι
μιας και τη φτώχεια στη γωνιά θα 'χει για πάντα βάλει.
Πλην αν μετ’ τ’ άλλα αγάλματα μας έρθεί και η Δίκη'
γιατί αυτή απ’ τη χρυσή θα βγάλεί ευθύς τη θήκη
τo ξίφος Της, που θάνατο σε άθλιους κλέφτες δίνει,
κι από την κλίκα του ΠΑΣΟΚ ρουθούνι δε θα μείνει.
ΠΟΛΙΤΙΚΟΊ
Τώρα ετοιμάζουν το φαϊ τους
ελληνικέ λαέ. Κοίτα τους
πως γύρω από το λαιμό τους
πετσέτες τα ιδανικά μας δένουν...
Τώρα τρώνε ελληνικέ λαέ. Κοίτα τους
πώς τις σάρκες καταβροχθίζουν των παιδιών σου.
Κοίτα πώς σπίθες το αγριεμένο βλέμμα τους πετάει.
Τώρα πίνουν ελληνικέ λαέ. Δες πώς ασταμάτητα
ανεβοκατεβαίνει ο λάρυγγάς τους,
καθώς άπληστα το αίμα σου ρουφάνε...
Τώρα χωνεύουν ελληνικέ λαέ. .Άκου τα ρεψίματα
και τους αερισμούς τους
ξαπλωμένοι όντας στη λάσπη...
Τώρα χτίζουν ελληνικέ λαέ.
Χτίζουν μια πολιτεία ελεύθερη λένε.
Χτίζουν μια πολιτεία δίκαιη λένε.
Χτίζουν μιαν Ελλάδα μεγάλη λένε.
Χτίζουν μια δημοκρατική πολιτεία
για τα παιδιά σου λένε.
Ελληνικέ λαέ,
τους βλέπεις όλους, πώς,
διασκεδάζοντας,
κινήσεις χτισίματος με άδεια χέρια κάνουν.
ΤΩΡΑ;...
Βρε τι μπέρδεμα είναι τούτο
που τη νέα χρονιά μας βρήκε!
Άτσαλα ο νέος χρόνος στην απλή ζωή μας μπήκεΙ
Ένας ξέραμε ως τα τωρα πως το αίμα μάς ρουφάει, πως ρουφιάνους εκκολάπτει
κι ότι σκάνδαλα γεννάει.
Ένας ξέραμε κρατάει
της Ελλάδας τα ηνία
και στο βάραθρο πως λαύρος
τηνε σέρνει με μανία.
Έναν είχαμε προδότη
και χαφιέ της ανθρωπιάς μας
έναν είχαμε δυνάστη
και φονιά κάθε χαράς μας.
Κι είμασταν συνηθισμένοι
ένας να 'ναι ο μαφιόζος που στα σκάνδαλα ήταν άσσος
και στη διαφθορά βιρτουόζος.
Αλλά τώρα τι σκοτούρα!
Δε μας φτάναν τα μεγάλα
που 'χαμε τα βάσανά μας, έπρεπε να 'ρθούνε κι άλλα…
Και θα έχουμε από τώρα έγνοιες κι άλλες στο κεφάλι
λες και λίγο ήταν όσο
μέχρι τώρα είχαμε χάλι.
Εναν ξέραμε βρωμιάρη και παλιάνθρωπο και κλέφτη
τώρα δυο-λες εσκεφτήκαν
λίγος ο ένας πως μας πέφτει.
Και αρχίζουν οι απορίες:
Τώρα ποιος θα κυβερνάει;
Ο Κινέζος ή ο Γιωργάκης;
Και τον άλλο ποιος θα φάει;
Και ο ένας θα νικήσει στον αγώνα σα θα μπούνε,
ή θα 'ρθούνε ισοπαλία
και θ' αλληλοφαγωθούνε;
Στη γελοία αυτήν παράτα
που 'χουνε κι οι δυο διαλέξει
ποιος περσότερο απ' τους δύο
χρόνο άραγε θ' αντέξει;
Και ποιανού ήταν ιδέα
δυο μαζί να κυβερνάνε
σ' ένα τόπο που έναν μόνο
δέχεται αφέντης να 'ναι;
Θα εμφανίζονται κι οι δυο τους
σε μπαλκόνι πάνω ένα
ή θα βγαίνουν ένας ένας
σα σε δίδυμων τη γέννα;
Και οι δυο θα χαιρετάνε
στο μπαλκόνι όταν βγούνε
ή εναλλάξ τα δυο τους χέρια
χαιρετώντας θα κινούνε;
Κι αν κι οι δυο τους χαιρετάνε –
αν αυτό τέλος διαλέξουν-
τότε εκτός από τα μπούτια
και τα χέρια δε θα μπλέξουν;
Ποιος θα πλέκει το εγκώμιο
της Ευρώπης τώρα; Εκείνος
που εκεί μας έχει χώσει
ή ο άλλος-ο δελφίνος;
Και σε ποιον θα πρωτοτρέχουν
οι υπουργοικαι οι συμβούλοι
πρωι πρωί για τον καφφέ τους
και σε ποιον θα είναι δούλοι;
Ποιος θα βγαίνει στην τι-βι μας
για να λέει τα δικά του-
ο Σημίτης με τη Δάφνη
ή ο μικρός με τη μαμά του;
Ποιόν δουλόπρεπα ο Χυτήρης
να υμνεί θα επιλέξει-
για ποιον μέλι από κερήθρα
κάθε του θα στάζει λέξη;
Ποιον ο Ρέππας θα εκθειάζει
κι απ' τους δυο ποιόνε θα γλύφει
και σε ποιόνε σαν κοτούλα
παστρικιά θα κάτσει νύφη;
Ποιον η Βάσω κι ο Ευθυμίου
απ' τους δύο θα στηρίζει;
Ποιον θα προσκυνάει ο Άκης;
Ποιον ο Πάγκαλος θα βρίζει;
Ποιος και ποιόνε θα διορίζει;
υπουργό και σύμβουλό του;
Ποιος θα κάνει ό,τι του ’ρθει
κι ό,τι λέει το μυαλό του;
Τώρα ποιος θα συμμαζεύει
τ' ασυμμάζευτα του τόπου;
Ποιος θα σύρει μετά τόσου
της Ελλάδος το άρμα κόπου,
που ζεμένα τώρα θα 'χει
όχι ένα μα δυο ζώα
κεντροαριστερά πλην όμως
και αριστεροκεντρώα;
Κι αν δεξά τραβάει ο ένας
και αριστερά ο άλλος
δε θα γίνεται βαβούρα
και κακό και μέγας σάλος;
Ποιο απ' τα δύο-τ' όνομά του,
ή τους μύθους που του πλάσαν,
θα μεμφθούνε οι "συντρόφοι"
όταν δούνε πως εχάσαν;
Ποιος περσότερο θα τρώει;
Ποιος περσότερο θα κλέβει;
Ποιος θα έχει των αιώνων
μεγαλύτερη τη χλεύη;
Ποιος της διαφθοράς θα υφαίνει
γρηγορότερα το σάλι;
Ποιος βαθύτερα στη δίνη
της Ευρώπης θα μας βάλει;
Κι ο Γιωργάκης στο Σημίτη
ανανέωση θα δώσει
ή ο Γιώργος μες στην ήττα
του Σημίτη θα λασπώσει;
Και τρανότερος ποιος είναι
καραγκιόζης απ' τους δύο-
ο παλιός που έχει βάλει
κάθε τσίπα στο αρχείο
ή ο νέος που κομπάζει
ότι νέο κάτι φέρνει,
στου παλιού μέσα το έλος
αφού κιόλας παραδέρνει;
Και περσότερο το λαό μας
απ' τους δυο ποιος ονειδίζει-
ο παλιός που τη φυγή του νίκης πλάνο την βαφτίζει,
ή ο νέος που ως τα τώρα
σ' όλα μέσα ήταν τα κόλπα και τα κόλπα του εκείνα τώρα νέα τα λέει όπλα;
Εγώ κάθομαι εδώ χάμου
και τους φαύλους καυτηριάζω και αυτοί όταν μ ακούνε
σαν συνείδησή τους μοιάζω.
Και περνάει ο καιρός μας κείνοι οι δύο ν' αδικούνε
και εγώ να ξαναγράφω
και αυτοί πάλι ν' ακούνε...
Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΓΥΦΤΩΝ
Ή
ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΠΟ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΓΙΑΤΟ ΙΚΑ ΓΙΑΤΡΩΝ (συνταχθέν από τον ίδιο τον διοικητή του ΙΚΑ κύριο Νεκτάριο)
1. Κατά τη γνώμη σας έχουν λόγο ύπαρξης στην Ελλάδα άλλα κόμματα πλην του κυβερνώντος; ΝΑΙ-ΟΧΙ
2. Όταν θέλετε να πείτε μία λέξη που αρχίζει από ΠΑ-,καταβάλλετε προσπάθεια για να μη τη συνεχίσετε με -ΣΟΚ; ΝΑΙ-ΟΧΙ
3. Ποια ήταν η τέταρτη λέξη του λόγου που εκφώνησε ο Α. Π. στο Σύνταγμα στις 8-10-88; (αν δεν ξέρετε τι σημαίνει το Α. Π, είναι περιττό να συνεχίσετε να απαντάτε στο παρόν ερωτηματολόγιο)
()
4. Αν προσληφθείτε θα χορηγείτε στους ασθενείς σας και φάρμακα που έχουν άλλο χρώμα εκτός από το πράσινο;
ΝΑΙ-ΟΧΙ
5. Αντικειμενικά κρίνοντας, ο Λεφτέρης Βελιζέλος μεγάλωσε περισσότερο την Ελλάδα ή ο Κώστας Σημίτης (υπογραμμίστε το σωστό-μη συμπεριλάβετε στην εκτίμησή σας ξερονησίδες)
(Βενιζέλος-Κώστας Σημίτης)
6. Όταν ακούτε λέξεις που περιέχουν συνεχόμενα τα γράμματα "νου" και "δου", κάνετε εμετό ή απλά νιώθετε ναυτία; (υπογραμμίστε το σωστό)
(εμετός-ναυτία)
7. Προσεύχεστε στο Θεό ή στον άγιο Νεκτάριο; (υπογραμμίστε το σωστό)
(Θεός-άγιος Νεκτάριος)
8. Πιστεύετε στις φήμες για την ύπαρξη στο παρελθόν κάποιου πολιτικού με το όνομα Κωνσταντίνος Καραμανλής; ΝΑΙ-ΟΧΙ
9. Όταν οδηγείτε στην πόλη, στρίβετε ποτέ δεξιά, έστω και αν επιτρέπεται, ή διαλέγετε να κάνετε το γύρο του τετραγώνου και να βρεθείτε στο μέρος που θέλετε να πάτε στρίβοντας όλο αριστερά; (υπογραμμίστε αναλόγως)
(δεξιά-αριστερά)
10. (Ερώτηση μόνο για όσους γράφουν ποίηση.Οι υπόλοιποι παρακαλούνται να αγνοήσουν την ερώτηση)
Έχετε ριμάρει ποτέ το ΙΚΑ με "κλίκα";
ΝΑΙ-ΟΧΙ
11. Έχει κάποιος συγγενής σας - μέχρι τρίτου βαθμού συγγενείς- με γαλάζια μάτια;
ΝΑΙ-ΟΧΙ
12. Σας έχει περάσει ποτέ, έστω και σαν απλή υποψία από το μυαλό, ότι στο ΙΚΑ γίνονται προσλήψεις με κομματικά κριτήρια; ΝΑΙ-ΟΧΙ
Ημερομηνία: Υπογραφή
ΑΛΜΑΝΑΚ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟ
Α' ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
25 Αυγούστου
Ο Ζορμπάς δολοφονείται. Ο Καραμανλής βρίσκεται πάνω από το πτώμα με ένα ματωμένο μαχαίρι στο χέρι του. Συλλαμβάνεται και παραπέμπεται ο Γιώργος Καρατζαφέρης.
26 Αυγούστου
To ΠΑΣΟΚ κυκλοφορεί αφίσσα της Ντόρας χαμογελαστής. Γλάλοπ ανάμεσα στους περαστικούς δείχνει πτώση της Ν Δ κατά πέντε μονάδες. Η ΝΔ αστραπιαία εμφανίζει φωτογραφία του Παπανδρέου να γελάει μπροστά στις κάμερες. To KKE ανεβαίνει εφτά μονάδες.
27 Αυγούστου
Ο Αλαβάνος βάζει υποψηφιότητα και στο Ντουμπάϊ.
Ο Καραμανλής λύνει το Ασφαλιστικό.
28 Αυγούστου
Οι Τούρκοι παίρνουν τη Λέσβο.
Ο Καρατζαφέρης σκίζει τα ρούχα του και βγαίνει με το σλιπάκι του στα «παράθυρα».
Ο Καραμανλής δηλώνει: «Οι μεταρρυθμίσεις θα συνεχιστούν».
29 Αυγούστου
To ΠΑΣΟΚ δηλώνει πως θα δώσει αύξηση πέντε λεπτά του ευρώ το μήνα στους μικροσυνταξιούχους. To βράδυ της ίδιας μέρας ο Καραμανλής ρωτάει από την Κοζάνη: «Ας μας πει, πού θα βρει τα λεφτά ο κύριος Παπανδρέου;»
30 Αυγούστου
Ο Καραμανλής ανακοινώνει την πρόθεσή του για υπουργοποίηση του γιου του μετα τις εκλογές της 16 Σεπτέμβρη.
Η κόρη του τον κατηγορεί για ρατσισμό και αντιφεμινισμό και φεύγει από το σπίτι. Η οργάνωση «Χαμόγελο του παιδιού» αυτοδιαλύεται.
31 Αυγούστου
Η Γιαννάκου δηλώνει ότι μετά τις εκλογές θα ασχοληθεί με την Παιδεία. Η Παιδεία αυτοκτονεί.
Β' ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
1 Σεπτεμβρίου
Ο Καραμανλής αποφασίζει τα ομόλογα στο εξής να λέγονται ετερόλογα. Στους στενούς του συνεργάτες δικαιολογεί την απόφασή του με τη φράση: «Έτσι ησυχάζουμε από τις αναφορές του Παπανδρέου στο θέμα-ώσπου να μάθει την καινούργια λέξη θα έχουνε γίνει οι εκλογές».
2 Σεπτεμβρίου
Ο Αβραμόπουλος σκοτώνει την φιλιππινέζα που του σιδερώνει γιατί δεν έκανε καλή
την τσάκιση στο δεξί μπατζάκι του παντελονιού του.
Οι νεοδημοκράτες τον κατηγορούν για υπερβολικό δανδισμό. Αυτός αμύνεται: «Τι φωνάζετε; Έτσι κι αλλιώς οι φιλιππινέζες δεν ψηφίζουν».
Ο Καραμανλής ξαναλύνει το Ασφαλιστικό.
4 Σεπτεμβρίου
Ο Καραμανλής σε μια πολυμέτωπη επίθεση εναντίον του Παπανδρέου, τον κατηγορεί
για το «Ναι» στο σχέδιο Ανάν.
Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ δηλώνει: «Ας θέσουμε επιτέλους το θέμα στις σωστές του διαστάσεις για να πάψει να θεωρείται η παράταξή μας εθνικός μειοδότης.
Όλο το θέμα ήτανε θέμα γλώσσας. Ο Πρόεδρός μας μάθαινε ακόμα τότε ελληνικά και νομίζω ότι όλοι κάνουνε λάθη στην αρχή μιας τέτοιας μαθητείας-νόμιζε ότι ναι σημαίνει όχι.»
Ο πρόεδρος της Κύπρου Παπαδόπουλος ερωτώμενος: «ουδέν σχόλιον».
5 Σεπτεμβρίου.
Φωτιά στο Ζάππειο.
Αποδίδεται σε εμπρησμό.
Συλλαμβάνεται ο Γιώργος
Καρατζαφέρης.
6 Σεπτεμβρίου
Η ΝΔ αναθέτει συγγραφή βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ' Δημοτικού στο
τούρκικο υπουργείο Παιδείας.
Ο Αλαβάνος βάζει υποψηφιότητα και στο Ερζερούμ.
Η Ντόρα πείθεται να μην ξαναγελάσει ως τις εκλογές.
7 Σεπτεμβρίου
Δεύτερο ντιμπέϊτ με όλους τους αρχηγούς κομμάτων.
Ο Καρατζαφέρης μετράει την κοιλιά του με του Καραμανλή και ο Παπανδρέου το ύψος του με τον Αλαβάνο. Έπαθλο η είσοδος των νικητών στη Βουλή. Κερδίζουν ο Καρατζαφέρης και ο Αλαβάνος.
Ο Παπαθεμελής κουνάει το κεφάλι του και ο καμεραμάν τον ακούει να ψιθυρίζει: «Τι έχω να δω ακόμα...τι ήθελα κι ερχόμουνα...»
8 Σεπτεμβρίου
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας κλέβει διακόσα εκατομμύρια ευρώ από το Δημόσιο. Ο Παπανδρέου απαιτεί να ζητηθεί συγνώμη, ο υπουργός ζητάει συγνώμη και ο Παπανδρέου ανακοινώνει περήφανος: «η Δημοκρατία νίκησε».
Ο Καραμανλής ξαναλύνει το Ασφαλιστικό.
9 Σεπτεμβρίου
Η Παπαρήγα ανακοινώνει μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. To σφυρί πέφτει πάνω στο κεφάλι της Παπαρήγα και το δρεπάνι τραυματίζει τον Αλαβάνο στο αριστερό χέρι.
Στον τόπο όπου έπεσε η Παπαρήγα φύτρωσε ένα Χρηματιστήριο και από το χώμα το ποτισμένο με το αίμα του Αλαβάνου βγήκανε δέσμες πέντε χιλιάδων δολλαρίων καθεμιά τους.
«Θαύμα!» ανακράζει ο Καραμανλής.
10 Σεπτεμβρίου
Η Τζέϊ Πι Μόργκαν ζητάει πίσω τα λεφτά που έδωσε στα ταμεία αλλιώς απειλεί ότι θα μηνύσει τα ταμεία για κακοδιαχείρηση.
Ο Καραμανλής κλείνει μέσα τον Καρατζαφέρη. «Καλού-κακού»,εξηγεί στους συνεργάτες του.
11 Σεπτεμβρίου
Η Ντόρα εμφανίζεται στην τηλεόραση με τσιρότο να της κλείνει το στόμα, κρατώντας μια ταμπέλλα που γράφει: «To γέλιο δεν είναι υγεία».
Ο Αλαβάνος βάζει υποψηφιότητα και στον Άρη. «Αν υπάρχει ζωή»,διευκρινίζει.
12 Σεπτεμβρίου
Ο Άκης αγοράζει ένα μενταγιόν στη γυναίκα του, που στοιχίζει εφτά δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι πασοκτζήδες ανησυχούν για την επίδειξη πλούτου του Άκη.
Ο Παπανδρέου τον βάζει να γράψει εκατό φορές «Δε θα ξανακλέψω»
Ο Αχιλλέας μουρμουρίζει: «Κι εγώ έκλεψα μόνο δύο δισεκατομμύρια... Θα πω του μικρού να με βάλει στο Εθνικής Άμυνας».
13 Σεπτεμβρίου
Ο Παπανδρέου μιλώντας στη συγκέντρωση της Αθήνας: «Ελληνικέ λαέ, το ΠΑΣΟΚ
ενίκησε!». Την ίδια μέρα ο Λαλιώτης του κάνει δώρο τη Γραμματική του
Τριανταφυλλίδη.
14Σεπτεμβρίου
Σπάνε τα νερά της έγκυας κάλπης. Την ίδια μέρα γεννιούνται πεντάδυμα. Ο Καραμανλής αγοράζει πέντε παιδικά βιβλία με τον τίτλο «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη».
Ο Παπανδρέου αγοράζει πέντε κρεββατάκια και CDs με νανουρίσματα.
Η Ντόρα ζητάει εγγράφως να της βγάλουν χο τσιρότο από το στόμα. Της το βγάζουν, γελάει στα νεογέννητα και κείνα ξαναμπαίνουν στην κάλπη.
15 Σεπτεμβρίου
Τα Σκόπια ονομάζονται Μακεδονία.
Η Βόρεια Ελλάδα αυτοανακηρύσσεται αυτόνομο κράτος με το όνομα Πρώην
Ελληνική Περιφέρεια Μακεδονίας.
Ο Καραμανλής γίνεται πρωθυπουργός του νέου κράτους και προκηρύσσει αμέσως εκλογές.
Ο Παπανδρέου δηλώνει πως δεν αναμιγνύεται στις
εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών.
Ο Καρατζαφέρης εμφανίζεται χωρίς ούτε το σλιπάκι του στα τηλεοπτικά
παράθυρα.
16 Σεπτεμβρίου
Εκλογές. Ο Καραμανλής κερδίζει στα πέναλτις.
TO ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
ΝΕΟΝΑΚΗΣ
(Χώρος δρόμου ελληνικής πόλης με ένα κτίριο στο βάθος.
Μεσα απο το κτίριο ακούγεται η φωνη και Τα κλάματα του Νεονάκη ενω
δυο πολίτες μπαίνουν)
ΦΩΝΗ NEONAKΗ
Θέλω να προσφέρω στον τόπο! Ανοίξτε μου! θέλω να προσφέρω στο λαό
Α' πολίτης
Ποιος φωνάζει;
Β' πολίτης
Ο Νεονάκης είναι. Θέλει να τον βγάλουνε έξω για να.προσφέρει στο λαό λέει.
Α'
Και γιατί δεν τον βγάζουνε;
Β'
Ξέρω κι εγώ;
Α' Ας τον βγάλουμε, Θέλει να προσφέρει στον τόπο-κρίμα είναι να πάει χαμένη όποια προσφορά.
{Ανοίγουν την πόρτα και βγαίνει εξω ο Νεονακης Αμέσως πηγαίνει πισω απο τον Α* πολίτη και με ύφος έξαλλο, μάτια λάμποντα από απληστία και ταχύτατες κινήσεις βγάζει από τις τσέπες του o,τι αυτές περιέχουν, πετάει τα άλλα και βάζει στις δίκές του τσέπες τα χρήματα).
Α'
ΕΙ Τι κάνεις εκεί;
(Ο Νεονάκης συνεχίζει αυτό που κάνει σαν να μη του μίλησε κανείς. Ο Α' πολίτης
τον αποσπά με δυσκολία από πάνω του και ο Νεονάκης συνεχίζει τα ίδια με τον Β
πολίτη)
Β'
Φύγε! Φύγε ρε! Τι κάνεις; (Τέλος ακινητοποιούν τον Νεονάκη)
Α'
Τι κάνεις εκεί;
ΝΕΟΝΑΚΗΣ
Προσφέρω στον τόπο,
Α'
Προσφέρεις στον τόπο; Εσύ μας κλέβεις! Αυτό που κάνεις λέγεται κλεψιά.
ΝΕΟ
Δεν ξέρω πώς το λέτε σεις ,εμείς το λέμε προσφορά στον τόπο.
(Οι δύο πολίτες συνεννοούνται με τα μάτια και ξανακλείνουν το Νεονάκη πάλι
μέσα, αφού πρώτα του πάρουν μέσα από τις τσέπες του ό,τι τους πήρε)
ΝΕΟΝΆΚΗΣ
Όχι! Δε θέλω! Μη με κλείνετε μέσα! Μη! Όχι!
Α'
Πάμε από δω. Τι πήγαμε να πάθουμε… Πάμε.
Β'
Πάμε
(Βγαίνουν ενώ ακούγονται πάλι οι φωνές και τα κλάματα του Νεονάκη)
ΦΩΝΗ ΝΕΟΝΑΚΗ
Ανοίξτε μου! Θελω να προσφέρω στον τόπο! Θέλω να προσφέρω στον τόπο!
Μ' ακούει κανείς; Μ' ακούει κανείς; Κανείς δεν περνάει; Ααααα....
ΑΥΛΑΙΑ
ΠΑΛ! Τ΄ ΑΓΑΛΜΑΤΑ
Λόγος για κάτι μάρμαρα γίνεται τελευταία
που μας τα πήραν λέει πριν πολλές δεκάδες
χρόνια
κι η κλίκα τώρα του ΠΑΣΟΚ τα θέλει πάλι πίσω.
Κι ήταν δικά της μάρμαρα, λεει, γιατί εβρεθήκαν
στο μέρος όπου τώρα ζει-τόσο μυαλό κρατάει
να λέει πως απόγονος κάποιων ελλήνων είναι-
αυτών τη γη που παλαιά ετούτη κατοικούσαν...
Δε θέλει μάρμαρα ο λαός γελοίοι "κινηματίες".
Αν θέλετε ζητάτε τα μα όχι στ' όνομά του.
Φράγκο δε δίνει ο λαός γι αυτές τις παλιοπέτρες
που σχήμα κάποιοι ανθρώπινο ή ζώου τους έχουν
δώσει.
Τα μάρμαρα, τις τσέπες σας κοιτάζετε μονάχα,
απ' ό,τι τώρα, πιότερο ακόμα να γεμίσουν.
Πώς; Μόνο σεις το ξέρετε. Εγώ υποθέτω μόνον'
και λέω πως περιμένετε τον τουρισμό ν' αυξήστε
γιατ' οι τουρίστες θα 'ρχωνται τα μάρμαρα να
δούνε
και τον αγλέουρα κι από κει εσείς να ξαναφάτε-
και σεις και τα δισέγγονα και τα τρισέγγονά σας.
Μα κι έτσι να 'ναι, ο λαός δραχμή δε θα 'δει πάλι-
με μάρμαρα είτε δίχως τους εκείνος θα πεινάει
όπως πεινούσε πάντοτε καί ιδιαιτέρως όταν
ό,τι βρωμιά, την κάνετε τάχατες στ' όνομά του.
Τα μάρμαρά σας ο λαός δε θέλει να τα ξέρει-
κι αν θα τα πάρτε φάτε τα καθώς τις σάρκες
τρώτε
του λαού που κάθεται άβουλος και ηλίθια σας κοιτάζει
το αίμα και τον ίδρω του λαίμαργα να ρουφάτε.
Φαϊ ζητάει ο λαός που σεις δε θα του δώστε
είτε τα βρωμομάρμαρα τα πάρετε είτε όχι.
Παλέψτε για τα μάρμαρα λοιπόν με δύναμη όση
σας δΐνει η αηληστία σας'να ξέρετε όμως οτι
όλες σας τις βρωμόπετρες που για να σας τις
δώσουν
σα γύφτοι εκλιπαρήσατε, ο λαος τις γράφει όπου
μελάνι εκεί που κι η σοφή λέει παροιμία, δεν
πιάνει.
Αυτός όλα τα μάρμαρα γι αντάλλαγμα τα δίνει
μιανής ημέρας φαγητό σ' ενού άνεργου τραπέζι.
Κάντε ό,τι θέλετε λοιπόν με τις βρωμόπετρές
σας-
και πότε κάνατε ο λαός ό,τι ζητάει και θέλει;-
και πώς μπορούσατε ποτέ αυτό να 'χατε κάνει,
αφού ο λαός πεινάει ψωμί κι όλο εσείς το τρώτε;
Και μηπως αν τα πάρετε τ' αρχαία μάρμαρά σας
να τα φυλάξτε είστε ικανοί; Σε δύο χρόνια μόνο
καταστραμμένα θαν' κι αυτά σαν που όλα τ άλλα
είναι.
Τουλάχιστο, τρομάρα σας, να ξέρατε από Τέχνη...
Η μόνη τέχνη που καλά έχετε μαθημένα
ειν' η κλεψιά.Γιατί λοιπον δεν πάτε να τα κλέψτε
ώστε επιτέλους να 'ρθουνε, να πάψτε σα ζητιάνοι
το χέρι σας ν' απλώνετε κι εκτός από δολάρια
και πέτρες τώρα δουλικά να κλαίγεστε να πάρτε;
Άντέστε κομματόσκυλα, εμπρός, κλαφτείτε ακόμα'
μα να 'χετε καλά στο νου: η κλίκα σας μονάχα-
η ξεκομμένη απ' το λαό-τα μάρμαρα ζητάει.
Όπως η κλίκα η ίδια σας εζήτησε να κάνει
κι αγώνες ολυμπιακούς-ακόμα έν' από κείνα
που ο λαός αμέτοχος τα βλέπει, γιατί νιώθει
πως πιο δυστυχισμένονε με κείνους θα τον κάντε.
Κάντε λοιπόν το κέφι σας αισχροί "κινηματίες".
Και να φχαρστάτε συνεχώς το θεό σας μην
ξεχνάτε,
που ενός χαζού σας έδωσε λαού αφέντες να 'στε,
λαού ενος δουλόπρεπου που τα όπλα δε σηκώνει
κι όσοι μετρώντας είστε βρει, τόσους ν' ανοίξει
τάφους.
ΤΟ ΡΈΜΑ
Τον κόλο σου στο μάρμαρο
χοντρέ να τον χτυπάς
ένα είναι πλέον ή σίγουρο-
πως μέρες πια μετράς.
Κι ενώ τα κλεψιμέικα
βαθιά στην τσέπη χώνεις,
όμως συντάξεις και μιστούς
αλήταρε, παγώνεις.
Και με τις στάλες απ’ του λαού
τον ίδρωτα και το αίμα
ένα φρικώδες κι άθλιο
φτιάχνοντας άγριο ρέμα,
το στέλνεις μες στη θάλασσα
των φίλων σου κλεφτών
για να ξανάβγεις κάποτε
πρωθυπουργός δι αυτών.
Μα πρόσεξε το ρέμα μη
στη δίκαιη οργή του
πάρει και σε και τ’ άτιμα
τα πλούτη σου μαζί του.
Γιώργης Χολιαστός
Η Σχολή Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, ερεύνησε την επίδραση της μη περίληψης στους εκλογικούς καταλόγους πρώην σημαινόντων στελεχών των κομμάτων στην μνημονική ικανότητά τους.
Όπως με πολυσέλιδη ανακοίνωση του αποτελέσματος ανακοινώθηκε, η μη περίληψη στις λίστες πρώην στελεχών, έχει ευεργετική επίδραση στην μνήμη του στελέχους-αυτή ενδυναμώνεται και το πρώην στέλεχος θυμάται γεγονότα και καταστάσεις που μέχρι πριν «κοπεί» από τις λίστες φαίνονταν σαν να μην υπήρχαν γι αυτόν.
Σαν –πρόσφατο μάλιστα- παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο αναφέρει την περίπτωση του πρώην υπουργού κυρίου Τσιτουρίδη.
σεξ παντού…και όμως φερόμαστε σαν να μην υπάρχει……επειδή κάνουμε παιδιά…………………………………………..
…………………….
Ο ΚΑΡΑΜΑΝΛΉΣ ΠΆΕΙ
ΓΙΑ ΠΡΌΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ
(Οι εφημερίδες)
Του ταιριάζει. Ό,τι πρέπει.
Θαυμαστά θα γράψει έπη.
Θα κοιμάται όλη μέρα
ειτ’ έχει ήλιο ή αέρα,
και για λίγο θα ξυπνάει
όταν είναι για να φάει.
Η μπουλντόγκ του η μουσούδα
θα χοντρύνει σαν του Βούδα
και ο κόλος του ο παχύς
θ’ απαιτεί καρέκλες τρεις.
Κι αθλητής άρσης βαρών
θα ‘ναι δίπλα του παρών,
που για πλούσιο κασέ
με μια κίνηση αρασέ
θα σηκώνει του το χέρι
από πάνω να το φέρει
από όποιο άσπρο χαρτί
είναι να υπογραφεί.
Μοναχά το φασισμό του
μην ξεχνώντας τον ωμό του,
πριν υπογραφή να βάλει
θα ρωτάει-τέτοιο χάλι-
τον αρχιβιομήχανό του
που θα έχει σύμβουλό του,
μη και κάποιο απ’ τα χαρτιά
προξενεί στον ΣΕΒ ζημιά.
Έτσι ο νυν πρωθυπουργός μας
και ο μέλλων Πρόεδρός μας
δίχως τσίπα και ντροπή
το λαό θα «υπηρετεί».
Γιώργης Χολιαστός
ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΆ 2009
ΆΚΗΣ
(Ο Άκης ο ωραίος
φέρελπις πάλαι νέος
και νυν οικτρός και τέως
με λωποδύτη κλέος)
Πολύ μεγάλη προσβολή στο πρόσωπό μου έγινε
που ούτε ο Βαρδάρης μου ακόμα δεν την ξέπλυνε.
Γιατί ιδού –αλίμονο- τι μου ‘γραφε η μοίρα:
Είπαν για με πως τ’ άρπαξα! Ψεύδος! Κακώς: τα πήρα!
Κι είναι μεγάλη η διαφορά του παίρνω απ’ το αρπάζω.
Κάτι κι εγώ από γράμματα-το βλέπετε- σκαμπάζω.
Δεν είμαι τόσο αγροίκος πια κι ας είμαι μακεδόνας-
χώρας καθ’ όλα ελληνικής ως λέω (κατά μόνας,
γιατί αν το πω κι απόξω μου θα γίνει μέγας σάλος
καθώς μου το απαγόρεψε αυστηρώς και ο Μεγάλος.)
Κι αν πήρα στη γυναίκα μου χλιδάτο νυφικό
ε, τι; Χιλιάδες έκανε μονάχα εκατό.
Το νυφικό εστοίχισε τριπλά της Σαρκοζίνας-
είμαστε ή δεν είμαστε κι εμείς σκληρός πυρήνας;
Κι αφού αμπέλι ξέφραγο είναι η χώρα ετούτη
τι θα φοβόμουν να γευτώ τα τόσα της τα πλούτη;
Μονάχα ένας πρωθυπουργός θα μ’ έστελνε σε δίκη
Μ’ αν το ΄κανε θα έτρεμε μία δική μας νίκη,
αφού θα τον εστέλναμε τότε στη φυλακή
για όσα δις έκλεψε ευρώ από δω και από κεί.
Κι ούτε οφ σορ ίδρυσα εγώ -καθώς ο Βουλγαράκης
παρά ησύχως τα έβαλα στην τσέπη κατευθείαν
Οδούς εγώ αγνοώ σκολιάς. Εγώ είμαι ο Άκης!
Πολιτικός ου μην αλλά κι αγνός και τίμιος λίαν.
Στο τέλος αν δε φάμε εμείς οι Εθνικής Αμύνης,
θα ‘τρωγε ο Οικονομικών απ’ τους μιστούς της πείνης;
Τι κάθομαι όμως τώρα εγώ και λέω και τσαμπουνάω;
σα να μην είχα τάχατες δικαίωμα να φάω…
Αφού στην κλίκα του ΠΑΣΟΚ η τύχη μ’ είχε πάει
ήτανε σα να μου ‘λεγε: Άρπαζε! Κλέψε! Φάει!
Με τα όπλα που αγοράζουμε σώζουμε την Ελλάδα-
σωτήρες της πατρίδας τους να τρώνε φασολάδα;
Το είχε πει κι ο Πρόεδρος ο πολυαγαπητός μου-
είχε ο ίδιος τότε πει: «ε, όχι και πεντακόσα!»
γι αυτό κι εγώ εβούτηξα μονάχα τετρακόσα.
Του αρχηγού μου τη γραμμή εγώ δε θα τηρούσα-
εγώ που για τον αρχηγό εκείνον μόνο ζούσα;
Και φυσικά ο πρόεδρος μιλούσε για δραχμές,
μα αν ζούσε τώρα για ευρώ θα μίλαγε βεβαίως.
Γι αυτό σας λέω άδικες μου άφησαν αιχμές ΄
σαν να ισχυρίζονταν κανείς ότι δεν είμαι ωραίος…
Για τις αιχμές λοιπόν αυτές δε θα ‘μαι υποψήφιος.
Κι όλοι ας λεν πως είμαι βλαξ ή έστω και ηλίθιος,
αλλά δεν είμαι απ’ αυτά τίποτε ορισμένως
είμαι ως τα μπούνια μονάχα-το ξαναλέω-θιγμένος.
Ταύτα είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω
κι όταν ακούω εισαγγελεύς σαν το λαγό ας τρέχω.
ΡΕ ΧΟΝΤΡΟΎΛΗ…
Ρε χοντρούλη πώς εβγήκες έτσι μόνος μες στη στράτα
και πώς τα ‘πες έτσι χύμα και φορτσάτα και σταράτα;
Ξάφνου πώς η κάρα σου έχει τέτοια απόφαση παρμένη
και λεφτό ουτ’ ένα ακόμα δεν μπορεί να περιμένει
μόνο λέει κι όλο λέει και ξερνάει και παρλάρει
και των βουλευτών σου όλων τα μυαλά τα έχεις πάρει;
Και καλά για τον εαυτό σου-ήθελες ν’ αυτοκτονήσεις
μα δε σκέφτηκες τους άλλους που ‘χουν άλλες απαιτήσεις-
που από τη ζωή ζητάνε σαν και σένα να πλουτίσουν
πριν τα έδρανα της πόρνης της Βουλής απαρατήσουν;
Κι αν εσύ δυο θείους είχες την Ελλάδα που ρημάξαν
και περιουσίες μυθώδεις με το κλέψιμο εφτιάξαν
κι απ’ τα κλεψιμέϊκα είναι τα περσότερα δικά σου
ώστε να ‘χουν και να τρώνε ως και τα οχταέγγονά σου,
όμως όλοι οι βουλευτές σου δεν προλάβανε να φάνε
και οι κακόμοιροι φωνάζουν σαν τους λύκους που πεινάνε.
Τι ψυχή θα παραδώσεις στο Θεό κάποια ημέρα
έτσι όπου κάθε όσιο κι ιερό έχεις κάνει πέρα,
όσους σ’ έβγαλαν ν’ αφήνεις νηστικούς και πεινασμένους
και να τους κοιτάζεις τάχα σαν αγνώστους και σαν ξένους;
…………………………………………………………………………………….
ΤΙΣ ΠΤΑΊΕΙ….
Μη φωνάζετε-μη σκάτε
και μην κακομελετάτε.
Ή Καραμανλή ψηφίστε,
ή στην πάντα τον αφήστε
κι όποιον φέρτε, ίδιο χάλι
τουτ’ η χώρα θα ‘χει πάλι.
Φίλοι μου οι εκλεγμένοι
δε σας φταίνε –οι καημένοι!-
Φταίνε μόνο οι εκλογείς:
φταίτε φίλοι μου ΕΣΕΙΣ.
ΛΑΌΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΊ
Ψοφίμι ο λαός. Πάνω κοράκια
που ο ίδιος έφτιαξε για να τον φάνε.
Κοιτάτε τη δουλίτσα σας παιδάκια:
τα πράγματα είναι όπως πρέπει να ’ναι.
3-9-09
Παπανδρέου:
«: …Ζητάμε τη συμπαράσταση των ζωντανών κυττάρων της κοινωνίας…»
Μετάφραση:
Θέλουμε όλους τους άξεστους, επιθετικούς, ζωώδεις, φωνακλάδες νέους έως μεσόκοπους, μαζί μας. Θέλουμε με άλλα λόγια τους νεοτραμπούκους της Αριστεράς. Που θα φάνε όχι στο όνομα του φασισμού αλλά στο όνομα της Δημοκρατίας. Ζητάμε φόβητρα για τους δεξιούς. Θέλουμε μαζί μας τα Κτήνη και αφήνουμε στη μίζερη γωνιά τους τους Ανθρώπους.
3-9-09
Ερώτηση Ευαγγελάτου στον Ευθυμίου:
Θέλω να μου πείτε κύριε υπουργέ τι θα κάνετε το 2010 με τις συντάξεις και με τους μισθούς όταν, αν τέλος πάντων γίνετε κυβέρνηση. Θα γίνουν αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και ποιες.
Απάντηση:
Κοιτάξτε, δεδομένου ότι το φεγγάρι πλησιάζει κάθε χρόνο μόνο δυο εκατοστά στη γη, καταλαβαίνετε ότι είναι απίθανο να π;eσει πάνω της για εκατομμύρια ακόμα χρόνια.
Ευαγγ.:
Μην υπεκφεύγετε κύριε υπουργέ. Σας ρωτώ ευθέως θα αυξήσετε μισθούς και συντάξεις ή η αύξηση θα είναι και από σας μηδενική;
Απάντ.: Και αν ακόμα κύριε Ευαγγελάτο αγοράζαμε όσα όπλα και η Τουρκία, αυτοί πάλι δεν θα ησύχαζαν. Από την άλλη μεριά όμως δεν έχουν τα κότσια να προχωρήσουν σε…
Ευαγγ. (διακόπτοντας):
Κύριε υπουργέ, η ερώτηση είναι σαφής και σεις μιλάτε χωρίς να απαντάτε σ’ αυτήν. Σε ένα μήνα έχουμε εκλογές. Σε άλλον ένα μήνα θα καταθέσετε τον προϋπολογισμό. Λέτε ότι έχετε αποφασίσει πώς θα χειριστείτε την Οικονομία. Και η ερώτηση, για Τρίτη φορά κύριε Ευθυμίου, είναι, θα αυξήσετε τους μισθούς και τις συντάξεις ναι ή όχι;
Απάντ.:
Έχω πάει στην Αυστρία. Είναι υπέροχα, ιδίως τον χειμώνα. Για την Ουγγαρία που με ρωτάτε ομολογώ ότι δεν έχω…
Ευαγγ. (διακόπτοντας):
Εντάξει κύριε υπουργέ, δεν θέλετε να απαντήσετe…
ΟΜΙΛΊΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΎ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗ
Αφού δεν τα ‘κανα τουλάχιστο ας τα πω
(ούτως ή ‘άλλως δε θα βγω και πάλι).
Στη θεωρία είμαι άριστος εγώ.
Αδιόρθωτο στην πράξη έχω χάλι.
ΓΡΑΪΔΙΑ…
Πάγκαλος, Παπουτσής και Βενιζέλος,
Κουβέλης, Καστανίδης και Μαγκριώτης,
και Βερελής και Ρέππας κι Ευθυμίου,
Πρωτόπαππας, Φλωρίδης, Κακλαμάνης,
Παπαντωνίου, Βάσω, Σηφουνάκης,
Μαρία, Τσοχαντζόπουλος, Χυτήρης,
και τώρα μία γεύση από τα ίδια-
μ’όνο που πια τα «ίδια» είναι γραϊδια.
Ο ΈΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΣΆΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΈΒΙ
Α! Η Σάρα μου τον Έβι
τι τρελά που τον λατρεύει!
Και κοντά του όλο πώς πάει!
Και γλυκά πώς του μιλάει!..
Το χεράκι της απλώνει
τα μαλλιά του ανακατώνει
σα λουκούμι τον κοιτάζει
κι όλο του μιλάει με νάζι.
Αχ! Βρε Σάρα πονηρούλα
πεταχτή και νοστιμούλα
τόσο είσαι ερωτευμένη,
που αδυνάτισες καημένη.
Τέτοιου έρωτα λαχτάρα
πώς και σου ‘ρθε μωρέ Σάρα-
τέτοια αγάπη παλαβή
τάχα πού την έχεις βρει;
Και να! γέλια και χαδάκια,
να! γλυκούτσικα φιλάκια,
να λογάκια ερωτικά
να! γλυκούλια μυστικά.
Βρε γλυκούτσικο Σαράκι
κάνε κράτει λιγουλάκι
γιατ’ οι άλλοι σε ζηλεύουν
και φιλιά κι αυτοί γυρεύουν.
Κι ο Ντονάλντ να! ξαφνικά
που απ’ τη ζήλεια σε χτυπά,
γιατί θέλει μόνο αυτός
να σου είναι κολλητός.
Αχ! βρε όμορφο κουκλάκι!
σαν γλυκόπετο πουλάκι,
μη σε μια εσύ αγκαλιά
μοναχά χτίζεις φωλιά,
γιατί όση η Φύση γλύκα
σου εχάρισε για προίκα
τη ζητούν κι άλλοι πολλοί-
κάθε αγόρι και φιλί.
----------------------------------------
Σκυφτός ως περπατεί
καμιά φορά
τα μάτια του σηκώνει και κοιτάζει τους ανθρώπους.
Δεν παραιτήθηκε ακόμα.
Στου νεκροταφείου το πλατύ αλώνι
η μελαγχολία την ψυχή αλώνει
κάθε τάφος πλάκα και σβυστό καντήλι
κι έναν τρόμο γύρω έχει η νύχτα στείλει.
Στο σκοτάδι κάτι φωτοσκιές κινούνται-
άραγε αξύπνητα οι νεκροί κοιμούνται
ή ασώματοι κι αγνοί όπως θέλαν να ’ναι
βγαίνουν απ’ τους τάφους τους κι άσκοπα γυρνάνε;
Δε θέλω να γνωρίζομαι με ανθρώπους-ο θεός τους
τους έχει επιλήσμονες πλάσει κι ανήθικους΄
κάποια καινούργια γνωριμιά όταν βρεθεί εμπρός τους
για όσε προηγήθηκαν γνώμες πικρές ακούς.
Την πέννα μου θέλω΄ποιος είπε πως μέσα
στ’ ανήλιαγα σκότη του χάους
δεε θα ‘ρθει μια αχτίδα φωτός να μου δείξει
τις μα΄τρες γραμμές πάνω στ’ άσπρο
το σαν χωράφι τον σπόρο προσμένοντας χαρτί.
Οι σκέψεις θα μου είναι
πιο εύκολες τότε ακόμα
γιατί μες στο σκότος το αιώνιο,
χωρίς μιαν ελπίδα, πιο εύκολο θα ‘ναι
να εικάσω το φως. Εκεί
μέρες και νύχτες δεν θα με αποσπούν
από το μόνομο και το ρυθμικό.
Κι ένα καπέλλο θάψετε μαζί μου
κι όλα τα μικροπράγματα για ένα ταξίδι
όπως στους τάφου; βλέπουμε των Αιγυπτίων
και των Ινδών.
Και θα πίνω και θα γελώ
και με μια πετσέτα θα σκουπίζομαι
γεμάτος όταν από ηρεμία θα ιδρώνω
ομορφιές και τρυφερά χαμόγελα.
Σε όλους θα δίνω. Σ’ αυτούς κυρίως
που μου ‘δωσαν για να ‘μια τώρα-
σ’ αυτούς τα περισσ’ότερα θα δώσω
για να ‘χει δικαιωθεί στον αιώνα
η επιβίωσή μου μετά από τόσα
δυστυχήματα και κρίσεις μηδενικές.
΄
(συνέχεια του «το κερί καίει…)
Λίγο στο χείλος στέκουμε του τάφου
νωπού ακόμα και μυξοκλαίμε
σα να ‘ναι άσχημα εκεί κάτου.
Κι ένα μικρό αν φυτρώσει, ύπτιο έστω,
λουλούδι ή χορταρ’και πάνω στο χώμα,
είναι μια ‘ένδειξη αν’αστασης κι αυτό
κι αποξεχνούμε τπους νόμους
τους σ’ όλα τα πράγματα απλωμένους
της Φυσικής και της Χημείας.
Τους νεκρούς μόνο κλαίμε
και τους ανασαίνουμε ασθμα’ινοντας
απόανεύθυνη οδ’ύνη και ηδονή παθιασμένοι.
Χρυσή στα δάχτυλα κλωστή η σιωπή
και χ΄τνεται ποτάμια ολόγηυρα
(αργυρόχροη κλωστή μάλλον γιατί
δύσκολα το χρυσάφι αφήνει τα χέρια).
Μας λούζει και μας ζεματά κλαθώς
υφαίνοντας τους πλαδαρούς
χιτώνες της αποξένωσής μας
προσπαθούμε να διατηρήσουμε τον αόρατο πέπλο
της ζωντανής παρουσίας
και στων νεκρών τη χώρα να βρεθώ
(λες και δεν είμαι κιόλας
έτσι που η ποίηση με κατάντησε)
Η εποχή μας α]ευνοεί την αδικία
κι η δύναμη επιζεί των δυνατών
κζαι η αυθάδεια των αγροίκων.
Το λουλούδι όμως πάντα θ’ ανθίζει
και θα διαλαλεί στα πέρατα
του κόσμου, την ύπαρξή του
που εγώ θα υπογράφω
που εγώ πάντα θα υπογράφω
που εγώ υπογράφω.
Τα μάτια σου φως
και λάμψη αστραπής
το βλέμμα του ςμνήμες ξυπνά μακρινές
σαν κάποια απογέματα ζεστά
που μετά από τον ύπνο του μεσημεριού
με μια ντομάτα στο ένα χέρι
και με ένα ξεροκόμματο στο άλλο
δειλά από το σπίτι βγαίναμε
συντρόφους για ‘ήπιο παιχνίδι ζητ’ωντας
ή σαν απόβραδα
από την ισχνή λάμπα της κολώνας φωτισμένα
που κολλητά ένας στον άλλο καθισμένοι
αινίγματα φοβισμένοι γεμίζαμε τη νύχτα
η ώρα του ύπνου ως να ‘ρθεί.
Κρίσις κατ’ αρχαιότητα λόγω κουμουνισμού
Δεν είμαι από τον κόσμο σας. Πάνω μου εξουσία
φασιστικά κοπρόσκυλα δεν έχετε καμία.
Δεν είμαι από τον κόσμο σας. Άλλος με κρίνει εμένα
κάθε σας κίνηση για με πηγαίνει στα χαμένα.
Μ’ έπλεξε στο σινάφι σας στα βρόχια τα φψριχτά σας
η φτώχεις που την έφτιαξαν τα χέρια τα δικά σας.
και η ψυχή και το μυαλό που ‘λπίζατε να γίνει
δικό σας όργανο, σκοινί εγίνει που σας πνίγει.
Εγώ κρατ’ώ απ’ του βοριά τα’ αγριεμένο κύμα
εσείς ψοφίμια που ‘χετε το πόδι σας στο μνήμα.
Εγώ κρατώ απ’τ5η Φωτιά κι απ’ τη Μεγάλη Ελπίδα
εσάς φριχτ5ά σας ξεγελά η όποια καταιγίδα.
Στο Σ’ύστημα του Μέλλοντος-στο Σύστημα του Αεί
το σπίτι σας σαν άθυρμα πανάθκλιο θα καεί.
Κι εγώ το Καίον Σύστημα;-κι εγώ το Μέλλον-νάμαι!-
εγώ που τώρα στα λεράς τα πόδια σας κοιμάμαι.
Και ο θεός μου που βαθιά κατέχει την Τελειότητα
δε θα σας κρίνει όπως εσείς εμέ «κατ’ αρχαιότητα»,
παρά, εφ’ ενός αφού ζυγού-ο Μαρξ- θα σας στοιχίσει
πάνω στα γλοιώδη μούτρα σας «κατ’ εκλογήν» θα φτύσει.
Τα πρωινά οι φωνές σα σβύνουν των πραγμάτων
κι ο αντίλαλός τους πριν καλά ακόμα να σβυστεί
έρχεται η ώρα των πολλών μικρών πικρών θανάτων
την πόρτα της ανίας μας να κρούσει την κλειστή.
Σα βόμβος από μέλισσες σα μούρμουρο ρυακιού
διαβαίνουν(νει;) από μέσα μας και στους ανέμους πάνε(ει;)
και κάποιο ρίγος μας περνά σαν παόξιμο ματιού
μες στις αισθήσεις μας τυφλά καθώς φτεροκοπάνε(ει;).
Κι ως βγαίνουν(ει;) από μέσα μας κάτι μας έχουν(ει;) πάρει
κι η μέρα μας πιο άχρωμη κι ασήμαντη αρχινά (αρχίζει;)
και μοιάζουμε με μάλλινη κλωστή που απ’ το κουβάρι
κομμένη, τώρα και καιρό, αρχίζει (άρχισε;) να ξεφτά (ξεφτίζει;)
Στη στροφή και στη γωνία
οδηγ’ώντας με μαν’ία
αυτοκίνητο ένα βγήκε
και στο δρόμο του εμπήκε.
Μ’ έναν πήδο ο νιος προφτάνει
κι απ’ τον Χάρο πέρα κάνει
τη στιγμή την τελευταία
γλίτωσε κι όλα ωραία.
Αν τον λιώναν οι τροχοί
μια αγάπη μοιναχή-
α! ένα χ’έρι τον βλογούσε
απ’ το σπίτι όταν κινούσε.
Ένας θεός σατανικός
κι είρων μας έχει πλάσει
και πρόσωπο μας έδωσε
αστείο για να γελάσει:
άλλα πολύ υπερήφανα
που βλέπουνε στα ύψη
(μα που κανείς για να τα δει
πρε΄πει πολύ να σκύψει),
αρπακτικά άλλα πολύ,
άλλα βαριεστημένα
κι άλλα μια λύπη να κρατεί-
να κλαίνε τα καημένα…
Όμορφοι έρχονται, διαβαίνουνε και πάνε
(τα πρόσωπα πρέπει βαμμένα να ‘ναι).
Παιχνιδιάρηδες, σκυθρωποί, αλαφιασμένοι,
λυσσαλέοι, σκεφτικοί, χαριτωμένοι.
Της ζωής τους το μέγεθος μετράνε
πάντα ακπλήρωτοι και πάντα πεινάνε
το θέαμα κι αν μπορεί να περιμένει
μα η κοιλιά δε βαστάει σφιγμένη.
Στολίζονται, ζαλίζονται, γελάνε
σαν τυφλοί τους τοίχους σκουντουφλάνε
Μα αν κι άνεργοι, γερτοί και γερασμένοι
κι αν ζωηροί κι αν άρρωστοι ή κλαμμένοι
τις στράτες της ζωής αργά περνάνε
(κι αργά (αν;…)τις στράτες της ζωής περνάνε;)
τα πρόσωπα πρέπει βαμμένα να ‘ναι.
Το ραδιόφωνο λέει πως θα ‘χουμε ησυχία
Θα μας φύγουνε πάλι τα’ άσπρα πλοία
και θα παν στους ανέμους
και θα πάνε στους πόντους.
Πάλι θα ν’ρθουν οι μέρες οι άψυχες
πάλι θα ‘ναι (με;) σκυφτά τα κεφ’άλια
πάλι θα ‘χουμε πόλεμο κι άρματα
πάλι θαν’χουμε πέτρες για προσκεφάλια.
(φε’υγει το πάλι θα ‘χοτμε μαζ’ί με τα’ άλλα;)
Σ΅’ έναν πλανήτη «γεννήθη» ένας
άνθρωπος-με κεφάλι και δυο πόδια.
Με τη διαδικασία της «γέννας»
ήρθε στον κόσμο. Τα εμπόδια
όλα ξεπέρασε και χρόνια
πολλά έζησε, αργά γερνώντας.
Για τα φυτά ένιωθε συμπόνια
τα ζώα χαιρετούσε στο δρόμο περνώντας.
Πλενότανε κάθε πρωί στη βρύση
και θορυβάδικα ξέπλενε πολύ
το πρόσωπό του. Και βιαζόταν να κλείσει
το νερό. Μιαν ένια είχε θολή
για κάθε τι που ‘χε μπροστά του.
«Πρέπει» και «βέβαια» ήταν λέξεις
που δεν τις είπε. Κοντά του
μπορούσες ήρεμα να παίξεις.
Πρόσεχε πάντα τα παιδιά του
που όπως εκείνος γεννηθήκαν.
Ευθύς τις ώρες του καμάτου
στεκόταν. Γύρω του απλωθήκαν
μέρες-ήλιου γυρίσματα- κακές
πικρές κι αφώτιστες ημέρες
αλλά και μέρες που βαριές
του φέραν και φριχτές φοβέρες.
Μία πετσέτα είχε συνήθως
μπλε ή γαλάζια το πολύ.
Μ’ έξω εβάδιζε το στήθος.
Ήξερε πως δεν ωφελεί
σε τίποτα πολλά ν απει
σε τα’ίποτα πολλά να κάνει
και πέρασε ως αστραπή
ή πυρκαγιά όπως σε ρουμάνι.
Όταν δεν είχε πια δυνάμεις
να περπατεί ή να μιλάει,
«πέθανε»-πια ό,τι να πεις
κοντά μας δεν ξαναγυρνάει.
Του γάμου το κουφέτο
σα μάρμαρο του τάφου λείο κι άσπρο.
Κι η ζάχαρη όταν φύγει
μαύρο πικρό αμύγδαλο προβάλλει.
Άσε με να γυρίζω όπως θέλω.
Δε μ’ αρέσει να φορώ καπέλο
δε μ’ αρέσει να φορώ γραβάτα
και παπούτσια τριζάτα.
Άσε με να γυρίζω όπως θέλω
μισ’ω κάθε νέο μο=ντ’ελο
στα πουκάμισα και στα πέτα-
τα θέλω απλά και σκέτα.
Άσε με να γυρίζω όπως θέλω
αλλιώς γοργά σε ξαποστέλλω
σιχαίνομαι αρώματα και τέτια
ρεβ’ερ και μανκικέτια.
Μια λιτανεία είναι να γίνει.
Θανάτου κρέπια μαύρα γκρενά
θ’ αργοθροϊζουν ως θα περνά
από μπροστά μου η μακάβρια κλίνη.
Μαυροντυμένοι λειψανοφόροι
θα περπατούνε με το κουτί
κι αμέσως πίσω θα περπατεί
χαροκαμένη μοναχοκόρη.
Θάλασσα γύρω τα νεκροκέρια
τη μαύρη νύχτα θ’ αχνοφωτούν
σ’ ανώφελο ένα θ’ αργοκινούν
σταυρό οι άφωνοι πιστοί τα χέρια.
Και θα πλανι΄.ευται μες στον αέρα-
πώς μες στο σκότος αναρριγώ
μέσα στο φέρετρο μην ειμ’ εγώ;-
μια παραζάλη και μια φοβέρα.
Εν’ αγριοκρίνο αδέρφι κόψε
ως η νεκρώσιμη καμπάνα ηχεί
και μύρισέ το-πες μιαν ευχή:
μια λιτανεία γίνεται απόψε.
Σα με τραβά η στενοχώρια
και με κατέχει ο θυμός
της φαντασιάς στενεύουν τα όρια
και αχρηστεύεται ο ηθμός.
Αμέσως τότε εγώ ξεχύνω
πα’ στο χαρτί το καθαρό
ποτάμια γρ’άμματα, να πλύνω
το νου με κάτι δροσερό.
Το δροσερό εδ΄ώ οι λέξεις
που σαν παιδιά χοροπηδούν
και που με σε όσο αντέξεις
δε σώνουν να παιζογελούν.
Σιγά οι ιδέες ξανανιώνουν
και αποδιώχνονται οι καυμοί
και πάλι οι σκέψεις ξεδιπλώνουν
πάλι καπνίζουν οι βωμοί.
Κι από τον πόνο απομένει
κι εκείνη μόλις αισθητή
μικρή μια θλίψη, προορισμένη
κι αυτή γοργά να ξεχαστεί.
Περίμενε και θα ‘ρθουν δυο φιλιά
από μακριά θα ν’ρθουν για σένα
στην καυτερή τους την αγκαλιά
να σε τυλίξουν λαχταρισμένα.
Το ‘να της άγριας αγάπης θα ‘ναι
τα’ άλλο του θάνατου το κρύο φιλί
κι έτσι σφιχτά ως θα σε κρατάνε
πες αν μπορείς ποιο καίει πιο πολύ.
Τα εργαλεία ν’ αποστειρώσω στον βραστήρα
να φτιι’αξω και τα ράμματα που πήρα
(κι ένα σωρό έδωσα λεφτά) και να στηρίηω
τα πόδια του γραφείου πριν το σφίξω.
Να φτιάξω τις καρέκλες. Τα βάζα
λουλούδια να γεμίσω. Να κόψω τη γάζα
και σ’ άλλο μπουκαλάκι να τη βάλω
(αυτό μου φαίνεται λίγο μεγάλο)
να ξεσκονίσω το τραπέζι και να κρύψω
το μπρίκι στο παράθυρο αποπίσω
κι όλα καλά και φροντιμένα να τα κάνω
(όλα τα προσέχω στη δουλειά μου επάνω)
μήπως κανένας ‘ερθει να κοιταχτεί.
Όμως προβλέπω να καταταχτεί
κι αυτό τα’ απόγεμα στα τόσα τα’ άλλα
που το ιατρε’ιο κατ’ αυτάς μένει μπουκάλα.
Ο ουρανός μου βρέχει αίμα.
Χοντρές οι στάλες του χτυπάνε
το ντελικάτο μου κορμί
κι έτσι ως πέφτουνε μ’ ορμή
λες και να σβύσουνε ζητάνε
της ύπαρξής μου τα’ άθλιο ψέμα.
Μα έχει με σίδερο πλαστεί
και με τσιμέντο έχει πετρώσει
της πλάνης τα’ άγριο πουλί
και ίδιο ολόπικρο χαλί
χονμτρά φτερά έχει απλώσει
κι έχει με κείνα σκεπαστεί.
Όταν φωνή τα λούλουδα απολτήσουν
και τι δε θα ‘χουν να μας πουν.
Κι αλλίμονοόταν μάθουν να διαβάζουν
όσα εγράψαμε γι αυτά-εγώ τουλάχιστον
πολύ θα υποφέρω
από την μήνιν των.
Αχ! Πώς γιατρεύουνε τους αρρώστους οι νοσοκόμες
και η δουλειά τους πώς τις τραβά
τι κι αν ακούγονται χίλιες πικρόχολες για κείνες γνώμες
αυτές τραβ’ανε πάντα μπροστά.
Πάνω στον άρρωστο-δίπλα στον άρωστο-πάντα μοχθούνε
να τον βοηθήσουμε μια ώρα αρχήτερα να γιατρευτεί
και οι καημένες πάντα του δίνουνε ‘ο,τι μπορούνε
προτού εκείνοςπουθ λέει ο λόγος – να το σκεφτεί.
Κι ως οι άνεμοι τρέχουν με μανία τυφλή
κι όρθια δέντρα από κει που περνούνε δε μένουν
έτσι αυτές, σα σπρωγμένες από θεία προσταγή
με μανία τυφλή των αρρώστων τις νύχτες γλυκαίνουν.
Κι αν ποτέ στον παράδεισο όπως λένε πολλοί
νοσοκόμες ποτέ σαν πεθάνοπυν δεν πάνε
τι γενναίες θεέ μου!-δεν τις νιάζει πολύ
και, ο παράδεισος είναι στη γη, απαντάνε.
Ω! Αλήθεια! Αν τις δείτε το πρωί που σχολάνε
στα μαριόλικα μάτια τους παιχνιδίζει ένα κάτι
που σε κάνει να λες «έτσι θα ‘ναι-
ο παρ’άδεισος είναι στη γη-στο κρεβάτι…»
Αν μου ζητούσες να σε πάω στο φεγγάρι
εύκολο θα ‘ταν και θα σου ‘κανα τη χάρη.
Μα συ καλή μου μού ζητάς να κάνω απ’ το κρασί σταφύλι:
οι φίλοι γίνοντ’ εραστές μα οι εραστές να γ’ίνουν φίλοι…
Θε μου μη δίνεις προσοχή
και συ κι οι άγγελοί σου
στην άρα που το θάνατο
γυρεύω να με πάρει.
Ξέρεις και συ αλλά κι αυτοί
γνωρ’ίζουνε μαζί σου
ότι στα ψέματα ζητώ
του Χάρου αυτή τη χάρη.
Μου ‘χει συνήθεια γίνει αυτό
μα όταν περ’άσει η μπόρα
καικάποια αισιόδοξη
όταν φυσήξει αύρα
………………………………………….
(υπόλοιπο χαμένο)
Είναι οι άνθρωποι ‘ηχοι καμπάνας
που πένθιμους ήχους σκορπά.
Από το ψηλά στημένο καμπαναριό
στη γη πέφτουν και ανακλώμενοι
ανεβαίνουν στα ουράνια.
Όμοιοι σε όλα διαχέονται και πυργώνουν
τη θέληση της ακοής
ενός όντος παράξενου που ακούγοντας
ασταμάτητα κλαίει
που ακούγοντας κλαίει.
Γιατί για το θάνατο
όλες οι καμπάνες χτυπούν
(η Καμπάνα χτυπά;)
Ο Χάρης και ο Γιώργος και ο Νίκος
σα ναν’ ακόμα ζωντανοί
γι αυτούς μιλά η μητέρα.
Κι αν νεκρούς τους πεις αδίκως
τότε υψώνει τη φωνή
και η ώρα πάει πέρα
που πίκρα στάζει και χολή.
Τη μνήμη τους δε ρ’υπανε
μ’ ευχές που φρούδες πάνε
μόνο για όλους τους μιλεί
λες και ταξίδι λείπανε
και φτ’ανουν όπου να ‘ναι.
ΕΞΕΤΆΣΕΙς (ΕΠΙΤΥΧΕΊΣ) ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΉ ΑΘΗΝΏΝ ΚΆΠΟΥ ΤΟ 1980…)
Ίδιο τα’ αγώνισμα και η πάλη
και η εικόνα ίδια φθαρτή
ίδια η δίνη κι η παραζάλη
ίδιο το μελάνι ίδιο το χαρτί.
Ίδιο το χαρτί κι η φωτογραφία
που διαγνώσεις γράφουνε πάνω του οι γιατροί
ίδια όπως πάντοτε η διαδικασία
ίδια η νοσοκόμα που γελάει γερτή.
Είναι φενερή σ’ όλους μας η μοιάση
μαύρο χάσμα αδιάβατο σκάψανε βαθύ
μόνο κάτι χρόνια που ‘χουνε περ΄σει
μόνο κάτι χρόνια που ‘χουνε χαθεί…
Γρηά και κακομούτσουνη
μια πόρνη μου κολλά
να πάμε στο κρεβάτι
Πήγαμε και, η τσαχπίνα,
μου ζήταγε πολλά
για να μου δώσει κάτι.
Εφημερίδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και το πρωί έχει φύγει
το βράδυ με τυλίγει.
Εφημερίοδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και η ζωή έχει φύγει
σκότος βαρ’ύ με πνίγει.
Εφημερίοδα και καφέ
πόθε κρυφέ κρυφέ καημέ
και η ζωή η λίγη
χίλίες χαρές ξανοίγει.
Με μαγεία τυλιγμένη και μυστήριο
μία τσάντα ειν’ αφημένη μες στο κτίριο.
Όλοι γύρω τη θαυμάζουν (α! δε θα ‘χουνε)
μεταξύ τους κουβεντιάζουν κι όλο ψάχουνε
τι να είναι για να βρούνε. Κι απ’ τα βήματα
και τη ζάλη, δεν ακούνε τα χτυπήματα
που απ’ την άσπρη τσάντα βγαίνουν-αποτέλεσμα
για το Χάρο να πηγαίνουν (φίνο έδεσμα)
δεκατρείς διαμελισμένοι-έξη πτώματα
εκελύψαν (οι καημένοι!) τα πατώματα.
Κι εδώ όπως κι εκεί εφημρίδες πάνω στο κασόνι
όμως εδώ άλλος θάνατος με ζώνει.
Κι εδώ όπως και κει άδειο από αρρώστους το σαλόνι
όμως εδώ άλλος άνεμος με ζώνει.
Όπως κι εκεί τοι ίδιο γραφείο
οι καρέκλες και τα βάζα μου τα δύο
και κάθε βραδυ .λενα μικρό νεκροταφείο
η σάλα αναμον΄λης_ούτε γεια σας ούτε αντίο.
Όπως κι εκεί. γείτονες οι ανάπηροι
πιο κει ένας οδοντίατρος, ένας συμβολαιογράφος
κι η αίθουσα όπως πάντοτε ένας τάφος.
Ενοίκους φριχτούς το σπίτι μου έχει
κι η στέγη του αίματα τρέχει
και όταν οι νύχτες τα όνειρα φέρνουν
μαζί τους με παίρνουν-μαζί τους με παίρνουν.
Στα χέρια τους εύθραυστο άθυρμα μοιάζοω
μα πια όπως πριν δεν τρομάζω-
συνήθεια μου έγινε πλέον ο τρόμος
που λες πως για μένα είναι νόμος.
Φαντάσματα χθόνια και σκότιες υπάρξεις
δολόπλοκες κάνουν τα βράδια συνάξεις
μ’ αγγίζουν, με πιάνουν, με ζώνουν, με πνίγουν
και μόνο στης μέρας τα φώτα θα φύγουν.
Σ’ ανήλιαγα βάθη τυφλά τα’ ακλουθάω
βασίλεια του ζόφου, του τρόμου στοιχειά
……………………………………………………….
(συνέχεια ανύπαρκτη)
Τρέχα αμαξά πεθαίνω
με κόπο ανασαίνω
,μη δίνεις σημασία
στη γ’υρω φασαρία.
Προσπέρνα αυτό το κάρο
σώσε με από το Χάρο
\τρέξε στο φαρμακεί
και στο νοσοκομείο.
Στενότης χώρου και χρημάτων
αμείλικτα τον περιζ’ώνει
κι η θέα κακόσχημων πραγμάτων
την περηφάνεια του πληγώνει.
δεν έχει χώρο για το μπάνιο
και τα’ είναι τούτο το κρεβάτι;
θα πάρει ένα δ’άνειο
μ’ αυτό θα κάνει κάτι.
Των φαγωμένων του ενδυμάτων
η απαίσια θέα τον πληγώνει
καλλίτερα εκατό θανάτων
τα’ αντίτιμο να ξεπληρώνει.
Όμως με ύφος αρειμάνιο
τριγύρω του θωρεί το μάτι…
Θα πάρει ένα δάμειο.
Μ’ αυτό θα κάνει κάτι.
Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
λαών τις μοίρες εάν χαράζεις
τότε αλοίθωρος πρέπει να ‘΄σαι
Μεγαλοδύναμε ή να κοιμάσαι.
Αν είσαι πάνω Και μας κοιτάζεις
ζωές ολ.΄΄οκληρες κι αν ρημάζεις
τα’οτε φιλέσπλαχνος διόλου δεν είσαι
μεγαλοδύναμε κι ας θεωρείσαι.
Αν είσαι πάνω και μας κοιτάζεις
κι αν έχεις δύναμη να διατάζεις
κι είσαι καλός, πάψε να παίζεις
και τους πιστούς σου να περιπαίζεις.
Μεγ΄<αλωσέ μας-δυν’άμωσέ μας
δώσε ν’ αντέξουμε στα βροντερά
τα’όσα αστραπόβροντα που πάνωθέ μας
εξαπολύεις τα φοβερά.
Μ’ απ’ όλα πι’ότερο, αν είσαι αλήθεια
κι αν έχεις άντρα καρδιά στα στήθια
σε μας τους άντρες δώσε καρδιά
τα χρέη να σ’ κώσουμε τα βαριά
που συ μας έταξες να κρατούμε.
Μα κι αν ακόμα-άκου κι αυτό-
μες στη ζωή μας να κουραστούμε
ή να κιοτέψουμε το ‘χεις σκοπό,
χωρίς καθόλου να στο ζητήσει,
σε τέτοιον άντρα-δεν είναι δίκιο;-
που του εστέρησες μι αντρίκια ζήση
θάνατο έναν δώστου αντρίκιο.
Sth li;oloysth ti Xi;o h kapet;anissa
sa d;olvma s’ ol;oxryso agk;istri
nt;ynetai kai serge;ani k;anei al;anissa
;alogo d;ixvw s;ella kai kap;istri.
Φλόγα τα στήθη της τα ολόρθα σιγοκαίει
άγρια μια στα σκέλια της φωτιά
πόθοι στα μάτια λάμπουν λυσσαλέοι
και λάγνο φτεροκόπημα η ματιά.
Απόψε τι της γράφει; Πάλι μόνη
θα πέσει και θλιμμένη στο κρεβάτι
ή τάχα οι ανθισμένοι της οι κλώνοι
για τίναγμα θα βρουν κάποιον δραγάτη;
Στην εργατιά και στο Στρατό και στα σαλόνια
κι απόψε βέβαια κάποιος θα τύχει
να θέλει να γκρεμίσει της τα αιώνια
και πάντα νιόχτιστα γυναίκεια τείχη.
Κι ω! χείλια πορφυρένια που διψάνε!
κι ω! μέλη που τα καίει πυρετός!
και χ’ερια κάποιων ξένων που τρυγάνε
τα ζουμερά λομονοστήθια! ω! φως!
που στο δωμάτιο το μικρό χρυσό φαντάζει!
κι αγγέλων βελουδένιων στρατιές
που απόψε η ψυχούλα τους πλαντάζει
και ψάλλουνε στις χιώτικες πλαγιές!
Θάλασσα συ, που έχεις φυλακίσει
τους χιώτες στη δική σου αγκαλιά
στείλ’ ένα κύμα σου ν’ αργοκυλήσει
από μια χιώτικη ακρογιαλιά
και μες στα σπίτια στείλτο να πάει
των καπετάνιων τα ορφανά-
ν’ ακούσει βόγγους και να μετράει
τα χτυποκάρδια και τα φιλιά
που σαν καμπάνες χαράς ηχούνε
ενώ δεμένα σφιχταγκαλιά
δυο λύκοι αμέρωτοι αλυχτούνε
πα’ στα κρεβάτια τους κοιλιά κοιλιά…
Και μεθυσμένο έτσι το κύμα
με πρίμο ένα σπρώξε το αγέρι
και άφησέ το να πάει-το κρίμα
μισό δικό σου- τα’ άθλιο χαμπέρι:
να πει στους πλούσιους καπεταναίους
ότι στην πλούσια είδε τη Χίο
τις νιες γυναίκες τους με τους ξένους
να ζευγαρώνουνε δύο δύο.
Θολή παραζάλη τριγ’υρω
στη μέση εγώ μοναχός
φαντάσματα βάζουν στον κλήρο
των δ΄το ματιών μου το φως.
Μια σκέψη με σώζει μονάχα
κι αυτή με κρατεί ζωντανό
απόψε ναρχόσουνα τάχα-
μα όνειρο αυτό μακρινό
Αντίς σου απόψε το τέλος
θαρθεί-δίχως άλλο θαρθεί
κι εσύ θα ‘χεις ρίξει το βέλος
που μία ζωή θα χαθεί.
Όλη η θολούρα κι η πολλή ζαλάδα
κι τρέλα κι η παλαβομάρα
όλη η κακία πάνω σου είναι μαζεμένη
χυδαία γυναίκα-καταραμένη.
Ανοησία φοβερή, βλακεία,
κι άρρωστη μια αλαζονεία
σε σφίγγουν οργισμένα-
όπως εδάγκωνες εσύ εμένα.
Καλά κρυμμένη μες στην άγνοιά σου
σκότος πηχτό το μάθημά σου
πως όλα ξέρεις όμως κάνεις τάχα
μα το χαμό σου ξέρεις μονάχα.
ΠΡΏΤΟΣ ΈΛΛΗΝΑΣ Ο ΑΛΈΞΑΝΔΡΟΣ ΑΠΌ ΤΟ ΣΚΑΙ
Ρε τι μυστήριοι που είμαστε οι έλληνες αλήθεια
τη ζήση μας να τρέφουμε μόνο με παραμύθια!
Έλληνα τον Αλέξανδρο να είναι τονε θέλουμε
και στους καημένους σκοπιανούς τα εξ αμάξης ψέλνουμε
στη φιέστα που οργάνωσε του ΣΚΑΙ το κανάλι
που γελοιότερη απ’ αυτή καμιά δε γίνηκε άλλη.
Α! Ρε κανάλι πρόστυχο με τέτοια που ασχολείσαι
αντί σε πλαίσια αληθινά και στέρια να κινείσαι…
Α! Ρε κανάλι πρόστυχο που ενώ ουρανό θυμίζεις
σε τέλματα προαιώνια κι άπατα μάς βυθίζεις…
ΠΡΏΤΟΙ ΣΕ ΌΛΑ ΟΙ ‘ΈΛΛΗΝΕΣ
Πρώτοι σε όλα είμαστε να μην αβασκαθούμε-
πρώτοι στη γη φανήκαμε και πρώτοι θα χαθούμε.
Τις καταθέσεις πρώτοι εμείς απ’ όλους εγγυηθήκαμε
προτού να έρθει ακόμα εδώ-πολύ προτού-η Κρίση
(κι αν χρήμα κάποιος θα ιδεί μέσα της που εμπήκαμε,
κατάμουτρα τη φάτσα μου τη λιπαρή να φτύσει).
Και πρώτοι εμείς επήραμε τα μέτρα για τη γρίπη
κι ύστερα ακολουθήσανε οι ευρωπαίοι οι τύποι
(κι αν μέτρο ένα πάρθηκε, τη μύτη μού τρυπάτε).
Και πρώτοι απ’ όλα είμαστε βέβαια στη βλακεία
που ενώ μαθαίνουμε κουνγκ-φου και πάλη και καράτε
μα πέφτουμε λιπόθυμοι σε μια πεζοπορία.
Γιώργης Χολιαστός
ΑΊΝΤΑ
Βρέθηκε ο που μας έλειπε της συνέχειάς μας κρίκος!
Εκατομμύρια χρόνια πριν-σαρανταεφτά γεμάτα-
έζησε και σκεφτότανε: «θα με ’βρουνε, ή μήπως
αδίκως άλυωτα τα οστά η βούλησή μου εκράτα;»
Μα τονε βρήκανε: κι αυτός έτσι εδικαιώθη
κι οι ανθρώποι που λυσσάξανε ώσπου να τονε βρούνε
και πια σε αγώνες άγονους άλλους να ξανοιχτούνε
ξεφεύγοντας απ’ του «σ’ αυτόν» το άφευγο το «γνώθι».
Γιώργης Χολιαστός